Δέκα σημειώσεις για την επαναστατική προοπτική

Barbaria1

το κείμενο σε ten_notes

Οι σημειώσεις αυτές σκοπεύουν να ανταποκριθούν σε δυο ιστορικές ανάγκες μέσα από τις οποίες επαναστατικές μειοψηφίες έχουν σκεφτεί τα καθήκοντά τους. Από τη μια πλευρά, ο κομμουνισμός είναι ένα πραγματικό κίνημα που καταργεί την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων. Όταν μιλάμε για την επανάσταση, την τάξη ή το κόμμα, μιλάμε για πραγματικότητες που ανδύονται μέσα από τις αντιφάσεις του κεφαλαίου, από τα ίδια τα θεμέλια της καπιταλιστικής κοινωνίας, από κοινωνικούς ανταγωνισμούς που αναπτύσσονται, όπως το ηφαιστειακό μάγμα, από τη σταθερή συσσώρευση υλικών και κοινωνικών αντιθέσεων. Αυτές οι αντιθέσεις προκαλούν τη σύγκρουση ανάμεσα στις τάξεις, η οποία συμβαίνει πολύ πιο γρήγορα στα ίδια τα γεγονότα απ’ ό,τι στο μυαλό των πρωταγωνιστών της. Με άλλα λόγια, το είναι προηγείται της συνείδησης. Από την άλλη, επαναστατικές μειοψηφίες έχουν πάντα προσπαθήσει να αναλύσουν και να κατανοήσουν την ιστορική περίοδο, με την παγκόσμια και διεθνή έννοιά της, στην οποία βρίσκονται.

Αυτό είναι που σκοπεύουμε να κάνουμε στο παρόν ημι-επεξεργασμένο υλικό, στο οποίο ισχυριζόμαστε ότι μπαίνουμε σε μια νέα περίοδο ανόδου της ταξικής πάλης, μια περίοδο που χαρακτηρίζεται από την ανάκτηση της ιστορικής εμπειρίας του προλεταριάτου μέσω μιας εντατικοποίησης της ταξικής πάλης.

1) Η επανάσταση είναι ένα φυσικό γεγονός, ένας κοινωνικός ιονισμός, μια έκφραση μέσω γεγονότων που συγκροτεί την τάξη στη διαδικασία ενίσχυσής της ως ένα κόμμα. Η πραγματική διαδικασία είναι αυτή που μπορεί να την συνδέσει [την επανάσταση] με το ιστορικό της νήμα και της επιτρέπει να επανασυνδεθεί με το κομμουνιστικό της πρόγραμμα.

2) Από την άλλη πλευρά, το να γίνει η επανάσταση κομμουνισμός, δηλαδή καθολική ανθρώπινη κοινότητα, είναι η μόνη ρεαλιστική δυνατότητα για την αποφυγή της ανθρώπινης και πολιτισμικής κατάρρευσης στην οποία θέλει να μας οδηγήσει το κεφάλαιο.

3) Είναι σημαντικό να τοποθετήσουμε αυτή τη δυνατότητα στην ιστορική περίοδο της ταξικής πάλης. Η επανάσταση δεν θεσπίζεται από την απλή επιθυμία ή βούληση ενός κόμματος, αλλά είναι ακριβώς η τάξη που συγκροτείται ως τέτοια. Από αυτή την άποψη, είναι σημαντικό να ξεχωρίσουμε τις εξαιρετικές ιστορικές στιγμές στις οποίες η κοινωνική ειρήνη του καπιταλισμού, ο φετιχισμός του για το εμπόρευμα και τη δημοκρατία, η συγκρότησή του σε αντεπαναστατική δύναμη διαρρηγνύεται με έναν γενικευμένο και βαθύ τρόπο.

Αυτές οι επαναστατικές περίοδοι (που δεν μπορούν να διαχωριστούν από την αντεπανάσταση που προετοιμάζουν άμεσα οι δυνάμεις του κεφαλαίου) εκφράστηκαν σε τρία επαναστατικά κύματα στα οποία το προλεταριάτο προσπάθησε να καταστρέψει την ταξική κοινωνία, μέσω της διαδικασίας της συγκρότησης της σε τάξη και κόμμα. Ένα πρώτο κύμα από το 1848 μέχρι το 1851 που επιτέθηκε σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή ήπειρο και έζησε την αποκορύφωσή του στους αγώνες του παριζιάνικου προλεταριάτου τον Ιούνιο του 1848, και αναλύθηκε τόσο καλά από το κόμμα μας σε κείμενα όπως Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία ή Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη (υπήρξαν επίσης και προηγούμενες απόπειρες όπως αυτές του 1930 στη Γαλλία ή το κίνημα των Λουδιτών στο Ηνωμένο Βασίλειο και πολλές άλλες ακόμα). Το δεύτερο επαναστατικό κύμα ήταν του 1917-1923 το οποίο είχε προηγούμενες στιγμές στις μαζικές απεργίες του 1904-1905 στο Βέλγιο, τη Γερμανία, την Ολλανδία και ιδιαίτερα, τη Ρωσία, ή την επανάσταση στο Μεξικό το 1910. Αυτό το δεύτερο κύμα τελείωσε με το προλεταριάτο στα οδοφράγματα του Μαΐου του 1937 στη Βαρκελώνη· και, τέλος, το τρίτο επαναστατικό κύμα που διατρέχει τις δεκαετίες του 1960 και του 1970 και τελείωσε όταν το προλεταριάτο στην Πολωνία ηττήθηκε το 1980.

4) Ο εντοπισμός αυτών των περιόδοων γενίκευσης και επέκτασης της προλεταριακής πάλης στη διαδικασία συγκρότησης της τάξης, ρήξης με τον φετιχισμό του εμπορεύματος και της δημοκρατίας, είναι πολύ σημαντικός. Από την μια πλευρά, μας τοποθετεί σε πραγματικές διαδικασίες που συμβαίνουν, της φυσικής συγκρότησης της τάξης και, από την άλλη, μας βοηθούν να αποφύγουμε τον τυπικό βολονταρισμό της αριστεράς του κεφαλαίου.

Αυτές είναι στιγμές στις οποίες η εξατομίκευση και ο διαχωρισμός των πολιτών διαρρηγνύονται, στις οποίες οι προλετάριοι τείνουν να ενωθούν και να αγωνιστούν για τα άμεσα και ιστορικά συμφέροντά τους, στις οποίες αρχίζουν να εφαρμόζουν τις ίδιες πρακτικές και τις ίδιες εμπειρίες που εφάρμοσαν τα ταξικά αδέλφια τους σε άλλες εποχές και τόπους. Αυτό είναι που πραγματικά μπορεί να μας επιτρέψει (και χωρίς καμμιά θεία επιφοίτηση) να ξαναπιάσουμε το προγραμματικό νήμα του παρελθόντος και να το βαθύνουμε. Είναι αυτό που μας επιτρέπει να καταλάβουμε το άχαρο καθήκον που οι κομμουνιστές και οι επαναστατικές μειοψηφίες αναλαμβάνουν σε καιρούς αντεπαναστατικούς, όταν πηγαίνουμε κόντρα στο ρεύμα της τάξης μας. Στις στιγμές ανόδου της τάξης, συγκρότησης και ενίσχυσης του προλεταριάτου, υπάρχει μια αντιστροφή της πράξης όταν εκατομμύρια προλετάριοι είναι πρωταγωνιστές του κομμουνιστικού προγράμματος, που γίνεται κατανοητό ως πραγματικές θέσεις και όχι ως ιδεολογικές αρχές.

5) Είναι σημαντικό να τοποθετήσουμε τις αντεπαναστατικές περιόδους, περιόδους φυσικής και ιδεολογικής ήττας του προλεταριάτου που μοιάζουν να το κατανικούν οριστικά και που έχουν προκαλέσει αναμφισβήτητες συνέπειες πάνω του. Όμως, η επανάσταση, ως μια έκφραση του κομμουνισμού στην εποχή του κεφαλαίου, επιστρει και εγείρετα ξανά και ξανά σαν Προμηθέας. Είναι σημαντικό να καταλάβουμε και να βιώσουμε τον ακανόνιστο χαρακτήρα της προλεταριακής πάλης, που σαν τον παλιό τυφλοπόντικα περνά τον περισσότερο χρόνο του σκάβοντας βαθιά μέσα στην κρούστα/κατακάθια του κεφαλαίου, ώστε να μην πέσει στις επανερχόμενες διαρκώς σοσιαλδημοκρατικές ιδεολογίες που αρνούνται, στην καιρό της κοινωνικής ειρήνης, τη δυνατότητα της επανάστασης και την πραγματικότητα της τάξης…Εν ολίγοις, την ψευδή αιωνιότητα του κεφαλαίου.

6) Πρέπει να αναλύσουμε την ιστορική ιδιαιτερότητα κάθε ιστορικής περιόδου και των διαφορετικών φάσεών της. Για παράδεγμα, μιλώντας για αντεπαναστατικές περιόδους, η τωρινή στιγμή δεν είναι η ίδια με τις δεκαετίες του 1940 και του 1950 στον 20ο αιώνα, που ήταν η ιστορική στιγμή κατά την οποία η τάξη μας ήταν εξαιρετικά αποδομημένη εξαιτίας των υλικών αποτελσμάτων διαφόρων αντιθέσεων και αστικών διχοτομιών: φασισμός, Μπολσεβικισμός/Σταλινισμός, Δυτικές δημοκρατίες, Τριτοκοσμισμός κλπ. Τη δεκαετία του 1960 υπήρξε ένα τρίτο επαναστατικό κύμα τα αποτελέσματα του οποίου φάνηκαν σε ολόκληρη τη δεκαετία του 1970. Τη δεκαετία του 1980, αν και σε ένα επίπεδο χαμηλότερης έντασης, υπήρξαν σημαντικά στοιχεία της ταξικής πάλης (για παράδειγμα οι αγώνες στην περιοχή της Ισπανίας το διάστημα 1986-1987 ή το λεγόμενο Caracazo2 στη Βενεζουέλα) που υποχώρησαν στη δεκαετία του 1990 και που μπορούν επίσης να παρατηρηθούν στην κρίση ή τη διάλυση πολλών επαναστατικών μειοψηφιών εκείνης της περιόδου. Εν πάσει περιτπώσει, δεν είναι ένα συγκρίσιμο φαινόμενο (παρά τον δημοκρατικό κρετινισμό εκείνης της περιόδου) με αυτό των δεκαετιών του 1940 και 1950.

Γενικά, μπορούμε να μιλήσουμε για συμπυκνωμένες περιόδους επανάστασης και αντεπανάστασης, τέτοιες όπως αυτές που περιγράψαμε μέχρι τώρα, και φάσεις μικρότερης έντασης της ταξικής πάλης και της επανάστασης. Στην πρώτη περίπτωση μπορούμε να βρούμε τα παραδείγματα της περιόδου ανάμεσα στο 1864 και το 1871, όταν η τάξη έτεινε να οργανωθεί σε κόμμα μέσα από την Πρώτη Διεθνή, η οποία φτάνει στο αποκορύφωμά της το 1871 με την Παρισινή Κομμύνα. Ένα παράδεγμα αντεπαναστατικής υποτροπής θα ήταν ολόκληρη η περίοδος της δεκαετίας του 1990 στον 20ο αιώνα: αν και η ταξική πάλη ήταν ακόμα ζωντανή, το προλεταριάτο βρισκόταν σε μια γενικά δυσμενή κατάσταση. Συνοπτικά, έχουμε συμπυκνωμένες διαδικασίες επαναστατικών ανόδων, αντεπαναστατικές περιόδους που προκύπτουν από την φυσική και ιδεολογική ήττα του προλεταριάτου και μεταβατικές περιόδους (καθοριστικές περιόδους), στις οποίες η αυτοδραστηριότητα και η ταξική πάλη ανακτώνται και που μπορούν να προετοιμάσουν πιο έντονες επαναστατικές στιγμές. Γενικά, η επανάσταση και η αντεπανάσταση είναι πάντα πιο έντονες. Και, πάνω απ’ όλα, η επανάσταση τείνει να συγχρονίζεται όλο και περισσότερο σε παγκόσμια κλίμακα.

7) Για μας, η τάξη έχει έναν διπλό καθορισμό που παρουσιάζουμε ξεχωριστά για λόγους ευκολίας. Το προλεταριάτο “αιωρείται στον ρεύμα του αέρα”, επειδή η αναπαραγωγή του δεν είναι εγγυημένη μέσα από τους υλικούς δεσμούς με τη ζωή, και το προλεραριάτο είναι μια τάξη που συγκροτείται στο κίνημα που αντιτίθεται σ’ αυτόν τον κόσμο. Είναι δράση και δραστικότητα/ικανότητα [ενεργεία και δυνάμει] με έναν αδιαχώριστο τρόπο. Μιλάμε για το ίδιο κίνημα, που η σοσιαλδημοκρατία διαχωρίζει σε οικονιμία και πολιτική, στην τάξη διεαυτήν και την τάξη καθεαυτήν3. Η επισφαλής θέση του, το γεγονός ότι μετεωρίζεται στον “αεραγωγό” αν αποτύχει να πουλήσει την εργατική του δύναμη, συνεπάγεται έναν ανταγωνισμό απέναντι στο κεφάλαιο, την κατηγορική αντίθεσή του. Υπάρχει, λοιπόν, ένας ανταγωνισμός ανάμεσα στις ανθρώπινες ανάγκες και τις κατηγορίες του κεφαλαίου. Αυτό είναι που μας κάνει να ισχυριζόμαστε με έμφαση ότι το είναι του προλεταριάτου, ως επιβεβαίωση των ανθρώπινων αναγκών του, είναι η άρνηση των κατηγοριών του κεφαλαίου, ως επιβεβαίωσης της ανθρώπινης κοινότητας. Αυτός είναι ο λόγος που ο κομμουνισμός είναι ένα πραγματικό κίνημα.

8) Μ’ αυτή την έννοια, είναι σημαντικό να πολεμήσουμε τις ιδεολογίες της ήττας που εκφράζουν έναν αντεπαναστατικό ρόλο σήμερα, είτε μέσω της άρνηση της ύπαρξης του προλεταριάτου και της πρότασης μιας αδύνατης αφαίρεσης σ’ αυτόν τον κόσμο, είτε ανάγοντας την τάξη σε έναν απλό τροχό του κεφαλαίου – που αγωνίζεται εναντίον του αλά δεν θα το αρνηθεί ποτέ – ή ανάγοντάς το σε μια ακόμα πραγματικότητα μεταξύ άλλων, ώστε ο γενικός αγώνας να θεωρείται ως ένα άθροισμα ειδικότερων και συγκεκριμένων αγώνων: ταξικοί αγώνες, φεμινιστικοί αγώνες, περιβαλλοντικοί αγώνες, αντιρατσιστικοί αγώνες κλπ.

Αυτές οι ιδεολογίες τείνουν να συγχέουν την άμεση φάση με την ιστορική διαδικασία και, πάνω απ’ όλα, ανάγουν την επανάσταση σε ένα ιδεολογικό γεγονός, καθαρής πεποίθησης ή ατομικής επιλογής, και όχι σε μια υλική και φυσική πραγματικότητα που αναδύεται από την μη αναστρέψιμη αντίθεση ανάμεσα στις ανθρώπινες ανάγκες και το κεφάλαιο.

Η τάξη η συγκροτημένη σε κόμμα δεν γεννιέται από μια βολονταριστική επιλογή ή από ένα στατιστικό και κοινωνιολογικό σύνολο, αλλά από την υλική διαδικασία της επιβεβαίωσης ως τάξης, που παίρνει το ιστορικό νήμα και τις θέσεις που την ισχυροποιούν ώστε να επιτελέσει το καθήκον της.

9) Είμαστε στην ιστορική στιγμή της εξάντλησης του κεφαλαίου ως μιας κοινωνικής σχέσης, επειδή φτάνει ιστορικά τα εσωτερικά όρια της ανάπτυξής του. Το κεφάλαιο, από τους εσωτερικούς του μηχανισμούς, θα καταστρέφει όλο και περισσότερους προλετάριους σε έναν κόσμο πλεονάζουσας ανθρωπότητας.

Αυτό δίνει έναυσμα και θα εντατικοποιήσει όλο και πιο έντονες διαδικασίες ταξικής πάλης. Μια ψευδώς κατανοούμενη πραγματικότητα προσπαθεί να μας κάνει να πιστέψουμε ότι ζούμε σε έναν κόσμο χωρίς επαναστάσεις και εξεγέρσεις. Αρκεί να στρέψουμε το βλέμμα μας από τη Ρουμανία μέχρι την Αλβανία, από την Αλγερία στο Ιράκ, από τη Βολιβία στο Εκουαδόρ, από την Αργεντινή στην Οαχάκα για να δούμε την ένταση των εξεγέρσεων και των επαναστάσεων που έχουν ταξιδέψει σ’ ολόκληρο τον πλανήτη τα τελευταία 25 χρόνια. Για να μην αναφέρουμε τις έντονες διαδικασίες ταξικής πάλης που συνέβησαν το 2011 στον Αραβικό κόσμο, ακριβώς τη στιγμή που στην κυβέρνηση βρίσκονταν αρκετοί Σοσιαλδημοκράτες διακηρύσσοντας το τέλος των επαναστάσεων. Ο παλιός μας τυφλοπόντικας απολαμβάνει να εκπλήσσεια αυτές τις μετριότητες-προφήτες.

Συνεπώς, βασιζόμενοι σ’ αυτούς τους πρόσφατους αγώνες που εκδηλώθηκαν στις αρχές της χιλιετίας στη Λατινική Αμερική και αυτούς τους πιο διαδεδομένους του κύκλου 2008-2013 (εξεγέρσεις λόγω πείνας, Ελλάδα, Αραβικός κόσμος…), ισχυριζόμαστε ότι η αρχή μιας μετάβασης έρχεται σε ρήξη με την ιστορικά δυσμενή περίοδο της δεκαετίας του 1990.

Το άμεσο μέλλον θα είναι, συνεπώς, αυτό της έντονης ταξικής πάλης. Είναι κάτι που έχει παρατηρηθεί για αρκετούς μήνες σε περιοχές όπως η Κίνα, το Ιράν, το Ιράκ, το Κουρδιστάν, η Αϊτή…Και που πιο πρόσφατα περνά επίσης μέσω της Γαλλίας – με το κίνημα των κίτρινων γιλέκων -, την Ουγγαρία ή την Τυνησία. Είναι μια ταξική πάλη τεμαχισμένη και διαχωρισμένη, προς το παρόν, από το ιστορικό νήμα του παρελθόντος της, της προοπτικής της και του προγράμματός της. Αυτό είναι το μεγάλο δράμα της εποχής μας: το χάσμα ανάμεσα στην ένταση της πάλης και της ρήξης της με το προηγούμενο ιστορικό νήμα4. Κάτι ανάλογο, και ακόμα ισχυρότερο, βιώθηκε τη δεκαετία του 1950, όταν η σταλινική αντεπανάσταση έμοιαζε ως μια καταστροφή χωρίς τέλος. Σήμερα, αυτό που μπορούμε να δούμε, γενικά, είναι μια απουσία μιας κομμουνιστικής προοπτικής, μια αποκήρυξη/απάρνηση της δυνατότητας της καθολικής ανθρώπινης κοινότητας. Κι όμως, παρ’ όλα αυτά, ο παλιός κομμουνιστής τυφλοπόντικας συνεχίζει να σκάβει τον δρόμο του. Το έκανε ακόμα και καταστρέφοντας όλα τα καπιταλιστικά κράτη που στην Ανατολική Ευρώπη είχαν γίνει βασικοί πρωταγωνιστές της αντεπανάστασης.

Η κατανόηση αυτής της ιδιορρυθμης φάσης της ταξικής πάλης είναι ουσιώδης. Το προλεταριάτο παρά την ιστορική τομή/κενό πάντα ξαναξεκινά την ιστορική του εμπειρία. Και συμβαίνει η συγκρότησή του σε τάξη να μην είναι μια φωτισμένη εφεύρεση αλλά να γεννιέται στο έδαφος της καπιταλιστικής κοινωνίας. Βιώνουμε μια μεταβατική φάση με το τέλος μιας στιγμής αντιστροφής της ροής των προλεταριακών αγώνων (μετά το κύμα του 2008-2013) και επανεκκίνησης/εκ νέου έναρξης του διεθνούς κύκλου αγώνων. Αυτή η διαδικασία είναι μια μάχη· είναι η μάχη για την συγκρότηση της τάξης σε κόμμα. Το να αποκρυσταλλώσουμε αυτή τη διαδιακασία ώς κάτι ήδη δεδομένο, ως μια α πριόρι ήττα, είναι απλά εγκληματικό, και αυτό είναι που όλα τα ρεύματα του σοσιαλδημοκρατικού καταστροφισμού θα κάνουν πάντα.

Σήμερα ζούμε μια φάση σεχταρισμού ως επαναστατικές μειοψηφίες, μια απομόνωση παρόμοια μ’ αυτήν που βίωναν μερικοί σύντροφοι τον 19ο αιώνα αλλά με τα βαρίδια των αντεπαναστάσεων του 20ου αιώνα. Ζούμε μια απομόνωση των ταξικών θέσεων του προλεταριάτου, ενός προλεταριάτου που παλεύει αλλά υποφέρει από τη δυσκολία της εμβάθυνσης των άμεσων και ιστορικών αναγκών του, συχνά εκτρέποντας τους αγώνες του από την πληθώρα μοντέρνων και μεταμοντέρνων ιδεολογιών.

Παρ’ όλα αυτά, είμαστε πεποισμένοι ότι στα επαναστατικά κύματα που θα επανεμφανιστούν σε ένα όχι πολύ μακρινό μέλλον, το προλεταριάτο θα χρειαστεί να παλέψει ενωμένο για την ταξική του προοπτική, για να την εμβαθύνει, για να αναπτύξει μια αντιστροφή της πράξης του με την οποία οι ιστορικές του ανάγκες, η κατάργηση του Κράτους και της μισθωτής εργασίας, θα είναι όλο και περισσότερο στο προσκήνιο. Και πρόκειται για το ότι ο αγώνας για τον κομμουνισμό δεν είναι απλά ένας αγώνας ανάμεσα στους άλλους, αλλά αναδύεται από τη φύση και από το βαθύ είναι του προλεταριάτου, μια φύση που είναι ταυτόχρονα και επαναστατική και εκμεταλλευόμενη. Και ο μόνος τρόπος που το προλεταριάτο πρέπει να παλέψει ενάντια στην εκμετάλλευσή του είναι η συσχέτιση, η αλληλεγγύη, η αυτοδραστηριότητα, η συγκρότησή του σε τάξη και κόμμα για την κατάργηση του κεφαλαίου. Έτσι ήταν τα πράγματα και έτσι θα είναι και πάλι. Οι επαναστατικές μειοψηφίες του παρόντος έχουν την ευθύνη να είναι ένα πλήρως ενεργό κομμάτι της τάξης μας στις αποφασιστικές στιγμές της σύγκρουσης που θα λάβει χώρα, πολεμώντας χωρίς κανένα συμβιβασμό για να επαναοικειοποιηθεί και να αναπτύξει το πρόγραμμά της η τάξη μας.

10) Συνοψίζοντας, ζούμε σε μια μετέωρη περίοδο στην οποία η επανεκκίνηση της ιστορικής εμπειρίας του προλεταριάτου συνυπάρχει, μέσω εξεγέρσεων και ανταρσιών που απλώνονται από το 2011 μέχρι τις σημερινές, με τις αντεπαναστάσεις και της ήττες που αντιπροσωπεύουν μια τομή/ασυνέχεια στην μεταδιδόμενη εμπειρία και σε ένα κλείσιμο του μελλοντικού ορίζοντα των προσδοκιών. Οι συνεχιζόμενες εξεγέρσεις συνιστούν τα οχήματα επικοινωνίας ανάμεσα στην τρέχουσα εμπειρία και τις διαδικασίες της συγκρότησης του προλεταριάτου σε τάξη και στις επαναστάσεις του μέλλοντος.

1 Στμ. Μεταφρασμένο από εδώ: http://barbaria.net/2019/11/14/ten-notes-about-the-revolutionary-perspective.

2 Στμ. Caracazo (η σφαγή του Καράκας) – είναι το όνομα που έχει δωθεί στο κύμα διαμαρτυριών, ταραχών, λεηλασιών, πυροβολισμών και αιματοκυλίσματος που άρχισαν στις 27 Φεβρουαρίου του 1989 στην πρωτεύουσα της Βενεζουέλας, Καράκας και στις γύρω πόλεις, https://en.wikipedia.org/wiki/Caracazo.

3 Στμ. Στη μαρξική ορολογία η “τάξη καθεαυτήν” ορίζεται ως η κατηγορία ανθρώπων που έχουν μια κοινή σχέση με τα μέσα παραγωγής και η “τάξη διεαυτήν” ορίζεται ως ένα στρώμα που οργανώνεται για την ενεργή επιδίωξη κάποιου σκοπού. Η εργατική τάξη λοιπόν για να χειραφετηθεί θα πρέπει εκτός από τάξη καθεαυτήν – δηλαδή μια αντικειμενικά καταπιεζόμενη και εκμεταλλευόμενη τάξη – να συγκροτηθεί και σε τάξη διεαυτήν, παλεύοντας ενεργά για τη χειραφέτησή της.

4 Στμ. Μήπως η κατανόηση αυτής της ρήξης απαιτεί να δούμε τη βαθιά διαδικασία αναδιάρθρωσης του κεφαλαίου και, συνεπώς, και της ταξικής πάλης από το 1970 και μετά;

Εδαφικές Συνελεύσεις: αυτόνομες δομές δημιουργημένες από την αγωνιζόμενη κοινότητα

από το hacialavida1

το κείμενο σε pdf

Σύντροφια με τα οποία έχουμε επαφή μας έστειλαν αυτό το κείμενο στο email μαζί με το ακόλουθο μήνυμα και μια εκδοχή σε pdf για εκτύπωση, την οποία μπορείτε να κατεβάσετε από τον σύνδεσμο στο τέλος του άρθρου:

Διαδίδουμε αυτό το κείμενο σχετικά με τον χαρακτήρα των εδαφικών συνελεύσεων και του στρατηγικού τους ρόλου στην ταξική πάλη. Πάνω απ’ όλα, στοχεύουμε στι διάχυσή του στις ίδιες τις συνελεύσεις, οπότε ενθαρρύνουμε την εκτύπωσή του από οποιαδήποτε άτομα ή ομάδες που αισθάνονται ότι είναι πολιτικά κοντά σε ό,τι περιγράφεται εδώ.

Το γόνιμο έδαφος της εξέγερσης στη Χιλή έφερε ως έναν από τους βασικούς της καρπούς τις εδαφικές συνελεύσεις, στιγμές αυτόκλητων συνάθροισης από κατοίκους σ’ ολόκληρη τη χώρα, ως καναλιού για την επίλυση των άμεσων αναγκών τις πάλης και της διάδοσής της. Σ’ αυτές συζητιούνται διαλεκτικά τα μέτρα, ο ορίζοντας και τα αιτήματα αυτού του κινήματος. Σε πολλές περιπτώσεις, με έναν ισχυρό αντιθεσμικό και αντικομματικό χαρακτήρα. Οι συνελεύσεις αντανακλούν, με έναν εμβρυακό τρόπο, την πραγματική ανάγκη του προλεταριάτου να δώσει στον εαυτό του όργανα εξουσίας που να αντιπροσωπεύουν την τάξη, που υπερασπίζονται και επιβάλλουν τις ανάγκες του μέχρι τελευταίας ανάσας, χωρίς συμβιβασμούς με την πολιτική τάξη.

Αυτές οι οργανώσεις, ακόμα στα σπάργανα, καταδεικνύουν το αίσθημα και την αναγκαιότητα να επιδράσουμε άμεσα στην πραγματικότητα, να αμφισβητήσουμε την κυριαρχία στη ζωή μας από το Κράτος και το κεφάλαιο, μιας και στην πράξη, η συλλογική οργάνωση για την επίλυση των προβλημάτων μας και για την εμβάθυνση του αγώνα, εκφράζει μια αντιπαράθεση/διένεξη με το Κράτος για τον έλεγχο και την κατεύθυνση της ζωής στην κοινωνία. Συνεπώς, είναι απαραίτητο οι συνελεύσεις αυτές να θεωρούν τον εαυτό τους αυτόνομο, απευθύνοντας/κατευθύνοντας τον διάλογο προς τους ίδιους τους εκμεταλλευόμενους και όχι προς τους γραφειοκρατική θεσμικότητα/θεσμοποιημένη γραφειοκρατία: αυτό που διακυβεύεται είναι τα ίδια τα συμφέροντα της τάξης και είναι βλέποντας τα όριά τους που θα ανακτήσουμε όλα όσα χάσαμε, όχι διαμεσολαβώντας ανάμεσα στη βάση και το Κράτος.

Όντας ένα όργανο της γειτονιάς, οι συνελεύσεις είναι εμβαπτισμένες στην καθημερινή ζωή της περιοχής, οπότε η λειτουργίας τους είναι το βασικό τους όπλο. Η ικανότητά τους να διευρύνουν τις ανάγκες της πάλης, όπως ο εφοδιασμός, η αυτοάμυνα, η υγεία, η μετακίνηση, οι επικοινωνίες, η αλληλεγγύη με τους φυλακισμένους κλπ. θα είναι η δύναμη που θα τους προσδώσει νομιμοποίηση.

Μ’ αυτή την έννοια, οι συνελεύσεις είναι η αυτόνομη έκφραση της κοινότητας που αυτοοργανώνει τις ανάγκες και τον αγώνα της ενάντια στο Κράτος και το κεφάλαιο. Αυτός είναι ο λόγος που η λειτουργία τους ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ να εξαντληθεί στην προβολή αιτημάτων ή στην συντακτική συνέλευση. Καταλαβαίνουμε ότι πολύς κόσμος πιστεύει ακόμα στις σοσιαλδημοκρατικές ιστορίες2 και ότι το Κράτος μπορεί να λύσει τα άμεσα προβλήματά τους, αλλά ξέρουμε ότι αυτό δεν θα συμβεί, στην πραγματικότητα, η επισφάλεια θα παροξυνθεί. Είναι εντελώς ουσιώδες τη στιγμή που θα αρχίσει το επαναστατικό ξέσπασμα, αυτό το πρελούδιο να έχει εξυπηρετήσει στο να αντληθούν τα καλλίτερα μαθήματα: δυναμώστε τις συνελεύσεις και τον αυτόνομο χαρακτήρα τους, που είναι ο κύριος θρίαμβός μας μέχρι τώρα.

Αυτός ο νέος κύκλος αγώνων, που μόλις εγκαινιάστηκε, θα είναι μακρύς. Η εξέγερση που πλημμύρισε τη Χιλή τις πρόσφατες βδομάδες είναι ακόμα σε εξέλιξη και τίποτα δεν φαίνεται να προμηνύει ότι θα τελειώσει. Το κουτί της Πανδώρας της κοινωνικής επανάστασης άρχισε να ανοίγει και το καθήκον της δημιουργίας εδαφικοποιημένης ισχύος έχει μπει στην ατζέντα. Αυτό έχει σημάνει συναγερμό σ’ ολόκληρη την πολιτική τάξη, από την αριστερά μέχρι τη δεξιά όλοι οι αστικοί θεσμοί έχουν κινήσει τα νήματά τους για να ακυρώσουν ή να αφομοιώσουν αυτές τις αυτόνομες στιγμές οργάνωσης. Η βασική τους στρατηγική είναι να τραβήξουν το κίνημα προς τα στενά πλαίσια της πολιτικής αντιπροσώπευσης, για τα οποία διαθέτει τα “συμβούλια” που θα συστηματοποιήσουν τα αιτήματα και θα “σηκώσουν” τις φωνές διεκδίκησής τους. Εδώ το Κράτος είναι ο μοναδικός συνομιλητής και οι δυνατότητες διαλόγου αρχίζουν και τελειώνουν στις λύσεις που μπορεί αυτό να μας δώσει. Ας μην αφήσουμε τις συνελεύσεις να γίνουν οι ιμάντες μεταφοράς του Κράτους.

Ξέρουμε ότι οποιαδήποτε προσπάθεια εξανθρωπισμού του κεφαλαίου θα εξελιχθεί σε μια παγκόσμια καπιταλιστική κρίση, που φέρνει μαζί της μια περιβαλλοντική κρίση η οποιά, για πολλούς ειδικούς, περιλαμβάνει την τελική κρίση του καπιταλισμού. Από την Ελλάδα μέχρι το Εκουαδόρ, αριστερές κυβερνήσεις έπρεπε να υποκύψουν στις απαιτήσεις της Παγκόσμιας Τράπεζας και να επιβάλλουν μέτρα λιτότητας που επισφαλοποιούν τους ίδιους όπως πάντα: την εργατική τάξη. Η σοσιαλδημοκρατία θα είναι πάντα το “καλό πακέτο”3 που θα φροντίζει για τις εγγυήσεις του ΔΝΤ και της εθνικής αστικής της τάξη απέναντι σε οποιοδήποτε κάθε άλλο συμφέρον.

Μέχρι τώρα, αυτό το κείμενο έχει ξεδιπλωθεί κυρίως στους δρόμους, οι αυθόρμητες διαμαρτυρίες στον δρόμο έχουν παραλύσει τη χώρα κυρίως μέσα από τις συγκρούσεις με την αστυνομία και τη διακοπή της καπιταλιστικής κυκλοφορίας. Οδοφράγματα, cacerolazos4, λεηλασίες και φωτιές είναι ένα μέρος από το προλεταριακό οπλοστάσιο για την αντιπαράθεση με την εξουσία. Το περιεχόμενό του είναι “ενάντια σε όλα”, ενάντια σ’ ολόκληρο το σύστημα που μας σκοτώνει αργά. Το κίνημα των συνελεύσεων καλείται να είναι αυτό που θα δώσει περιεχόμενο στις διαμαρτυρίες στον δρόμο, που βάζει στο τραπέζι τις πραγματικές λύσεις στις ανάγκες των ανθρώπων και που εμψυχώνει, επίσης, τις στάσεις και τις αξίες που κάνουν εφικτό έναν καινούριο τρόπο ζωής: η αλληλεγγύη, το πνεύμα της κοινότητας, η αλληλοβοήθεια και αμοιβαία φροντίδα και η εξεγερτική επίθεση θα είναι η πανωλεθρία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

Είναι, όμως, αναγκαίο και ΕΠΕΙΓΟΝ οι συνελεύσεις αυτές να επεκταθούν στους χώρους δουλειάς, πρωτίστως στους στρατηγικούς παραγωγικούς τομείς. Να εγκαταστήσουν τη ριζική αμφισβήτηση του καπιταλιστικού τρόπου ζωής μέχρι τις έσχατες συνέπειες και ο παραγωγικός ορίζοντας να μετατοπιστεί από την άπειρη κεφαλαιοποίηση στην ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών. Ιστορικά παραδείγματα όπως αυτό των Cordones industriales5 ή των Comandos Comunales είναι ίσως ζωτικής σημασίας για να καταλάβουμε τον δρόμο που παίρνουμε. Καμμιά αλλαγή δεν θα είναι εφικτή αν οι εργάτες δεν έχουν τον έλεγχο των μέσων βιοπορισμού και παραγωγής στα χέρια τους, αν δεν ξεφορτωθούμε τον πλούτο που δημιουργούμε για να αποφασίσουμε τι και για ποιον παράγουμε. Δεν έχει να κάνει με το να μάθουμε να διακυβερνούμε και να αυτοδιαχειριζόμαστε το κεφάλαιο, έχει να κάνει με τη δημιουργία ενός καινούριου τρόπου ζωής. Ολόκληρη η οικονομία εξαρτάται από μας και θα κλονιστούν όταν καταλάβουν ότι το συνειδητοποιήσαμε.

Η ιστορία μάς δείχνει ότι το Κράτος, ως μορφή εγγύησης των συνθηκών ζωής, θα είναι πάντα μια μορφή εγγύησης της κυριαρχίας μιας τάξης πάνω στις άλλες, που διαιωνίζει τον καπιταλισμό. Με αλλαγή ή όχι συντάγματος, το Κράτος θα διασφαλίζει πάντα τη διαιώνιση της εκμετάλλευσης, αφήνοντας άθικτες τις πραηματικές βάσεις των πάντων, την ατομική ιδιοκτησία και τη μισθωτή εργασία. Στο απόγειο αυτού του αγώνα, πάμε να δημιουρήσουμε τα δικά μας κατάλληλα εργαλεία για να ξεμπερδέψουμε με τα υπάρχοντα και να σφυρηλατήσουμε έναν καινούριο κόσμο. Το πρελούδιο για την επανάσταση έχει ήδη ξεκινήσει.

ΟΛΗ Η ΕΞΟΥΣΙΑ ΣΤΙΣ ΕΔΑΦΙΚΕΣ ΣΥΝΕΛΕΥΣΕΙΣ!!!

2 Στμ. Στο πρωτότυπο: cantinelas.

3 Στμ. Στο πρωτότυπο: paco bueno.

4 Στμ. Cacerolazo ή casserole, διαμαρτυρία με κατσαρόλες, είναι μια μορφή λαϊκής διαμαρτυρίας στην οποία οι διαμαρτυρόμενοι κάνουν έντονο θόρυβο χτυπώντας κατσαρόλες, τηγάνια και άλλα κουζινικά σκεύη για να τραβήξουν την προσοχή. Πρωτοεμφανίστηκε στη Νότια Αμερική (ιδιαίτερα, στη Χιλή και την Αργεντινή – το κίνημα διαμαρτυρίας εναντίον του Αλλιέντε πριν την ανατροπή του είναι γνωστό ως κίνημα της κατσαρόλας) αλλά έχει εμφανιστεί και σε άλλες χώρες. Αυτό που είναι ιδιάζον σ’ αυτόν τον τύπο διαμαρτυρίας είναι ότι ο κόσμος μπορεί να διαμαρτυρηθεί και από τα ίδια τα σπίτια του, πετυχαίνοντας έτσι έναν πολύ μεγάλο βαθμό υποστήριξης και συμμετοχής.

5 Στμ. Cordón Industrial, Βιομηχανικά Κορδόνια, όργανο λαϊκής εξουσίας και εργατικής δημοκρατίας που εγκαινιάστηκε για πρώτη φορά στη Χιλή από την ανεξάρτητη δραστηριότητα της εργατικής τάξης ως μέσο πίεσης προς την κυβέρνηση Αλλιέντε για την κοινωνικοποίηση ενός αριθμού επιχειρήσεων που αρνούνταν να δεχτούν τα εργατικά δικαιώματα. Η δημιουργία τους επεκτάθηκε και επιταχύνθηκε ως απάντηση στο σαμποτάζ και τις απεργίες που οργάνωναν οι εργοδοτικές οργανώσεις στην προσπάθεια αποσταθεροποίησης της κυβέρνησης Αλλιέντε. Κάθε κορδόνι ήταν μια ομάδα εργοστασίων που συντόνιζε τα καθήκοντα των εργατών στην ίδια ζώνη. Τη στιγμή του πραξικοπήματος που ανέτρεψε τον Αλλιέντε και την κυβέρνηση της Λαϊκής Ενότητας είχαν δημιουργηθεί και ήταν λειτουργικά 31 τέτοια κορδόνια.

Παγκοσμιοποίηση και προλεταριάτο (Μέρος 2) – πώς το χρέος και οι νόμοι εγγυώνται τους χαμηλούς μισθούς;

από το Agitations1,2

το κείμενο σε pdf

Είδαμε στο 1ο μέρος ότι στις δεκαετίες του 1980 και 1990 οι καπιταλιστές ενσωμάτωσαν στην αλυσίδα συσσώρευσής τους μάζες εργατών και εργατριών από τον Τρίτο Κόσμο. Θα δούμε τώρα πώς η παγκοσμιοποίηση δομείται με την χρέωση των φτωχών χωρών και την παρεμπόδιση της κυκλοφορίας των προλετάριων ώστε να δημιουργούνται ζώνες άθλια πληρωνόμενης εντατικής εργασίας.

Το τέλος του παλιού συμβιβασμού ανάμεσα στις τάξεις

Αυτό που συνέβαινε στις βιομηχανοποιημένες χώρες πριν την παγκοσμιοποίηση ήταν ο φορντισμός. Ο φορντισμός είναι τόσο ένα μοντέλο για την οργάνωση της παραγωγής όσο και ένας κοινωνικός συμβιβασμός. Εμφανίζεται στις Ηνωμένες Πολιτείες στη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και εξαφανίζεται με την αναδιάρθρωση-παγκοσμιοποίηση που ξεκίνησε τη δεκαετία του 1980. Ο φορντισμός είναι η εδραίωση μιας γραμμής συναρμολόγησης που χρησιμοποιεί πολλές μηχανές μαζί με μια απο-εξειδίκευση και έναν αυξημένο καταμερισμό της εργασίας, που καθιστά εφικτή μια τεράστια παραγωγή με πολύ χαμηλό κόστος.Έτσι, πολλά προϊόντα που κατασκευάζονται από τους προλετάριους είναι τώρα προσβάσιμα σ’ αυτούς (σπίτια, αυτοκίνητα κλπ.).

Ο φορντικός συμβιβασμός (συμβιβασμός, όπως καταλαβαίνουμε, ανάμεσα στους εργάτες/εργάτριες και τους καπιταλιστές) είναι λοιπόν μια σχετική ισοδυναμία ανάμεσα σ’ αυτό που παράγεται και σ’ αυτό που κατανώνεται από το προλεταριάτο για την αναπαραγωγή της εργατικής του δύναμης3. Δεν μπορούμε να μπούμε εδώ στις λεπτομέρειες της κρίσης του φορντισμού, απλά ας θυμόμαστε ότι η κρίση της δεκαετίας του 1970 κατέστησε αυτό το μοντέλο ξεπερασμένο. Και η παγκοσμιοποίηση κατέστησε την ισοδυναμία, που αναφέραμε παραπάνω, εντελώς παρωχημένη για το κεφάλαιο.

Έτσι, μαζί με την κρίση του φορντισμού, οι καπιταλιστές μετέφεραν ένα μέρος των βιομηχανιών του κέντρου (Ευρώπη, ΗΠΑ, Ιαπωνία) προς την περιφέρεια (ιδιαίτερα την Ασία). Αλλά ο διεθνής καταμερισμός της εργασίας στην εποχή της παγκοσμιοποίησης δεν είναι σε καμμιά περίπτωση ένα φυσικό φαινόμενο: είναι καρπός μιας ασύμμετρης δόμησης ανάμεσα στις χώρες του κέντρου και της χώρες της περιφέρειας μέσω του…χρέους.

Κρατικό χρέος και χαμηλοί μισθοί

Στη διάρκεια της δεκαετίας του 1970, οι Δυτικές τράπεζες, τονωμένες από το χρήμα του πετρελαίου, αύξησαν τον δανεισμό προς τις αναπτυσσόμενες χώρες. Πολλές φτωχές χώρες δανείστηκαν για να αγοράσουν μηχανικό εξοπλισμό απαραίτητο για την εκβιομηχάνισή τους. Οι χώρες αυτές θέλουν να πετύχουν μια ισχυρή εθνική παραγωγική ικανότητα ώστε να μην εξαρτώνται πλέον από τις εισαγωγές από τις πρώην αποικιακές δυνάμεις.

Αλλά έρχεται η κρίση του δεύτερου μισού της δεκαετίας του 1970 και, ιδού, το 1982 το Μεξικό γίνεται η πρώτη χώρα που ανακοινώνει ότι δεν είναι σε θέση να αποπληρώσει τα χρέη της.

Έτσι, στις αρχές της παγκοσμιοποίησης, ένα ιδιαίτερο στοιχείο είναι οι διαπραγματεύσεις για τη διαγραφή ενός μέρους του χρέους των χωρών του Τρίτου κόσμου. Αυτό είναι ένα από τα βασικά στοιχεία της αναδιάρθρωσης της καπιταλιστικής οικονομίας.

Πώς γίνεται αυτό;

Πράξη 1: Μια ομάδα ειδικών του ΔΝΤ (δηλαδή μια ομάδα υπερφιλελεύθερων οικονομολόγων) αποβιβάζονται σε μια χώρα. Κάνουν μια έκθεση που υποδεικνύει πόσο μέρος του χρέους μπορεί να παραγραφεί και, το πιο σημαντικό, τι πρέπει να γίνει ώστε να αποκατασταθεί η τοπική οικονομία.

Πράξη 2: Αυτές οι διαπραγματεύσεις είναι ανάμεσα στο ΔΝΤ, την Παγκόσμια Τράπεζα και το ενδιαφερόμενο κράτος. Συμφωνούν από κοινού για τις αναγκαίες οικονομικές μεταρρυθμίσεις. Αυτά είναι τα περιβόητα “Προγράμματα Δομικών Προσαρμογών”.

Πράξη 3: Οι κυβερνήσεις παίρνουν ακραία μέτρα λιτότητας σε βάρος των προλετάριων και των μικρών αγροτών. Σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, ιδιαίτερα στη Λατινική Αμερική, θα χρειαστεί όλη η τεχνογνωσία των στρατιωτικών δικτατοριών στην αστυνόμευση για να καταπιεί ο λαός το “χάπι”.

Και ποιες είναι αυτές οι “δομικές προσαρμογές”;

Για να διαγραφούν τα χρέη τους, τα κράτη του Τρίτου κόσμου λεηλατούνται από το ΔΝΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα, που είναι πλέον σε μια θέση ισχύος ώστε να επιβάλουν τις δομικές προσαρμογές. Αυτές είναι:

  • Ιδιωτικοποίηση της οικονομίας: ιδιαίτερα με μέτρα απορρύθμισης της τιμής της εργατικής δύναμης και κατάργησης των συλλογικών συμβάσεων. Καθώς και με μειώσεις στα κοινωνικά επιδόματα.

  • Η επιβολή και γενίκευση ενός υψηλού ΦΠΑ.

  • Ευνόηση της εκβιομηχάνισης της γεωργίας μέσω της απαλλοτρίωσης των μικρών καλλιεργειών και της προαγωγής της εξαγωγής των αγροτικών προϊόντων.

  • Εγκατάλειψη όλων των προστατευτικών μέτρων.

  • Σε γενικές γραμμές, προαγωγή της εξαγωγής βασικών προϊόντων (κυρίως αγροτικών προϊόντων και ορυκτών πρώτων υλών) Η παραγωγή περιορίζεται σε έναν συγκεκριμένο αριθμό απλών προϊόντων που απαιτούν περισσότερο άμεση εργασία παρά μηχανές, σε αντίθεση με τις μεσαίες ή προχωρημένες βιομηχανίες.

  • Για τον δημόσιο τομέα: μείωση του εργατικού δυναμικού, μείωση των μισθών, μείωση του κόστους εξοπλισμού, δραστική μείωση των προϋπολογισμών των κοινωνικών πολιτικών (υγεία, παιδεία, στέγαση…). Αυτό σημαίνει ότι το ΔΝΤ προήγαγε απλά και ξεκάθαρα το κλείσιμο από τα κράτη συγκεκριμένων σχολείων και νοσοκομείων!

  • Ιδιωτικοποίηση των δημόσιων επιχειρήσεων.

Με άλλα λόγια, πρόκειται για το τέλος του σχεδίου ανάπτυξης των χωρών του Τρίτου κόσμου με βάση το μοντέλο των Δυτικών χωρών. Με άλλα λόγια, της δημιουργίας ενός συστήματος συσσώρευσης εθνικού και αυτόνομου κεφαλαίου, στο οποίο η παραγωγή θα καταναλωνόταν από τον τοπικό πληθυσμό4. Το τέλος του φορντισμού στη Δύση είναι επίσης και το τέλος του μοντέλου της εθνοκεντρικής, αυτοδύναμης ανάπτυξης για της αναπτυσσόμενες χώρες5. Υπό την πίεση του χρέους οι αναπτυσσόμενες χώρες πρέπει να εγκαταλείψουν την εκβιομηχάνιση και την ανάπτυξη μηχανικού εξοπλισμού. Η ανάπτυξη βασίζεται, τότε, στο εξαιρετικά χαμηλό κόστος της εργασίας6.

Ενώ ένας αριθμός των φτωχών χωρών είχε νικήσει πρόσφατα τον αποικιακό ζυγό και επιδίωκε να χειραφετηθεί από τον ιμπεριαλισμό μέσα από την εθνική απελευθέρωση, το χρέος πιέζει εκ νέου για την αναδιάρθρωσή του σύμφωνα με φιλελεύθερα πρότυπα.

Το χρέος υποχρεώνει τις περισσότερες χώρες να δεχτούν την απορρύθμιση των όρων πώλησης της εργατικής δύναμης εις βάρος των εργατών.

Έτσι, στον φάκελό της για “Τα εργαστήρια της εκμετάλλευσης” η Le Monde Diplomatique του Ιανουαρίου του 1997 έγραψε:

Όταν οι χώρες του Νότου αναγκάζονται, από τους πλούσιες πιστωτές τους, να εξάγουν για να αποπληρώσουν τα χρέη τους, είναι δύσκολο να δούμε πώς θα μπορούσαν να απεμπολήσουν το μοναδικό συγκριτικό πλεονέκτημα που έχουν [δηλαδή το χαμηλό κόστος εργασίας]”7,8.

Αφού είναι το σταθερό κεφάλαιο (μηχανές, πρώτες ύλες) που ευθύνεται για το χρέος είναι, τότε, το μεταβλητό κεφάλαιο (οι μισθοί) που αναγκαστικά θα υποστεί την πίεση. Οι χώρες της περιφέρειας μπορούν να παράγουν κυρίως μέσω της απόσπασης απόλυτης υπεραξίας: αυτός που βασίζεται στο μεταβλητό κεφάλαιο αποτυγχάνει να εξοπλιστεί με σταθερό κεφάλαιο.

Αφού έχουμε δει τις συνέπειες του χρέους, ας δούμε και ένα άλλο κεντρικό μοχλό της παγκοσμιοποίησης: την απορρύθμιση της κινητικότητας9.

Το χρέος αλλά και ο νόμος εγγυώνται ότι οι μισθοί μειώνονται ακόμα περισσότερο

Όπως είδαμε πιο πριν, τα “προγράμματα δομικών προσαρμογών” επιβάλουν την ελεύθερη κίνηση του κεφαλαίου. Κεφάλαιο που προηγουμένως φορολογούνταν ή υπέκειτο σε ρυθμίσεις και περιορισμούς, τώρα, με την παγκοσμιοποίηση, κινείται ελεύθερα μεταξύ των παγκοσμίων ζωνών ελεύθερου εμπορίου. Όμως, αυτός ο φιλελευθερισμός υπάρχει μόνο για το κεφάλαιο: οι εργάτες δεν επωφελούνται από την ελεύθερη μετακίνηση αλλά, αντίθετα, βρίσκονται αντιμέτωποι με μέτρα περιορισμού της μετανάστευσης από τη δεκαετία του 197010.

Αυτή η αποσύνδεση ανάμεσα στα “υπερκινητικά κεφάλαια” και τους “εργάτες που δεν είναι ελεύθεροι να κυκλοφορούν” είναι η αιτία του ανταγωνισμού ανάμεσα στους προλετάριους11. Για να προσελκύσουν κεφάλαια, οι προλετάριοι θα πρέπει να δεχτούν ακόμα χαμηλότερους μισθούς. Αυτός ο εκβιασμός υπάρχει μόνο και μόνο επειδή υπάρχει απαγόρευση αναζήτησης ενός καλλίτερου μισθού κάπου αλλού12. Είναι αυτή η κούρσα του χαμηλότερου μισθού που ονομάζεται “κοινωνικό dumping”. Αντίθετα με ό,τι ισχυρίζονται οι Λε Πεν, Zémours και άλλοι εθνικιστές, οι περιορισμοί στη μετανάστευση και η επιτήρηση των συνόρων, μακράν του να αποτελούν μέτρα “αντιπαγκοσμιοποίησης”, συμβαδίζουν, αντίθετα, με την ελεύθερη κίνηση των κεφαλαίων και την υπερεκμετάλλευση των εργατών.

Η ελεύθερη μετακίνηση των κεφαλαίων εκφράζεται με μια άνιση δυνατότητα επενδύσεων μεταξύ των χωρών. Στις αναπτυγμένες χώρες οι εκροές του δείκτη FDI (Άμεσες Επενδύσεις στο Εξωτερικό, Investissements Directs à l’Étranger) είναι ξεκάθαρα μεγαλύτερες από τις εισροές (87,3% εκροές έναντι 58,6% εισροών) ενώ στις αναπτυσσόμενες χώρες η εθνική κατάσταση είναι η αντίστροφη (11,4% έναντι 36%)13.

Η τεχνολογική ανισομέρεια ζευγαρώνει με την χωρική ανισότητα

Η αδυναμία των χωρών της περιφέρειας να παράγουν τεχνολογία αιχμής, ή να εισάγουν αρκετή τέτοια ώστε να φτάσουν τα στάνταρ παραγωγικότητας του κέντρου, ενθαρρύνει τη διατήρηση των μισθών σε ακόμα πιο χαμηλό επίπεδο.

Σε μια παγκόσμια αγορά στην οποία υπάρχουν περισσότεροι εργάτες από εργασία, η απορρύθμιση της κινητικότητας προς όφελος του κεφαλαίου επιτρέπει στο κεφάλαιο να οργανώνει το κοινωνικό dumping σε παγκόσμιο επίπεδο. Το κεφάλαιο σταματά να εξελίσσεται σε περιορισμένες εθνικές περιοχές για να κινηθεί εκεί που η εργατική δύναμη είναι λιγότερο ακριβή. Έτσι το μερίδιο των μισθών στο παγκόσμιο εισόδημα μειώθηκε από το 65% στο 60% μεταξύ του 1990 και του 201014 παρά την αύξηση του ποσοστού των εργαζομένων στον παγκόσμιο πληθυσμό (από το 33% στο 42% μεταξύ του 1992 και του 2012 σύμφωνα με τον ΔΟΕ, τον Διεθνή Οργανισμό Εργασίας).

Η παγκοσμιοποίηση είναι ένα “ταρακούνημα” που αναδομεί το κεφάλαιο (συγκεντροποιώντας το), την εργασιακή διαδικασία (επανενσωματώνοντας την απόλυτη υπεραξία ως κινητήρια δύναμή της) και τον χώρο, δημιουργώντας μια ζωνοποίηση ασύμμετρων αλληλεξαρτήσεων15.

Σ’ αυτή την δυναμική της φιλελεύθερης αντεπανάστασης που είναι η παγκοσμιοποίηση, τα κράτη που βγήκαν από την αποικιοκρατία αναγκάζονται να απορρυθμίσουν τους τρόπους πώλησης της εργατικής δύναμης εναντίον του προλεταριάτου ώστε να προσελκύσουν κεφάλαια. Έτσι, οι ισχυρές ανισοτιμίες που προκύπτουν από την αποικιοκρατία διατηρούνται και εντείνονται, το προλεταριάτο στην περιφέρεια είναι παγιδευμένο σε μια μέγγενη μεταξύ χρέους, αδυναμίας να εξοπλιστεί και εμποδίων στην κυκλοφορία του. Ο διεθνής καταμερισμός της εργασίας, επικεντρωμένος στις εξαγωγές, οργανώνει, έτσι, τις χωρικές διαζεύξεις που εγγυώνται την αποσύνδεση μεταξύ των μισθών και της παραγωγικότητας.

2 Άρθρο που δημοσιεύθηκε αρχικά στον ιστότοπο: https://swaggcocos.wordpress.com.

3 Αυτό που λέμε εδώ είναι πολύ απλοποιημένο και συνεπώς μόνο εν μέρει σωστό· σε όλες τις χώρες στις οποίες κυριάρχησε ο φορντισμός ένα μεγάλο μέρος του προλεταριάτου ήταν αποκλεισμένο από έναν τέτοιο συμβιβασμό. Κυρίως εργάτες, συχνά μετανάστες, που οι βιωτικές και εργασιακές συνθήκες γι’ αυτούς ήταν εξαιρετικά επισφαλείς και σημαδεμένες από την υπερεκμετάλλευση.

4 Στμ. Από τις “εθνικές ζώνες συσσώρευσης” στο παγκοσμιοποιημένο δίκτυο.

5 Στμ. Και προφανώς αυτά τα δύο συνδέονται.

6 Στμ. Για παράδειγμα, σχετικά με τη σύνδεση του τέλους του φορντισμού και του μοντέλου της “αυτοδύναμης” ανάπτυξης: το εξαιρετικά χαμηλό κόστος εργασίας στις αναπτυσσόμενες χώρες είναι αναγκαία συνθήκη για να διατηρηθεί το σχετικά υψηλό κόστος της εργατικής δύναμης στις αναπτυγμένες χώρες της Δύσης μετά το τέλος του φορντικού συμβολαίου. Στη Δύση το κόστος εργασίας καθηλώνεται αλλά δεν μειώνεται δραματικά (τουλάχιστον μέχρι το ξέσπασμα της κρίσης του 2007-2008) ένα μέρος δε της μη-αύξησης καλύπτεται από τον ιδιωτικό δανεισμό των νοικοκυριών. Προφανώς, λέγοντας Δύση, η περίπτωση της Ελλάδας έχει αρκετές ιδιομορφίες, θεωρούμενη συνολικά στη διάρκεια των τελευταίων 45 χρόνων της καπιταλιστιστικής αναδιάρθρωσης, που συμπίπτει με τη “Μεταπολίτευση”, η οποία είναι, από συγκεκριμένες απόψεις η ελληνική εκδοχή της αναδιάρθρωσης στην οποιία διατηρούνται ακόμα στοιχεία “αναπτυσσόμενης” χώρας. Στη Δύση μηχανισμοί μείωσης του εργατικού κόστους είναι βέβαια η διάδοση της επισφάλειας, η εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης των μεταναστών κλπ.

7 Προσπερνάμε το γεγονός ότι η Le Monde Diplomatique ξεχνά πως στις χώρες της περιφέρειας υπάρχουν επίσης καπιταλιστές και ότι δεν είναι κάτω από την πίεση μερικών πιστωτών που μπαίνουν στη διαδικασία να εκμεταλλεύονται τους προλετάριους.

8 Στμ. Το σχόλιο αυτό είναι ενδεικτικό ότι τα συντρόφια του Agitations, αν και σε μερικά σημεία μοιάζει έτσι (πχ. το ζήτημα του “εξαναγκασμού” των χρεωμένων χωρών να αποδεχτούν τις δομικές προσαρμογές), δεν υιοθετούν τη λογική της “Χρεοκρατίας”, τόσο προσφιλή στην αριστερά και στην ευρύτερη λαϊκιστική θεώρηση της κρίσης, όπως ξέρουμε και από τα καθ’ ημάς (επιτροπές λογιστικού ελέγχου και τα αστέρια οικονομολόγοι του ΣΥΡΙΖΑ έχτισαν καριέρα πάνω στο ζήτημα).

9 Στμ. Πολιτικές ποινικοποίησης, ελέγχου και αποτροπής της μετανάστευσης.

10 Θυμηθείτε ότι ένα μείζον τμήμα της μετανάστευσης σε μεγάλες αποστάσεις ήταν εξαναγκαστικό τον 18ο αιώνα (σκλαβιά, αποικίες ποινικών, στρατιωτικές αποικίες). Έγινε σχεδόν ελεύθερη τον 19ο αιώνα ενώ σχεδόν ενθαρρύνθηκε τη δεκαετία του 1960. Τότε, η διηπειρωτική μετανάστευση περιορίστηκε από την κρίση της δεκαετίας του 1970 για να απαγορευτεί τελικά για ένα μεγάλο τμήμα του παγκόσμιου προλεταριάτου.

11 Στμ. Η παρατήρηση είναι εξαιρετικά κρίσιμη γιατί, όπως σχολιάζουμε και στην επόμενη υποσημείωση, η εργατίστικη αντίληψη βλέποντας στους μετανάστες προλετάριους απλά μια πηγή φτηνής εργατικής δύναμης και όχι αυτό που είναι το κρίσιμο, δηλαδή την αιτία όξυνσης του ανταγωνισμού μεταξύ των προλετάριων, αποτυγχάνει να δει την πραγματικότητα των ενδοπρολεταριακών ανταγωνισμών και διαιρέσεων που είναι καθοριστικό στοιχείο της συγκρότησης της τάξης στην φάση αυτή του αναδιαρθρωμένου καπιταλισμού. Αυτή η δυσκολία για την εργατίστικη αντίληψη συνδέεται βέβαια με την “αγιογράφηση” της εργατικής τάξης ως μιας λίγο-πολύ ομοιογενούς πραγματικότητας. Έτσι η αντίληψη αυτή δεν μπορεί να δει ότι ο ανταγωνισμός που παράγεται από τον εκβιασμό που ασκείται στο προλεταριάτο μέσα από τον έλεγχο της κινητικότητας των μεταναστών (δηλαδή αυτό που λέμε “παρανομοποίηση” των μεταναστών, που είναι η πηγή της δυνατότητας υπερεκμετάλλευσής τους) δεν “ρίχνει” απλά τα μεροκάματα, αλλά έχει ως πολύ απτές υλικές συνέπειες βαθιές διαιρέσεις εντός του προλεταριάτου, κορυφαία έκφραση των οποίων είναι η όξυνση του ρατσισμού και του εθνικισμού στις χώρες της Δύσης, που δεν αποτελούν γνωρίσματα μόνο των “μικροαστών” αλλά εκφράζονται και από μεγάλα κομμάτια της ντόπιας εργατικής τάξης, ακόμα και μεταναστών εργατών που έχουν ενσωματωθεί στον εθνικό κορμό αυτών των χωρών.

12 Στμ. Ακριβώς. Γι’ αυτό και είναι ελλιπής και προβληματική η εργατίστικη θέση που βλέπει απλά όλους τους μετανάστες ως δυνάμει φτηνή εργατική δύναμη. Τα αναπτυγμένα κράτη επιβάλουν αντιμεταναστευτικές νομοθεσίες για να πετυχαίνουν μια λεπτή συνθήκη ημιπερατότητας των συνόρων τους όσον αφορά την ελευθερία κίνησης του προλεταριάτου, δηλαδή να επιτρέπουν την αναζήτηση καλλίτερου μισθού μόνο σε όσους μετανάστες προλετάριους χρειάζεται ώστε αφενός να διατηρείται ο εκβιασμός στους ντόπιους προλετάριους αλλά και ταυτόχρονα να διατηρείται το χαμηλό κόστος της εργατικής δύναμης στην περιφέρεια. Οι μετανάστες προσπαθούν να ξεφύγουν από τις συνθήκες υπερεκμετάλλευσης στην περιφέρεια και να πάνε από τις περιοχές χαμηλότερης αξίας της εργατικής τους δύναμης σ’ αυτές υψηλότερης. Αυτή η δυναμική είναι, όμως, μια δομική αντίφαση του αναδιαρθρωμένου κεφαλαίου σε κρίση (αφού όπως είπαμε πριν πρέπει να υπάρχει μια πολύ λεπτή “ισορροπία” στις διαφορές της αξίας της εργατικής δύναμης, ώστε να μην τείνουν να εξισωθούν, τάση που, στην πραγματικότητα, δεν είναι παρά η άλλη όψη της τάσης για την εξίσωση των ποσοστών κέρδους) που συναρθρώνεται ακριβώς πάνω στην έννοια των πλεοναζόντων προλεταριακών πληθυσμών και ενός πολυεθνικού προλεταριάτου με έντονες εσωτερικές διαιρέσεις και ανταγωνισμούς. Οι αντιμεταναστευτικές πολιτικές των κρατών δεν είναι, λοιπόν, παρά η διαχείριση από την πλευρά του Κράτους, με νομικά και κυριολεκτικά όπλα, της προσπάθειας του κεφαλαίου να αντιστρέψει την τάση εξίσωσης των ποσοστών κέρδους (που είναι αναγκαστικά προς τα κάτω). Κράτος και κεφάλαιο στοχεύουν, μέσω φίλτρων διαλογής και ελέγχου της μετακίνησης των προλετάριων, στην εντατικοποίηση του ανταγωνισμού μεταξύ των προλετάριων για τις τιμές πώλησης της εργατικής τους δύναμης, διατηρώντας επαρκείς διαφορές στις τιμές αυτές, και συνεπώς στην όξυνση των αντιθέσεων και διαιρέσεων εντός του προλεταριάτου.

13 Οι αριθμοί είναι για το 2004 και προέρχονται από τη Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη (CNUCED, Παγκόσμια έκθεση επενδύσεων, 2005 (στα Αγγλικά).

14 Οι αριθμοί από τη μελέτη του Stockammer Why have wage shares fallen?” (“Γιατί έχει πέσει το μερίδιο των μισθών;”) για τον ΔΟΕ.

15 Στμ. Αντί των απλουστευτικών επικλήσεων του ιμπεριαλισμού, αυτό που έχουμε είναι ένα πλέγμα, ένα δίκτυο ζωνών συσσώρευσης σε σχέση ασύμμετρης αλληλεξάρτησης.

Παγκοσμιοποίηση και προλεταριάτο (Μέρος 1) – η αναδιάρθρωση του καπιταλισμού

από το Agitations1

το κείμενο σε pdf

Στο τέλος του 20ου αιώνα, ο καπιταλισμός έχει αναδομηθεί, επεκτείνοντας το ελεύθερο εμπόριο σε μια κλίμακα άγνωστη μέχρι τώρα: αυτήν ολόκληρου του κόσμου. Καθώς κολυμπάμε σε μια παγκόσμια εξαγωγική οικονομία, ας δούμε από πιο κοντά γιατί και πώς συνέβη η παγκοσμιοποίηση.

Ένα παγκόσμιο σύστημα εκμετάλλευσης

Στη δεκαετία του 1970, το τέλος της λαμπρής τριακονταετίας άρχισε να γίνεται σοβαρά αισθητό. Ενώ ο φορντιστικός συμβιβασμός εγγυώνταν στους εργάτες ένα βιωτικό επίπεδο που ακολουθούσε τα ωφέλη από την αύξηση της παραγωγικότητας στον κλάδο τους, αυτό το μοντέλο έγινε παρωχημένο. Αυτή είναι η κρίση: τα ποσοστά κέρδους είναι καθηλωμένα, η ενέργεια κοστίζει περισσότερο, με λίγα λόγια η απεριόριστη ανάπτυξη του καπιταλισμού στη διάρκεια της λαμπής τριακονταετίας ξεμένει από “καύσιμο” στις βιομηχανοποιημένες χώρες.

Όμως, στα τέλη της δεκαετίας του 1980, η πτώση του σοβιετικού μπλοκ έβαλε τέλος στη διαίρεση του κόσμου σε δυο ξεχωριστές περιοχές συσσώρευσης (καπιταλιστική εναντίον της “σοσιαλιστικής”). Είναι ένα θεόσταλτο δώρο για τους καπιταλιστές των χωρών του κέντρου: ενώ, από την κρίση κι ύστερα, ήταν λιγότερο κερδοφόρο να συνεχίσουν να παράγουν και να πουλάνε μεταξύ των πλουσίων χωρών (ΗΠΑ, Δυτική Ευρώπη και Ιαπωνία), αναδιοργάνωσαν την εργασιακή διαδικασία για να την επεκτείνουν σε μια κλίμακα άγνωστη μέχρι τότε, αυτήν ολόκληρου του κόσμου.

Με την πτώση της ΕΣΣΔ, η οικονομία της αγοράς κατακτά και τα τελευταία εδάφη στα οποία συναντούσε αντίσταση· ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής μεταβάλλεται, έτσι, σε ένα παγκόσμιο σύστημα εκμετάλλευσης. Είναι αυτό που τώρα είναι κοινά γνωστό ως παγκοσμιοποίηση.

Η δεκαετία του 1990 ήταν μια φιλελεύθερη αντεπανάσταση: ήταν η πένθιμη κωδωνοκρουσία για τις εθνικές και προστατευτικές αγορές: σ’ ολόκληρο τον κόσμο τώρα δουλεύουμε και πουλάμε για εξαγωγές. Μεταξύ του 1990 και του 2010 ο αριθμός των προλετάριων που ενσωματώθηκαν άμεσα στο κύκλωμα της παγκόσμιας συσσώρευσης (με άλλα λόγια, που δουλεύουν σε έναν εξαγωγικό τομέα) αυξήθηκε κατά 190% στις αναδυόμενες χώρες και κατά 46% στις πιο αναπτυγμένες2. Η Γαλλία πολλαπλασίασε τις εισαγωγές προϊόντων κατασκευασμένων στις αναπτυσσόμενες χώρες κατά 2,5 φορές μεταξύ του 1989 και του 20033.

Η ανάδυση ενός παγκόσμιου προλεταριάτου και μιας παγκόσμιας αγοράς συνοδεύεται από μια αύξηση της μισθωτής εργασίας. Το ποσοστό των μισθωτών στον παγκόσμιο πληρθυσμό αυξήθηκε από το 33% στο 42% μεταξύ του 1992 και του 20124. Παράλληλα, το ποσοστό των ξένων άμεσων επενδύσεων (FDI) αυξάνει εκρηκτικά προς το τέλος της δεκαετίας του 1980. Σύμφωνα με την CNUCED5, πρακτικά διπλασιάστηκε από το 1986 μέχρι το 2000.

Η αναδιάρθρωση της οικονομίας, με την επέκτασή της σε παγκόσμια κλίμακα, αναδιοργανώνεται σε αρκετά σημεία. Από τη μια πλευρά, οι καπιταλιστές αυξάνουν τις παραγωγικές δυνατότητες εξοπλιζόμενοι με πιο αποτελεσματικές μηχανές: πρόκειται για την συγκέντρωση του κεφαλαίου. Στη συνέχεια, συγχωνεύουν τις εταιρείες ώστε να φτιάξουν μεγα-πολυεθνικές: αυτή είναι η συγκεντροποίηση του κεφαλαίου. Τέλος, οργανώνουν την εργασία σε μια παγκόσμια κλίμακα: αυτός είναι ο παγκόσμιος καταμερισμός εργασίας. Ας τα δούμε όλα αυτά από λίγο πιο κοντά:

Η συγκέντρωση και η συγκεντροποίηση του κεφαλαίου

Μετά τον φορντικό συμβιβασμό, τα αφεντικά χρησιμοποίησαν την υψηλή συγκέντρωση του κεφαλαίου: επένδυσαν περισσότερα σε αποτελεσματικές μηχανές, κάτι που επιτρέπει στους εργαζόμενους να παράγουν περισσότερο στον ίδιο εργάσιμο χρόνο. Αυτή η τάση ενισχύεται ακόμα περισσότερο στις πλούσιες χώρες στη διάρκεια της παγκοσμιοποίησης6.

Συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, συγχώνευση των πολυεθνικών αλλά, πάνω απ’ όλα, ένας πλανητικός καταμερισμός εργασίας: η αντίθεση Κέντρο/Περιφέρεια

Σ’ αυτή τη συγκέντρωση του κεφαλαίου πρέπει να προστεθεί και η συγκεντροποίησή του: το 2007 οι συγχωνεύσεις και εξαγορές ανήλθαν σε 4.500 δισεκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως, από τα οποία τα 3.400 δισεκατομμύρια στις ΗΠΑ και την Ευρώπη7. Αυτή η συγκεντροποίηση εταιρειών οδηγούν στην συγκεντροποίηση και του ανθρώπινου και του υλικού τους κεφαλαίου: οι συγχωνεύσεις αυτές εξαφανίζουν τους πλεονάζοντες (με άλλα λόγια τους προλετάριους: τις περισσότερες φορές, μετά την συγχώνευση δυο εταιρειών, δεν υπάρχει ανάγκη για δύο άτομα για το ίδιο καθήκον). Όσο πιο συγκεντροποιημένο είναι το κεφάλαιο τόσο περισσότερο κέρδος μπορεί να παράγει με λιγότερους απασχολούμενους. Στην ίδια χρονιά, το 2007, ο ρυθμός ανάπτυξης παγκόσμια ήταν 5,2% αλλά το ποσοστό αύξησης του αριθμού των απασχολούμενων ήταν μόνο 1,6%8.

Μετά την αποαποικιοποίηση, οι φτωχές χώρες δανείστηκαν για την εκβιομηχάνισή τους και για να υλοποιήσουν τα οικονομικά αναπτυξιακά τους σχέδια: αγόρασαν μηχανήματα (μέσα παραγωγής) από τις βιομηχανοποιημένες χώρες9. Αυτό το σύστημα, που εφαρμόστηκε στην μετααποικιοκρατική περίοδο, μπήκε σε κρίση στο τέλος της δεκαετίας του 1970: ο δανεισμός των περιφερειακών χωρών για την επιδότηση της εισαγωγής μέσων παραγωγής από τις χώρες του ΟΑΣΑ έγινε αδύνατος. Οι τιμές των μηχανημάτων αυξάνονται και οι χώρες, που δανείζονταν για να τα εισάγουν, κατέστησαν μη αξιόχρεες. Αναγκάζονται να δεχτούν προγράμματα ελεύθερου εμπορίου με τις αναπτυγμένες χώρες. Όμως, η βιομηχανική παραγωγή των αναπτυγμένων χωρών είναι πολύ πιο ανταγωνιστική από αυτήν των χωρών της περιφέρειας, κάτι που διαλύει τις τοπικές αγορές των δεύτερων. Τρεις ζώνες διαμορφώνουν τον καινούριο παγκόσμιο χάρτη: Κέντρο, Περιφέρεια και Ζώνες Κρίσης.

Στην παγκοσμιοποίηση, που ακολουθεί αυτή την περίοδο, πέρα από τα κέρδη στην παραγωγικότητα, είναι και η επιμήκυνση της εργάσιμης μέρας που αποτελεί όλο και περισσότερο στόχο για την αύξηση της κερδοφορίας, η επιδείνωση των συνθηκών ζωής και εργασίας, η μείωση της ηλικίας εισόδου στην εργασία…με λίγα λόγια, προτιμούνται οι μέθοδοι που συνδέονται με την απόσπαση απόλυτης υπεραξίας.

Η σύσταση των χαμηλά αμοιβόμενων προλεταριακών στρατιών στον Τρίτο κόσμο συνόδευσε μεγάλες μετατοπίσεις από το κέντρο στην περιφέρεια στις δεκαετίες του 1980 και 1990. Αυτό έγινε εφικτό με την εξαφάνιση μέρους του αγροτικού πληθυσμού και την έξοδο από τις αγροτικές επαρχίες.

Έτσι, η ανταλλαγή βιομηχανικών αγαθών/πρώτων υλών μεταξύ του Κέντρου και της Περιφέρειας δίνει τη θέση της στην ανταλλαγή πιο διαφοροποιημένων προϊόντων και μέρος του παγκόσμιου “εργαστηρίου” μεταφέρεται από το Κέντρο στην Περιφέρεια.

Η παγκόσμια βιομηχανική παραγωγή δεν περιορίζεται μόνο στο κέντρο, επεκτείνεται (ιδιαίτερα στην Ασία) αλλά διατηρώντας ιδιαιτερότητες στην παραγωγή σύμφωνα με τις παλιές ζώνες. Σ’ αυτήν την πολυπολική περιοχή παραγωγής, οι κεντρικές χώρες διατηρούν την υψηλή τεχνολογία και τις περισσότερες από τις βιομηχανίες υψηλής απόδοσης, ενώ οι αναδυόμενες χώρες εξάγουν βιομηχανικά προϊόντα με μικρότερη προστιθέμενη αξία.

Οι πολυεθνικές εταιρείες αναπτύσσουν, στη συνέχεια, στρατηγικές κατάτμησης της παραγωγής ώστε να επωφεληθούν από τα πλεονεκτήματα κάθε χώρας στην οποία εγκαθίστανται. Γενικά αυτό σημαίνει έρευνα και τεχνογνωσία στο κέντρο και χαμηλό κόστος εργασίας στην περιφέρεια.

Αν ο παγκόσμιος καταμερισμός εργασίας διαδοθεί σ’ολόκληρο τον κόσμο, αυτός [ο κόσμος] δομείται πάνω σε μια άνιση ανταλλαγή:

Για παράδειγμα, η Ευρωπαϊκή Ένωση, χάρις στον υπερεξοπλισμό της σε υψηλή τεχνολογία και την αποτελεσματική της υποδομή, παράγει περισσότερα από την Κίνα αν και ο [ενεργός] πληθυσμός της Κίνας είναι 6 φορές μεγαλύτερος από αυτόν της Ευρώπης10. Παρά τις μεγάλες ξένες επενδύσεις, η Κίνα έχει ακόμα μια πολύ μικρή παραγωγικότητα. Είναι το χαμηλό κόστος της εργασίας στην Κίνα που γίνεται τροχοπέδη11. Οι καπιταλιστές κάνουν γρήγορα τα μαθηματικά τους: ένας στρατός χαμηλά αμειβόμενων εργατών είναι πιο κερδοφόρος από κοστοβόρες μηχανές12.

Έτσι οι χώρες του κέντρου παραμένουν πάντα ανταγωνιστικές. Για παράδειγμα, για τη Γερμανία οι εξαγωγές προϊόντων υψηλής ποιότητας που εξάγει αποτελούν το 53,8% των συνολικών εξαγωγών της και μόνο το 39,2% των εισαγωγών της, ενώ, μέσα στην ίδια την ΕΕ, σε μια περιφειακή χώρα, όπως η Ελλάδα, αυτή η αναλογία είναι 23,2% επί των εξαγωγών και 39,6% επί των εισαγωγών αντίστοιχα13.

Η παγκοσμιοποίηση είναι μια φιλελεύθερη αντεπανάσταση: αντιμέτωποι με την πτώση του ποσοστού κέρδους, οι καπιταλιστές αναδιαρθρώνουν σε παγκόσμιο επίπεδο τη διαδικασία παραγωγής προς όφελός τους. Η κατάργηση των δασμολογικών συνόρων επέτρεψε την αύξηση της μάζας των προϊόντων που πουλάνε, την ίδια στιγμή που επεκτείνει την εργασιακή δύναμη. Η ενσωμάτωση στην αλυσίδα της καπιταλιστικής συσσώρευσης των μαζών των εργατ(ρ)ιών του Τρίτου Κόσμου αντανακλάται στην γενίκευση της υποαμοιβόμενης εργασίας, που προορίζεται να παράγει για εξαγωγές.

Έτσι το τέλος του φορντισμού στις βιομηχανοποιημένες χώρες εγκαινιάζει το τέλος του μοντέλου ανάπτυξης των αναπτυσσόμενων χωρών με επίκεντρο τις ίδιες. Ο διεθνής καταμερισμός της εργασίας μετασχηματίζει τον κόσμο σε διαφορετικές περοχές/ζώνες της διαδικασίας παραγωγής και πώλησης: κέντρο, περιφέρεια και στην περιφέρεια της περιφέρειας, ζώνες κρίσης.

Θα δούμε πιο λεπτομερειακά στο επόμενο άρθρο πώς οι φτωχές χώρες έχουν αναγκαστεί να αναπτυχθούν μέσω του υπερ-φιλελευθερισμού και πώς η δομή του χρέους καθιστά άνισο το εμπόριο μεταξύ χωρών.

Λίγο λεξιλόγιο:

Όπως είδαμε παραπάνω, η αναδιάρθρωση του κεφαλαίου απαιτεί συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου στις χώρες του κέντρου ενώ οι χώρες της περιφέρειας δεν μπορούν να εξοπλιστούν τεχνολογικά οι ίδιες. Τέτοιες συγκεντρώσεις κεφαλαίου είναι καθοριστικές στην ακραία παγκόσμια πόλωση ανάμεσα στην απόλυτη υπεραξία (στην περιφέρεια) και στην σχετική υπεραξία (στο κέντρο)14. Ας ρίξουμε μια πιο προσεκτική ματιά:

Η κυριαρχία της σχετικής υπεραξίας

Είναι η εργασία και μόνο που κάνει τα εμπορεύματα να έχουν μια αξία που τους επιτρέπει να ανταλλαχθούν. Η εργασία γίνεται όμως πιο παραγωγική αν χρησιμοποιεί πιο παραγωγικές μηχανές. Ο εργάτης θα είναι τότε ικανός να παράγει περισσότερο στον ίδιο εργάσιμο χρόνο και κυρίως με τον ίδιο μισθό.

Για παράδειγμα, αν η Σάντρα παράγει κόκα-κόλα αξίας 30 ευρώ σε μια ώρα δουλειάς μ’ ένα σκατομηχάνημα και για έναν μισθό 10 ευρώ/ώρα, το αφεντικό της θα καταγράφει ένα κέρδος 30-10 = 20 ευρώ. Με μια πιο αποδοτική μηχανή, η Σάντρα θα μπορεί να παράγει κόκα-κόλα αξίας μέχρι 100 ευρώ αλλά ο μισθός της θα παραμείνει 10 ευρώ/ώρα. Έτσι το αφεντικό της θα αυξήσει το κέρδος του από τα 20 στα 90 ευρώ. Θα μιλάμε για σχετική υπεραξία.

Είναι φανερό ότι αυτά τα ωφέλη σε παραγωγικότητα προκύπτουν χάρις στα μηχανήματα και συνεπώς χρειάζονται όλο και λιγότερους εργάτες. Έτσι η βιομηχανική παραγωγή αυξήθηκε κατά 25% από το 1994 μέχρι το 2004 στην ευρωζώνη και κατά 40% στις ΗΠΑ ενώ οι θέσεις εργασίας στη βιομηχανία μειώθηκαν κατά 15% στη Γερμανία και τις ΗΠΑ και κατά 7,5% στη Γαλλία15.

ενσωματώνει την απόλυτη υπεραξία

Αν η εκμετάλλευση, όσον αφορά την απόσπαση σχετικής υπεραξίας, εντατικοποιείται στις πιο αναπτυγμένες χώρες, η παγκοσμιοποίηση ενσωματώνει επίσης και μορφές απόσπασης απόλυτης υπεραξίας. Αυτό οφείλεται στην αύξηση του χρόνου εργασίας χωρίς αύξηση στον μισθό.

Η Σάντρα που πληρώνεται 10 ευρώ/ώρα για την παραγωγή κόκα-κόλα αξίας 30 ευρώ θα πληρωθεί και πάλι 10 ευρώ για 2 ώρες δουλειάς, παράγοντας κόκα-κόλα αξίας 2 επί 30 = 60 ευρώ. Αυτό δίνει μια απόλυτη υπεραξία 60-10=50 ευρώ.

Σύμφωνα με τον ΟΑΣΑ, το 2009 σχεδόν το 60% του παγκόσμιου πληθυσμού δουλεύει στη μαύρη οικονομία16. Με άλλα λόγια σε μορφές εργασίας που εφαρμόζονται ιδιαίτερα σε καταστάσεις στις οποίες η εκμετάλλευση βασίζεται στην απόσπαση απόλυτης υπεραξίας. Σ’ αυτή την περίπτωση, οι καπιταλιστές παίζουν περισσότερο με τη διάρκεια του εργάσιμου χρόνου παρά με τα ωφέλη της παραγωγικότητας. Ένα άλλο σύμπτωμα της απόσπασης απόλυτης υπεραξίας είναι η εκμετάλλευση 168 εκατομμυρίων παιδιών σ’ ολόκληρο τον κόσμο17.

Με την απόσπαση σχετικής υπεραξίας η εξαφάνιση της ανθρώπινης εργασίας από την τεχνολογία οδηγεί στην πτώση του ποσοστού κέρδους, αφού μόνο η εργασία προσθέτει υπεραξία στα εμπορεύματα (δηλαδή μια αξία επιπλέον του κόστους παραγωγής που επενδύεται από τους καπιταλιστές). Η ενσωμάτωση ενός τμήματος ωφέλους απόλυτης υπεραξίας εξουδετερώνει εν μέρει αυτή την πτώση του ποσοστού κέρδους.

Για να προχωρήσετε περισσότερο:

La classe productrice de Plus-Value à l’échelle mondiale”, (“Η τάξη που παράγει την υπεραξία σε παγκόσμιο επίπεδο”), Gérard Bad, Echange n°146 και n°148, 2014. Τα άρθρα μπορούν να βρεθούν στο web εδώ κι εδώ.

2 Σύμφωνα με το ΔΝΤ (Διεθνές Νομισματικό Ταμείο).

3 C. Mathieu και H. Sterdyniak, “Délocalisation en France, Que faire?”, l’économie française 2007, FNSP/OFCE, La Découverte, 2006.

4 Αριθμοί του Διεθνούς Οργανισμού Εργασίας, ΔΟΕ (στα γαλλικά: OIT, Organisation internationale du Travail).

5 Στμ. CNUCED (Conférence des Nations unies sur le commerce et le développement) το ακρωνύμιο στα γαλλικά της Διάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη, η διάσκεψη στο πλαίσιο του ΟΗΕ που στοχεύει στην ανάπτυξη και άλλα συναφή ζητήματα στους τομείς του εμπορίου, της οικονομίας, της τεχνολογίας, των επενδύσεων και της αειφόρου ανάπτυξης.

6 Συνεπώς, αντισταθμίζουν την πτώση στα ποσοστά κέρδους αυξάνοντας την όγκο των εμπορευμάτων που παράγονται και πουλιούνται (τη μάζα του κέρδους): η μείωση της πτώσης των ποσοστών κέρδους απαιτεί μια αύξηση στην παραγωγή. Το αφεντικό δεν αυξάνει το ποσοστό κέρδους του (αφού δεν μεγαλώνει το κέρδος για κάθε μπουκάλι που πουλιέται) αλλά αυξάνει τη μάζα του κέρδους (τον αριθμό των μπουκαλιών που πουλήθηκαν).

7 Άρθρο στην εφημερίδα Le Monde.

8 Οι αριθμοί αυτοί προέρχονται από μια μελέτη που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Le Figaro στις 24 Ιανουαρίου 2008.

9 Υπάρχει μια άνιση ανταλλαγή επειδή το κέντρο εξάγει, χρησιμοποιώντας τα μέσα παραγωγής που έχει αναπτύξει, ένα κουτάκι κόκα-κόλα που η Σάντρα έφτιαξε σε 5 λεπτά σε μια από τις χώρες της περιφέρειας, οι οποίες, “ως επιστροφή”, εξάγουν μια κόκα-κόλα που κατασκευάστηκε σε 2 ώρες στο Κέντρο, κι αυτό στην ίδια τιμή με την κόκα-κόλα της Σάντρα. Επιπλέον, εξαγωγές από χώρες που επωφελούνται από την τεχνολογία του Κέντρου χρησιμοποιούνται κυρίως για την αποπληρωμή χρεών προς τους δανειστές από αυτές τις ίδιες χώρες του Κέντρου.

10 Ο [εργασιακά] ενεργός πληθυσμός στην ευρωζώνη είναι 159 εκατομμύρια έναντι 919 εκατομμυρίων στην Κίνα.

11 Στμ. Τροχοπέδη στην ανάπτυξη της παραγωγικότητας, εννοείται, ακριβώς επειδή, όπως γράφεται και στη συνέχεια: “ένας στρατός χαμηλά αμειβόμενων εργατών είναι πιο κερδοφόρος από κοστοβόρες μηχανές”.

12 Αυτός δεν είναι ο μόνος λόγος για τη χαμηλή παραγωγικότητα της Κίνας. Ακόμα και ο ίδιος ο μηχανολογικός εξοπλισμός που αναπτύσσεται μπορεί να είναι χαμηλής παραγωγικότητας αν τα προϊόντα που παράγονται δεν μπορούν να πουληθούν. Αυτή είναι μια κατάσταση υπο-κατανάλωσης στην οποία θα επιστρέψουμε στο τελευταίο επεισόδιο με τίτλο “Η κρίση της παγκοσμιοποίησης”.

13 M. Freudenberg και L. Fontagne, Frontière de recherche dans le commerce de l’intra-industrie, (“Η αιχμή της έρευνας στο ενδοβιομηχανικό εμπόριο”), Palgrave, 2002.

14 Στμ. Πρόκειται για τις ζώνες συσσώρευσης που χαρακτηρίζονται από τις διαφορές δυναμικού στις “ροές” κεφαλαίου-εργασίας, την τάση εξίσωσης του βαθμού εκμετάλλευσης, δηλαδή της απόσπασης υπεραξίας, αντίφαση που θεωρούμε ότι υπονομεύει την παραπέρα επέκταση του κεφαλαίου.

15 P. Artus et M-P. Virard, Le capitalisme est en train de s’autodétruire, (“Ο καπιταλισμός αυτοκαταστρέφεται”), Paris, La découverte, 2005, σσ. 22 και 27.

16 Έκθεση του ΟΑΣΑ που παρατίθεται σε ένα άρθρο της La Croix.

17 Η Έκθεση του ΔΟΕ για το 2013 που παρατίθεται στην Le Figaro.

Ο Μαρξ και η κριτική της πολιτικής οικονομίας (επεισόδιο 3)

από το Agitations1

το κείμενο σε pdf

Τρίτο και τελευταίο επεισόδιο της σειράς άρθρων που είναι αφιερωμένη στην κριτική της πολιτικής οικονομίας από τον Μαρξ (επεισόδιο 1 και επεισόδιο 2). Μέχρι στιγμής, έχει συζητηθεί μόνο η ανάλυση της θεωρίας της αξίας και της εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης στη διαδικασία της άμεσης παραγωγής. Τα συμπεράσματα των προηγουμένων επεισοδίων μπορούν να συνοψιστούν στα εξής δύο σημεία:

  • Η μορφή-εμπόρευμα είναι η ενότητα μιας αξίας χρήσης και μιας αξίας, αξίας που είναι έκφραση της αφηρημένης εργασίας.

  • Υπό τον καπιταλισμό, η υπερεργασία παίρνει τη μορφή υπεραξίας. Αυτή μπορεί να διακριθεί σε απόλυτη και σε σχετική υπεραξία.

Επιτρέψτε μας να προσθέσουμε ότι αυτή η δεύτερη πρόταση μάς υποδεικνύει ότι δεν μπορεί κανείς να καταλάβει πραγματικά την εκμετάλλευση υπό τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής χωρίς να εμπλέξει μια θεωρία της αξίας. Πραγματικά, η έννοια της υπεραξίας δεν δεικνύει τίποτα άλλο από την ιδιαίτερη φύση της αξίας που παράγεται από τους προλετάριους προς όφελος των καπιταλιστών. Αν, όμως, μείνουμε μόνο σε αυτές τις κατηγορίες, δεν μπορούμε να φτάσουμε σε μια πλήρη θεωρία της κοινωνικής ολότητας που συνιστά ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγς. Δεν μπορούμε να καταλάβουμε τις κατηγορίες με τις οποίες οι ίδιοι οι καπιταλιστές σκέφτονται τον κόσμο στον οποίο ζούν. Όπως έχουμε δει, οι διαδικασίες που περιγράφονται από την μαρξική θεωρία της αξίας λαμβάνουν χώρα “πίσω από την πλάτη των υποκειμένων” (δείτε Μέρος Ι). Για να ολοκληρωθεί η θεωρία σημαίνει, λοιπόν, να πάμε πίσω σ’ αυτό που συμβαίνει στη συνείδηση των πρωταγωνιστών, σημαίνει, για παράδειγμα, να κατανοήσουμε τις πραγματικότητες που συγκροτούν έννοιες που κινητοποιούνται από τους ίδιους τους καπιταλιστές, έννοιες όπως το “κόστος παραγωγής”, το “ποσοστό κέρδους” ή η “τιμή παραγωγής”. Τότε, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με καινούρια προβλήματα. Το πρώτο είναι ο λόγος ανάμεσα στο ποσοστό της υπεραξίας και το ποσοστό κέρδους. Το δεύτερο είναι αυτό του λόγου ανάμεσα στην αξία ανταλλαγής και την τιμή παραγωγής. Η επίλυση αυτών των δύο προβλημάτων θα μας οδηγήσει τελικά στην ανάλυση της τελευταίας κατηγορίας: αυτής του υπερκέρδους.

Ο ενδοκαπιταλιστικός ανταγωνισμός

Κόστος παραγωγής και ποσοστό κέρδους

Ο Μαρξ όρισε το κεφάλαιο ως μια διαδικασία αξιοποίησης της αξίας! Από μια δεδομένη ποσότητα χρήματος, ένα καπιταλιστής παίρνει μια μεγαλύτερη ποσότητα χρήματος. Αυτό είναι που υποδεικνύει το “κύκλωμα” Χ-Ε-Χ’ (χρήμα-εμπόρευμα-περισσότερο χρήμα). Όπως είδαμε προηγουμένως, αυτή την ποσότητα χρήματος, που είναι μεγαλύτερη από την ποσότητα χρήματος που καταβλήθηκε αρχικά, ο καπιταλιστής την αντλεί από την εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης. Τώρα, για να θέσει στην υπηρεσία του αυτή την εργατική δύναμη, με σκοπό την παραγωγή ενός συγκεκριμένου τύπου εμπορεύματος, ο καπιταλιστής δεν πρέπει μόνο να χρησιμοποιήσει ένα μέρος του κεφαλαίου του για την πληρωμή των μισθών, πρέπει να χρησιμοποιήσει και ένα άλλο μέρος για την πληρωμή των μέσων παραγωγής. Αυτά τα δύο μέρη (μισθοί και μέσα παραγωγής) αντιστοιχούν στην διαμέριση που είδαμε προηγουμένως ανάμεσα στο μεταβλητό και το σταθερό κεφάλαιο.

Για τον καπιταλιστή το ερώτημα αν είναι η εργατική δύναμη ή τα μέσα παραγωγής που είναι πηγή της υπεραξίας δεν έχει ενδιαφέρον. Γι’ αυτόν το μόνο ζήτημα είναι αν το κεφάλαιο που προκαταβάλει αρχικά θα του αποφέρει ένα σύνολο χρημάτων μεγαλύτερης αξίας. Αυτός είναι ο λόγος που ο Μαρξ λέει ότι η διαίρεση ανάμεσα σε σταθερό και μεταβλητό κεφάλαιο δεν χρειάζεται να υπάρχει για τον καπιταλιστή. Για να το πούμε με τεχνικούς όρους, ο καπιταλιστής δεν έχει καμμιά γνώση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου2, δηλαδή της διαφοράς ανάμεσα στο σταθερό κεφάλαιο, με άλλα λόγια τις μηχανές που φθείρονται σε έναν συγκεκριμένο αριθμό διαδικασιών στην παραγωγή και το κυκλοφορούν κεφάλαιο, με άλλα λόγια των μέσων παραγωγής που καταναλώνονται πλήρως σε μια και μόνη διαδικασία παραγωγής (πρώτες ύλες, καύσιμα κλπ.) και τους μισθούς.

Αν η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου δεν ενδιαφέρει τον καπιταλιστή, βλέπουμε τότε ότι δεν τον ενδιαφέρει ούτε η κατανομή της τιμής του εμπορεύματος σε c+v+s (σταθερό κεφάλαιο που μεταφέρεται στο εμπόρευμα + αξία που αντιστοιχεί στον μισθό + υπεραξία). Ο καπιταλιστής δεν διακρίνει στο πρϊόν το μέρος που αντιστοιχεί στο σταθερό κεφάλαιο c και αυτό που αντιστοιχεί στο μεταβλητό κεφάλαιο v, και τα δύο συντήκονται στην έννοια του κόστους παραγωγής.

Ποιο είναι λοιπόν το κόστος ενός εμπορεύματος; Δεν είναι άλλο από την αξία που ήταν απαραίτητη για να παραχθεί αυτό το εμπόρευμα. Αυτό το δεδομένο ενδιαφέρει τον καπιταλιστή για τον απλό λόγο ότι το κέρδος που αυτός αποκτά υποδεικνύεται από τη διαφορά ανάμεσα στο κόστος παραγωγής και την τιμή παραγωγής. Για τον καπιταλιστή, λοιπόν, η αξία του εμπορεύματος μοιράζεται σε κόστος παραγωγής + υπεραξία.

Στον βαθμό που ο καπιταλιστής δεν ενδιαφέρεται να ξέρει από πού προέρχεται πραγματικά η υπεραξία, θα συνδέσει αυτή την υπεραξία όχι μόνο με την αξία της εργατικής δύναμης αλλά με το σύνολο του προκαταβαλόμενου κεφαλαίου. Συνεπώς, η φόρμουλα που ενδιαφέρει τον καπιταλιστή δεν είναι αυτή που μετρά το ποσοστό της υπεραξίας (s/v), αλλά αυτή που συνδέει την υπεραξία με το συνολικό κεφάλαιο (s/C) και το οποίο ο Μαρξ ονομάζει ποσοστό κέρδους. Αν ανατμήσουμε τον τύπο του ποσοστού κέρδους, μπορούμε να δούμε ότι κρύβει μέσα του το ποσοστό υπεραξίας, αφού το συνολικό κεφάλαιο αντιστοιχεί στο άθροισμα του σταθερού (c) και του μεταβλητού (v) κεφαλαίου.

Ο τύπος του ποσοστού κέρδους (που εδώ ονομάζουμε p’) είναι λοιπόν:

p’=s/(c+v)

Ο Μαρξ λέει, λοιπόν, στη συνέχεια ότι το ποσοστό κέρδους είναι η “μυστικοποιημένη μορφή” του ποσοστού υπεραξίας, αφού κρύβει από τον καπιταλιστή το γεγονός ότι η υπεραξία προέρχεται μόνο από την εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης, της οποίας η αξία αντιπροσωπεύεται από το v (το μεταβλητό κεφάλαιο).

Γενικό ποσοστό κέρδους και τιμή παραγωγής

Οδηγούμαστε τώρα να προσεγγίσουμε ένα από τα πιο ακανθώδη σημεία της μαρξικής θεωρίας της αξίας, αυτό του μετασχηματισμού των ανταλλακτικών αξιών σε τιμές παραγωγής. Στον πρώτο Τόμο του Κεφαλαίου, ο Μαρξ μας έχει ήδη προειδοποιήσει ότι στην πραγματικότητα τα εμπορεύματα δεν πουλιούνται ποτέ στην αυστηρή τιμή τους αλλά ότι, για τις ανάγκες της θεωρητικής έκθεσης, ήταν απαραίτητο να ληφθούν η αξία και η τιμή ως ταυτόσημες. Όμως, από τη δεύτερη ενότητα του τρίτου Τόμου, ο Μαρξ οδηγείται να άρει αυτή την ταυτότητα. Θα δούμε, λοιπόν, τώρα το γιατί.

Όπως έχουμε δει, το ποσοστό του κέρδους προκύπτει από τον τύπο s/(c+v). Ένας τέτοιος τύπος μας λέει από την αρχή ότι όσο περισσότερο αυξάνεται το c σε σχέση με το v, τόσο χαμηλότερο είναι το ποσοστό κέρδους3. Συνεπώς, για τρία κεφάλαια ίσης αξίας που απασχολούν εργασία με το ίδιο ποσοστό υπεραξίας, αλλά εμπλέκονται σε κλάδους της παραγωγής με διαφορετική οργανική σύνθεση, θα βρεθούμε απέναντι σε τρία διαφορετικά ποσοστά κέρδους.

Κεφάλαιο

ποσοστό υπεραξίας

παραγώμενη αξία

ποσοστό κέρδους

Α. 80c+20v

100%

120

20%

Β. 70c+30v

100%

130

30%

Γ. 85c+15v

100%

115

15%

Ξέρουμε ότι οι κλάδοι της παραγωγής στους οποίους μπορούν να εμπλέκονται οι καπιταλιστές έχουν πολύ διαφοροποιημένη σύνθεση, για τον απλό λόγο ότι η αξία των μέσων παραγωγής, που είναι αναγκαία για την παραγωγή συγκεκριμένων εμπορευμάτων, είναι μεγαλύτερη για κάποιους κλάδους σε σχέση με κάποιους άλλους. Στον πίνακά μας, βλέπουμε ότι ο καπιταλιστής Β χρειάζεται περισσότερους εργάτες για μικρότερο σταθερό κεφάλαιο σε σχέση με τον Α, ενώ ο καπιταλιστής Γ χρειάζεται ακόμα λιγότερους. Για να το θέσουμε με τεχνικούς όρους, βλέπουμε ότι η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου Γ είναι μεγαλύτερη από αυτή των κεφαλαίων Α και Β.

Αυτό που επίσης δείχνει ο πίνακας είναι ότι οι καπιταλιστές που εμπλέκονται σε βιομηχανίες με υψηλή οργανική σύνθεση θα καταδικάζονταν σε χαμηλότερα ποσοστά κέρδους, αν τα παραγόμενα εμπορεύματα πουλιούνταν στην κανονική τους τιμή. Όμως, για τον Μαρξ, η ύπαρξη μιας τέτοιας ανισότητας, ανάμεσα στα ποσοστά κέρδους, δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς να θέσει υπό αμφισβήτηση την ίδια την ύπαρξη του καπιταλιστικού συστήματος.

Εν ολίγοις, τα εμπορεύματα δεν μπορούν να πουλιούνται στην τιμή τους χωρίς αυτό να οδηγήσει σε πολύ μεγάλες ανισότητες στα ποσοστά κέρδους, ανισότητες από τις οποίες ο καπιταλισμός δεν θα μπορούσε να επιβιώσει. Στην πραγματικότητα, οι καπιταλιστές προσελκύονται από τους κλάδους εκείνους της παραγωγής στους οποίους το ποσοστό κέρδους είναι το υψηλότερο δυνατό, και απωθούνται από εκείνους στους οποίους το ποσοστό κέρδους είναι χαμηλό. Αυτές οι διαρκείς μεταφορές κεφαλαίου οδηγούν σε μια τάση προς την εξίσωση των ποσοστών κέρδους. Επομένως, τα ποσοστά κέρδους κάθε κλάδου ανάγονται σε ένα γενικό ποσοστό κέρδους, που καθορίζεται από τον λόγο ανάμεσα στη συνολική υπεραξία που παράγεται από την εταιρεία και το σύνολο του κεφαλαίου που χρησιμοποιείται για την παραγωγή αυτής της υπεραξίας. Πώς είναι αυτό δυνατόν;

Ένα εμπόρευμα αντιστοιχεί σε μια κοινωνική ανάγκη, απαντά σε μια έγκυρη απαίτηση4. Όσο πιο σημαντική η κοινωνική ανάγκη, τόσο πιο πιθανό είναι ότι τα εμπορεύματα αυτά θα πουληθούν σε μεγάλες ποσότητες. Η αυξανόμενη ζήτηση μπορεί, λοιπόν, να ενθαρρύνει τους καπιταλιστές να αυξήσουν τις τιμές. Αντίστροφα, όταν η ζήτηση είναι μειωμένη, οι καπιταλιστές αναγκάζονται να κατεβάσουν τις τιμές των εμπορευμάτων του ώστε να μπορούν να βρουν αγοραστή. Οι τιμές των εμπορευμάτων, λοιπόν, αλλάζουν σύμφωνα με την εναλλαγή προσφοράς και ζήτησης. Είναι μ’ αυτή την έννοια που μπορούμε εύλογα να μιλήσουμε, μαζί με τον Μαρξ, για έναν “μετασχηματισμό των ανταλλακτικών αξιών σε τιμές παραγωγής”.

Ισοδυναμεί, όμως, η επιβεβαίωση αυτού του γεγονότος, με την άρνηση, στο σύνολό της, της θεωρίας της αξίας που έχει αναπτυχθεί; Για τον Μαρξ, ισχύει το ακριβώς αντίθετο. Πράγματι, αν και ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης εξηγεί τις μεταβολές στις τιμές των εμπορευμάτων, δεν εξηγεί με κανέναν τρόπο τι είναι αυτό που καθορίζει αυτή την τιμή παραγωγής, από τη στιγμή που η προσφορά και η ζήτηση συμπίπτουν. Όταν η προσφορά και η ζήτηση αντισταθμίζουν η μια την άλλη, η τιμή παραγωγής των εμπορευμάτων συμπίπτει με την αξία τους, συνεπώς αντιστοιχεί στον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας για την παραγωγή τους.

Μέση τιμή και υπερκέρδος

Το να πούμε ότι η τιμή παραγωγής ενός εμπορεύματος διαφέρει περισσότερο ή λιγότερο από την αξία του, σημαίνει να ισχυριστούμε ότι η υπεραξία που αποσπάται από τον μεμονωμένο καπιταλιστή δεν αντιστοιχεί ακριβώς σ’ αυτήν που παράγεται από τους εργάτες τους οποίους απασχολεί άμεσα. Αν η τιμή παραγωγής ενός εμπορεύματος είναι μικρότερη από την αξία του, τότε ένα μέρος της υπεραξίας που παράγεται από τους εργάτες δεν συσσωρεύεται στον καπιταλιστή, που πουλά το εμπόρευμα, αλλά πέφτει στα χέρια ενός άλλου. Ανάλογα, ένας καπιταλιστής, που πουλά ένα εμπόρευμα με μια τιμή παραγωγής μεγαλύτερη από την αξία του, αποσπά την υπεραξία που έχει δημιουργηθεί από έναν άλλο καπιταλιστή. Πρέπει λοιπόν να ειπωθεί ότι υπάρχει μια διαφορά ανάμεσα στο κέρδος και την υπεραξία. Το κέρδος που βγάζει ο καπιταλιστής δεν είναι ίσο με την υπεραξία που παράγεται από τους εργάτες που απασχολούνται άμεσα από αυτόν. Η τιμή παραγωγής δεν είναι το άθροισμα του κόστους παραγωγής και της υπεραξίας. Παραμένει λοιπόν να προσδιορίσουμε τους νόμους που ορίζουν την απόκτηση των ατομικών κερδών από τους καπιταλιστές. Ο Μαρξ επισημαίνει δύο: έναν νόμο που καθορίζει την απόκτηση ενός μέσου κέρδους και έναν άλλον, που καθορίζει την απόκτηση ενός υπερκέρδους.

Το μέσο κέρδος

Έχουμε δει ότι η μεταφορά κεφαλαίου ανάμεσα σε κλάδους της παραγωγής οδηγεί σε μια εξίσωση των ποσοστών κέρδους. Όλοι οι τομείς της καπιταλιστικής παραγωγής τείνουν σε ένα μοναδικό ποσοστό κέρδους: το γενικό ποσοστό κέρδους. Αυτό είναι δυνατόν στον βαθμό που τα εμπορεύματα δεν πουλιούνται στην αξία τους αλλά στην τιμή παραγωγής τους. Αν ένας εμπλέκεται σε μια βιομηχανία, έχει τότε κάθε λόγο να ελπίζει για ένα μέσο κέρδος, δηλαδή ένα κέρδος καθοριζόμενο από τον λόγο ανάμεσα στο κεφάλαιο που έχει επενδύσει και το γενικό ποσοστό κέρδους.

Ο τύπος που χρησιμοποιείται από τον Μαρξ για τον καθορισμό του μέσου κέρδους είναι ο ακόλουθος:

p = pr * p’

όπου p = μέσο ποσοστό κέρδους, pr = κόστος παραγωγής5, p’ = γενικό ποσοστό κέρδους.

Έτσι, αν ένας καπιταλιστής επενδύσει 100 ευρώ σε μια επιχείρηση και το ποσοστό κέρδους είναι 20%, το κέρδους που θα αποκτήσει θα είναι 100*(20/100) = 20 ευρώ.

Σ’ αυτή τη διαδικασία δεν λαμβάνουμε υπόψιν την οργανική σύνθεση του κεφαλαίου μιας και, όπως έχουμε πει, με τον μετασχηματισμό των αξιών σε τιμές παραγωγής, τα κέρδη που αποσπώνται από τους μεμονωμένους καπιταλιστές δεν εξαρτώνται από την εργασία που θέτουν άμεσα υπό την απασχόλησή τους αλλά εξαρτώνται από το γενικό πσοσστό κέρδους.

Επομένως, το κεφάλαιο αυτό των 100 ευρώ μπορεί να διαιρεθεί ως 80c+20v, 70c+30v ή 85c+15v· αν το ποσοστό κέρδους είναι πάντα 20%, τότε το μέσο κέρδος θα είναι επίσης 20%.

Ο πίνακας που ακολουθεί δείχνει πώς ο μετασχηματισμός των αξιών σε τιμές επιτρέπει την εδραίωση ενός γενικού ποσοστού κέρδους κι ενός μέσου ποσοστού κέρδους:

Κεφάλαιο

Κόστος παραγωγής

ποσοστό υπεραξίας (100%)

Αξία

μέσο κέρδος

Τιμή

Α. 80c+20v

50

25

75

20%

75

Β. 70c+30v

70

20

90

20%

90

Γ. 85c+15v

45

15

60

20%

65

Στον πίνακα αυτό βλέπουμε ότι:


• Ο καπιταλιστής A πουλά τα εμπορεύματά του σε μια τιμή χαμηλότερη από την αξία τους (διαφορά -5)
• Ο καπιταλιστής B πουλά τα εμπορεύματά του στην τιμή της αξίας τους (η τιμή και η αξία είναι ίσες)
• Ο καπιταλιστής Γ πουλά τα εμπορεύματά του σε μια τιμή μεγαλύτερη από την αξία τους (διαφορά +5)

Συνεπώς, ο σχηματισμός του γενικού ποσοστού κέρδους υποδεικνύει ότι οι καπιταλιστές μπορούν να ελπίζουν ότι θα αποκτήσουν με το ίδιο κεφάλαιο το ίδιο ποσοστό κέρδους άσχετα από τον κλάδο στον οποίο επενδύουν. Εδώ, 100 ευρώ αρχικά καταβληθέντος κεφαλαίου μετασχηματίζονται σε 120 ευρώ.

Επιπλέον, βλέπουμε ότι ο καπιταλιστής Β πουλά τα εμπορεύματά τους στην ακριβή τιμή τους. Γιατί; Επειδή η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου του αντιστοιχεί στη μέση οργανική σύνθεση, αυτήν που καθορίζει το γενικό ποσοστό κέρδους. Τέλος, βλέπουμε ότι οι διαφορές μεταξύ αξίας και τιμής αντισταθμίζονται μεταξύ τους· για το ένα κεφάλαιο η διαφορά είναι -5, για το άλλο +5. Εδώ έχουμε λάβει υπόψιν μόνο τρεις κλάδους παραγωγής, αλλά για τον Μαρξ αυτή η αντιστάθμιση των διαφορών μεταξύ αξιών και τιμών επιτυγχάνεται πραγματικά μόνο μεταξύ όλων των κλάδων της καπιταλιστικής παραγωγής.

Αν, όμως, οι καπιταλιστές ικανοποιούνταν με την απόσπαση ενός μέσου κέρδους, δεν θα μπορούσαμε να καταλάβουμε το φαινόμενο του ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού. Αυτός μπορεί να κατανοηθεί μόνο με την ύπαρξη του υπερκέρδους.

Το υπερκέρδος

Ο στόχος όλων των καπιταλιστών είναι η απεριόριστη επιδίωξη κέρδους. Με κάθε μέσο, πρέπει από τα λεφτά να βγάλουν περισσότερα λεφτά. Θα μας εξέπλησσε, λοιπόν, πολύ αν οι καπιταλιστές ικανοποιούνταν μόνο με ένα μέσο κέρδος. Στην πραγματικότητα, κάθε ευκαιρία είναι καλή για την απόκτηση ενός κέρδους μεγαλύτερου από το μέσο κέρδος. Ο στόχος κάθε καπιταλιστή είναι να αποκτήσει το μεγαλύτερο μέρος της υπεραξίας που επιτυγχάνεται από ολόκληρη την εργατική τάξη. Ο Μαρξ ονομάζει υπερκέρδος αυτό το κέρδος που αποκτά ο καπιταλιστής νικώντας στον ανταγωνισμό με διάφορες τεχνικές παραγωγής ανώτερες από τον μέσο όρο. Πώς είναι αυτό δυνατόν;

Η εισαγωγή ενός καινούριου μηχανήματος θα αυξήσει την παραγωγικότητα, κάτι που θα έχει ως συνέπεια τη μείωση του αναγκαίου χρόνου για την παραγωγή εμπορευμάτων. Αλλά, όπως έχουμε δει, αυτό που καθορίζει την αξία των εμπορευμάτων είναι ο κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας, που αντιστοιχεί στον μέσο βαθμό παραγωγικότητας. Έτσι, ένας καπιταλιστής που καταφέρνει και παράγει σε συνθήκες πάνω από τις μέσες συνθήκες, θα έχει τη δυνατότητα να επωφεληθεί περισσότερο από τους άλλους, κι αυτό γιατί μπορεί να πουλά τα εμπορεύματά του σε μια τιμή μεγαλύτερη από την ατομική τους αξία. Με όρους τιμών, αυτό ισοδυναμεί με το να πούμε ότι ο καπιταλιστής θα μετατρέψει ένα μέρος του κόστους παραγωγής του εμπορεύματος σε επιπλέον κέρδος ή υπερκέρδος.

Ο καπιταλιστής μειώνει τον αναγκαίο χρόνο εργασίας για την παραγωγή των εμπορευμάτων του, και, μ’ αυτόν τον τρόπο, και το κόστος παραγωγής κάθε εμπορεύματος, αν το πάρουμε ως μεμονωμένο εμπόρευμα. Όμως, στον βαθμό που πουλά τα εμπορεύματά του στην ίδια τιμή όπως και πριν, μέρος της αξίας που πήγαινε στο κόστος παραγωγής θα επιστρέψει τώρα ως υπερκέρδος.

Ο ενδοκαπιταλιστικός ανταγωνισμός, που εκδηλώνεται στην κούρσα για υπερκέρδος, συνιστά, λοιπόν, τον κινητήρα της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Ο στόχος των μεμονωμένων καπιταλιστών είναι να παράγουν όσο το δυνατόν περισσότερα σε όσο το δυνατόν συντομότερο χρονικό διάστημα ώστε να παραμείνουν μπροστά από τον ανταγωνισμό και να βγάλουν το μεγαλύτερο δυνατόν κέρδος. Αυτή η γενική κίνηση έχει, με τη σειρά της, ως συνέπεια να μειώνει τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας για την παραγωγή των εμπορευμάτων και, συνεπώς, να μειώνει την τιμή τους6.

Συμπέρασμα

Μπορούμε να συνοψίσουμε όσα προηγήθηκαν αντλώντας τα εξής συμπεράσματα:

Παρά τη μετατροπή των αξιών σε τιμές, ο νόμος της αξίας παραμένει ο νόμος που τελικά καθορίζει τις τιμές παραγωγής. Η προσφορά και η ζήτηση εξηγούν τις μεταβολές των τιμών αλλά, μόλις αντισταθμιστούν η προσφορά και η ζήτηση, η τιμή ενός εμπορεύματος καθορίζεται από τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας για την παραγωγή του.

Η διαμόρφωση του γενικού ποσοστού κέρδους μας δείχνει ότι οι καπιταλιστές δεν ενδιαφέρονται μόνο για την εκμετάλλευση των προλετάριων που έχουν άμεσα στη δούλεψή τους αλλά στην εκμετάλλευση ολόκληρου του προλεταριάτου7. Η υπεραξία που αποσπάται από τους μεμονωμένους καπιταλιστές δεν συσχετίζεται άμεσα με αυτήν που παράγεται από τους εργάτες που έχουν άμεσα στη δούλεψή τους: μπορεί να είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη, και είναι μ’ αυτή την έννοια που το κέρδος καιη η υπεραξία είναι δυο διαφορετικές κατηγορίες.

2 Στμ. Η οργανική σύνθεση ορίζεται βασικά ως ο λόγος σταθερό/μεταβλητό κεφάλαιο (c/v).

3 Κι αυτό είναι το πρόβλημα σήμερα για το κεφάλαιο: ότι για να αυξήσει το ποσοστό εκμετάλλευσης και το ποσοστό κέρδους θα πρέπει να αυξήσει την παραγωγικότητα μέσω της αύξησης της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, δηλαδή μέσω της αύξησης του c, μέσω της αύξησης βασικά του σταθερού κεφαλαίου – τεχνολογική καινοτομία, εξοπλισμός κλπ. – δηλαδή να μειώσει το ποσοστό κέρδους (ή με όρους της ανάλυσης του Surplus Club για να αυξήσει το ποσοστό εκμετάλλευσης θα πρέπει να αυξήσει το ποσοστό εκμετάλλευσης!). Βασικά είναι όντως έτσι: όσο μεγαλύτερη η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου τόσο μικρότερο το ποσοστό κέρδους.

4 Στμ. Στο πρωτότυπο: elle répond à une demande solvable.

5 Σημειώστε ότι το κόστος παραγωγής δεν είναι ίσο με το άθροισμα c+v, για τον απλό λόγο ότι η αξία του σταθερού κεφαλαίου δεν έχει μεταφερθεί πλήρως στα μηχανήματα. Σε βιομηχανίες στις οποίες η αξία του σταθερού κεφαλαίου είναι σημαντική, η πραγματική φυσιολογική φθορά των μηχανημάτων συμβαίνει μόνο μετά από ένα συγκεκριμένο αριθμό παραγωγικών κύκλων. Αυτός ο πίνακας λαμβάνει υπόψιν τους διαφορετικούς κύκλους κυκλοφορίας [rotation] του κεφαλαίου. Το ζήτημα της κυκλοφορίας του κεφαλαίου δεν το έχουμε προσεγγίσει εδώ για να μη “βαρύνουμε” την παρουσίαση, ίσως αποτελέσει αντικείμενο μεταγενέστερης επεξεργασίας.

6 Και, αν συνδέσουμε αυτό το φαινόμενο με ό,τι έχουμε πει στα προηγούμενα επεισόδια, βλέπουμε τις συνέπειες που έχει κάτι τέτοιο για την παραγωγή της σχετικής υπεραξίας. Στον Τόμο ΙΙΙ του Κεφαλαίου, ο Μαρξ θεωρεί ότι αυτή η γενική κίνηση οδηγεί επίσης σε μια πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους. Λόγω της έλλειψης χώρου δεν θα συζητήσουμε ούτε αυτό το ζήτημα εδώ.

7 Στμ. Αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό γιατί μας δείχνει ουσιαστικά ότι ο ανταγωνισμός μεταξύ των καπιταλιστών είναι στην πραγματικότητα συνέπεια της τάσης του κεφαλαίου να μεγιστοποιήσει την εκμετάλλευση του προλεταριάτου ως ολότητας, ως τάξης συνολικά, επίσης ως τάξη και ολότητα το ίδιο! Πίσω από τον ανταγωνισμό των ατομικών κεφαλαίων δεν κρύβεται κάποιο “ένστικτο” αλληλοεξόντωσης ή “διαίρεσης” μεταξύ των καπιταλιστών – εν είδει “τυφλής δύναμης” που ενεργεί, όπως ειπώθηκε και παραπάνω, στους παράγοντες της ταξικής πάλης – δεν κρβεται ο κατακερματισμός του κεφαλαίου και της τάξης των καπιταλιστών αλλά η ενότητά της! Στην πραγματικότητα πρέπει να δούμε αυτή την τάση ως απόδειξη της ολιστικής λειτουργίας του κεφαλαίου που μεγιστοποιώντας την εκμετάλλευση του προλεταριάτου συνολικά ενδυναμώνει εξίσου συνολικά την τάξη των καπιταλιστών.

Ο Μαρξ και η κριτική της πολιτικής οικονομίας (επεισόδιο 2)

από το Agitations1

το κείμενο σε pdf

Επεισόδιο 2 της σειράς που αφιερώνεται στην κριτική της πολιτικής οικονομίας από τον Μαρξ. Το Πρώτο επεισόδιο αφιερώθηκε στις βάσεις της μαρξικής θεωρίας της αξίας, εδώ θα συζητήσουμε την ανάλυση της διαδικασίας της άμεσης παραγωγής. Θα ξεκινήσουμε διακρίνοντας τις δύο όψεις της διαδικασίας της παραγωγής: είναι ταυτόχρονα παραγωγή αξίας (και υπεραξίας) και παραγωγή αξιών χρήσης. Θα μελετήσουμε, μετά, τους δυο τύπους υπεραξίας που αναλύονται από τον Μαρξ: απόλυτη υπεραξία και σχετική υπεραξία. Πριν ξεκινήσουμε, θα πρέπει να κάνουμε μια μικρή διευκρίνηση σχετικά με τον όρο “υπεραξία”: από την πρώτη μετάφραση του Κεφαλαίου στα Γαλλικά έχει χρησιμοποιηθεί ο όρος “plus-value. Όμως, οι πιο πρόσφατες μεταφράσεις (πάνω στις οποίες βασιζόμαστε κι εμείς) χρησιμοποιούν τον όρο “survaleur”. Αντιπαραθέσεις σχετικά με τη μετάφραση του όρου “Mehrwert” έχουν ενδιαφέρον μόνο για εμμονικούς μαρξιστές· για άλλους, αρκεί να έχουν στο μυαλό τους ότι οι όροι plus-value και survaleur2 είναι δυο όροι που αναφέρονται στην ίδια και την αυτή έννοια στον Μαρξ.

Η διαδικασία της άμεσης παραγωγής

Η διαδικασία της εργασίας και η διαδικασία της παραγωγής αξίας

Δεν είναι παρά από τη ενότητα 2 του πρώτου Τόμου, με τίτλο “Μετασχηματισμός του Χρήματος σε Κεφάλαιο”, και μετά που αναλύεται η έννοια του κεφαλαίου. Αφού έχει μελετήσει τη μορφή που παίρνουν τα προϊόντα της εργασίας, ο Μαρξ οδηγείται στη μελέτη των σχέσεων εκμετάλλευσης που προσιδιάζουν στον καπιταλιστικό κοινωνικό σχηματισμό.

Αν ο Μαρξ ορίζει την εκμετάλλευση γενικά ως έναν όρο της υπερεργασίας [surtravail], με άλλα λόγια ως μια συνθήκη που επιβάλλεται στους εργάτες για να παράγουν μια ποσότητα πλούτου μεγαλύτερη από αυτή που είναι αναγκαία για την αναπαραγωγή τους, είναι αναγκαίο να διευκρινίσουμε ότι η μορφή που παίρνει αυτή η υπερεργασία ποικίλει ανάλογα με τον κοινωνικό σχηματισμό. Συνεπώς, η υπεραξία είναι η μορφή με την οποία εμφανίζεται η υπερεργασία στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής.

Για τον συγγραφέα του Κεφαλαίου, η υπεραξία ή, αλλιώς, ο πλούτος που καταλήγει στα χέρια των καπιταλιστών, δεν μπορεί να προέρχεται από την απλή σφαίρα της ανταλλαγής των εμπορευμάτων, ούτε μπορεί να προέρχεται από μια υποτιθέμενη “παραγωγικότητα των μηχανών”: η μοναδική πηγή της υπεραξίας δεν είναι άλλη από την ανθρώπινη εργασία. Αυτή η υπεραξία συνιστά ένα κλάσμα της αξίας των παραγώμενων προϊόντων. Σ’ αυτό το στάδιο, ο Μαρξ κινητοποιεί εκ νέου τις κατηγορίες της αφηρημένης και συγκεκριμένης εργασίας. Αν η αφηρημένη εργασία, με άλλα λόγια η εργασία που γίνεται κατανοητή ως απλή δαπάνη ανθρώπινης ενέργειας, είναι αυτή που συνιστά την αξία των εμπορευμάτων, η συγκεκριμένη εργασία, στον βαθμό που χρησιμοποιεί τα μέσα παραγωγής για να παράγει αξίες χρήσης, επιτρέπει τη μεταφορά της αξίας από τα μέσα παραγωγής στα παραγώμενα εμπορεύματα. Συνεπώς, η αξία που περιέχεται σε κάθε εμπόρευμα μπορεί να διαιρεθεί σε τρία μέρη:

  1. Σταθερό κεφάλαιο: η αξία των μέσων παραγωγής που μεταφέρεται στα εμπορεύματα.

  2. Μεταβλητό κεφάλαιο: η αξία που παράγεται από τον εργάτη και αντιστοιχεί στον μισθό που κερδίζει.

  3. Υπεραξία: η αξία που παράγεται από τον εργάτη και επιστρέφει στον καπιταλιστή.

Ας πάρουμε ένα παράδειγμα3:

Ένας καπιταλιστής που ειδικεύεται στην κατασκευή ενδυμάτων, επενδύει κεφάλαιο C ύψους 1000 ευρώ στην επιχείρησή του. Στη συνέχεια, από αυτά τα 1000 ευρώ, ένα μέρος χρησιμοποιείται για να πληρωθούν τα μέσα παραγωγής (ραπτομηχανές, υφάσματα, κλωστές κ.λπ.) και το άλλο για να πληρωθούν οι μισθοί. Έτσι έχουμε:

c=800 ευρώ

v=200 ευρώ

C=c+v=1000 ευρώ

όπου: c = σταθερό κεφάλαιο, v = μεταβλητό κεφάλαιο, C = συνολικό κεφάλαιο που προκαταβάλεται από τον καπιταλιστή.

Στο τέλος της εργασιακής διαδικασίας, η αξία που περιέχεται στο σύνολο των υφασμάτων που έχουν παραχθεί είναι 1200 ευρώ. Έτσι ο καπιταλιστής έχει βγάλει μια υπεραξία 200 ευρώ. Μπορούμε, λοιπόν, τότε να χωρίσουμε της αξία των 1200 ευρώ των υφασμάτων χρησιμοποιώντας την εξίσωση C’=c+v+s, όπου C’ είναι το κεφάλαιο που έχει προκύψει στο τέλος της εργασιακής διαδικασίας και s η υπεραξία που παράγεται από την εργατική δύναμη που εμπλέκεται στην διαδικασία της παραγωγής.

Έχουμε λοιπόν:

C’=800+200+200=1200 ευρώ

s=C’–C=200 ευρώ

Ακολουθώντας τη διάκριση ανάμεσα στην συγκεκριμένη και την αφηρημένη εργασία, μπορούμε να πούμε τα εξής δυο ακόλουθα πράγματα για την εργασία του εργάτη:

  • ως αφηρημένη εργασία, παρήγαγε αξία 400 ευρώ (γιατί v+s = 200+200).

  • και ως συγκεκριμένη, μετέφερε στα παραχθέντα υφάσματα τα 800 ευρώ του σταθερού κεφαλαίου που περιέχονταν στα μέσα παραγωγής. Αυτή η μεταφορά πραγματοποιείται μέσω της χρήσης των μηχανών και τον μετασχηματισμό των πρώτων υλών.

Το παράδειγμα που μόλις παρουσιάσαμε θα μας επιτρέψει τώρα να καταλάβουμε την ιδέα του ποσοστού υπεραξίας που αναπτύσσει ο Μαρξ μετά την ανάλυσή του για την εργασιακή διαδικασία και την παραγωγή αξίας. Κατανόηση του ποσοστού υπεραξίας ως ποσοστού εκμετάλλευσης· στην πραγματικότητα, αυτό το ποσοστό είναι ένας δείκτης του βαθμού εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης στον βαθμό που συνίσταται στο να συνδέει την υπεραξία που παράγεται με την αξία της εργατικής δύναμης. Είναι λοιπόν το κλάσμα της υπεραξίας προς το μεταβλητό κεφάλαιο: t = s/v. Αν πάρουμε τις τιμές που δίνονται στο προηγούμενο παράδειγμα, έχουμε λοιπόν το ακόλουθο αποτέλεσμα: t = 200/200 = 1. Μπορούμε, συνεπώς, να πούμε ότι το ποσοστό της υπεραξίας σε σχέση με την αξία της εργατικής δύναμης είναι 100%. Όπως μπορούμε να δούμε, το ποσοστό υπεραξίας είναι για να δείχνει τον βαθμό εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης σε μια δεδομένη περιοχή, σε μια δεδομένη χρονική περίοδο. Συνεπώς, αφού η ένταση της εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης μεταβάλλεται ανάλογα με τη χώρα, το ποσοστό εκμετάλλευσης συνιστά ένα σημαντικό αναλυτικό εργαλείο για την κατανόηση της ροής του κεφαλαίου μεταξύ των διαφόρων περιοχών του πλανήτη4.

Οι δύο τρόποι απόσπασης υπεραξίας

Έχοντας αναλύσει την εργασιακή διαδικασία και τη διαδικασία αξιοποίησης [παραγωγής αξίας], ο Μαρξ αναλαμβάνει να μελετήσει τις διαφορετικές μεθόδους απόσπασης υπεραξίας, και ταυτοποιεί δύο: την απόσπαση υπεραξίας με έναν απόλυτο τρόπο και την απόσπασή της με έναν σχετικό τρόπο. Η μελέτη των δύο μορφών που παίρνει η υπεραξία (απόλυτη και σχετική) μας οδηγεί να εξηγήσουμε τις δύο έννοιες που μας επιτρέπουν να αναλύσουμε την χρονική διαίρεση της εργάσιμης ημέρας: την έννοια της αναγκαίας εργασίας και αυτή της υπερεργασίας.

Όπως έχουμε δει, η αξία που παράγεται από την εργατική δύναμη παίρνει δυο μορφές, από τη μια τη μορφή του μεταβλητού κεφαλαίου και, από την άλλη, τη μορφή της υπεραξίας. Θυμηθείτε ότι το μεταβλητό κεφάλαιο αντιστοιχεί στην αξία που προκαταβάλεται από τον καπιταλιστή για την αγορά της εργατικής δύναμης. Αγοράζοντας την εργατική δύναμη ενός ατόμου, ο καπιταλιστής είναι στη συνέχεια ελεύθερος να την χρησιμοποιήσει όπως αυτός θεωρεί καλλίτερο. Και μπορεί να κάνει την εργατική αυτή δύναμη να παράγει μια αξία μεγαλύτερη από αυτήν που προκατέβαλε για να τη θέσει στην υπηρεσία του. Είναι, λοιπόν, από αυτή τη διαφορά ανάμεσα στην αξία που προκατέβαλε ο καπιταλιστής σε μισθούς και την αξία που παράγεται από τον εργάτη, που προέρχεται η υπεραξία. Μπορούμε, συνεπώς, να πούμε ότι η εργάσιμη μέρα μοιράζεται σε δυο στιγμές: στην πρώτη, ο εργάτης παράγει μια αξία που αντιστοιχεί στο μεταβλητό κεφάλαιο, με άλλα λόγια στον μισθό του· στη δεύτερη, παράγει μια επιπρόσθετη αξία, την υπεραξία. Στην πρώτη στιγμή, η εργασία του εργάτη παράγει την αξία που είναι απαραίτητη για την αναπαραγωγή της εργατικής του δύναμης· αυτή είναι, λοιπόν, η αναγκαία εργασία. Στη δεύτερη στιγμή, ο εργάτης παράγει μια επιπρόσθετη αξία που δεν επιστρέφει σ’ αυτόν. Είναι υπερεργασία, δηλαδή εργασία που υπερβαίνει την εργασία την αναγκαία για τη διαβίωσή του.

Επομένως, η εργάσιμη ημέρα χωρίζεται σε δύο στιγμές: τη στιγμή της αναγκαίας εργασίας και τη στιγμή της υπερεργασίας. Αυτή η διαίρεση της ημέρας επιτρέπει, έτσι, στον Μαρξ να δείξει τους δύο τρόπους με τους οποίους οι καπιταλιστές μπορούν να αυξήσουν τον βαθμό εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης.

Απόλυτη υπεραξία

Ο πρώτος τρόπος αύξησης του βαθμού εκμετάλλευσης συνίσταται στην επιμήκυνση της εργάσιμης μέρας. Μέσω αυτής της επιμήκυνσης, ο καπιταλιστής μπορεί να αυξήσει την ποσότητα της παραγώμενης υπεραξίας χωρίς να μεταβάλλει την τιμή της εργατικής δύναμης.

Ας πάρουμε το παράδειγμα της κλωστοϋφαντουργίας που δώσαμε παραπάνω. Ας πούμε ότι σ’ αυτή την εταιρεία η εργάσιμη μέρα είναι 8 ώρες. Αν πάρουμε τις τιμές που έχουμε δώσει, πρέπει τότε να πούμε ότι από αυτές τις 8 ώρες δουλειάς, οι πρώτες 4 αφιερώνονται στην παραγωγή του μεταβλητού κεφαλαίου και οι τελευταίες 4 στην παραγωγή υπεραξίας. Ο αναγκαίος χρόνος εργασίας είναι 4 ώρες και ο χρόνος υπερεργασίας είναι επίσης 4 ώρες.

αναγκαία εργασία = 4 ώρες

υπερεργασία = 4 ώρες

v= 200 ευρώ

s= 200 ευρώ

Ας φανταστούμε, τώρα, ότι ο καπιταλιστής θέλει να αυξήσει την παραγωγή υπεραξίας χωρίς να επηρεάσει τους μισθούς των εργατών του. Σ’ αυτή την περίπτωση, μια λύση μόνο υπάρχει: να επεκτείνει την εργάσιμη μέρα.

Αν αποφασίσει λοιπόν να περάσει από μια εργάσιμη μέρα των 8 ωρών σε μια εργάσιμη μέρα των 10 ωρών, η ποσότητα της απόλυτης υπεραξίας αυξάνεται, αυξάνοντας έτσι και την ίδια την αναλογία του ποσοστού εκμετάλλευσης.

Θα περάσουμε λοιπόν σε μια τέτοια διαμόρφωση:

αναγκαία εργασία = 4 ώρες

υπερεργασία = 6 ώρες

v= 200 ευρώ

s= 300 ευρώ

Επομένως, αν σε 4 ώρες η παραγόμενη αξία είναι 200 ευρώ, τότε σε 6 ώρες είναι 300 ευρώ. Η αύξηση της εργάσιμης μέρας κατά 2 ώρες αυξάνει συνεπώς την υπεραξία κατά 200 ευρώ. Ο Μαρξ περιγράφει αυτόν τον τρόπο αύξησης της υπεραξίας ως μια αύξηση με απόλυτο τρόπο. Η αύξηση στο απόλυτο ποσό της υπεραξίας έχει, λοιπόν, ως αποτέλεσμα μια αύξηση στον βαθμό εκμετάλλευσης: στην πρώτη διαμόρφωση ο βαθμός εκμετάλλευσης είναι 200/200=1, στην δεύτερη αντιστοιχεί σε 300/200 = 1,5.

Η πρακτική της “υπερωρίας” στην αυτοκινητοβιομηχανία είναι ένα πολύ καλό παράδειγμα απόσπασης απόλυτης υπεραξίας, όπως δηλώνεται σαυτό το άρθρο της Liberation στις 13 Ιανουαρίου του 2017:

Υπερωρία, στα Γαλλικά: débordement. Η ιδέα είναι αρκετά απλή, είναι η επέκταση της εργάσιμης μέρας πέρα από την λήξη της. Μ’ αυτόν τον τρόπο, η εταιρεία προσαρμόζει τον εργάσιμο χρόνο στις διακυμάνσεις της αγοράς και κρατά το στοκ της σε ένα ελάχιστο. Μια καινούρια λέξη για μια παλιά ιδέα, αυτήν της διαχείρισης της just-in-time εργασίας”.

Αυτό βλέπουμε ότι αυξάνει τη διάρκεια της εργάσιμης ημέρας ελαχιστοποιώντας, ταυτόχρονα, τους μισθούς. Ένας εργάτης που δουλεύει 10 ώρες σερί την ημέρα κοστίζει στο αφεντικό λιγότερο από 2 εργάτες που δουλεύουν 5 ώρες ο καθένας.

Ένα άλλο παράδειγμα αύξησης της απόλυτης υπεραξίας, από έναν άλλο παραγωγικό κλάδο, είναι το “Crunch” (ακόμα ένας αγγλισμός) στη βιομηχαναία των βιντεοπαιχνιδιών: αυτή η πρακτική συνίσταται στην επιβολή πάνω στους εργάτες και εργάτριες των βιντεοπαιχνιδιών επιπλέον ωρών εργασίας για την ολοκλήρωση ενός πρότζεκτ σε μια δεδομένη ημερομηνία. Αυτές οι επιπρόσθετες ώρες, που πολύ συχνά δεν πληρώνονται, οδηγούν τους εργαζόμενους σε μια επιχείρηση παραγωγής βιντεοπαιχνιδιών (προγραμματιστές, γραφίστες κλπ.) να δουλεύουν μέχρι 13 ώρες την ημέρα, 7 μέρες την εβδομάδα. Σχετικά μ’ αυτό το ζήτημα θα πρέπει να δει κανείς την ταινία La fabrique du jeu-vidéo από την Game spectrum.

Συμπερασματικά, όταν μιλάμε για απόλυτη υπεραξία,σημαίνει να περιγράφουμε την αύξηση στον βαθμό εκμετάλλευσης που επιτυγχάνεται μέσω της επέκτασης της εργάσιμης μέρας. Η αύξηση, όμως, του βαθμού εκμετάλλευσης μπορεί να γίνει και με μια άλλη μέθοδο. Οι καπιταλιστές μπορούν όντως να τον αυξήσουν χωρίς να επηρεάσουν τη διάρκεια της εργάσιμης μέρας. Ας δούμε από πιο κοντά πώς.

Σχετική υπεραξία

Γενική περιγραφή

Όπως έχουμε δει, η εργάσιμη μέρα χωρίζεται σε δυο στιγμές: από τη μια αυτήν της αναγκαίας εργασίας (ο χρόνος που αφιερώνεται στην παραγωγή αξίας η οποία αντιστοιχεί στο μεταβλητό κεφάλαιο) και από την άλλη αυτήν της υπερεργασίας (χρόνος που αφιερώνεται στην παραγωγή υπεραξίας). Λαμβάνοντας υπόψιν αυτή τη διαμέριση, μπορούμε ήδη να παρατηρήσουμε ότι πέρα από τη δυνατότητα επέκτασης της εργάσιμης μέρας, και συνεπώς απόσπασης απόλυτης υπεραξίας, ο καπιταλιστής μπορεί να μειώσει τον αναγκαίο χρόνο εργασίας, μετατρέποντας, μ’ αυτόν τον τρόπο, μέρος του αναγκαίου χρόνου εργασίας σε χρόνο υπερεργασίας.

Ενας καπιταλιστής που έχει στην δούλεψή του τους εργάτες για μια εργάσιμη μέρα των 8 ωρών και μειώνει στο μισό την αξία της εργατικής δύναμης, πηγαίνει από αυτή τη διαμόρφωση:

αναγκαία εργασία = 4 ώρες

υπερεργασία = 4 ώρες

V=200 ευρώ

S=200 ευρώ

σ’ αυτήν εδώ:

αναγκαία εργασία = 2 ώρες

υπερεργασία = 6 ώρες

V=100 ευρώ

S=300 ευρώ

Επομένως, ο καπιταλιστής κατάφερε, εδώ, να αυξήσει την υπεραξία κατά 100 ευρώ και, την ίδια στιγμή, να πάει από ένα ποσοστό εκμετάλλευσης 200/200=1 σε ένα ποσοστό 300/100=35. Αυτόν τον τρόπο απόσπασης με τη μείωση του αναγκαίου χρόνου εργασίας ο Μαρξ τον ονομάζει αύξηση της υπεραξίας με έναν σχετικό τρόπο6. Όταν μιλάμε για σχετική υπεραξία σημαίνει να προσδιορίζουμε αυτή την αύξηση υπεραξίας από τη μείωση του χρόνου που είναι αναγκαίος για την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης, χρόνος εργασίας που αντιπροσωπεύεται από το μεταβλητό κεφάλαιο.

Μένει να τεθεί όμως ένα πρόβλημα: πώς είναι δυνατή μια τέτοια αύξηση της υπεραξίας με τη μείωση της τιμής του μεταβλητού κεφαλαίου; Πράγματι, κάποιος θα μπορούσε, καταρχάς, να θεωρήσει ότι αυτή η μείωση στη μεταβλητό κεφάλαιο, δηλαδή στους μισθούς, δεν μπορεί παρά να έχει σαν αποτέλεσμα την αύξηση της εξαθλίωσης των προλετάριων. Μ’ αυτή την έννοια, αυτή η μείωση δεν θα μπορούσε παρά να έχει, μεταξύ άλλων, σαν συνέπεια την υποκίνηση του προλεταριάτου σε ταραχές και λεηλασίες ώστε να αποκτήσει τα αγαθά που είναι απαραίτητα για την ύπαρξή του. Όμως, τέτοιες ταραχές, αν συμβούν, δεν θέτουν σε αμφισβήτηση τη δυνατότητα του καπιταλιστή για απόσπαση σχετικής υπεραξίας. Γιατί;

Εξήγηση του φαινομένου

Στο πρώτο μέρος αυτής της σειράς, είδαμε ότι η τιμή ενός εμπορεύματος καθορίζεται από τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο για την παραγωγή του. Συνεπώς, η αύξηση στην παραγωγικότητα, που συνδέεται με την εισαγωγή καινούριων μηχανών και νέων παραγωγικών μεθόδων, έχει σαν αποτέλεσμα τη μείωση αυτού του χρόνου και, συνεπώς, ταυτόχρονα, της μοναδιαίας τιμής των εμπορευμάτων που παράγονται. Αν, λοιπόν, η τιμή της εργατικής δύναμης αντιστοιχεί στην τιμή των καταναλωτικών αγαθών που είναι αναγκαία για την αναπαραγωγή της, βλέπουμε αμέσως ότι η αύξηση στην παραγωγικότητα, στον βαθμό που μειώνει τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας για την παραγωγή αυτών των καταναλωτικών αγαθών, μπορεί να μειώσει, κατά την ίδια αναλογία, την τιμή της εργατικής δύναμης χωρίς να επηρεάσει τις βιωτικές συνθήκες των προλετάριων. Ας πάρουμε ένα παράδειγμα.

Από τα 1200 ευρώ του μισθού ενός προλετάριου, ας δεχτούμε ότι το πρώτο μισό πηγαίνει στο ενοίκιο και το υπόλοιπο μισό στην αγορά καθημερινών καταναλωτικών αγαθών. Ας θεωρήσουμε, στη συνέχεια, ότι αυτά τα 600 ευρώ που πάνε σε διάφορα καθημερινά καταναλωτικά αγαθά κατανέμονται ως εξής:

  • 300 ευρώ για φαγητό

  • 200 ευρώ για ρουχισμό

  • 100 ευρώ για διάφορα προϊόντα

Και ας δεχτούμε, τώρα, ότι η κλωστοϋφαντουργία γενικεύει τη χρήση μιας καινούριας μηχανής που επιτρέπει την αύξηση στο διπλάσιο της παραγωγής υφασμάτων. Αυτή η αύξηση έχει, τότε, ως αποτέλεσμα τη μείωση στο μισό του κοινωνικά αναγκαίου χρόνου για την παραγωγή κάθε ρούχου. Συνεπώς, αν απαιτούνταν 2 ώρες για την παραγωγή ενός πουκάμισου, τώρα χρειάζεται μόνο μία. Αυτή η αλλαγή έχει σαν αποτέλεσμα τη μείωση στο μισό της αξίας του πουκάμισου.

Με αυτή την αύξηση στην παραγωγικότητα, τα 200 ευρώ αυτού του προλετάριου μπορούν τώρα να πληρώσουν διπλάσιο ποσό για ενδυμασία σε σχέση με πριν. Αυτό θα ήταν, αν μη τι άλλο, το αποτέλεσμα αν, την ίδια στιγμή, ο καπιταλιστής που τον προσέλαβε δεν άρπαζε την ευκαιρία να μειώσει τον μισθό του ώστε η μείωση της τιμής ενός πουκάμισου να μην έχει αποτέλεσμα στην αγοραστική του δύναμη. Ακολουθώντας την αύξηση της παραγωγικότητας στον τομέα της κλωστοϋφαντουργίας, ο μηνιαίος μισθός αυτού του προλετάριου πηγαίνει, λοιπόν, από τα 1200 ευρώ στα 1100 χωρίς να θέτει σε κίνδυνο την αναπαραγωγή της εργατικής του δύναμης. Τα 100 ευρώ διαφορά, που ο προλετάριος εξακολουθεί να παράγει, συνιστούν τώρα μια σχετική υπεραξία7.

Όπως μπορούμε να δούμε, η αύξηση στην υπεραξία με έναν σχετικό τρόπο είναι δυνατή μόνο εξαιτίας της αύξησης στην παραγωγικότητα και συνεπώς της εξέλιξης του εξοπλισμού. Η σχετική υπεραξία αποσπάται στην πραγματικότητα από τη μείωση του κοινωνικά αναγκαίου χρόνου για την παραγωγή των εμπορευμάτων που μπαίνουν στο καλάθι των καταναλωτικών αγαθών που επιτρέπουν την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης (στο παράδειγμά μας: ρουχισμός, φαγητό κλπ.). Η απόσπαση σχετικής υπεραξίας είναι λοιπόν δυνατή από ένα συγκεκριμένο επίπεδο ανάπτυξης του κεφαλαίου8 και πάνω. Αντιστοιχεί στη στιγμή που το κεφάλαιο παίρνει τον έλεγχο της παραγωγικής διαδικασίας ενσωματωνόμενο σε όλο και πιο πολύπλοκες μηχανές. Για να περιγράψει αυτό το φαινόμενο, ο Μαρξ μιλά σε κάποια κείμενα για την πραγματική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο9.

Η εισαγωγή της πληροφορικής στην πλειοψηφία των τομέων της παραγωγής συνιστά ένα μείζον παράδειγμα της ανάπτυξης του εξοπλισμού που είχε σαν αποτέλεσμα μια αύξηση της σχετικής υπεραξίας. Αυξάνοντας την αυτοματοποίηση, διευκολύνοντας τη διαχείριση όλο και μεγαλύτερων ποσοτήτων εμπορευμάτων και διευκολύνοντας τις επικοινωνίες, αυτή η εισαγωγή επέτρεψε μια σημαντική μείωση στον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο παραγωγής μιας πολύ μεγάλης ποσότητας εμπορευμάτων, καθιστώντας δυνατή και μια μείωση του κοινωνικά αναγκαίου χρόνου για την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης.

2 Στμ. Στα ελληνικά θα μπορούσαμε να αποδώσουμε ως “πρόσθετη αξία” (ή προστιθέμενη αξία, που είναι και πιο κοντά στον γερμανικό όρο Mehrwert) και “υπεραξία” αντίστοιχα.

3 Σημειώστε ότι το παράδειγμα που θεωρούμε εδώ και οι τιμές που υποδεικνύουμε δεν αντιστοιχούν σε κάποια συγκεκριμένη πραγματικότητα και χρησιμεύουν μόνο για να προσφέρουν στοιχεία για την κατανόηση της κατανομής της αξίας που περιέχεται στα εμπορεύματα.

4 Κινήσεις που προσπαθείται να εξηγθούν ήδη στο άρθροΠαγκοσμιοποίηση και προλεταριάτο: https://agitationautonome.com/2018/06/21/la-mondialisation-et-le-proletariat-partie-1-restructuration-du-capitalisme [στμ. “Παγκοσμιοποίηση και προλεταριάτο (Μέρος 1): η αναδιάρθρωση του καπιταλισμού”, διαθέσιμο εδώ: ].

5 Θυμηθείτε ότι οι αριθμοί αυτοί δίνονται εδώ μόνον ενδεικτικά. Στην πραγματικότητα, ένας τριπλασιασμός του ποσοστού υπεραξίας μοιάζει δύσκολο να επιτευχθεί βραχυπρόθεσμα.

6 Στμ. Σχετικός γιατί ακριβώς έχει να κάνει με την μεταβολή του σχετικού κλάσματος, της αναλογίας αναγκαίας εργασίας και υπερεργασίας: αναγκαίος χρόνος/χρόνος υπερεργασίας (O/Ν) εντός μιας σταθερής διάρκειας συνολικής εργάσιμης μέρας. Φυσικά, και στην περίπτωση της απόλυτης υπεραξίας η αύξηση της αποσπώμενης υπεραξίας πάλι μπορεί να αναχθεί στην αύξηση του ίδιου λόγου Ο/Ν αλλά σε μια μεγαλύτερη συνολικά εργάσιμη μέρα. Οπότε θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο λόγος αυτός Ο/Ν=ρ είναι καθοριστικός για τον βαθμό εκμετάλλευσης (ή ισοδύναμος του λόγου S/V). Μπορεί να αναλυθεί περαιτέρω και φορμαλιστικά.

7 Σ’ αυτό το παράδειγμα απλά εξηγούμε τη μείωση της αξίας της εργατικής δύναμης από τη μείωση της τιμής ενός εμπορεύματος που συμπεριλαμβάνεται στα απαραίτητα αγαθά για την αναπαραγωγή της. Στην πραγματικότητα, η μείωση της αξίας του μεταβλητού κεφαλαίου και η αύξηση της σχετικής υπεραξίας συνδέονται πάντα με μια ανάπτυξη του εξοπλισμού στην πλειοψηφία των κλάδων της παραγωγής.

8 Στμ. Από αυτή την άποψη θα λέγαμε ότι χαρακτηρίζει τις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού – το κέντρο, ενώ στις χώρες της περιφέρειας κυριαρχεί η υπεραξία στην απόλυτη μορφή της με τα εξοντωτικά ωράρια και την εργασία από παιδιά, γυναίκες κλπ. Η περίπτωση της Κίνας δείχνει, ίσως, τον “βέλτιστο” συνδυασμό μεγιστοποίησης της απόσπασης και απόλυτης και σχετικής υπεραξίας (σταδιακά με την εισαγωγή και ανάπτυξη της τεχνολογικής καινοτομίας στο ιδιότυπο αυτό κρατικοκαπιταλιστικό μοντέλο). Στην αναπτυγμένη Δύση η δυσκολία απόσπασης μεγαλύτερης υπεραξίας από την εντατικοποίηση της καινοτομίας και την αύξηση της “παραγωγικότητας” φάνηκε, νομίζουμε, στην παρούσα κρίση οπότε και το κεφάλαιο επέλεξε την άμεση επίθεση στους μισθούς και το κόστος της αναπαραγωγής της ίδιας της εργατικής δύναμης, εξερευνώντας παράλληλα και νέες δυνατότητες απόσπασης απόλυτης υπεραξίας μέσα από την αύξηση του εργάσιμου χρόνου (πχ. αλλαγές στο συνταξιοδοτικό σύστημα). Όλα αυτά βέβαια θέλουν ενδελεχή και επισταμένη διερεύνηση, εδώ εκφράζουμε ένα απλό περίγραμμα κάποιων ιδεών.

9 Είναι ιδιαίτερα στο λεγόμενο “ανέκδοτο” κεφάλαιο του Κεφαλαίου, που ο Μαρξ αναπτύσσει τις ιδέες της “τυπικής” και της “πραγματικής” υπαγωγής.

td p { text-align: center; background: transparent }
td p.western { font-family: “Fira Sans”, sans-serif; font-size: 11pt }
h3 { margin-top: 0.1in; margin-bottom: 0.08in; background: transparent; page-break-after: avoid }
h3.western { font-family: “Fira Sans”, sans-serif; font-size: 13pt; font-style: normal; font-weight: bold }
h3.cjk { font-family: “DejaVu Sans”; font-size: 14pt; font-weight: bold }
h3.ctl { font-family: “FreeSans”; font-size: 14pt; font-weight: demi-bold }
h2 { margin-top: 0.14in; margin-bottom: 0.08in; background: transparent; page-break-after: avoid }
h2.western { font-family: “Fira Sans”, sans-serif; font-size: 13pt; font-style: normal; font-weight: bold }
h2.cjk { font-family: “DejaVu Sans”; font-size: 18pt; font-weight: bold }
h2.ctl { font-family: “FreeSans”; font-size: 18pt; font-weight: demi-bold }
p.sdfootnote-western { margin-left: 0.24in; text-indent: -0.24in; margin-bottom: 0in; direction: inherit; font-family: “Fira Sans”, sans-serif; font-size: 10pt; line-height: 100%; text-align: justify; background: transparent; page-break-before: auto }
p.sdfootnote-cjk { margin-left: 0.24in; text-indent: -0.24in; margin-bottom: 0in; direction: inherit; font-size: 10pt; line-height: 100%; text-align: justify; background: transparent; page-break-before: auto }
p.sdfootnote-ctl { margin-left: 0.24in; text-indent: -0.24in; margin-bottom: 0in; direction: inherit; font-size: 10pt; line-height: 100%; text-align: justify; background: transparent; page-break-before: auto }
blockquote { margin-left: 0.39in; margin-right: 0.39in; direction: inherit; text-align: justify; background: transparent; page-break-before: auto }
blockquote.western { font-family: “Fira Sans”, sans-serif; font-size: 11pt }
blockquote.cjk { font-size: 10pt }
h1 { margin-bottom: 0.08in; background: transparent; page-break-after: avoid }
h1.western { font-family: “Liberation Serif”, serif; font-size: 24pt; font-weight: bold }
h1.cjk { font-family: “DejaVu Sans”; font-size: 24pt; font-weight: bold }
h1.ctl { font-family: “Noto Sans Devanagari”; font-size: 24pt; font-weight: bold }
p { margin-bottom: 0.1in; direction: inherit; line-height: 105%; text-align: justify; background: transparent; page-break-before: auto }
p.western { font-family: “Fira Sans”, sans-serif; font-size: 11pt }
p.cjk { font-size: 10pt }
strong { font-weight: bold }
a:link { color: #000080; so-language: zxx; text-decoration: underline }
em { font-style: italic }
a.sdfootnoteanc { font-size: 57% }

Ο Μαρξ και η κριτική της πολιτικής οικονομίας (επεισόδιο 1)

από το Agitations1

το κείμενο σε pdf

Αυτό που ακολουθεί είναι μια προσπάθεια να συγκεντρώσουμε σε μια σειρά τριών άρθρων όλα τα βασικά σημεία της μαρξικής κριτικής της πολιτικής οικονομίας. Για να το κάνουμε αυτό, θα ακολουθήσουμε τη σειρά έκθεσης που επέλεξε ο Μαρξ στους τρεις τόμους του Κεφαλαίου. Στο έργο αυτό [το Κεφάλαιο], η έκθεση των εννοιών βασίζεται σε μια μέθοδο που συνίσταται στο πέρασμα από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο. Η ιδέα είναι όντως, για τον συγγραφέα του Κεφαλαίου, να ξεκινήσει από τον υψηλότερο βαθμό θεωρητικής αφαίρεσης προκειμένου να φτάσει ένα συγκεκριμένο επίπεδο σκέψης που να είναι όσο το δυνατόν πιο κοντά στο πραγματικό συγκεκριμένο. Το ζήτημα θα είναι, λοιπόν, όπως θα δούμε, να ξεκινήσουμε από τις “κυτταρικές”2 οικονομικές μορφές του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και να φτάσουμε, τελικά, σε μια κατανόηση του κεφαλαίου ως κοινωνικής πραγματικότητας, κατακερματισμένης σε διάφορους κλάδους παραγωγής και ωθούμενης ταυτόχρονα από τον ανταγωνισμό ανάμεσα στους καπιταλιστές και την πάλη που μαίνεται ανάμεσα στους καπιταλιστές και τους προλετάριους.

Προτείνουμε εδώ να διακρίνουμε τρία επίπεδα ανάλυσης της έννοιας του κεφαλαίου. Καθένα από αυτά τα επίπεδα αναφέρεται σε διαφορετικούς βαθμούς αφαίρεσης:

  • Η ανάλυση της μορφής-εμπόρευμα, της αξίας και του χρήματος

  • Η ανάλυση του κεφαλαίου γενικά

  • Η ανάλυση του κεφαλαίου που είναι κατακερματισμένο σε διάφορους παραγωγικούς κλάδους, εντός των οποίων οι μεμονωμένοι καπιταλιστές ανταγωνίζονται μεταξύ τους

Αυτά τα τρία επίπεδα ανάλυσης αντιστοιχούν στα τρία μέρη αυτής της σειράς.

Eπεισόδιο 1 : το εμπόρευμα

Ο πλούτος των κοινωνιών, στις οποίες βασιλεύει ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, εμφανίζεται ως μια ‘γιγαντιαία συλλογή εμπορευμάτων’, της οποίας το μεμονωμένο εμπόρευμα είναι η στοιχειώδης μορφή”3.

Πρέπει, καταρχάς, να τονίσουμε τη σημασία αυτής της πρότασης που αποτελεί την εισαγωγή στο πρώτο κεφάλαιο του πρώτου Τόμου του Κεφαλαίου. Εδώ, ο Μαρξ μας πληροφορεί όντως για το αντικείμενο που θα πραγματευτεί στο σύνολο της έκθεσής του, δηλαδή τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Όλη η δυσκολία, στη συνέχεια, έγκειται στο γεγονός ότι η ενότητα 1 δεν πραγματεύεται ακόμα συγκεκριμένα την έννοια του κεφαλαίου. Αυτό που βρίσκουμε στην ενότητα είναι, όμως, μια ανάλυση της μορφής-εμπόρευμα και των εννοιών που σχετίζονται μ’ αυτήν: αφηρημένη εργασία/συγκεκριμένη εργασία, αξία χρήσης/αξία ανταλλαγής, αξιακή μορφή, η πόλωση εμπορεύματος-χρήματος, ο φετιχισμός του εμπορεύματος κλπ. Μια πρώτη ανάγνωση αυτού του κειμένου ίσως υπονοεί ότι πρόκειται απλά για ένα ζήτημα κοινωνικών μορφών που προηγούνται ιστορικά του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Επιπλέον, το γεγονός ότι το χρήμα και το εμπόρευμα υπήρχαν πολύ πριν αναπτυχθεί ο καπιταλισμός θα μπορούσε να υποστηρίξει μια τέτοια θέση. Αν και αυτή η θέση είναι ελκυστική πρέπει, ωστόσο, να θυμόμαστε ότι ο Μαρξ αναλύει τη μορφή-εμπόρευμα με σκοπό όχι να μελετήσει τις προ-καπιταλιστικές κοινωνίες αλλά να αναλύσει τα θεμελιώδη στοιχεία χωρίς τα οποία μια κατανόηση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής είναι αδύνατη. Συνεπώς, η πρώτη-πρώτη πρόταση του κεφαλαίου 1 είναι εκεί για να μας θυμίζει ότ,ι αν και η έννοια του κεφαλαίου δεν αναπτύσσεται ακόμα στην ενότητα 1, είναι αυτή που ήδη εμπλέκεται στην ανάλυση των εννοιών που συγκροτούν την μαρξική θεωρία της αξίας.

Από αυτή την σκοπιά, η ανάγνωσή μας του Κεφαλαίου αντιτίθεται σε όλες εκείνες που τείνουν να διαχωρίζουν τη θεωρία της αξίας που είναι παρούσα στην ενότητα 1 και τη θεωρία της υπεραξίας (συνεπώς και της εκμετάλλευσης) που παρουσιάζεται από την ενότητα 2 και μετά. Αντιτίθεται, εξίσου, και σε όλες τις προσπάθειες διαχωρισμού της θεωρίας της αξίας και της θεωρίας των τιμών της παραγωγής4.

Έχοντας κάνει αυτές τις προκαταρκτικές παρατηρήσεις, μπορούμε να περάσουμε στην ανάλυση των βασικών κατηγοριών του κεφαλαίου που μελετά ο Μαρξ στο κεφάλαιο 1.

Αξία χρήσης και αξία

Όπως υποδεικνύει και ο τίτλος του, το πρώτο κεφάλαιο του Κεφαλαίου αφιερώνεται στην ανάλυση του εμπορεύματος. Αρχικά, ο Μαρξ οδηγείται όντως να εξετάσει τα βασικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν τα προϊόντα της εργασίας από τη στιγμή που παίρνουν αυτή τη συγκεκριμένη μορφή [του εμπορεύματος].

Πρώτα απ’ όλα, βλέπουμε ότι ένα εμπόρευμα είναι ένα προϊόν που έχει μια συγκεκριμένη χρησιμότητα, η χρήση του οποίου, όμως, εξαρτάται από μια πράξη ανταλλαγής. Για να έχει κανείς πρόσβαση σε ένα εμπόρευμα πρέπει να ξοδέψει ένα συγκεκριμένο ποσό χρημάτων. Η χρησιμότητα, λοιπόν, του εμπορεύματος αναφέρεται στην αξία χρήσης του ενώ ο χαρακτήρας του ως προϊόντος, προορισμένου για ανταλλαγή, αναφέρεται στην ανταλλακτική του αξία. Τώρα, αφού έχουμε κάνει αυτή την παρατήρηση, απομένει να δούμε τίνος πράγματος έκφραση είναι η αξία ανταλλαγής. Από πού προέρχεται η αξία ανταλλαγής; Προέρχεται από μια απλή κοινωνική σύμβαση; Ή θα πρέπει να την αναζητήσουμε κάπου αλλού; Για να απαντήσει αυτό το ερώτημα, ο Μαρξ θα ξεκινήσει με την ακόλουθη ερώτηση: ποιο είναι το κοινό στοιχείο σε όλα τα εμπρορεύματα; Στην οποία απαντά λέγοντας ότι αυτό που έχουν ως κοινό όλα τα εμπορεύματα είναι ότι είναι καρπός της εργασίας και ότι είναι φορείς αξίας. Τα εμπορεύματα διακρίνονται από την πρακτική τους χρησιμότητα αλλά, από τη στιγμή που το παραβλέψουμε αυτό, αυτό που βλέπουμε είναι μόνο μια συλλογή αντικειμένων στα οποία έχει αντικειμενικοποιηθεί ένα συγκεκριμένο ποσό ανθρώπινης εργασίας. Αυτό το συμπέρασμα οδηγεί και σε ένα δεύτερο. Πραγματικά, αν αγνοήσουμε τη χρησιμότητα των εμπορευμάτων και πάρουμε υπόψιν μόνο αυτά που έχουν κοινά, τότε αγνοούμε επίσης και τη συγκεκριμένη φύση της εργασίας που περιέχεται σ’ αυτά, με άλλα λόγια οδηγούμαστε να αγνοήσουμε ότι αυτή η εργασία παράγει αξία χρήσης και να την θεωρήσουμε μόνο ως μια αδιαφοροποίητη δαπάνη ανθρώπινης ενέργειας. Μπορούμε, τότε, να μιλήσουμε εύλογα για μια αφηρημένη εργασία, της οποίας έκφραση είναι η αξία. Για τα εμπορεύματα μπορούμε, λοιπόν, να πούμε δυο πράγματα:

  1. Είναι φορείς μιας αξίας χρήσης και μιας αξίας.

  2. Η εργασία που περιέχεται σ’ αυτά παρουσιάζεται με δύο όψεις: είναι ταυτόχρονα μια συγκεκριμένη εργασία και μια αφηρημένη εργασία.

Αυτό το διάγραμμα μας επιτρέπει να δείξουμε ότι ο διπλός χαρακτήρας της εργασίας (συγκεκριμένη και αφηρημένη) αντιπροσωπεύεται στο εμπόρευμα από τις δύο πτυχές της αξίας χρήσης και της αξίας. Το εμπόρευμα μπορεί να κατανοηθεί, συνεπώς, ως η ενότητα δύο αντιτιθέμενων στοιχείων.

Μέγεθος της αξίας

Αν η αξία είναι το κοινό στοιχείο σε όλα τα εμπορεύματα, αυτή μπορεί να εμφανίζεται σε διάφορες αναλογίες. Τα εμπορεύματα δεν περιέχουν όλα την ίδια ποσότητα εργασίας, οπότε δεν έχουν και το ίδιο μέγεθος αξίας. Όλο το πρόβλημα είναι, συνεπώς, να ξέρουμε πώς μετριέται αυτό το μέγεθος. Όπως έχουμε δει, η αξία είναι η έκφραση της αφηρημένης εργασίας, κάτι που ισοδυναμεί με το να πούμε ότι η αφηρημένη εργασία είναι η ουσία της αξίας. Απομένει όμως να καθορίσουμε ποια είναι τα χαρακτηριστικά αυτής της αφηρημένης εργασίας. Πράγματι, αν πούμε ότι το μέγεθος της αξίας ενός εμπορεύματος καθορίζεται από την ποσότητα της εργασίας που αντικειμενικοποιείται σ’ αυτό, όλο το ζήτημα είναι το πώς μετράμε αυτή την ποσότητα [της αντικειμενικοποιημένης εργασίας]. Πρέπει, επομένως, να ξεκαθαριστούν δύο πράγματα: 1) η ποσότητα της εργασίας που περιέχεται σε ένα εμπόρευμα πρέπει να μετρηθεί με τον χρόνο, 2) ότι η εργασία που συνιστά το μέγεθος της αξίας των εμπορευμάτων πρέπει πάντα να είναι εργασία ίσης ποιότητας. Όντως, αν πούμε ότι το μέγεθος της αξίας ενός εμπορεύματος καθορίζεται από τον χρόνο εργασίας για την υλοποίησή του, χωρίς να προσδιορίζουμε ότι αυτή εργασία πρέπει να είναι, για κάθε εμπόρευμα, ίσης ποιότητας, τότε ίσως συμπεράνουμε ότι η αργή και αδέξια εργασία παράγει, στον ίδιο χρόνο, τόση αξία όση και η επιδέξια και εξειδικευμένη εργασία. Ο Μαρξ, λοιπόν, ξεκαθαρίζει ότι η εν λόγω εργασία για τη μέτρηση της αξίας πρέπει να είναι μια απλή εργασία. Με άλλα λόγια, μια δουλειά που αντιστοιχεί στον μέσο βαθμό δεξιότητας που αναμένεται από κάθε εργάτη σε μια δεδομένη στιγμή. Αν, λοιπόν, ένα εμπόρευμα φτιάχνεται από έναν επιδέξιο εργάτη, αυτό πρέπει να αντιστοιχεί σε έναν μεγαλύτερο αριθμό ωρών απλής εργασίας. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η “απλή εργασία” δεν αναφέρεται σε μια ανθρωπολογική αναλλοίωτη αλλά σε κάτι που αλλάζει ανάλογα με την χρονική περίοδο και την περιοχή. Για παράδειγμα. Αν στην εποχή του Μαρξ η πλειοψηφία των Ευρωπαίων προλεταρίων ήταν αναλφάβητοι, αυτό δεν συμβαίνει σήμερα. Έτσι, να ξέρει κανείς να διαβάζει σήμερα είναι, στα περισσότερα κέντρα συσσώρευσης του κεφαλαίου, ένα στοιχείο ενσωματωμένο στην κατηγορία της απλής εργασίας, ενώ παλιότερα ήταν ένα στοιχείο ειδικευμένης εργασίας.

Η μορφή-αξία5 και το αίνιγμα του χρήματος

Η ιδιαιτερότητα της ανάλυσης του εμπορεύματος που γίνεται στο κεφάλαιο 1 του Κεφαλαίου έγκειται σε μια διάκριση ανάμεσα στο περιεχόμενο και τη μορφή των κατηγοριών. Ο Μαρξ επέμενε όντως στη αναγκαιότητα του διαχωρισμού της ανάλυσης για την ουσία της αξίας από την ανάλυση για τη μορφή της. Μετά τη μελέτη, λοιπόν, των κατηγοριών της αφηρημένης εργασίας και του μεγέθους της αξίας, υπάρχει μια μακροσκελής έκθεση στην οποία ο Μαρξ επιδιώκει να δείξει γιατί η αξία του εμπορεύματος παίρνει πάντα αυτή την κονωνική μορφή που είναι το χρήμα. Η πρόκληση για τον Μαρξ είναι, λοιπόν, να λύσει αυτό που αποκαλεί “το αίνιγμα του χρήματος”. Προς τούτο, θα προχωρήσει σε μια εκτενή επίδειξη παρόμοια με έναν παραγωγικό [deductive] συλλογισμό που προχωρά σε τέσσερα στάδια, τα οποία αντιστοιχούν στις τέσσερις μορφές της αξίας:

  1. Απλή μορφή της αξίας (Μορφή I)

  2. Αναπτυγμένη μορφή της αξίας (Μορφή II)

  3. Γενική μορφή της αξίας (Μορφή III)

  4. Μορφή-χρήμα (Μορφή IV)

Απλή αξιακή μορφή (Μορφή I)

Αρχικά, ο Μαρξ ξεκινά με μια απλή σχέση αξίας ανάμεσα σε δύο εμπορεύματα:

20 πήχεις καραβόπανο = 1 πανωφόρι

Μ’ αυτή την εξίσωση, ο Μαρξ ξεκαθαρίζει ότι πρέπει να γίνει κατανοητό πως η ανταλλακτική αξία των 20 πήχεων καραβόπανου εκφράζεται στον ρουχισμό. Πράγματι, ένα εμπόρευμα δεν μπορεί ποτέ να εκφράσει το ίδιο την ανταλλακτική του αξία, πρέπει πάντα να αναφέρεται, να σχετίζεται με κάτι άλλο6. Εδώ, ο ρουχισμός παίζει τον ρόλο της έκφρασης της αξίας των είκοσι πήχεων του καραβόπανου. Μ’ αυτή την έννοια, το πανωφόρι συνιστά την “ισοδύναμη αξιακή μορφή” και οι 20 πήχεις καραβόπανου τον ρόλο της “σχετικής αξιακής μορφής” (αυτοί οι κάπως πολύπλοκοι τύποι σημαίνουν απλά ότι η ανταλλακτική αξία των 20 πήχεων καραβόπανου είναι ισοδύναμη με ένα πανωφόρι ή, πάλι, ότι το πανωφόρι είναι η έκφραση της αξίας 20 πήχεων καραβόπανου).

Αυτή η πρώτη μορφή αξίας είναι ακόμα προβληματική γιατί παίρνει υπόψιν μόνο δυο εμπορεύματα ενώ η γενίκευση των ανταλλαγών στην αγορά είναι δυνατή μόνο αν όλα τα εμπορεύματα σχετίζονται μεταξύ τους. Η αξία πρέπει λοιπόν να πάρει μια πιο αναπτυγμένη μορφή.

Αναπτυγμένη αξιακή μορφή (Μορφή II)

Με την αναπτυγμένη αξιακή μορφή, οι 20 πήχεις καραβόπανου δεν εκφράζουν πλέον την αξία τους σε σχέση με ένα μοναδικό εμπόρευμα αλλά ως προς την ολότητα των εμπορευμάτων που παράγει η κοινωνία. Βρισκόμαστε, έτσι, μπροστά σε μια πληθώρα εκφράσεων της αξίας:

20 πήχεις = 1 πανωφόρι ή = 10 λίβρες τσάι ή = 40 λίβρες καφέ ή 500 κιλά σιδήρου ή…, κλπ.

Εδώ, η ολότητα των εμπορευμάτων που παράγονται από την κοινωνία χρησιμεύουν ως μια έκφραση της ανταλλακτικής αξίας 20 πήχεων καραβόπανου. Το πρόβλημα είναι η απουσία ενιαιότητας στην έκφραση αυτή. Αυτό που λείπει είναι, στην πραγματικότητα, μια ενιαία μορφή, μια μοναδική “εξαιρετική” μορφή, ως προς την οποία να εκφράζουν την αξίας τους όλα τα εμπορεύματα.

Γενική αξιακή μορφή (Μορφή III)

Η ενότητα της μορφής-ισοδύναμο είναι λοιπόν δυνατή αν σχετίσουμε όλα τα εμπορεύματα με ένα. Στην προηγούμενη μορφή (Μορφή ΙΙ) η ανταλλακτική αξία των 20 πήχεων υφάσματος εκφράστηκε ως προς όλα τα άλλα εμπορεύματα. Εδώ έχουμε το αντίστροφο. Με την γενική αξιακή μορφή (Μορφή ΙΙΙ), όλα τα εμπορεύματα εκφράζουν την αξία τους ως προς ένα. Η Μορφή ΙΙΙ είναι, λοιπόν, η αντιστροφή της μορφής ΙΙ. Οι 20 πήχεις του καραβόπανου γίνονται το γενικό ισοδύναμο.Μέχρι τότε, ο Μαρξ επέλεγε εντελώς τυχαία εμπορεύματα για να απεικονίσει τη συλλογιστική του. Ότι 20 πήχεις καραβόπανου θα χρησιμεύσουν ως ένα γενικό ισοδύναμο, με άλλα λόγια ως ένα καθολικό μέσο ανταλλαγής, αυτό είναι πράγματι απίθανο. Από δω και πέρα, το πρόβλημα που τίθεται είναι να γνωρίζουμε ποιο εμπόρευμα είναι το πιο κατάλληλο να λειτουργήσει ως ένα γενικό ισοδύναμο. Το ερώτημα δεν είναι άλλο από αυτό του εμπορεύματος που είναι πιθανότερο να παίξει τον ρόλο του χρήματος.

Μορφή-χρήμα (Μορφή IV)

Για να κάνουμε ένα εμπόρευμα να παίξει τον ρόλο του χρήματος σημαίνει να το αποκλείσουμε από τον κόσμο των εμπορευμάτων. Πραγματικά, δεν πρόκειται πλέον να το χρησιμοποιήσουμε για τη συνηθισμένη του χρήση αλλά να του αποδώσουμε μια εντελώς καινούρια κοινωνική χρηστικότητα. Η επιλογή αυτού του εμπορεύματος καθορίζεται, επομένως, από διάφορα κριτήρια, μεταξύ άλλων η αφθονία του και η δυνατότητα διαίρεσης και μεταφοράς του. Ιστορικά, τα εμπορεύματα που έχουν παίξει αυτόν τον ρόλο ισοδύναμου είναι πρωτίστως πολύτιμα μέταλλα, όπως ο χρυσός και το ασήμι. Με την μετάβαση στη μορφή-χρήμα, βρισκόμαστε με τις ακόλουθες εκφράσεις της αξίας:

Αυτό που αλλάζει, λοιπόν, σε σύγκριση με τη Μορφή ΙΙΙ είναι μόνο το γεγονός ότι η μορφή-ισοδύναμο είναι το αντικείμενο μιας συνειδητής επιλογής από την κοινωνία. Αυτή η επιλογή ρυθμίζεται σύμφωνα με πρακτικά κριτήρια και αποφασίζεται από ένα σώμα εξουσίας: ένα Κράτος.

Αυτό που συμβαίνει με την μορφή-χρήμα μπορεί να συνοψιστεί με το ακόλουθο σχήμα:

Οι αναλύσεις του Μαρξ που αναπαράγουμε εδώ, φέρνουν τους σύγχρονους αναγνώστες αντιμέτωπους με ένα μείζον πρόβλημα, αυτό της ισχύος αυτών των συμπερασμάτων μετά το τέλος της εποχής του “κανόνα του χρυσού”. Στην πραγματικότητα, η αντίληψη του Μαρξ υποθέτει ότι το χρήμα είναι ένα εμπόρευμα που έχει ανυψωθεί στη θέση του γενικού ισοδύναμου. Μόνο που, μετά το τέλος της δεκαετίας του 1970, ο χρυσός δεν εξυπηρετεί πλεόν ως ένα γενικό ισοδύναμο, αφού κανένα νόμισμα δεν δεικτοδοτείται σε σχέση μ’ αυτόν ούτε οποιοδήποτε άλλο εμπόρευμα. Αν μια τέτοια κατάσταση αμφισβητεί την κατηγορία του χρήματος ως εμπορεύματος, δεν ακυρώνει, παρ’ όλα αυτά, συνολικά τις προθέσεις του Μαρξ. Πραγματικά, είτε το χρήμα είναι ένα εμπόρευμα είτε όχι, λειτουργεί πάντα με τον ίδιο τρόπο7.

Ο φετιχισμός του εμπορεύματος

Κατά την άποψή μας, το πλεονέκτημα της μαρξικής θεωρίας της αξίας τόσο σε σύγκριση με τις κλασσικές θεωρίες της αξίας της εργασίας όσο και με τις νεοκλασσικές θεωρίες, είναι ότι βασίζεται στην ιδέα ότι οι κοινωνικοί “φορείς” ωθούνται από διαδικασίες που εκτυλίσσονται πίσω από την πλάτη τους. Στην εμπορευματική ανταλλαγή, η ισοδυναμία της εργασίας είναι κάτι που διαφεύγει της συνείδησης των υποκειμένων. Έτσι το γεγονός ότι η αξία είναι η έκφραση της αφηρημένης εργασίας δεν είναι μια αλήθεια αποδεκτή από τους κοινωνικούς παράγοντες, είναι, αντίθετα, μια θεωρητική ανακάλυψη. Για τον Μαρξ, η αναπαραγωγή της καπιταλιστικής κοινωνικής σχέσης δεν περιορίζεται από την επίγνωση που έχουν γι’ αυτήν οι κοινωνικοί πρωταγωνιστές. Πράγματι, το κεφάλαιο, ως μια εμπορευματική σχέση, χαρακτηρίζεται από την απομόνωση των ατομικών παραγωγών. Η εργασία δεν είναι ποτέ άμεσα κοινωνική, είναι ιδιωτική εργασία που γίνεται κοινωνική μόνο από τη στιγμή που πουλιέται. Μ’ αυτή την έννοια, η αγορά είναι ο θεσμός που επικυρώνει ή όχι τον κοινωνικό χαρακτήρα της εργασίας. Κανένας παραγωγός δεν ξέρει εκ των προτέρων αν αυτό που πρόκειται να παράγει θα καλύψει μια κοινωνική ανάγκη. Σ’ αυτό το στάδιο ανάλυσης, η έλλειψη συνείδησης προσφέρει στον Μαρξ μια εξήγηση για την μεταφορά κεφαλαίου από τον ένα παραγωγικό κλάδο στον άλλο8. Αν τα εμπορεύματα που παράγονται από έναν καπιταλιστή δεν καλύπτουν μια κοινωνική ανάγκη, τότε η αξία τους δεν μπορεί να πραγματωθεί, συνεπώς ο καπιταλιστικής οδηγείται να την επαναμετατρέψει [την αξία] μεταφέροντας το κεφάλαιό του σε άλλους κλάδους της παραγωγής με την ελπίδα ότι τα καινούρια εμπορεύματα που θα βάλει σε πώληση θα καλύψουν μια κοινωνική ανάγκη.

Μέχρι τώρα, μπορούμε να δούμε ότι οι κινήσεις του κεφαλαίου ωθούνται από δυνάμεις ξένες προς τη βούληση των υποκειμένων. Οι κοινωνικές σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων εμφανίζονται τότε ως σχέσεις μεταξύ πραγμάτων9. Μ’ αυτή την έννοια, είναι εύλογο να μιλήσουμε για μια πραγμοποίηση των παραγωγικών σχέσεων. Πρέπει, όμως, να σημειωθεί ότι για τον Μαρξ αυτή η “εμφάνιση” δεν συνιστά μια υποκειμενική ψευδαίσθηση που μια ορθή θεωρία θα πρέπει να επιδιώξει να αποκαλύψει. Πράγματι, μιας και έχει πραγματικά αποτελέσματα πάνω στη δραστηριότητα των υποκειμένων, αυτή η ψευδαίσθηση είναι αντικειμενική. Τα προϊόντα της εργασίας, παίρνοντας τη μορφή των εμπορευμάτων, ασκούν κοινωνική εξουσία πάνω στους ανθρώπους. Για να περιγράψει αυτή την εξουσία, ο Μαρξ μιλά για τον φετιχιστικό χαρακτήρα του εμπορεύματος. Τα εμπορεύματα διατηρούν σχέσεις που είναι πέρα από τον έλεγχο των ανθρώπων. Μ’ αυτή την έννοια, πρέπει να ειπωθεί ότι η μαρξική θεωρία του φετιχισμού του εμπορεύματος περιγράφει πολλά περισσότερα από την παρουσία ενός μυστηριώδους πέπλου, αποκαλύπτει, όντως, μια πραγματική δύναμη υποδούλωσης, από τη στιγμή που τα προϊόντα της εργασίας παίρνουν την μορφή εμπορευμάτων.

Αυτό το διάγραμμα δείχνει ότι στον καπιταλισμό, τα προϊόντα της εργασίας παράγονται από τους απομονωμένους παραγωγούς. Η ατομική εργασία γίνεται κοινωνική μόνο όταν πουλιέται στην αγορά ως εμπόρευμα. Αν τα εμπορεύματα δεν πουληθούν, τότε καμμιά αξία δεν πραγματώνεται, υπάρχει καταστροφή κεφαλαίου και οι καπιταλιστές θα πρέπει να στραφούν σε άλλους κλάδους της παραγωγής ώστε να μην καταστραφούν. Στον καπιταλισμό, η συμπεριφορά των ατόμων (τόσο των καπιταλιστών όσο και των προλετάριων) καθοδηγείται από αντικειμενικές δυνάμεις που κυριαρχούν πάνω τους, και αυτός είναι ο λόγος που μιλάμε για πραγμοποίηση των κοινωνικών σχέσεων.

2 Στμ. Στο πρωτότυπο: cellulaires.

3 Καρλ Μαρξ, Le Capital, livre I, Paris, PUF, 1993, σελ. 39 [στμ. Στα ελληνικά: Το Κεφάλαιο, Τόμος 1, εκδόσεις ΚΨΜ.]

4 Αυτοί είναι, μεταξύ άλλων, εκείνοι που θεωρούν ότι η θεωρία της αξίας αντιστοιχεί σε μια ανάλυση προκαπιταλιστικών κοινωνιών αγοράς, ενώ μόνο η θεωρία των τιμών παραγωγής, που αναπτύσσεται στον τρίτο Τόμο, αντιστοιχεί στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Πρέπει να σημειωθεί ότι μια τέτοια ερμηνεία της θεωρίας της αξίας βρίσκεται μερικές φορές σε συγκεκριμένα κείμενα του Ένγκελς.

5 Στμ. Χρησιμοποιούμε ισοδύναμα, όπως μάλλον έχει επικρατήσει στα ελληνικά ως απόδοση του όρου forme-valeur (στα Αγγλικά value-form), και την έκφραση αξιακή μορφή.

6 Στμ. Εδώ ο πυρήνας της κατηγορικότητας της έννοιας της αξίας, με την έννοια της Θεωρίας Κατηγοριών, ιδέα η οποία είναι υπό επεξεργασία.

7 Στμ. Το χρήμα πέρα από τον χρυσό. Χρήμα-νόμισμα, το χρήμα ως το γενικευμένο ισοδύναμο μεταξύ των νομισμάτων (δηλαδή γενικευμένο ισοδύναμο γενικευμένων ισοδυνάμων) ή αλλιώς ως μετα-ισοδύναμο. Το ότι “λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο” είναι αποτέλεσμα ακριβώς της κατηγορικότητάς του ως αφαίρεσης της έννοιας της ισοδυναμίας της αξίας.

8 Παρ’ όλα αυτά, για να συλλάβουμε πλήρως το φαινόμενο, πρέπει να περιμένουμε την ανάπτυξη της ανάλυσης στο επίπεδο του ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού, την αναζήτηση υπερκέρδους και την τάση εξίσωσης των ποσοστών κέρδους.

9 “Αυτός είναι ο λόγος που οι κοινωνικές σχέσεις που διατηρούν οι ατομικές τους εργασίες εμφανίζονται στους παραγωγούς ως αυτό που είναι, δηλαδή όχι ως άμεσς κοινωνικές σχέσεις μεταξύ ανθρώπων στην ίδια τη δουλειά τους αλλά, αντίθετα, ως απρόσωπες σχέσεις μεταξύ ανθρώπων και κοινωνικές σχέσεις μεταξύ απρόσωπων πραγμάτων”, Μαρξ, Το Κεφάλαιο, Puf, σελ. 83-84.

Απολογισμός και προοπτικές των τωρινών προλεταριακών αγώνων σ’ ολόκληρο τον κόσμο

Ομάδα Barbaria1,2

το κείμενο σε pdf

Τη χρονιά που φεύγει βλέπουμε εξεγέρσεις, τη μια μετά την άλλη, σ’ ολόκληρο τον κόσμο: εξεγέρσεις που αναγκάζουν τον Μακρόν να επισκεφθεί τα καταφύγια στα Ηλύσια Πεδία, που κάνουν τον Lenin Moreno να μετακινεί την έδρα της κυβέρνησης [του Εκουαδόρ] στο Guayaquil, που επιτίθενται στους στρατώνες και τα αρχηγεία των αστικών κομμάτων στο Ιράκ, ενώ ξαναζωντανεύουν τις μνήμες της εξέγερσης του 1991, που ανέτρεψαν τον έναν μετά τον άλλο τους πρωθυπουργούς στην Αϊτή ή “φύτεψαν” μια μαύρη σημαία στο κοινοβούλιο του Χονγκ Κονγκ. Η παγκόσμια αστική τάξη αρχίζει να φοβάται.

Όπως είπε η Cecilia Morel, η “Πρώτη Κυρία” του χιλιάνικου Κράτους, πριν από λίγες μέρες μιλώντας για την συνεχιζόμενη κοινωνική εξέγερση: “είμαστε απολύτως συγκλονισμένοι, είναι σαν μια ξένη εισβολή, σαν εξωγήινοι, δεν ξέρω πώς να το πω και δεν έχουμε τα εργαλεία να τους πολεμήσουμε […]. Αυτό που έρχεται είναι πολύ, πάρα πολύ σοβαρό”.

Όντως, αυτό που έρχεται είναι ένας νέος κύκλος ταξικής πάλης που λυσσομανά μπροστά στα μάτια μας. Από το Ιράκ στον Λίβανο, από το Ιράν στην Αλγερία, από το Σουδάν στη Γαλλία, από την Αϊτή στο Εκουαδόρ, από το Χονγκ Κονγκ στη Χιλή. Αγώνες που πηγάζουν από τις άμεσες, ανθρώπινες ανάγκες της τάξης μας, και οι οποίες από αυτό το σημείο διανοίγουν την ιστορική προοπτική, μακρινή ακόμα, της σοσιαλιστικής επανάστασης, του κομμουνισμού. Στη Χιλή είναι εξαιτίας της αύξησης στα εισιτήρια του μετρό, στην Αλγερία εξαιτίας της πολιτικής διαφθοράς, στην Αϊτή εξαιτίας του σκανδάλου Petrocaribe και της αύξησης στις τιμές των καυσίμων, όπως συμβαίνει και στη Γαλλία και το Εκουαδόρ. Στο Χονγκ Κονγκ ξεκίνησε ενάντια στην καταστολή, στο Ιράκ εξαιτίας των συνθηκών ζωής και του νερού, στον Λίβανο εξαιτίας της αύξησης της φορολογίας για το Διαδίκτυο. Αλλά αυτές οι άμεσες ανάγκες τείνουν να γενικεύονται και πάνε πιο πέρα από την αιτία που προκάλεσε τη σπίθα. Όπως μπορούμε να δούμε, χωρίς να συμπεριλαμβάνουμε την Καταλωνία, όπου πρόκειται για μια διαδικασία εντελώς τοποθετημένη στο έδαφος της εθνικής απελευθέρωσης, και απορρέει από την υπεράσπιση μερικών αστών πολιτικών που έχουν φυλακιστεί, και επιδιώκει τη δημιουργία ενός ανεξάρητου καταλανικού Κράτους. Η βούληση αυτών που μάχονται στις εξεγέρσεις αυτές (ή αυτό που πιστεύουν ότι υπερασπίζονται) μικρό αντίκρυσμα έχει σε σχέση με αυτό που κάθε εθνική απαίτηση προετοιμάζει: ιμπεριαλιστικούς πολέμους και συγκρούσεις. Το κριτήριο για τον καθορισμό της φύσης ενός κινήματος δεν είναι ο βίαιος ή μη χαρακτήρας του, που δεν σημαίνει τίποτα, αλλά τι αρνείται και τι αμφισβητεί: δεν αρνούμαστε ένα έθνος Κράτος οικοδομώντας ένα άλλο. Το Κουρδιστάν είναι επίσης ένα καλό παράδεγμα αυτής της θέσης.

Μπορούμε να αντλήσουμε κάποια πρώτα διδάγματα από την συνεχιζόμενη κοινωνική πόλωση από το “Δέκα σημειώσεις για την επαναστατική κατάσταση” που είχαμε γράψει πριν μερικούς μήνες.

1) Το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου είναι πολωμένο. Μπαίνουμε στην αρχή μιας αλλαγής εποχής που χαρακτηρίζεται από τη σύγκρουση ανάμεσα στις τάξεις, που βάζει ένα τέλος στην μακρά υποχώρηση της δεκαετίας του 1990. Στην πραγματικότητα, βιώνουμε την αυξανόμενα έντονη και ισχυρή ανάπτυξη των διαδικασιών της κοινωνικής ανόδου της τάξης μας, από το 2001 στην Αργεντινή στο 2006 στην Οαχάκα (μέσω, προηγουμένως, του Εκουαδόρ ή της Βολιβίας), από τις ταραχές της πείνας το 2008 σ’ ολόκληρο τον κόσμο στο 2011, τη χρονιά που η τάξη μας γενίκευσε τους αγώνες της από τον Αραβικό κόσμο στην Ισπανία, το Ηνωμένο Βασίλειο, τις Ηνωμένες Πολιτείες ή ακόμα και την Ελλάδα.

2) Ο καπιταλισμός έχει φτάσει σε ένα αδιέξοδο. Μπαίνουμε σε μια εποχή κοινωνικής επανάστασης επειδή ο καπιταλισμός έχει εξαντληθεί ως κοινωνική σχέση: παράγει όλο και περισσότερο μια πλεονάζουσα ανθρωπότητα, αποβάλλει ζωντανή εργασία από την κοινωνική παραγωγή και καταναλώνει ενέργεια και πρώτες ύλες με αυξανόμενη αδηφαγία προσπαθώντας να αντιμετωπίσει με περισσότερα εμπορεύματα αυτό που χάνει με την αποβολή της ανθρώπινης εργασίας. Οι κρίσεις του είναι και θα γίνονται όλο και πιο καταστροφικές.

3) Τα κύματα αγώνων που αναδύονται σε παγκόσμιο επίπεδο (2001, 2008, 2011, και 2019) δεν μπορούν να κατανοηθούν ως ξεχωριστά γεγονότα, ως στιγμιότυπα απομονωμένα το ένα από το άλλο. Είναι το ίδιο φιλμ – στον χρόνο και τον χώρο – που έχει έναν κοινό πρωταγωνιστή: τον παλιό τυφλοπόντικα της επανάστασης που διεκδικεί με δύναμη τις ανάγκες και τα συμφέροντά του.

4) Οι εξεγέρσεις και οι επαναστάσεις έχουν έναν φυσικό, υλικό χαρακτήρα: κάποιος παλεύει γοα τις άμεσες ανάγκες του. Το σημαντικό είναι να αναλύσουμε τα υλικά γεγονότα που βάζουν σε κίνηση τις διάφορες πρακτικές. Αυτό που λέει το κίνημα είναι σημαντικό, αλλά αυτό που κάνει είναι πιο σημαντικό τώρα. Όσο ο αγώνας αναδύεται από τις άμεσες ανάγκες της τάξης μας: κάτι πολύ διαφορετικό από τους εθνικιστικούς ή εκλογικούς πολιτικούς αγώνες που κινούνται εντελώς στο έδαφος της αστικής πολιτικής. Η επανάσταση ξεκινά από μια διαδικασία ιονισμού στην οποία τα κοινωνικά “μόρια” τείνουν να είναι έτοιμα να πολεμήσουν, να πολωθούν, άσχετα από την συνείδηση που είχαν αρχικά για τους στόχους του αγώνα. Αυτό είναι που βλέπουμε τους τελευταίους μήνες στις διάφορες σε εξέλιξη εξεγέρσεις. Καμμιά σχέση με την μπουρζουάδικη απεικόνιση.

5) Αυτή η κοινωνική καταβύθιση3, αυτή η σύγκρουση τεκτονικών πλακών έχει μια κοινή ρίζα και, συνεπώς, τείνει να αποκτά όλο και περισσότερο έναν συγχρονισμένο χαρακτήρα. Οι εξεγέρσεις διαδίδονται η μια στην άλλη, από το Εκουαδόρ στη Χιλή, από το Σουδάν στην Αλγερία, από το Ιράν στο Ιράκ ή τον Λίβανο. Η κοινή ρίζα είναι οι ανθρώπινες ανάγκες στις οποίες το κεφάλαιο επιτίθεται για τις ανάγκες της αναπαραγωγής του.

6) Και όμως, πρέπει να γίνει κατανοητό ότι το άνοιγμα μιας νέας εποχής που χαρακτηρίζεται από τη σύγκρουση ανάμεσα στις τάξεις δεν σημαίνει το άνοιγμα μιας εξεγερτικής περιόδου. Απέχουμε ακόμα πολύ από αυτό, καθώς μια εξεγερσιακή περίοδος θα απαιτούσε μια συνειδητή αποφασιστικότητα, ένα πρόγραμμα, μια θέληση που να αναγνωρίζεται από την τάξη μας: με λίγα λόγια, μια αντιστροφή της πράξης που χρειάζεται ένα ανώτερο επίπεδο οργάνωσης και ένα κόμμα, όπως θα εξηγήσουμε παρακάτω. Ακόμα κι έτσι, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η σύγκρουση των τεκτονικών πλακών της οποίας είμαστε μάρτυρες θα είναι όλο και πιο έντονη και σταθερή, εκτεταμένη και πυκνή, παρά τα σκαμπανεβάσματα που θα γνωρίσει τα ερχόμενα χρόνια.

7) Τι καθήκοντα μπορούμε να αναλάβουμε ως επαναστάτες; Είμαστε στην αρχή μιας καινούριας ιστορικής περιόδου στην οποία είναι πολύ σημαντικό οι διαδικασίες να μαθαίνουν από τον ίδιο τον εαυτό τους. Το κόμμα μας, ως μια κοινωνική δύναμη που μάχεται για τον κομμουνισμό, ζει και είναι ήδη σχηματισμένο στο έδαφος αυτών των εξεγέρσεων. Ως επαναστατικές μειοψηφίες είμαστε κομμάτι του προλεταριάτου και αυτών των αγώνων, δεν είμαστε ένα κόμμα ξεκομμένο [διαχωρισμένο και διακριτό], αλλά είμαστε αυτοί που, όπως είπε ο Μαρξ, προσπαθούμε να προάγουμε και να βαθύνουμε την αποφασιστικότητα του κινήματος και, την ίδια στιγμή, προσπαθούμε να ξεκαθαρίσουμε θεωρητικά την πρακτική μας σχετικά με τους γενικούς στόχους της τάξης. Όπως έχουμε πει, η αρχή μιας καινούριας φάσης της ταξικής πάλης, μια μακρά περίοδος κοινωνικής επανάστασης σημαδεμένης από μια τελική κρίση του καπιταλισμού, δεν σημαίνει ότι ο κομμουνισμός μας περιμένει στη γωνία. Απέχουμε ακόμα πάρα πολύ από μια επαναστατική κατάσταση: η ικανότητα του προλεταριάτου να συγκροτηθεί ως τάξη, ως ένα κόμμα, είναι θεμελιώδης γι’ αυτό· η σύγκλιση ανάμεσα στις υλικές διαδικασίες της ταξικής πάλης και το κομμουνιστικό ιστορικό πρόγραμμα που προέρχεται από αυτή την ίδια πάλη είναι ουσιώδης. Αυτός είναι ο λόγος που τα ζητήματα του θεωρητικού και προγραμματικού ξεκαθαρίσματος είναι τόσο σημαντικά σήμερα. Η πάλη μας δεν στέκεται μόνη της στα οδοφράγματα του παρόντοτς, αλλά επίσης και στα μαθήματα που μπορούν να αντληθούν από τα οδοφράγματα του παρελθόντος.

Ο δρόμος είναι ακόμα μακρύς, παρ’ όλα αυτά δεν μπορεί να υπάρχει σημείο επιστροφή.ς Πρέπει να ζήσουμε το πάθος του αγώνα αλλά και τον αγώνα για θεωρητική και προγραμματική σαφήνεια.

Πολλές φορές, όταν αντιπαρατιθόμαστε σε “ριζοσπαστικούς” χώρους και αναφερόμαστε στην ανάγκη για την επανάσταση, αισθανόμαστε σαν εξωγήινοι που θα μπορούσαν να χουν προσγειωθεί από τον Άρη. Τι! Επανάσταση; Παγκόσμια; Ηπάγετε πίσω: αυτό είναι ολοκληρωτικό, αντιδραστικό. Τι θέλετε; Γιατί δεν είναι ούτε ευσεβής πόθος ούτε ζήτημα βούλησης. Εξεγέρσεις και επαναστάσεις θα είναι ένα τωρινό δεδομένο της ιστορικής μας εποχής, όλο και πιο συγχρονισμένα. Δεν είναι ζήτημα του να θέλουμε να συμβούν, αφού συμβαίνουν αυθόρμητα: είναι ζήτημα του να τις κατευθύνουμε [να τις προσανατολίσουμε] στην προοπτική της κατάργησης των τάξεων, του Κράτους και του εμπορεύματος.

Αυτός είναι ο λόγος που αφιερώνουμε αυτές τις σημειώσεις σε όλους αυτούς που είχαν πετάξει την επανάσταση στον σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας, σε όλους αυτούς που είχαν αναγάγει το προλεταριάτο σε μια χειραγωγημένη και χειραγωγήσιμη μάζα κατά βούληση, που υπέβαλαν τις άμεσες ανάγκες του προλεταριάτου, της ανθρωπότητας, στα παιχνίδια της κίνησης του κεφαλαίου. Ας μην ξεχνάμε ποτέ τη δύναμη και την ισχύ της τάξης μας.

Ομάδα Barbaria – Οκτώβρης 2019

Πηγές:

https://panfletossubversivos.blogspot.com/2019/10/este-ultimo-ano-vemos-sucederse.html
https://materialesxlaemancipacion.espivblogs.net/2019/10/23/texto-sobre-la-actualidad-de-nuestra-lucha/
https://proletariosrevolucionarios.blogspot.com/2019/10/balance-y-perspectiva-de-las-luchas.html
https://valladolorinternacionalista.blogspot.com/2019/11/grupo-barbaria-sobre-la-actualidad-de.html

2 Μετάφραση στα Αγγλικά: Los Amigos de la Guerra de Clases.

3 Στμ. Στο πρωτότυπο: slump.

Ένας κόσμος σε εξέγερση

Insurgent Notes1

το κείμενο σε pdf

Είμαστε στην ευχάριστη θέση να συμπεριλάβουμε στο παρόν τεύχος των Insurgent Notes μια σειρά πολύ λεπτομερών παρουσιάσεων και αναλύσεων του κινήματος των gilets jaunes στη Γαλλία, προετοιμασμένων από ακτιβιστές που συνδέονται με το Temps critiques. Τα κείμενα επηρεάζονται από μια διακριτή θεωρητική προοπτική (σχετικά με την καπιταλιστική αναπαραγωγή και την πιθανότητα της επανάστασης) και τη συνεχή συμμετοχή τους στο κίνημα των κίτρινων γιλέκων από το ξεκίνημά του. Οι λεπτές διαφοροποιήσεις των αναφορών επιτρέπουν στους συγγραφείς να ισχυριστούν πειστικά ότι είναι πολύ ουσιώδες να είναι κανείς προσεκτικός σχετικά με το τι είναι νέο στο κίνημα και να ξεφύγει από το αδιέξοδο να απαριθούμε απλά τα ελαττώματα ενός κινήματος υπό το φως μιας παραδοσιακής κατανόησης για το πώς υποτίθεται πρέπει να μοιάζει ένα αντικαπιταλιστικό κίνημα.

Γράφουμε αυτό το άρθρο της σύνταξης καθώς οι μαζικές διαμαρτυρίες στο Χονγκ Κονγκ πλησιάζουν το ορόσημο των έξι μηνών διάρκειας με ελάχιστες ενδείξεις ότι “ξεμένουν” από δυναμική. Και μέσα στις τελευταίες εβδομάδες, μαζικές (και κάποιες φορές, εξεγερσιακές) διαμαρτυρίες έχουν εκραγεί στο Εκουαδόρ, στη Χιλή, στον Λίβανο, στο Ιράκ και την Αϊτή. Και ακόμα και στην εντελώς υπό καταστολή Αίγυπτο, γενναίες ψυχές τολμούν να βγουν στους δρόμους2.

Όπως και τα “κίτρινα γιλέκα” στη Γαλλία, οι διαδηλωτές κινητοποιούνται τυπικά από μια πολύ βαθιά αίσθηση οργής/θυμού για την κατά τα φαινόμενα ατέλειωτη και συχνά επιδεινούμενη μιζέρια της ύπαρξής τους και μια ισχυρή πεποίθηση ότι οι αντιπροσωπευτικές κυβερνήσεις δεν κάνουν τίποτα για να αντιμετωπίσουν τις λίγο-πολύ απελπιστικές συνθήκες, παρά μόνο τις κάνουν ακόμα χειρότερες. Απ’ όσο γνωρίζουμε, καμμιά από τις μαζικές διαμαρτυρίες δεν έχει βασιστεί σε αγώνες για τους μισθούς ή τις εργασιακές συνθήκες. Αντίθετα, σχεδόν όλες, διαμορφώνονται από αγώνες σχετικά με τις τιμές και τους φόρους.

Στη Χιλή, ως απάντηση σε μια αύξηση των εισιτηρίων του μετρό, μαθητές των γυμνασίων ξεκίνησαν μια καμπάνια εκτεταμένης αποφυγής πληρωμής των εισιτηρίων στο Σαντιάγο με μαζικές καταλήψεις σταθμών του υπογείου σχεδιασμένων έτσι ώστε να ενθαρρύνουν τους επιβάτες να μπαίνουν στα τραίνα χωρίς να πληρώνουν αντίτιμο. Σε μια αξιομνημόνευτη στιγμή, φαινόταν ότι μια ομάδα μαθητών θα διώχνονταν από έναν σταθμό του υπογείου με τη βία από την αστυνομία – για να διασωθούν από εκατοντάδες άλλους μαθητές που έφτασαν με το επόμενο τραίνο. Στη συνέχεια, διαδηλωτές επιτέθηκαν σε σχεδόν όλους τους 164 σταθμούς του συστήματος του μετρό· κατέστρεψαν 45 και έκαψαν 20. Αν και πρόκειται για μια πρόωρη εκτιμήση/κρίση, ίσως συμβαίνει η διατήρηση και η λειτουργία του συστήματος των ΜΜΜ σε περίοδο εξέγερσης ίσως είναι μια καλλίτερη τακτική κίνηση από την καταστροφή του.

Αυτό που είναι προφανές είναι οτι πολλά εκατομμύρια ανθρώπων σ’ ολόκληρο τον κόσμο είναι αρκετά αηδιασμένοι με την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων ώστε να είναι προετοιμασμένοι να καταφύγουν σε ακραία μέτρα (και μεγάλα ρίσκα) για να απαιτήσουν αλλαγές. Όπως σημείωσε ένας σχολιαστής για έναν διαδηλωτή στο Χονγκ Κονγκ, ο οποίος αναγνώρισε ότι ρισκάρει τη ζωή του, “θα μπορούσε να είναι σχεδόν παντού”. Την ίδια στιγμή, ξέρουμε λίγα σχετικά με τον βαθμό στον οποίο οι διαμαρτυρίες έχουν αλυσιδωτές αντιδράσεις. Μιλώντας σε μια συνέντευξη, ένας διαδηλωτής από τη Χιλή ισχυρίστηκε ότι οι περισσότεροι από τους διαδηλωτές ήξεραν λίγα πράγματα σχετικά με την πραγματικότητα και τις εξελίξεις σε άλλα μέρη. Από τη μια πλευρά, ένας βετεράνος Κινέζος διπλωμάτης προειδοποίησε σε μια επίσημε εφημερίδα του Κομμουνιστικού Κόμματος: “Η καταστροφή του ‘χάους στο Χονγκ Κονγκ’ έχει ήδη χτυπήσει τον Δυτικό κόσμο. Πρέπει να περιμένουμε ότι κι άλλες χώρες και πόλεις μπορεί να χτυπηθούν από αυτόν τον κατακλυσμό”.

Η συγκυρία των μαζικών διαμαρτυριών σε πολλές χώρες καλεί για μια θεώρηση της έκτασης στην οποία προμηνύουν/προοιωνίζονται ένα νέο πεδίο δυνατοτήτων για επανασταστικά κινήματα. Το 1906, η Ρόζα Λούξεμπουργκ επέστρεψε από την επίσκεψη και συμμετοχή της στη Ρώσικη επανάσταση της προηγούμενης χρονιάς [1905] και έγραψε μια ιστορικής σημασίας καταγραφή και μια δυνατή ανάλυση της παγκόσμιας ανάδυσης της μαζικής απεργίας ως ενός καινούριου όπλου στα χέρια του επαναστατικού προλεταριάτου. Δείτε το Μαζική Απεργία, Κόμμα Συνδικάτα3. Μεταξύ άλλων, ισχυρίστηκε ότι κανένα κόμμα δεν θα μπορούσε να ενορχηστρώσει μια μαζική απεργία· ο αυθόρμητος χαρακτήρας της [μαζικής απεργίας] ήταν, όντως, ένα καθοριστικό γνώρισμα της επαναστατικού της δυναμικού.

Η Λούξεμπουργκ έγραψε σε μια εποχή που τα μαζικά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα αριθμούσαν συνδυαστικά τα μέλη τους σε εκατομμύρια. Οι ηγέτες αυτών των κομμάτων υπέθεσαν ότι είχαν το δικαίωμα και την υποχρέωση να καθοδηγήσουν την ταξική πάλη εντός των αντίστοιχων εθνών τους, ιδιαίτερα όταν ήλπιζαν να υπονομεύσουν και να εκτρέψουν τη μαζική εξέγερση, στο όνομα του τελικού θριάμβου της θεωρίας “αργά και σταθερά κερδίζεται ο αγώνας”, για τη σοσιαλιστική νίκη. Αναμενόμενα, σπάνια υπήρξαν υποστηρικτές μιας στρατηγικής της κατά Λούξεμπουργκ μαζικής απεργίας. Σήμερα, αυτά τα κόμματα έχουν εξαφανιστεί από προσώπου γης αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι οι κατά κάποιο τρόπο φανταστικές ιδέες για τις εργατικές πρωτοπορείες που καθοδηγούν τις επανασταστικές δυνάμεις έχουν πια εξατμιστεί – τουλάχιστον όχι στο μυαλό μιας χούφτας διαφόρων πραγματικών πιστών σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Για μια ακόμα φορά, όμως, τα γεγονότα μπορούν να μας δώσουν μαθήματα, αν είμαστε ανοιχτοί να τα μάθουμε. Οι μαζικές εξεγέρσεις του 2019 ήταν σχεδόν όλες απρόσμενες και παραμένουν “ακέφαλες” – κανείς δεν έχει τον έλεγχο. Πραγματικά, κάθε προσπάθεια παροχής καθοδήγησης από υπάρχουσες πολιτικές ομάδες έχει αντιμετωπιστεί με περιφρόνηση.

Αν, όμως, οι διαμαρτυρίες πρόκειται να αντέξουν και να είναι πετυχημένες, υπάρχουν ζητήματα που χρήζουν προσοχής. Πώς μπορούν τα κινήματα να εξασφαλίσουν με τον καλλίτερο δυνατό τρόπο τη βιωσιμότητά τους; Πώς μπορούν να προετοιμαστούν για την αστυνομική και στρατιωτική καταστολή ή για τις προσπάθειες της κυβέρνησης να περιορίσει τις προμήθειες τροφίμων; Πώς μπορούν τέτοια κινήματα να προετοιμαστούν, στην πάροδο του χρόνου, για την ίδια τη βιωσιμότητά τους, αντιμετωπίζοντας ζητήματα όπως η προστασία αυτών που συλλαμβάνονται και τραυματίζονται;

Δεν έχουμε να προσφέρουμε κάποιες απαντήσεις. Αλλά πιστεύουμε όντως ότι οι εκτεταμένες διεθνείς ανταλλαγές ανάμεσα σε εξεγερμένες δυνάμεις μπορεί ίσως να αρχίσουν να δίνουν κάποιες. Πιστεύουμε ότι χρειαζόμαστε τώρα κάτι από την ίδια ευρύτητα στόχων και φιλοδοξία που επέδειξε η Λούξεμπουργκ το 1906. Οι Γάλλοι σύντροφοί μας μας έχουν δώσει μια καλή ιδέα για το πώς να αρχίσουμε.

Θα κλείσουμε, όμως, με μια ματιά πίσω στο κίνημα Occupy και τις πρώτες μέρες των αντιμπατσικών διαμαρτυριών στον απόηχο της δολοφονίας του Μάικλ Μπράουν στο Φέργκιουσον του Μιζούρι. Όταν συνέβησαν, δημοσιεύσαμε κάποιες, όπως εξακολουθούμε να πιστεύουμε, αξιόλογες αναλύσεις. Δεν πιστεύουμε, όμως, ότι ήταν αρκετά επαρκείς ώστε να μπορούν, όπως έχουν κάνει οι Γάλλοι ακτιβιστές, να δουν κάτι περισσότερο από το μέλλον στο παρόν.

1 Στμ. Μεταφρασμένο από εδώ: http://insurgentnotes.com/2019/11/a-world-in-revolt.

2 Στην Ισπανία, πρόσφατα, εκατοντάδες χιλιάδες βγήκαν στους δρόμους της Βαρκελώνης διαμαρτυρόμενοι για τη φυλάκιση ηγετών του καταλανικού αυτονομιστικού κινήματος. Δεν θα θέλαμε να υποτιμήσουμε τη σημασία αυτής της εξέλιξης αλλά βλέπουμε να έχει έναν διαφορετικό χαρακτήρα από τα άλλα παραδείγματα που έχουμε αναφέρει.

3 Στμ. Ρόζα Λούξεμπουργκ: Μαζική Απεργία, Κόμμα, Συνδικάτα, εκδόσεις Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, 2014.

Μπλοκάρισμα

από το Carbure1

το κείμενο σε pdf

Μπορεί το μπλοκάρισμα να θεωρηθεί ως μια αποτελεσματική στρατηγική στον παρόντα συσχετισμό δύναμης; Ποια είναι η σχέση ανάμεσα στο κίνημα που θα ξεκινήσει στις 5 Δεκεμβρίου2 και αυτών που ταρακουνούν τη Μέση Ανατολή και τη Λατινική Αμερική; Μια πολύ γενική προσπάθεια αξιολόγησης των μορφών που μπορεί να πάρει μια παγκόσμια κρίση του κεφαλαίου.

Αυτό που συμβαίνει σ’ αυτή την κατάσταση είναι ότι, με κάθε μείζον κίνημα, αυτοί που συγκρούονται [με το κράτος] έρχονται αντιμέτωποι με ένα τοίχο που στην ουσία ανάγει τη δράση τους σε ένα λογιστικό πρόβλημα3. Η ιδεολογική διαχείριση του ζητήματος από το Κράτος γίνεται, τότε, υπό την αποκλειστική προοπτική της επιστροφής στη ρέουσα κανονικότητα τάξης πραγμάτων της κυκλοφορίας: πολιτικός αποκλεισμός θέσεων, περιθωριοποίηση με τον χαρακτηρισμό του εξτρεμισμού, άμεση διάλυση οποιουδήποτε γεγονότος αντιμετωπίζεται ως μια διαταραχή στη δημόσια τάξη, άμεσι “ξεκλείδωμα”, κινητοποίηση των μη-απεργών για την αποκατάσταση της κανονικής λειτουργίας κλπ. Η κανονικότητα εμφανίζεται εδώ ως αυτό που είναι, μια μόνιμη βία, αλλά εμφανίζεται μόνο σ’ αυτούς που έχουν αγωνιστεί επειδή υφίστανται αυτή τη βία. Για τους άλλους, η κανονικότητα είναι κανονικότητα, τελεία. Το ερώτημα είναι, λοιπόν: για πόσο μπορεί το Κράτος, περιβαλλόμενο από αυτούς για του οποίους η κανονικότητα είναι ακόμα επιθυμητή, να συνεχίσει να αρνειίται την ύπαρξη εκείνων για τους οποίους αυτή η κανονικότητα γίνεται όλο και περισσότερο αφόρητη;

Με μια συγκεκριμένη έννοια, η Αόρατη Επιτροπή έχει δίκιο για ένα πράγμα: η εξουσία είναι λογιστική4, και είναι μια σκέτη ταυτολογία, αφού η εξουσία είναι η εξουσία να κάνεις πράγματα. Αλλά η ουσία του να επισημαίνεται αυτό είναι, πάνω απ’ όλα, ότι η “εξουσία” δεν διαπραγματεύεται πλέον, ότι σε καιρούς κρίσης απαρνιέται για τον ίδιο της τον εαυτό να εμφανίζεται ως η ουδέτερη σύνθεση διαφορετικών ταξικών συμφερόντων και εμφανίζεται ως αυτό που είναι: η κυριαρχία μιας τάξης. Ο μύθος του γενικού συμφέροντος – η δημοκρατία στις διάφορες μορφές της – εξαφανίζεται, τότε, μπροστά στην πραγματικότητα του υψηλότερου συμφέροντος της οικονομίας (η οποία θα αποτελούσε την πραγματική κοινωνική σύνθεση), αυτού του άλλου φετίχ της ταξικής κυριαρχίας. Η διαχείριση της απεργίας γίνεται ένα ζήτημα αστυνόμευσης και, πραγματικά, ένα ζήτημα λογιστικής. Συνεπώς, αυτοί που προκαλούν δεν είναι πλέον αντίπαλοι, με τους οποίους διαλεγόμαστε, αλλά παραβάτες: ριζοσπαστικοποιημένοι. Δεν πρέπει να διαπραγματευτούμε, πρέπει να τους “ξεμπλοκάρουμε”, με μια σωματική έννοια. Η καταστολή είναι το αναγκαστικό συμπέρασμα της απουσίας διαλόγου, δικαιολογεί αυτή την απουσία αποτελώντας, την ίδια στιγμή, την εκδήλωσή της.

Αλλά εκεί που η Αόρατη Επιτροπή είδε μια αδυναμία, μια απόδειξη ότι το κράτος δεν μπορούσε πλέον να παράγει μια συμβολική νομιμοποίηση αλλά “μόνο” να ελέγχει την επικράτεια, θα πρέπει επίσης να θυμόμαστε ότι, στην παρούσα ισορροπία δυνάμεων, η λογιστική δεν είναι μόνο το δυνατό σημείο του κράτους, αλλά επίσης το μέσο με το οποίο σχεδιάζει να διατηρηθεί για πάντα: χρειάστηκαν μόνο τρεις βδομάδες για να εκκενώσει τους κόμβους από τα κίτρινα γιλέκα και να σταματήσει τους αποκλεισμούς. Είναι ακριβώς επειδή το Κράτος έχει κερδίσει τη μάχη της υλικοτεχνικής υποδομής (με την έννοια των DDE5) που η αντιπαράθεση επέστρεψε στους δρόμους, όπου αντιμετωπίζεται, και πάλι, από τη αστυνομία “λογιστικά”. Και, παίρνοντας υπόψιν πώς εξελίσσονται όλα αυτά, πρέπει και πάλι να θέσουμε το ερώτημα: μπορούμε να αγωνιστούμε ενάντια στο Κράτος στο έδαφος της κυκλοφορίας; Μπορούμε πραγματικά, και όχι από μια τεχνική σκοπιά, αλλά λαμβάνοντας υπόψιν την κατάσταση των εμπλεκόμενων δυνάμεων, να “παραλύσουμε τη χώρα”; Και, τελικά, προς τι;

Είναι αυτή η δυναμική “τέλματος”6 που μας προσκαλεί να σκεφτούμε τον εμφύλιο πόλεμο που, όπως πάντα, περιέχεται στην παρούσα κατάσταση, παντού στον κόσμο, από τις χειρότερες δικτατορίες μέχρι τις πιο εδραιωμένες δημοκρατίες. Κι εδώ, τρέμουμε επίσης στην ιδέα της στασιμότητας σε έναν εμφύλιο πόλεμο στον οποίο το Κράτος διατηρεί όλα τα υλικοτεχνικά μέσα: η Συρία του Μπασάρ Άσαντ είναι εκεί για να μας θυμίζει τι είναι ικανό να κάνει ένα κράτος που φτάνει να συγκεντρώσει πίσω του ένα μέρος του πληθυσμού εναντίον ενός άλλου. Μπορεί να διαρκέσει, και η διάρκειά του εδώ είναι η προγραμματισμένη συντριβή.

Αυτός είναι ο λόγος που κάθε κίνημα, που αρχίζει να απλώνεται σε μια άγνωστη ζώνη, μάλλον τρομακτική και γεμάτη αβεβαιότητες, έχει ως μόνες προοπτικές ή την επιστροφή σε μια “κανονικότητα”, που γίνεται όλο και πιο αφόρητη, ή τη συντριβή ή το χάος του εμφυλίου πολέμου. Για το κεφάλαιο, το τέλος της πολιτικής δεν είναι τίποτα άλλο από τον πόλεμο. Βλέποντας αυτές τις συνθήκες να εκδηλώνονται στη Γαλλία, σε ένα κίνημα τόσο “κλασσικό” όσο ένας αγώνας ενάντια στη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού, βλέποντας αυτή την καταστροφική λογική να εφαρμόζει τους όρους της σ’ αυτό που, πριν από είκοσι ή τριάντα χρόνια, μεταφραζόταν σε ένα είδος τελετουργικού χορού ανάμεσα στους “κοινωνικούς εταίρους” και το κράτος, μας λέει αρκετά για το πόσο βαθιά είναι η κρίση στην οποία έχουμε μπει. Αυτό που προετοιμάζεται στη Γαλλία δεν έχει, προφανώς, κανένα κοινό μέτρο – ποσοτικά μιλώντας – μ’ αυτό που υπάρχει αυτή τη στιγμή στη Χιλή ή στο Ιράκ, και κάθε κατάσταση πρέπει να κατανοείται καθεαυτή, αλλά έχει όντως μια αναφορά σε μια γενική κατάσταση, που είναι όντως παγκόσμια.

Το κοινό σημείο ανάμεσα στον τρόπο με τον οποίο το γαλλικό Κράτος βλέπει το κίνημα ενάντια στην μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού και τα κινήματα που ξεδιπλώνονται στη Μέση Ανατολή και τη Λατινική Αμερική είναι αυτή η κατάσταση στην οποία το Κράτος δεν έχει πια τίποτα να δώσει (και στις προηγούμενες περιπτώσεις, η κρίση του Κράτους-εισοδηματία, που λυμαίνεται τους φυσικούς πόρους7 και αναδιανέμει, δεν καταδεικνύει παρά αυτή την κατάσταση αλλά ακόμα πιο βίαια) και στην οποία κανείς δεν περιμένει τίποτα από αυτό, ενώ παραμένει η μοναδική προοπτική των αγώνων: επιτέλους, “ο λαός θέλει την πτώση του καθεστώτος” παντού. Ίσως αυτό είναι το πραγματικό “μπλοκάρισμα” σ’ αυτή την ατέρμονη αντιπαράθεση με το Κράτος. Σήμερα, θα ήταν ανόητο να το θεωρήσουμε κάτι άλλο από την προοπτική μιας παγκόσμιας επαναστατικής κρίσης και θα ήταν μηδενιστικό να μην θεωρήσουμε, σ’ αυτό το πλαίσιο, την κομμουνιστική προοπτική.

Σ’ αυτή την προοπτική, οι αγώνες θα εξελιχθούν όπως μπορούν, δεν υπάρχει καμμιά πρωτοπορεία που είναι πιθανόν να τους δώσει μια κατεύθυνση. Η ριζοσπαστικότητα δεν υπάρχει ούτε στις ιδέες ούτε στους ανθρώπους, υπάρχει στις καταστάσεις. Όμως, θα ήταν εξίσου ανεύθυνο να μην τονίσουμε αυτό το απλό γεγονός: οι “αγώνες σε κυκλοφορία” και η στρατηγική του μπλοκαρίσματος, όπως ακριβώς και η προοπτική των καθαρών ταραχών, είναι καταδικασμένες σε αποτυχία. Η μόνη τους προοπτική είναι να αποσταθεροποιήσουν το Κράτος, να το εξαναγκάσουν να βελτιώσει τις συνθήκες ύπαρξης των μαζών των προλετάριων που ο καπιταλισμός αποκλείει ή τους απομακρύνει από την “κανονικότητά” του, αλλά μια [τέτοια] προοπτική ενσωμάτωσης δεν βρίσκεται πλεόν στην ημερήσια διάταξη. Στην περίπτωση αυτή, αυτό που απομένει για το κράτος είναι να οργανώσει το ξεμπλοκάρισμα και την επιστροφή στην τάξη, επιστροφή την οποία έχει τα μέσα να την κάνει. Αν και μερικοί ρομαντικοί το νομίζουν, δεν πρόκειται να είμαστε πιο αποτελεσματικοί από το κράτος στο πεδίο της “λογιστικής”, ούτε με το μπλοκάρισμα ούτε με τις ταραχές. Στην καλλίτερη περίπτωση, αν η κρίση γενικευτεί, μπορούμε να έχουμε μια αλλαγή στο πολιτικό προσωπικό, για να οργανώσει την επιστροφή στην κανονικότητα, στην χειρότερη θα έχουμε τη συντριβή. Αυτό είναι που δεν λέει ποτέ το σύνθημα “Να μπλοκάρουμε τα πάντα”! Για ποιον λόγο; Για ποια νίκηακριβώς; Και με τι πιθανότητες επιτυχίας; Αντιμέτωποι με αυτή την προοπτική προγραμματισμένης αποτυχίας, θα πρέπει, αντίθετα, να πούμε ότι το επαναστατικό κίνημα που θα άρχιζε να μπαίνει σε μια θέση επικράτησης δεν θα είχε άλλη επιλογή από το να επιτεθεί στην παραγωγή, να καταλάβει παραγωγικά στοιχεία και να αρχίσει να ασκεί μια παραγωγή χωρίς ανταλλαγή, όχι να μπλοκάρει την κυκλοφορία αλλά να την ιδιοποιηθεί για να υποστηρίξει τον αγώνα του κλπ., με άλλα λόγια να εφαρμόσει άμεσα τον κομμουνισμό.

Είναι μόνο σ’ αυτό το πλαίσιο, που το κίνημα αρχίζει να καθιστά εφικτή τη ζωή εκτός κεφαλαίου, που ο αγώνας δεν περιορίζεται πια σε μια κατά πρόσωπο σφαγή με το Κράτος, που οι ταραχές και το μπλοκάρισμα μπορούν να παίξουν έναν θετικό ρόλο. Δεν χρειάζεται να πούμε ότι είμαστε ακόμα μακριά από αυτό το σημείο.

1 Στμ. Μεταφρασμένο από εδώ: https://blogs.mediapart.fr/carbure/blog/011219/blocage-0.

2 Στμ. Αναφέρεται στο κίνημα ενάντια στις αλλαγές στο συνταξιοδοτικό σύστημα που προωθεί η κυβέρνηση Μακρόν, θέτοντας ως “έναρκτήρια” ημερομηνία την 5η Δεκεμβρίου, ημέρα της πρώτης πανεθνικής απεργίας που έχουν προκηρύξει τα γαλλικά συνδικάτα.

3 Στμ. Λεπτό σημείο. Είναι απλά “λογιστικό” πρόβλημα ή κάτι που δοκιμάζει τις σχέσεις των αγωνιζόμενων;

4 Στμ. Στο πρωτότυπο logistique, δηλαδή logistics, επιμελητεία, υλικοτεχνική υποστήριξη.

5 Στμ. DDE (Directions Départementales de l’Équipement, Νομαρχιακές Διευθύνσεις Εξοπλισμού), πρώην αποκεντρωμένες υπηρεσίες υπό το Υπουργείο Εξοπλισμού ή του ισοδύναμού του σε διάφορες κυβερνήσεις, και τελευταία του Υπουργείου Οικολογικής Μετάβασης και Αλληλεγγύης (Ministère de la Transition écologique et solidaire, MTES).

6 Στμ. Στο πρωτότυπο: “décrochage”. Μοιάζει να έχει, με βάση και τα συμφραζόμενα στη συνέχεια, το νόημα του “holding pattern” των Endnotes.

7 Στμ. Στο πρωτότυπο: la crise de l’Etat rentier extractiviste et redistributeur. Extractivism στα γαλλικά είναι ο όρος που δηλώνει τη μαζική εκμετάλλευση των φυσικών πόρων και της βιοσφαίρας, και είναι εξ ορισμού πολύσημος, καθώς σηματοδοτεί όλες τις μορφές και όλα τα μέσα βιομηχανικής εκμετάλλευσης της φύσης.