Εργάτες του κόσμου, πολεμήστε μεταξύ σας!

Σημειώσεις πάνω στην προσφυγική κρίση1

Από τους Φίλους/Φίλες της Αταξικής Κοινωνίας

Το ακόλουθο κείμενο από τους Φίλους και τις Φίλες της Αταξικής Κοινωνίας (Freundinnen und Freunden der klassenlosen Gesellschaft), δημοσιεύθηκε στα τέυχη Οκτωβρίου και Νοεμβρίου του αριστερίστικου γερμανικού περιοδικού Konkret. Οι Φίλοι/Φίλες εμφανίζονται να έχουν μια κάπως στενή οπτική για τον ρατσισμό (για να μην μιλήσουμε για την ισλαμοφοβία), αλλά παρέχουν μια χρήσιμη επισκόπηση της μεταναστευτικής πολιτικής στη Γερμανία, την ευρωπαϊκή χώρα που έχει δεχθεί τον κύριο όγκο των αιτημάτων για άσυλο, καθώς και μια κριτική των διαφόρων αντιδράσεων/απαντήσεων της γερμανικής αριστεράς2.
Ο συστημικός ανταγωνισμός ανάμεσα στους πλεονάζοντες και δυνητικά πλεονάζοντες προλετάριους καθορίζει το γενικό πολιτικό κλίμα σε ολόκληρο τον αναπτυγμένο κόσμο: η “λευκή πλέμπα”20 και τα μπλε κολάρα υπέρ του Τραμπ και κατά των Μεξικάνων στις ΗΠΑ, εργάτες στη Βόρεια Γαλλία ενάντια στους κατοίκους των προαστίων, ανθρακωρύχοι της μετα-κομμουνιστικής περιόδου από την Σιβηρία εναντίον μεταναστών από τον Καύκασο, το Κόμμα της Ελευθερίας ως το κόμμα της εργατικής τάξης στην Αυστρία – παντού αυτοί που έχουν ακόμα δουλειά φοβούνται ότι αυτοί που παλεύουν για να επιβιώσουν θα τους πάρουν τις δουλειές. Οι κοινωνικοί επαναστάτες είναι ανήμποροι και μπερδεμένοι σε καιρούς που η εξέλιξη της παραγωγικότητας παράγει ακόμα περισσότερους πλεονάζοντες προλετάριους, σε καιρούς που οι απλοί εργάτες κατευθύνουν την οργή τους περισσότερο στους ανταγωνιστές μέσα στην ίδια τους την τάξη παρά στον κοινό εχθρό, και που ελπίζουν περισσότερο από οτιδήποτε άλλο να βρουν έναν αγοραστή για την εργατική τους δύναμη.
1.

Το τελευταίο φθινόπωρο φαινόταν να γινόμαστε μάρτυρες ενός πολιτικού σημείου καμπής. Ένα μαζικό κίνημα προσφύγων έδειξε στην Ευρώπη-φρούριο τα όρια της έκτασής της. Αυτό ήταν, όμως, μόνο ένα κίνημα με την κυριολεκτική έννοια της λέξης και σίγουρα όχι η αφύπνιση ενός “πλήθους”3 που κλονίζει τα θεμέλια της κυρίαρχης τάξης. Οι μετανάστες δεν έχουν άλλα αιτήματα από το δικαίωμα να παραμείνουν στην Ευρώπη, ένα δικαίωμα το οποίο έχουν ήδη προσωρινά διεκδικήσει [asserted]. Στη Γερμανία, καθώς το κράτος απέτυχε να κινητοποιήσει επαρκείς πόρους, η επιμελητεία [logistics] που είχε να κάνει με την άφιξη των προσφύγων αφέθηκε κυρίως σε εθελοντές. Εν τω μεταξύ, η ριζοσπαστική αριστερά ασχολιόταν να γιορτάζει την κατάρρευση του καθεστώτος των ευρωπαϊκών συνόρων σαν μια πράξη “αυτοχειραφέτησης” ή ως “αυτονομία της μετανάστευσης”.

Άλλοι έβλεπαν την συνομωσία ενός μοχθηρού καπιταλιστικού επιτελικού σχεδίου πίσω από την προσωρινή πολιτική ανοιχτών συνόρων της Άγκελα Μέρκελ. Σύμφωνα με την ερμηνεία αυτή, η πολιτική επιδίωκε να χρησιμοποιήσει φτηνούς, πειθήνιους μετανάστες για την αναδιάρθρωση της ευρωπαϊκής αγοράς εργασίας. Κάποιοι από την αριστερά το είδαν αυτό ως απειλή και έχουν συνεπώς ενωθεί με εκκλήσεις για την όρθωση τειχών γύρω από την Ευρώπη. Οι εκκλήσεις αυτές ενθαρρύνθηκαν/αποθρασύνθηκαν από τις μαζικές σεξουαλικές επιθέσεις την Πρωτοχρονιά στην Κολωνία, κατά τις οποίες εκατοντάδες γυναίκες δέχτηκαν σεξιστικές χειρονομίες, ληστεύθηκαν και σε, λίγες περιπτώσεις, βιάστηκαν από μια μεγάλη ομάδα αντρών “Αραβικής ή Βορειοαφρικανικής εμφάνισης”. Υπό το φως της πρόσφατης συμφωνίας της ΕΕ με την Τουρκία και τα στρατόπεδα κράτησης που σχεδιάζονται αυτή τη στιγμή στη Λιβύη, και οι δυο αυτές ερμηνείες φαίνονται αμφίβολες. Αφού αρχικά αιφνιδιάστηκαν, οι θεωρούμενες δυνάμεις έχουν ανακτήσει τον έλεγχο και οι ανάγκες τους για φτηνή εργασία μοιάζουν μάλλον περιορισμένες. Αντίθετα, τα γεγονότα της τελευταίας χρονιάς αντανακλούν ένα τεράστιο πλεόνασμα εργατικής δύναμης, τόσο στις χώρες προέλευσης των μεταναστών όσο και στην Ευρώπη. Αυτό το πλεόνασμα εντατικοποιεί τον ανταγωνισμό εντός της εργατικής τάξης, αναπαράγοντας τον τοπικισμό/καταγωγή, τη διαίρεση και τον φόβο της φτώχειας. Αν πρόκειται να κατανοήσουμε την κατάσταση, χρειάζεται να κάνουμε κάτι παραπάνω από το να κατηγορούμε τον ρατσισμό.

2.

Κάποιοι έχουν ισχυριστεί ότι οι ρωγμές που έχουν προκύψει στο σύστημα των ευρωπαϊκών συνόρων δεν ήταν δυνατές χωρίς την αστάθεια που προκάλεσε η λεγόμενη Αραβική Άνοιξη. Ο Helmut Dieterich, για παράδειγμα, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η προκύψασα μαζική μετανάστευση είναι κομμάτι αυτής της εξέγερσης: “Τα κινήματα προσφύγων και μεταναστών έχουν ανοίξει καινούριες προοπτικές που κανείς στην Ευρώπη δεν θα είχε τολμήσει να ονειρευτεί διαφορετικά”4. Πραγματικά, η ανατροπή των δεσποτικών καθεστώτων το 2011 που είχαν συμμαχήσει με τις ευρωπαϊκές υπηρεσίες των συνόρων για το σφράγισμα των μεταναστευτικών διαδρομών – με βασανιστήρια, την de facto υποδούλωση των καραβοτσακισμένων/εγκλωβισμένων μεταναστών και τακτικούς βομβαρδισμούς των πλοιαρίων με μετανάστες – δημιούργησαν έναν “θάλαμο” κενού που επέτρεπε στους διακινητές να οργανώσουν το πέρασμα δεκάδων χιλιάδων μεταναστών με πολύ μικρή παρεμπόδιση. Αλλά άνοιξε αυτό κάποιες “καινούριες προοπτικές”;

Ο Dieterich δεν είναι απομονωμένος με τις απόψεις του. Για χρόνια, κριτικοί ακαδημαϊκοί και η αριστερά είχαν προωθήσει την ιδέα μιας “αυτονομίας της μετανάστευσης”. Σε πρώτη ματιά, η έννοια αυτή απλά επισημαίνει το γεγονός ότι οι μετανάστες είναι μερικές φορές ικανοί να ξεπερνούν τους κρατικούς περιορισμούς στην μετακίνησή τους. Αυτό προφανώς συμβαίνει. Η παράνομη μαζική μετανάστευση αμφισβητεί ένα status quo, που εν μέρει διατηρείται από το υπάρχον καθεστώς συνόρων. Ακολουθώντας την εργατίστικη οπτική που θέτει την πάλη ως την μηχανή της ιστορίας, υποστηρικτές αυτής της θέσης εστιάζουν στους μετανάστες ως αυτόνομους φορείς που απαρτίζουν μια συλλογικότητα μετακινούμενοι σε μια άλλη χώρα και παλεύοντας για μια καλλίτερη ζωή.

Αυτή η ερμηνεία μοιάζει κάπως αταίριαστη σε σχέση με τους πρόσφυγες που εγκαταλείπουν την μιζέρια του πολέμου στη Συρία και το Ιράκ. Γι’ αυτούς, η “Αραβική Άνοιξη” δεν άνοιξε “καινούριες προοπτικές”. Άνθρωποι που εκτοπίζονται από τον πόλεμο δεν γίνονται φορείς υπονόμευσης ή ανατροπής επιβιβαζόμενοι σε μια σχεδία στα τουρκικά παράλια. Αν και οπωσδήποτε εντυπωσιακό, η αργή περιπλάνησή τους μέσα από διάφορα βαλκανικά σύνορα δεν είναι μια καθορισμένη από τους ίδιους/ες επίθεση στην Ευρώπη-φρούριο αλλά μια πράξη καθαρής απόγνωσης/απελπισίας. Σε χώρες στις οποίες η απόφαση των ανθρώπων να φύγουν δεν έχει σαν κίνητρο τον τρόμο και τον εμφύλιο πόλεμο, ο πρωταρχικός λόγος είναι η ανάγκη εύρεσης μιας αγοράς για την εργατική τους δύναμη. Η μαζική έξοδος δεν είναι το αποτέλεσμα της νίκης της Αραβικής Άνοιξης, αλλά της ήττας της (ετμ).

Όποιες και αν ήταν οι διαφορές ανάμεσα σε μεμονωμένες χώρες, ένας αυξανόμενος πλεονάζων πληθυσμός που πάλευε για “ψωμί και ελευθερία” ήταν ένα σημαντικό μέρος του σκηνικού από το οποίο αναδύθηκαν οι ταραχές στην Μέση Ανατολή το 2010, για να διαδοθούν σαν μια ανεξέλεγκτη πυρκαγιά από την Τυνησία. Αλλά οι κυβερνήσεις που ανατράπηκαν από τις ταραχές αντικαταστάθηκαν σύντομα από καινούριες που αποδείχτηκαν εξίσου βάρβαρες, όπως στην Αίγυπτο· ή οι εξεγέρσεις μετατράπηκαν σε εμφύλιους πολέμους ή πολέμους συμμοριών όπως στην Συρία και την Λιβύη. Για την ώρα, η Αραβική Άνοιξη οδήγησε σε έναν εκβαρβαρισμό με την μορφή του πολέμου, μαζικών συλλήψεων ακτιβιστών, βασανιστήρια και ισλαμιστικά καθεστώτα τρόμου – και υπάρχουν ελάχιστες προοπτικές μιας οικονομικής βελτίωσης την οποία προσδοκούσαν τα κινήματα. Αν και περισσότεροι άνθρωποι φεύγουν για να γλιτώσουν τον πόλεμο στη Συρία και το Ιράκ από ότι εξαιτίας της ανεργίας, ο ίδιος αυτός ο πόλεμος συνδέεται με το πλεόνασμα εργατικής δύναμης: η εξάρτηση της επιβίωσης από τη μη διαθέσιμη μισθωτή εργασία δημιουργεί προβλήματα για τις λεγόμενες δυνάμεις και ευκαιρίες για τους τζιχαντιστές5. Ο εκρομαντισμός του γεγονότος ότι οι άνθρωποι φεύγουν για να ξεφύγουν από τα κολαστήρια που δημιουργούνται λίγο βοηθάνε σε όρους κατανόησης/διαύγασης6.

Η άλλη πλευρά του νομίσματος είναι ένας απλουστευτικός αντιιμπεριαλισμός σφύζων από θεωρίες συνομωσίας. Τα κινήματα των μεταναστών ερμηνεύονται ως επιθέσεις στον “αντι-ιμπεριαλιστικό άξονα” και στους Γερμανούς εργάτες. Σύμφωνα με τον Arnold Schölzer, τον αρχισυντάκτη της εφημερίδας Junge Welt, για παράδειγμα, ο ιμπεριαλισμός έχει προκαλέσει κύματα μετανάστευσης από την αρχή της ύπαρξής του, παγκοσμιοποιώντας τον πόλεμο και την κρίση. Η “υπερμετανάστευση” προκαλεί ένα “υπερκέρδος”, ισχυρίζεται ο Schölzer, επειδή οι μετανάστες είναι δυνάμει απεργοσπάστες. Συνεπώς, η “εξαγωγή και εισαγωγή τους […] θα πρέπει να αποτρέπεται” (Junge Welt, 6 Απριλίου 2016). Τέτοιοι εθνο-μπολσεβίκοι (sic!) δεν αποτελούν εξαίρεση ανάμεσα στους Γερμανούς αριστερούς εθνικιστές7. Η ίδια εφημερίδα επέτρεψε στον Werner Rügerner8 να εκθέσει τις παρανοϊκές του ιδέες, ισχυριζόμενος ότι η μετανάστευση από την Συρία ήταν μέρος μιας “πολιτικής εργασίας με την χορηγία του ΝΑΤΟ” σχεδιασμένη να εξασθενίσει τον Άσσαντ και να χειροτερεύσει τις συνθήκες εργασίας στην πατρίδα (Junge Welt, 22 Σεπτεμβρίου 2015).

Αν και γενικά είναι αληθές ότι τα διαπερατά σύνορα φοβίζουν τους εργάτες περισσότερο από το κεφάλαιο, δεν υπάρχει τίποτα που να υποδεικνύει ότι μια ανάγκη για φθηνή εργατική δύναμη ήταν πίσω από την πολιτική “ανοιχτών θυρών” της Μέρκελ στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση. Μόλις πριν λίγα χρόνια, η γερμανική κυβέρνηση είχε πολύ “κοφτά” ασκήσει βέτο στην πρόταση μιας Ιταλίας που μαστιζόταν από μαζική ανεργία για την επανεγκατάσταση των προσφύγων που έφταναν στις ακτές της σε ολόκληρη την Ευρώπη. Επιπλέον, φαίνεται ότι οι πρόσφυγες που έφτασαν το 2015 προορίζεται να περάσουν, για το ορατό μέλλον, περισσότερο χρόνο στα γραφεία της κρατικής πρόνοιας παρά στα εργοστάσια.

Οι εκπρόσωποι του κεφαλαίου αντιμετωπίζουν μια δύσκολη επιλογή: η πλήρης απασχόληση θα μπορούσε να ενθαρρύνει τους εργάτες να δράσουν, αλλά ούτε το “κάψιμο” ενός κομματιού της υπεραξίας για να ταϊστούν οι μάζες των ανέργων είναι μια ελκυστική επιλογή. Παρά τα λόγια για έλλειψη εργατικής δύναμης στη Γερμανία, πολλοί λίγοι από τους νεοαφιχθέντες πρόσφυγες μπόρεσαν να βρουν δουλειά9. Με δεδομένο ότι τα τρία τέταρτα της γερμανικής οικονομικής ελίτ δεν βλέπουν κάποια ευκαιρία να αλλάξει αυτή η κατάσταση ακόμα και μακροπρόθεσμα, και είναι ανακουφισμένοι που το ρεύμα των μεταναστών έχει υποχωρήσει, οι ισχυρισμοί για μια “χορηγούμενη από το ΝΑΤΟ πολιτική εργασίας” μοιάζουν αρκετά αστείοι10. Η σημερινή κατάσταση είναι εντελώς διαφορετική από την μεταπολεμική εποχή, όταν οι δυτικοευρωπαϊκές οικονομίες απορροφούσαν εκατομμύρια εργατών από τις πρώην αποικίες τους και αναζητούσαν ενεργά “αλλοδαπούς εργάτες”.

3.

Αν οι πρόσφυγες δεν είναι φορείς μιας εργατικής δύναμης που ικανοποιεί τις ανάγκες των ιθυνόντων της Ευρωζώνης, αυτό αφήνει το ερώτημα του τι οδήγησε την γερμανική κυβέρνηση να αναστείλει την ισχύ της Συνθήκης Δουβλίνο ΙΙ του 2003 – σύμφωνα με την οποία η χώρα μεσα από την οποία εισέρχεται ένας αιτών άσυλο στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι υπεύθυνη για την τύχη αυτού του ατόμου – και να ανοίξει τα σύνορα το καλοκαίρι το 2015. Θα μπορούσε να φαίνεται ότι αυτή ήταν μια προσπάθεια σταθεροποίησης μιας όλο και πιο χαοτικής κατάστασης: καθώς ένας διαρκώς αυξανόμενος αριθμός μεταναστών έμεναν παρατημένοι/εγκλωβίζονταν κατά μήκος των εσωτερικών συνόρων της Ευρώπης, ιδιαίτερα στην Ανατολή, οι ανατολικοευρωπαϊκές χώρες απειλούσαν ανοιχτά ότι θα σπάσουν την γερμανική πολιτική ενώ και η Ελλάδα δεν επιθυμούσε ή δεν μπορούσε πλέον να επιβάλλει το καθεστώς των ευρωπαϊκών συνόρων.

Το χάος προέκυψε κυρίως από την υπερεκτίμηση από την πλευρά της άρχουσας της τάξης της ικανότητάς της να καθοδηγήσει τη ροή της νέας μετανάστευσης και την υποτίμηση της αποφασιστικότητας των μεταναστών – σε τέτοιο βαθμό που η θέση μιας “αυτονομίας της μετανάστευσης” να είναι ορθή. Όπως ακριβώς είχε κάνει προηγουμένως η ιταλική κυβέρνηση, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα απλά σταμάτησε συστηματικά να καταγράφει πρόσφυγες το καλοκαίρι του 2015 και τους επέτρεψε να προωθηθούν στην Μακεδονία. Υπάρχει καποια ειρωνεία στο γεγονός ότι από όλες τις χώρες, η Ελλάδα κάνοντας έτσι επαναδιεκδίκησε την εθνική της κυριαρχία, η οποία είχε αμφισβητηθεί από δρακόντεια, επιβεβλημένα από την Γερμανία, προγράμματα λιτότητας11,12,13.

Στην ίδια τη Γερμανία, η Μέρκελ κατεργάστηκε την νομιμοποίηση των πολιτικών της καλύπτοντας την έκταση στην οποία η κυβέρνηση είχε χάσει τον έλεγχο, και θέτοντας μια θετική ροπή στην απορρόφηση ενός απρόσμενα μεγάλου αριθμού μεταναστών. Αλλά την ίδια στιγμή που η Γερμανία εγκωμιαζόταν διεθνώς για την “πολιτική καλωσορίσματος” της, οι αντιπρόσωποι της κυβέρνησης εργάζονταν ήδη για την επανασφράγιση των συνόρων της Ευρώπης. Προσπάθειες που αποκορυφώθηκαν με την συμφωνία που έγινε με την Τουρκία, που στην πράξη κατάργησε το ατομικό δικαίωμα στο άσυλο και δημιούργησε μια κατάσταση στην οποία μερικοί πρόσφυγες ρισκάρουν τη ζωή τους ώστε κάποιοι άλλοι να γίνουν δεκτοί στην Ευρώπη14. Αυτός ο συνδυασμός πραγματισμού, ρητορικού ανθρωπισμού και στην πράξη σκληρότητας, πέτυχε να μειώσει τον αριθμό των προσφύγων που φτάνουν στην Γερμανία.

Μετά τη συμφωνία με την Τουρκία, η Μέρκελ φαινόταν να έχει κερδίσει τον πρώτο γύρο, έχοντας επανεδραιώσει την καπιταλιστική κανονικότητα, εξασφαλίσει την γερμανική ηγεμονία και επιβραδύνει την τάση προς την επαναεθνικοποίηση στην Ευρώπη. Για την γερμανική εξαγωγική οικονομία ιδιαίτερα, η διατήρηση της Συνθήκης Σέγκεν – που εγγυάται τα ανοιχτά σύνορα εντός της Ευρώπης – είναι κρίσιμη. Σύμφωνα με την θετική συνόψιση αυτής της πραγματιστικής πολιτικής από τον καθηγητή Herfried Münkler, “μια δίκαιη κατανομή εντός της Ευρώπης, η καλλίτερη διασφάλιση των εξωτερικών της συνόρων, η σταθεροποίηση της περιφέρειας – όλα αυτά δεν έχουν τίποτα να κάνουν με τον ιδεαλισμό ή τον συναισθηματισμό”15. Όμως, η αδυναμία αυτής της πολιτικής ήταν η αδυναμία της να ικανοποιήσει το “αίσθημα των ντόπιων16 και την ανάγκη για εθνική ταυτότητα μέσα στο συντηρητικό στρατόπεδο. Το οποίο έχει αποτύχει μέχρι στιγμής να αναγνωρίσει την λεπτή σκληρότητα, βγάζοντας το συμπέρασμα ότι η κυβέρνησή της έχει αποτύχει.

4.

Στις αρχές του 2012 οι πρόσφυγες ξεκίνησαν ένα καινούριο κύμα διαμαρτυρίας ενάντια στους περιορισμούς διαμονής και του εγκλεισμού στα στρατόπεδα, τις συνθήκες διαβίωσης, την αρχή της παροχής επιδομάτων σε είδος και όχι σε χρήματα, τις απελάσεις και το καθεστώς στα σύνορα γενικότερα. Επηρεασμένοι από το κίνημα Occupy, πρόσφυγες αυτο-οργανωμένα αποφάσισαν να καταλάβουν πλατείες πόλεων και να στήσουν κατασκηνώσεις διαμαρτυρίας σε αρκετές γερμανικές πόλεις. Το φθινόπωρο του 2012, πρόσφυγες ξεκίνησαν μια πορεία από την πόλη Würzburg στη Βαυαρία με σκοπό να καλύψουν όλη τη διαδρομή μέχρι το Βερολίνο, κάτι που οδήγησε στην κατάληψη της πλατρίας Oranienplatz στο Kreuzberg. Αυτό το καμπ διαμαρτυρίας θα ήταν το σημείο εκκίνησης για διάφορες δράσεις μέσα στους επόμενους 18 μήνες. Αργότερα καταλήφθηκε και ένα εγκαταλελειμμένο σχολείο, το Gerhard-Hauptmann-Schule. Μαζί με εκτεταμένες πορείες στο Αμβούργο – στις οποίες μια ασυνήθιστη συμμαχία ανάμεσα σε οπαδούς του ποδοσφαίρου, αριστερά κόμματα και την ριζοσπαστική αριστερά οδήγησε σχεδόν 15.000 ανθρώπους στους δρόμους – αυτό δημιούργησε την εντύπωση ότι ένας καινούριος κύκλος αγώνων είχε ξεκινήσει.

Αλλά οι ελπίδες αυτές αποδείχτηκαν λανθασμένες. Χωρίς πρόσβαση στην αγορά εργασίας ή την επίμονη αλληλεγγύη από την κοινή γνώμη, οι πρόσφυγες δεν είχαν την δύναμη εκείνη για να αξιώσουν τα αιτήματά τους – μια αδυναμία που δείχνει παραδειγματικά το πρόβλημα του πλεονάζοντος προλεταριάτου. Αυτό τους εξώθησε σε ακραία μέσα όπως απεργίες πείνας, με το κράτος ως τον μοναδικό δυνατό αποδέκτη των αιτημάτων τους. Αλλά το κράτος κατάφερε τελικά να διαιρέσει και να κατευνάσει τις διαμαρτυρίες, με αρκετούς καταληψίες να συμμετέχουν στην καταστροφή ου καμπ στην Oranienplatz τον Απρίλιο του 2014 αφού η τοπική κυβέρνηση τους έδωσε μερικές ασαφείς υποσχέσεις.

Οι συνθήκες της πάλης δεν βελτιώθηκαν από την μαζική εισροή προσφύγων το 2015, αλλά στην πραγματικότητα χειροτέρεψαν. Η στέγαση σε στρατόπεδα, τα επιδόματα σε είδος και η επανεπιβολή των περιορισμών στην διαμονή, που είχαν στην πράξη καταργηθεί ως αποτέλεσμα των πρόσφατων αγώνων, είναι τώρα μέρος της καθημερινής ζωής για εκατοντάδες χιλιάδες. Έχουν υπάρξει κάποιες διεκδικήσεις εδώ κι εκεί αλλά όχι κάποιο κίνημα σε μεγάλη κλίμακα.

Η υποστήριξη που σημαντικά τμήματα του γερμανικού πληθυσμού έδωσαν στους πρόσφυγες τον περασμένο χρόνο ήταν εντυπωσιακή για όσους έζησαν τον τρόμο της δεκαετίας του 1990. Εκείνη την δεκαετία, ένα κύμα ρατσιστικών επιθέσεων, ταραχών και πογκρόμ σάρωσαν την Γερμανία – κάποιες από αυτές με θανάσιμα αποτελέσματα. Αυτή η υποστήριξη έχει κάθε είδους κίνητρο, που ποικίλουν από την χριστιανική φιλανθρωπία μέχρι την αντίθεση στο κράτος. Καταδικασμένοι να κάνουν τα πιο ηλίθια καθήκοντα για έναν μισθό, πολλοί μπορεί να απόλαυσαν το να κάνουν κάτι χρήσιμο για αλλαγή. Χιλιάδες εθελοντές μάζεψαν δωρεές, μοίρασαν φαγητό, οργάνωσαν δραστηριότητες στα στρατόπεδα προσφύγων, βοήθησαν πρόσφυγες να περάσουν τα σύνορα ή στις συναλλαγές του με την κρατική γραφειοκρατία, ή τους προσκάλεσαν να μείνουν στα σπίτια τους. Αυτή ήταν μια ευχάριστη αντίστιξη στη ρατσιστική δημαγωγία, τις επιθέσεις και τις κινητοποιήσεις ενάντια στη στέγαση των προσφύγων. Αυτή η “κουλτούρα καλωσορίσματος” ήταν, στο μεγαλύτερο μέρος της, ανθρωπιστικού χαρακτήρα, αν και, ιδιαίτερα στις μεγάλες πόλεις, υπήρξαν – και σε μερικές περιπτώσεις εξακολουθούν να υπάρχουν – προσπάθειες οργάνωσης ενάντια στο κράτος.

Αν μιλήσει κανείς με τους εθελοντές που συμμετείχαν στις διάφορες πρωτοβουλίες υποστήριξης, ο θυμός τους ενάντια στις δράσεις της κυβέρνησης είναι ολοφάνερος. Οι περισσότεροι θα σου πουν ότι το κράτος αγνοεί την πολύ άσχημη κατάσταση των προσφύγων, και δεν έχει καμμιά διάθεση να παράσχει ακόμα και την πιο στοιχειώδη υποδομή. Η “κουλτούρα καλωσορίσματος” ήρθε να σώσει την κατάσταση όταν το κράτος αρνιόταν να βοηθήσει, διακινδυνεύοντας να γίνει τίποτα περισσότερο από έναν είδος ιδιωτικοποιημένης κοινωνικής εργασίας. Αυτό είναι ένα συνηθισμένο πρόβλημα, και δεν μπορεί κανείς να κατηγορήσει γι’ αυτό όσους συμμετέχουν. Αλλά θέτει οπωσδήποτε το ερώτημα του βαθμού στον οποίο είναι καν δυνατόν να δουλέψει κανείς προς την κατεύθυνση της συλλογικής αυτοχειραφέτησης κάτω από τέτοιες συνθήκες.

Με όλα αυτά κατά νου, δεν μας είναι ξεκάθαρο πώς το κίνημα μπορεί να αποκτήσει ξανά ορμή, ιδιαίτερα υπό το φως του γεγονότος ότι οι περισσότεροι πρόσφυγες έχουν όπως είναι κατανοητό μικρή αίσθηση σύγκρουσης με το κράτος. Πολλοί είναι απλά ανακουφισμένοι που τα κατάφεραν να φτάσουν στη Γερμανία πριν κλείσουν τα σύνορα. Η περιθωριοποιημένη ζωή στη μεγαλύτερη μιζέρια το περισσότερο που μπορεί να ξεσηκώσει είναι ένας μύθος για την Νέα Αριστερά. Οι πρόσφυγες δεν έχουν ένα εγγενές συμφέρον σε μια εξέγερση· για πολλούς η διάσχιση των συνόρων θα είναι η πρώτη και τελευταία υπονομευτική τους δράση. Αυτό είναι κάτι αναμενόμενο, μιας και όσοι ελπίζουν ακόμα να γίνουν δεκτοί στο σύστημα έχουν περισσότερα να κερδίσουν μέσω της συμμόρφωσης. Ο αγώνας προς τη χώρα προορισμού, μέσα από τα σύνορα και παρακάμποντας τις δυνάμεις επιβολής του νόμου, είναι ένας επιθετικός αγώνας, αλλά μετά την άφιξη τείνει να αντικατασταθεί από έναν πιο ήσυχο και εξατομικευμένο τρόπο, καθώς η συλλογικότητα της πορείας των προσφύγων καταρρέει. Σε αυτό το στάδιο, ο στόχος γίνεται να αναγνωριστεί κανείς ως πρόσφυγας, η κοινωνική συμμετοχή, ένα νόμιμο καθεστώς, δουλειά και μια εύλογη διαμονή, μάλλον, και όχι η συλλογική άσκηση πίεσης στο καθεστώς των συνόρων. Οι ελπίδες πολλών στην αριστερά ότι οι αγώνες κατά μήκος των διαδρομών προς την Ευρώπη θα συνεχίζονταν στην Γερμανία δεν έχουν εκπληρωθεί.

5.

Το περιοδικό Wildcat έχει παρατηρήσει σωστά ότι ένας απλά “πολιτισμικός” αγώνας δεν είναι αρκετός, παρά την αναγκαιότητα μιας “αντιφασιστικής αιχμής”· είναι αναγκαίο να “αναπτύξουμε περισσότερες ιδέες για το πώς να συσχετίσουμε τις δράσεις μας με τον κοινωνικό ανταγωνισμό”. Αλλά δεν μας είναι ξεκάθαρο με ποιο τρόπο οι δυνατότητες για κάτι τέτοιο έχουν βελτιωθεί σαν αποτέλεσμα της πρόσφατης μαζικής εισροής των μεταναστών. Δεν βλέπουμε με ποιο τρόπο “[οι πρόσφυγες] έχουν κάνει ζητήματα όπως οι μισθοί, οι συνθήκες εργασίας, η στέγαση κ.λπ. “δημόσια” ζητήματα”17 – στην καλλίτερη περίπτωση έχουν προκαλέσει μια κάποια συμπάθεια στο ντόπιο προλεταριάτο σχετικά με αυτά τα ζητήματα. Το γεγονός ότι το ντόπιο προλεταριάτο βλέπει κυρίως τους καινούριους γείτονές του σαν σαν ανταγωνιστές στις αγορές εργασίας και στέγασης μοιάζει σχεδόν λογικό κάτω από αυτές τις συνθήκες. Το διαδομένο σλόγκαν “Καλωσήρθατε Πρόσφυγες” αγνόησε το ταξικό ζήτημα, που στη συνέχεια πήρε μια εθνικιστική μορφή με δημαγωγούς όπως το Pegida και την AfD (Alternativ für Deutschland, στα ελληνικά: Εναλλακτική για την Γερμανία), που οι σωβινιστικές πολεμικές κραυγές τους τούς απεικονίζουν ως συνηγόρους και υπερασπιστές του μέσου απλού ανθρώπου.

Αυτό είναι το μεγαλύτερο ταλέντο αυτών των “φωτοδοτών” της κοινής λογικής: “Κομπασμός…στήσιμο ενός μεγάλου σόου αγροίκου σθένους στην επίθεση, αλλά υστερική ευαισθησία στις ίδιες ποιότητες όταν αυτές τις έχουν άλλοι…σταθερό κήρυγμα για την ηθικότητα και σταθερή παραβίαση της· ευαισθησία και φαυλότητα ενωμένες με τον πιο παράλογο τρόπο”18 – όσο αηδιαστικό και άξιο περιφρόνησης να είναι όλο αυτό, οι δεξιοί λαϊκιστές έχουν αποδειχτεί περισσότερο από ικανοί να καναλιζάρουν τις πικρίες, τις δυσαρέσκεις και τους φόβους των κατώτερων τάξεων, ακόμα και αν η εντελώς νεοφιλελεύθερη ατζέντα του AfD πολύ δύσκολα πρόκειται να βελτιώσει το βιωτικό επίπεδο των προλετάριων ψηφοφόρων.

Με πλήρη έλλειψη αυτοεκτίμησης, φοβούμενοι συνομωσίες σε κάθε γωνιά, έχοντας πάντα μια άδικη μεταχείριση: στον ξένο που η αινιγματική πορεία της ιστορίας έχει ξεβράσει στις ακτές τους, οι υποτιμημένοι βλέπουν μια θολή αντανάκλαση της δικής τους αποτυχίας να ενσωματωθούν στην κοινωνία. Αυτό καθιστά ακόμα πιο σημαντικό το χάραγμα συνόρων, το να αμύνονται ενάντια και στην παραμικρή πιθανότητα ταύτισης με τον ξένο. Ενώ οι μάζες που ζουν στον κομφορμισμό μπορούν επιφανειακά να συμφωνήσουν με τα σλόγκαν του έθνους και του λαού, εσωτερικά αυτές οι μάζες διασπώνται σε χιλιάδες εγωμανείς δυσαρεστημένους, ανίκανους να χειριστούν την πολυπλοκότητα του κόσμου, αναζωογονημένους από την “αυθεντία της προσωπικής αποκάλυψης” (Χέγκελ). Κάνουν κηρύγματα μέσα από διαδικτυακά φόρουμ, γεμάτα από ασυνάρητες και ακατάλληπτες προτάσεις, αντιστεκόμενοι σε οποιοδήποτε είδος επικοινωνίας. Σε αυτή την παράξενη παρωδία, εναλλάσσουν διαρκώς ρόλους, πηγαίνοντας από τις “μοναχικές φωνές στην ερημιά” στους “πεζικάριους των ακηδεμόνευτων λαϊκών μαζών”. Αν η θρησκεία εξυπηρετούσε ως το όπιο του λαού στην επαναστατική περίοδο, η συνομωσιολογία είναι το κρακ της εποχής της απελπισίας.

Ο αριστεριστής που καλεί για την επανένταξη των εθισμένων και για ενότητα στον αντιφασιστικό αγώνα ενάντια στην AfD και σε όλους τους υπόλοιπους, γίνεται, ηθελημένα ή ακούσια, τίποτα περισσότερο από έναν μαχητικό δάσκαλο του αστικού δικαίου. Τα περισσότερα από τα καθεστωτικά μέσα συνασπίζονται σε ένα μέτωπο ενάντια στην Νέα Δεξιά, δανείζοντας έτσι στην ψευδο-επαναστατική εικόνα της έναν βαθμό αξιοπιστίας· οι επαναστάτες δεν έχουν θέση σε τέτοιες συμμαχίες, που συμπεριλαμβάνουν τους πάντες, από δεξιά ταμπλόιντ μέχρι τους Προτεστάντες αφελείς ανθρωπιστές19 όπως η Margot Käßmann. Οι αντιφασιστικές εκκλήσεις να αποκρουστούν τα “ρεμάλια” – όπως ο Αντικαγκελάριος Γκάμπριελ αποκάλεσε τους ρατσιστές που διαμαρτύρονταν εναντίον του – μπορεί να φαίνονται σκληρές, αλλά δεν δίνουν καμμιά απάντηση στο κρίσιμο ερώτημα του πώς μπορεί να ξεπεραστεί η εθνικιστική διαίρεση μέσα στο προλεταριάτο – αυτή η διαίρεση, παρεμπιπτόντως, μπορεί να δουλέψει και χωρίς τον ρατσισμό, όπως δείχνει η αντι-μεταναστευτική στάση ενός αριθμού εργατών τουρκικής και αραβικής καταγωγής.

Ο συστημικός ανταγωνισμός ανάμεσα στους πλεονάζοντες και δυνητικά πλεονάζοντες προλετάριους καθορίζει το γενικό πολιτικό κλίμα σε ολόκληρο τον αναπτυγμένο κόσμο: η “λευκή πλέμπα”20 και τα μπλε κολάρα υπέρ του Τραμπ και κατά των Μεξικάνων στις ΗΠΑ, εργάτες στη Βόρεια Γαλλία ενάντια στους κατοίκους των προαστίων, ανθρακωρύχοι της μετα-κομμουνιστικής περιόδου από την Σιβηρία εναντίον μεταναστών από τον Καύκασο, το Κόμμα της Ελευθερίας ως το κόμμα της εργατικής τάξης στην Αυστρία – παντού αυτοί που έχουν ακόμα δουλειά φοβούνται ότι αυτοί που παλεύουν για να επιβιώσουν θα τους πάρουν τις δουλειές. Οι κοινωνικοί επαναστάτες είναι ανήμποροι και μπερδεμένοι σε καιρούς που η εξέλιξη της παραγωγικότητας παράγει ακόμα περισσότερους πλεονάζοντες προλετάριους, σε καιρούς που οι απλοί εργάτες κατευθύνουν την οργή τους περισσότερο στους ανταγωνιστές μέσα στην ίδια τους την τάξη παρά στον κοινό εχθρό, και που ελπίζουν περισσότερο από οτιδήποτε άλλο να βρουν έναν αγοραστή για την εργατική τους δύναμη.

Τι θα σήμαινε, στο φως αυτής της διαίρεσης, να “επισημάνουμε και να φέρουμε στο προσκήνιο τα κοινά συμφέροντα ολόκληρου του προλεταριάτου, ανεξάρητα από οποιοδήποτε εθνικότητα”21; Η κομμουνιστική κριτική ισχυριζόταν πάντα ότι είναι κάτι παραπάνω από μια απλή διακήρυξη ενός “πρέπει”. Προσπάθησε να προσεγγίσει “τα συμφέροντα του κινήματος ως ολότητας” και τη δυνατότητα για μια ελεύθερη κοινωνία στο παρόν από τους “άμεσους σκοπούς” και τα “παροδικά συμφέροντα της εργατικής τάξης”. Οι ελπίδες ότι οι πρόσφυγες θα γίνουν η πρωτοπορία καινούριων ταξικών αγώνων είναι τόσο αβάσιμες όσο άγονο είναι το ψάξιμο για ένα άμεσο κοινό ταξικό συμφέρον. Στους προλετάριους που γατζώνονται από το γερμανικό τους διαβατήριο και κάνουν τους άλλους να υποφέρουν, πολύ απλά δεν μπορεί κανείς να τους πει να ταυτιστούν με το ταξικό τους συμφέρον. Μπορεί μόνο να παρατηρήσει ότι η επιθυμία τους για περιπολίες στα σύνορα, που θα κρατήσουν μακριά τη δυστυχία ενός κόσμου στα πρόθυρα της κατάρρευσης, δεν θα ικανοποιηθεί μακροπρόθεσμα. Οι κομμουνιστές υποστηρίζουν από παλιά ότι ο φόβος του πλεονάζειν είναι απλά η άλλη όψη ενός κόσμου χωρίς μόχθο, ότι η αυξανόμενη έλλειψη θέσεων εργασίας υποδεικνύει δυνατότητες που κάποτε ήταν ουτοπικές. Σήμερα τέτοιες έννοιες παραμένουν εντελώς αφηρημένες. Αυτό, όμως, δεν εμποδίζει την συνεχή εισροή ανθρώπων από εντελώς κατεστραμμένα μέρη της παγκόσμιας αγοράς να επιστήσει την προσοχή μας στην αναγκαιότητα ενός συγκεκριμένου ξεσηκωμού που μπορεί να εκπληρώσει αυτές τις δυνατότητες.

Φίλοι/Φίλες της Αταξικής Κοινωνίας, Νοέμβριος 2016

1 Στμ. Μεταφρασμένο από την αγγλική αναδημοσίευση στον ιστότοπο των Endnotes: https://endnotes.org.uk/other_texts/en/friends-of-the-classless-society-workers-of-the-world-fight-amongst-yourselves

2 Στμ. Το σχόλιο αυτό είναι το σχόλιο των Endnotes στην παρουσίαση του κειμένου.

3 Στμ. Στο πρωτότυπο multitude, μπορεί να αποδοθεί και ως “πολλαπλότητα” (πιθανόν να εννοείται το πλήθος με την έννοια του Νέγκρι).

4 Dieterich, Analyse & Kritik, 12/15.

5 Όπως γράφαμε το 2012: “Η Συρία έχει πληγεί από την ίδια κοινωνική κρίση όπως η Νότια Αφρική. Σχεδόν ο μισός πληθυσμός είναι κάτω από 15 ετών· κάθε χρόνο 250 με 300 χιλιάδες άνθρωποι μπαίνουν στην αγορά εργασίας, αλλά ο παραδοσιακά σημαντικός δημόσιος τομέας έχει παγώσει τις προσλήψεις για χρόνια. Ακόμα και πριν από δυο χρόνια μια γερμανική “δεξαμενή σκέψης” παρατηρούσε ότι “το πιο επικίνδυνο πολιτικά” πρόβλημα στη Συρία ήταν η “μεγέθυνση των ζωνών φτώχειας γύρω από τις πιο σημαντικές συριακές πόλεις.[…] οικογένεις φτάνουν εκεί σε καθημερινή βάση ανίκανες να υποστηρίξουν τον βιοπορισμό τους στην ύπαιθρο””. Υστερόγραφο στο “The Arab Spring in the Autumn of capital.”

6 Ένας παρόμοιος εκρομαντισμός κυριαρχούσε στις αντιδράσεις της αριστεράς για τις επιθέσεις της Πρωτοχρονιάς στην Κολωνία. Φοβούμενη μια πολιτική αρνητική αντίδραση ενάντια σε όλους τους πρόσφυγες, η αριστερά απλά επαναλάμβανε το μάντρα ότι πολλοί Γερμανοί είναι επίσης σεξιστές, άσχετα από εθνική προέλευση είναι όλοι μαλάκες· μαζί με τον ψευδή ισχυρισμό ότι οι σεξουαλικές επιθέσεις είναι εξίσου διαδεδομένες στο Οκτόμπερφεστ στο Μόναχο. Αυτό συνέβαλε στην συσκότιση των διαφορών στις έμφυλες σχέσεις ανάμεσα στις Δυτικοευρωπαϊκές, μεσανατολικές και βορειοαφρικανικές κοινωνίες και του γεγονότος ότι οι επιθέσεις στην Κολωνία ήταν στην πραγματικότητα αρκετά σπάνιες.

7 Στμ. Τα λέμε κι εμείς εδώ για τον αριστερό εθνολαϊκισμό!

8 Στμ. Werner Rügerner, γερμανός δημοσιογράφος, ομιλητής και συγγραφέας. Ο ίδιος περιγράφει τον εαυτό του ως “παρεμβατικό φιλόσοφο”.

9 Στμ. Οι πιο πρόσφατες στατιστικές το δείχνουν αυτό αρκετά καθαρά. Μόνο 30.000 από τους αιτούντες άσυλο έχουν βρει δουλειά στη Γερμανία από τον Απρίλιο του 2015, κυρίως χαμηλόμισθες και μερικής απασχόλησης δουλειές. Από την άλλη, 130.000 λαμβάβνουν επιδόματα κρατικής πρόνοιας.Αν σε αυτούς προσθέσει κανείς σχεδόν μισό εκατομμύριο ανθρώπους που οι αιτήσεις του για άσυλο είναι ακόμα στο στάδιο της επεξεργασίας και οι οποίοι συνεπώς επίσης εξαρτώνται από το κρατικό χρήμα, ο “ισολογισμός” είναι αρκετά αδιαμφισβήτητος. Δείτε “Zehntausende finden Arbeit in Deutschland” (spiegel.de).

10 Η εφημερίδα Frankfurter Allgemeine Zeitung συνόψισε μια δημοσκόπηση μεταξύ 500 “ληπτών αποφάσεων” από τις γερμανικές επιχειρήσεις και την δημόσια πολιτική ως εξής: “Περισσότεροι από τα δύο τρίτα των γερμανών οικονομικών ηγετών βλέπουν ελάχιστες ή ανύπαρκτες πιθανότητες απορρόφησης των προσφύγων από την γερμανική κοινωνία, ενώ τα τρία τέταρτα δεν πιστεύουν ότι θα μπορέσουν να ενσωματωθούν [οι πρόσφυγες] στην γερμανική αγορά εργασίας. Από την άλλη πλευρά, μια πλειοψηφία (56%) των πολιτικών ηγετών πιστεύουν ότι οι προοπτικές κοινωνικής ενσωμάτωσης είναι καλές ή πολύ καλές, αλλά αμφιβάλλουν επίσης για τις πιθανότητες που μπορεί να έχουν στην αγορά εργασίας”. Δείτε: “Eliten befürchten neue Flüchtlingswelle”, Frankfurter Allgemeine Zeitung, 19 Ιουλίου 2016.

11 Πριν από το Μεγάλο Καλοκαίρι της Μετανάστευσης, στο διάστημα από το 2006 μέχρι το 2015, πάνω από 1.8 εκατομμύρια πρόσφυγες διέσχισαν τα σύνορα προς την Ελλάδα, αλλά οι περισσότεροι έμειναν εκεί. Μόνο με την όξυνση της οικονομικής κρίσης άρχισε να γίνεται αυξανόμενα η Ελλάδα χώρα διέλευσης. Σχετικά με αυτό, δείτε το κείμενο από την ελληνική ομάδα Αντίθεση, “Vogelfrei: Τρία κείμενα για την μετανάστευση, τις απελάσεις , το κεφάλαιο και το κράτος του, Ιούλιος 2016

12 Στμ. Vogelfrei: η λέξη στην χρήση της στα γερμανικά δηλώνει το στάτους ενός ατόμου στον οποίο έχει επιβληθεί μια νόμιμη ποινή προγραφής ή εκνομίας, δηλαδή εξαίρεσης από την προστασία του νόμου. Είναι ενδεικτικό ότι στο πρώιμο γερμανικό δίκαιο η θανατική ποινή απουσιάζει επιδεικτικά και η ποινή της προγραφής ήταν η πιο ακραία, γιατί προφανώς ισοδυναμούσε στην πράξη με τη θανατική ποινή. Όμως, η αρχική σημασία της λέξης αναφερόταν στην ανεξαρτησία, στο να είναι κανείς “ελεύθερος σαν τα πουλιά”· η σημερινή αρνητική σήμανση αναπτύχθηκε μόνο τον 16ο αιώνα και έγινε κυρίαρχη με την επιρροή της μπαρόκ ποίησης και της Γερμανικής Γραμματικής του Jacob Grimm (1819) για να συνδεθεί με ένα πρόσωπο που έχει “προγραφεί” ή εξωστρακιστεί [banned].

13 Στμ. Η εκτίμηση των “Φίλων” για τα “δρακόντεια, επιβεβλημένα από την Γερμανία, προγράμματα λιτότητας” θέλει προφανώς συζήτηση!

14 Σημείωση της αγγλικής μετάφρασης: Ένα μέρος της συμφωνίας της ΕΕ με την Τουρκία ήταν και ότι η δεύτερη θα δεχόταν πίσω όποιους πρόσφυγες θα κατάφερναν να περάσουν στην Ευρώπη. Σε αντάλλαγμα, η ΕΕ θα έπρεπε να δεχτεί έναν ίσο αριθμό προσφύγων από τα τουρκικά στρατόπεδα προσφύγων. Αυτό σχεδιάστηκε ώστε να αποθαρρύνει τους ανθρώπους από την προσπάθεια να περάσουν στην Ελλάδα.

15 Herfried Münkler, Wie ahnungslos kluge Leute doch sein können, [στμ. Χονδρικά: “Πόση άγνοια μπορούν να έχουν σοφοί ανθρωποι”] Die Zeit, 20 Φεβρουαρίου 2016.

16 Στμ. Στο αγγλικό κείμενο: nativist sentiment.

17 Δείτε Wildcat: “Migration, refugees and labour”, Wildcat no. 99, χειμώνας 2016 (στμ. Στα ελληνικά: “Μετανάστευση, προσφυγιά και εργασία”, διαθέσιμο εδώ: https://2008-2012.net/2016/04/19/μετανάστευση-προσφυγιά-και-εργασία/).

18 Mαρξ: “Moralising Criticism and Critical Morality” στην εφημερίδα Deutsche-Brüsseler-Zeitung No. 86, 1847.

19Στμ. Στο αγγλικό κείμενο do-gooders: ιδιωματισμός που σημαίνει ουσιαστικά ένα άτομο με ειλικρινή πρόθεση αλληλεγγύης και συμβολής σε μεταρρυθμίσεις αλλά ταυτόχρονα αφελές ώστε τελικά μάλλον να χειροτερεύει τα πράγματα αντί να τα βελτιώνει (πχ. εδώ: http://dictionary.cambridge.org/dictionary/english/do-gooder).

20Στμ. Στο αγγλικό κείμενο: white trash.

21Από το Κομμουνιστικό Μανιφέστο.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

css.php