Η κουλτούρα της ήττας: όταν πιστεύεις ότι αγωνίζεσαι ενάντια σε αυτό στο οποίο έχεις ήδη ενσωματωθεί

10 θέσεις για το κίνημα υπεράσπισης του “δημόσιου” πανεπιστημίου

I

Ένα κίνημα που ο λόγος του είναι απολογητικός, που καταδεικνύει με τον πιο τρανταχτό τρόπο την πλήρη ιδεολογική κυριαρχία του κράτους και του κεφαλαίου και την σοβαρή ενσωμάτωσή μας εντός τους.

Με μια επιχειρηματολογία που απαντά ουσιαστικά από την σκοπιά των μικρο-μεσοαστικών στρωμάτων και των ανησυχιών τους για την περαιτέρω αναδιάρθρωση της “ανώτατης εκπαίδευσης” στο πλαίσιο της αναπαραγωγής του κεφαλαίου.

Μια επιχειρηματολογία που δεν αντανακλά ούτε εκφράζει τις αγωνίες και τα συμφέροντα των εργατικών και προλεταριακών στρωμάτων, που υφίστανται δεκαετίες τώρα το ξήλωμα των όποιων ουσιαστικών προσβάσεων στα κατ’ όνομα “δημόσια” πανεπιστήμια και των όποιων “ανοιχτών” χαρακτηριστικών τους.

II

Μια επιχειρηματολογία που η βάση της είναι η ίδια αυτή η αστική ιδεολογία της “αξιοκρατίας”, της “αριστείας”, της “αναβάθμισης”, της “παραγωγικότητας”, έτσι που οι απαντήσεις της να είναι τελείως έκθετες ακόμα και σε μια απλή αντιστροφή της υπόθεσής τους.

λέμε για παράδειγμα: “τα ιδιωτικά πανεπιστήμια δεν θα φέρουν επενδύσεις”. Δηλαδή αν έφερναν θα το συζητούσαμε;

λέμε: “τα ιδιωτικά πανεπιστήμια δεν φέρνουν κανέναν “υγιή” ανταγωνισμό με τα δημόσια”. Δηλαδή αν έφερναν έναν τέτοιο ανταγωνισμό (τι ακριβώς σημαίνει και συνεπάγεται αυτό, άραγε;) θα ήταν ανεκτά; Θα χωρούσαν σε ένα πλαίσιο “προαγωγής της γνώσης”; Και ούτω καθεξής.

III

Αλλά το κεντρικό στοιχείο της ενσωμάτωσης αυτών των αντιλήψεων, σε αυτό ενάντια στο οποίο θέλουν ή πιστεύουν ότι αγωνίζονται, είναι ότι αδυνατούν να δουν πως στην πραγματικότητα δεν υπάρχει καμμιά αντίθεση ανάμεσα στο “δημόσιο” και το “ιδιωτικό”, ότι αυτές είναι δυο συμπληρωματικές όψεις σε ένα συνεχές της συνολικής κοινωνικής παραγωγής και αναπαραγωγής κράτους και κεφαλαίου που παράγει υποκείμενα, εργατική δύναμη και ιδεολογία για την διατήρηση της κυριαρχίας τους.

IV

Ξεχνούν έτσι ότι το υπάρχον πανεπιστήμιο είναι μόνο στο όνομα δημόσιο, αν μη τι άλλο σε σχέση με το νόημα που οι ίδιοι υποτίθεται ότι δίνουν στο δημόσιο.

Ξεχνούν ότι το “δημόσιο” πανεπιστήμιο ήταν και γίνεται όλο και περισσότερο χώρος σκληρού ταξικού φιλτραρίσματος, ιδεολογικής και παραγωγικής ενσωμάτωσης, εντατικοποίησης, εξατομίκευσης, αποθέωσης του τεχνοκρατισμού, παραγωγής εξειδικευμένης, κατακερματισμένης και πειθαρχημένης εργατικής δύναμης για όσους τα καταφέρουν, για να μην αναφέρουμε τη διαρκή οικονομική αφαίμαξη πολύ πριν την είσοδο σε αυτό. Και, φυσικά, διαρκούς προσπάθειας κράτους και κεφαλαίου να καταστείλουν τα στοιχεία αμφισβήτησης της κυριαρχίας τους που υπάρχουν ως όψεις του κοινωνικού ανταγωνισμού στον “ακαδημαϊκό χώρο”.

V

Βλέποντας μια αντίθεση “δημόσιου – ιδιωτικού” εκεί που ουσιαστικά δεν υπάρχει, (ή που υπάρχει για δευτερεύοντες λόγους, που δεν αφορούν τα προλεταριακά/εργατικά στρώματα), εξωραΐζουν και δίνουν, λοιπόν, άφεση αμαρτιών σε όλες τις αντιδραστικές πτυχές του “δημοσίου” πανεπιστημίου, βάζοντας στην άκρη ακόμα και την όποια κριτική ασκούν περιστασιακά σε αυτό.

Αδυνατώντας να δουν την συνολική στρατηγική της αναδιάρθρωσης εκπαίδευσης και αγοράς, αδυνατούν να δουν ότι τα ιδιωτικά πανεπιστήμια δεν έρχονται παρά ως η επόμενη φάση αυτής της στρατηγικής που συντελείται για χρόνια στα “δημόσια” πανεπιστήμια, ως ο συμπληρωματικός πόλος που θα ενισχύσει τις αντιδραστικές πτυχές της αναδιάρθρωσης του “δημόσιου” πανεπιστημίου, ώστε από κοινού να επιφέρουν τον “εξορθολογισμό” της διαδικασίας παραγωγής γνώσης και εργατικής δύναμης που απαιτούν οι καινούριες συνθήκες κρίσεων και προκλήσεων που αντιμετωπίζει το κεφάλαιο.

VI

Αυτή η συνθήκη απαιτεί προφανώς τη μείωση του “δημόσιου” πανεπιστημίου, την απόσυρση του κράτους από την χρηματοδότηση και την ενίσχυσή του, στο πλαίσιο της συνολικής αποχώρησης κράτους και κεφαλαίου από την ευθύνη και το κόστος της κοινωνικής αναπαραγωγής. Σε αυτή την φάση κρίσης και αναδιάρθωσης δεν προβλέπεται “σκάλα κοινωνικής αναβάθμισης” για τους πολλούς.

Αυτή η μείωση του “δημόσιου” πανεπιστημίου προκαλεί προφανώς την αντίδραση των συντεχνιακών κομματιών που ωφελούνται διαχρονικά από τη λειτουργία του. Από τις φοιτητικές γραφεικρατίες μέχρι, κυρίως, τα καθηγητικά διευθυντικά στρώματα, οργανικά κομμάτια των κάθε λογής δικτύων με προνόμια και εξουσίες, μεγάλες και μικρές, στους, κατά τα άλλα, “ναούς” της γνώσης.

VII

Η αριστερά έχει προνομιακό ρόλο στα στρώματα αυτά, για αυτό και πρωταγωνιστεί στην “σταυροφορία” υπεράσπισης του “δημόσιου” πανεπιστημίου, το οποίο αίφνης από αντικείμενο κριτικής γίνεται “κόρη οφθαλμού”.

Η σταυροφορία αυτή επειδή ακριβώς δεν έχει καμμιά γείωση και αναφορά στα συμφέροντα των πληβειακών στρωμάτων συγκροτείται πάνω στα αγαπημένα, παράδοξα και χιμαρικά “λαϊκο-μετωπικά” σχήματα που χωράνε τους πάντες: γραφειοκράτες, φοιτητές, εργαζόμενους, ερευνητές, καθηγητάδες και πάει λέγοντας.

VIII

Δυστυχώς, η ιστορία έχει υπάρξει αμείλικτη με αυτά τα μέτωπα και τα υλικά και ιδεολογικά τους στηρίγματα: αγώνες ετερόκλητων κοινωνικών στρωμάτων, πάνω σε ένα υπόστρωμα φενακισμένων ιδεολογικών σχημάτων και αντεστραμμένων αντιλήψεων, που βλέπουν αντιθέσεις εκεί που δεν υπάρχουν και ενότητες εκεί που δεν υφίστανται, ηττώνται διαχρονικά.

Τι μπορεί να νικήσει; Μόνο η συνειδητοποίηση της ανάγκης να ειπωθούν και να ιδωθούν τα πράγματα από την οπτική αυτών που πραγματικά μας αφορούν και που πρέπει και εμείς να τους αφορούμε: τα πληβειακά στρώματα, το προλεταριάτο, τους “πλεονάζοντες” ενός κόσμου στον οποίο ο “ρεαλισμός” είναι πια η πλήρης υποταγή στην κυριαρχία κράτους και κεφαλαίου.

IX

Η υπεράσπιση των “κατακτήσεων” είναι στην πραγματικότητα υπεράσπιση των όποιων προνομίων μπορούν να διασώσουν τα πληττόμενα μικρο-μεσοαστικά στρώματα. Αυτά αφορά, ουσιαστικά, η υπεράσπιση του “δημόσιου” πανεπιστημίου και των δήθεν κατακτήσεών του.

Αντίθετα, για εμάς, για τα πληβειακά στρώματα, είναι προαπαιτούμενο μιας αντεπίθεσης και νίκης η κατανόηση ότι η αντίσταση στα ιδιωτικά πανεπιστήμια ούτε απαιτεί ούτε προϋποθέτει καμμιά τέτοια υπεράσπιση του δήθεν δημόσιου πανεπιστημίου.

X

Τα πληβειακά στρώματα, αποδεκατισμένα από την πλήρη διάλυση του όποιου κοινωνικού συμβολαίου, στη σκιά των “εργατικών κεκτημένων” μιας εποχής της όποιας ευμάρειας, δεν έχουν πια την πολυτέλεια του ρεφορμισμού. Εδώ που έχουμε φτάσει δεν έχει νόημα να υπερασπιστούμε ό,τι έχει απομείνει από κάτι που δεν ήταν ποτέ δικό μας. Πρέπει να αγωνιστούμε και να εξεγερθούμε για την ουτοπία μας!

“Στατιστικές και συναισθήματα” (σχετικά με τις ταραχές του Ιουνίου του 2023)

RS1

“Όταν οι στατιστικές διαπερνούν τις μάζες, το συναίσθημα γίνεται μια υλική δύναμη

(Ανωνύμου)

το κείμενο σε pdf

 

Δεν θα υπάρξουν στατιστικά στοιχεία.

Να πολλαπλασιάσουμε τις στατιστικές για να πούμε, όπως λένε οι “εκλεγμένοι τοπικοί άρχοντες”, οι “κοινωνικοί διαμεσολαβητές”: “Σας είχαμε προειδοποιήσει, θα εκρηγνυόταν”, δεν εξηγεί ούτε αντιστοιχεί σε οτιδήποτε όσον αφορά τα γεγονότα: ούτε τη μορφή τους, ούτε τη στιγμή, ούτε το περιεχόμενο, ούτε τους στόχους. Στην δράση, όλα τα αντικειμενικά, “ερμηνευτικά” δεδομένα υπάρχουν ως συναισθήματα, γίνονται συναισθήματα: από το μίσος και την εκδίκηση, στο “τζογάρισμα”, στο ξεφάντωμα, και την όμορφη φαντασιακή προβολή του να ξαναπαίρνει κάποιος, για μια στιγμή, τον έλεγχο της ζωής του. Βιντεοπαιχνίδια, γιατί όχι; Ο καθένας δρα σε δάση αναφορών και συμβόλων, οι στατιστικές δεν τοποθετούν ποτέ κανέναν στον δρόμο, αν δεν μεταλλάσονται από τους τρόπους της εμπειρίας.

Ολόκληρη η πρακτική λειτουργεί υπό μια ιδεολογία, το συναίσθημα (εκδίκηση και μίσος μπροστά στην περιφρόνηση, ο φθόνος για τα απαγορευμένα αγαθά), είναι μια από αυτές. Το συναίσθημα είναι μια σχέση με τις σχέσεις παραγωγής, είναι ακόμα-ακόμα η πιο προφανής, η πιο άμεση μορφή διερώτησης των συγκεκριμένων ατόμων ως υποκειμένων. Αλλά, το “συγκεκριμένο άτομο” δεν είναι ποτέ ένα κύριο υπόστρωμα, είναι το ίδιο προϊόν της αναπαραγωγής του τρόπου παραγωγής σε όλες τις μορφές εμφάνισής του και σε όλον τον φετιχισμό του. Είναι το συγκεκριμένο άτομο που διερωτάται (διερωτά τον εαυτό του) ως υποκείμενο. Ενήλικα άτομα που υφίστανται φυλετικές διακρίσεις έχουν αυτο-διερωτηθεί ως υποκείμενα, προφανώς όχι κάτω από την ίδια ιδεολογία όπως ένας εργάτης ή ένας συνταξιούχος. Το συναίσθημα: μίσος, εκδίκηση, επιθυμία να καταναλώσει κανείς όχι μόνο προϊόντα Aldi ή Lidl αλλά και τηλέφωνα και επίπεδες οθόνες της πιο υψηλής τεχνολογίας, τζογάρισμα και αυτοπεποίθηση. Ενάντια στην σταθερή άρνησή της, η συγκεκριμένη ιδεολογία των νεαρών ταραξιών είναι ακριβώς η διεκδίκηση του εαυτού ως “ανθρώπινου”, η αξιοπρέπεια είναι η πιο αγνή μορφή του υποκειμένου. Το συναίσθημα δεν αντιπροσωπεύει τις πραγματικές συνθήκες της ύπαρξής τους αλλά την σχέση τους προς αυτές τις συνθήκες και είναι σε αυτή την σχέση που συγκροτούν τους εαυτούς τους ως υποκείμενα και ως τέτοια δρουν και παλεύουν όπως αντιστοιχεί κατάλληλα στην πραγματική τους ύπαρξη, όπως αυτή καθορίζεται και υπάρχει σε μια συγκεκριμένη κοινωνική και πολιτική κατάσταση.

Αφού αναδιαρθρώθηκε παγκόσμια στη δεκαετία του 1970, ενάντια στον Κέυνς και τον Φορντ, αποσυνδέοντας την παραγωγή αξίας για το κεφάλαιο από την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης2, ο τρόπος παραγωγής υπονομεύεται τώρα από την “οπισθόκρουση” αυτού που ήταν η δυναμική των τελευταίων τριάντα ή σαράντα χρόνων3.

Ήταν τα Κίτρινα Γιλέκα που έβαλαν την καθημερινή ζωή, με όλες τις ιδιοτροπίες της, στο επίκεντρο της ταξικής πάλης και αμφισβήτησαν το Κράτος ως υπεύθυνο για την διανομή, το εισόδημα και τον πλούτο του καθενός και όλων, της φτώχειας των άλλων.

Ήταν το μακρύ επεισόδιο σχετικά με την μεταρρύθμιση των συντάξεων, στο οποίο το μπλοκ των συνδικάτων κατάφερε να περιορίσει το κίνημα, αφού για ένα θνησιγενές κίνημα ο μόνος του στόχος είναι η ήττα, για την οποία αυτή η δια-συνδικαλιστική μορφή ήταν η επαρκής μορφή.

Μεταρρύθμιση η οποία, συναρθρωμένη με αυτήν της ασφάλισης της ανεργίας, της μαθητείας και της ειδίκευσης, των επαγγελματικών λυκείων και της χρηματοδότησής τους, τροποποιεί ολόκληρη τη διαδρομή του εργασιακού βίου. Αλλά, στην ανακοινωμένη της ήττα, η μαρτυρία για την κρίση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας εμφανίστηκε στην συσσώρευση όλων των συνταγματικών τεχνασμάτων ώστε να επιβληθεί μια απόφαση που είχε ήδη ληφθεί πριν από οποιαδήποτε “συζήτηση”.

Ήταν η περίοδος της πανδημίας του Covid με τους περιορισμούς και την εδαφικά στοχευμένη καταστολή για όσους την παραβίαζαν.

Ήταν ο οικολογικός ριζοσπαστισμός ενάντια στα μεγάλα εργοτάξια του κεφαλαίου. Ένα συμπαθητικό κίνημα, αν δεν βρίσκαμε σε αυτό πάντα υπόρρητα την νοσταλγία του χωρικού, του μικρού εμπόρου και της μικρής παραγωγής για την αγορά: η μετριότητα στα πάντα.

Είναι ο πληθωρισμός, ένα μαγικό φαινόμενο, σαν να έρχεται από έναν άλλο πλανήτη για να χτυπήσει τα πιο κοινά καταναλωτικά προϊόντα.

Και κάθε φορά είναι το Κράτος και οι διάφορες ένοπλες συμμορίες του. Το Κράτος είναι το ρόπαλο. Πίσω από κάθε εργαλείο του, κάθε “υπηρεσία” του, υπάρχει ισχύς. Είναι μια μηχανή που μετασχηματίζει την αμοιβαία βία, που διατρέχει όλες τις πτυχές της ταξικής πάλης, στη μοναδική νόμιμη βία, αυτήν της αναπαραγωγής του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής4. Με την αποσύνθεση του “εργατικού κινήματος”, των οργάνων και των θεσμών του, η αντιπροσωπευτική δημοκρατία καταρρέει ταυτόχρονα με την πολιτική, που είναι η αμοιβαία σχέση του Κράτους με την κοινωνία των πολιτών (μεταγραφή σε όρους του Κράτους των σχέσεων παραγωγής). Οι νεοφασίστες έγιναν φιλελεύθεροι, καθοδήγησαν μια πολιτική λιτότητας, προστρέξανε στην Ευρώπη και το ΝΑΤΟ, ενώ η αριστερά και η δεξιά ανταγωνίζονταν σε “μεταρρυθμίσεις” του εργατικού κώδικα και των συντάξεων.

Η ειρηνευμένη αντιπροσώπευση στην “γενική βούληση” μιας κοινωνίας, που αναγνωρίζεται αναγκαστικά ως συγκρουσιακή (αυτή είναι η όλη δύναμη της δημοκρατίας) είναι ένα έργο και όχι ένας στοχασμός. Με άλλα λόγια, στη δημοκρατική λειτουργία του Κράτους, η πραγμοποίηση και ο φετιχισμός είναι δραστηριότητες, είναι η πολιτική ως κόμματα, αντιπαραθέσεις, διαβουλεύσεις, ισορροπία δύναμης στην συγκεκριμένη σφαίρα της κοινωνίας των πολιτών, αποφάσεις. Όλα αυτά έχουν εξαφανιστεί5. Το πρόβλημα της δημοκρατίας είναι αυτή τη στιγμή το ότι γνωρίζει μόνο μια συγκεκριμένη πτυχή της κοινωνικής ολότητας που έχει την ικανότητα του ανταγωνισμού, η εξαφάνιση της εργατικής ταυτότητας και της αντιπροσώπευσής της έχει τραβήξει όλα τα άλλα στο ναυάγιό της, συμπεριλαμβανομένων των ενώσεων, των μετώπων ή κινημάτων των “προαστίων” ή των “λαϊκών περιοχών”. Παρ’ όλα αυτά, από μόνη της, ως μια πολιτική ιδαιτερότητα, η κυρίαρχη τάξη δεν είναι τίποτα, είναι ένα τίποτα, σαν ένα παγκόσμιο ανδρείκελο. Στην εξαφάνιση του δημοκρατικού παιχνιδιού, η αστική τάξη παίζει την παγκοσμιότητα της. Υπάρχει μια θεμελιώδης δυσφορία στην πολιτική εκπροσώπηση. Παντού, οι διαμεσολαβήσεις της βίας των κοινωνικών σχέσεων τρεκλίζουν.

Είναι το έργο της εκπροσώπησης που είναι σε κρίση. Είναι, παντού η διάλυση της εργατικής ταυτότητας και, συνεπώς, της σοσιαλδημοκρατικής και/ή κομμουνιστικής πολιτικής εκπροσώπησής της που αποσταθεροποιεί τα πολιτικά θεμέλια του δημοκρατικού Κράτους6. Αυτή είναι η ειρηνοποίηση ενός κοινωνικού χάσματος που η δημοκρατία αναγνωρίζει ως πραγματικό την στιγμή που [η ίδια η δημοκρατία;] είναι η αντιπροσώπευσή του [του χάσματος;] ως σύγκρουσης μεταξύ πολιτών. Η δημοκρατία είναι η αναγνώριση του μη αναγώγιμου συγκρουσιακού χαρακτήρα της “εθνικής κοινότητας” και, από αυτή την οπτική, η αναγνώριση της εργατικής τάξης είναι ιστορικά στον πυρήνα της κατασκευής της δημοκρατίας, ήταν ακόμα-ακόμα η κινητήρια της δύναμη και το κριτήριο. Στις τωρινές πολιτικές μορφές της πορείας της κρίσης, μπορεί κάποιος να σημειώσει μια κρίση της ηγεμονίας της τάξης των καπιταλιστών. Η κυριαρχία και η ηγεμονία δεν ταυτίζονται, μπορεί να υπάρχει κυριαρχία χωρίς ηγεμονία. Η ηγεμονία συνίσταται στην παραγωγή του αναπόφευκτου πλαισίου των αντιπαραθέσεων και των αντιθέσεων, είναι η επιβολή στον άλλο των ίδιων των όρων της αντίθεσής του. Όταν [η ηγεμονία] καταρρέει, ό,τι απομένει για τους χειρότερα πλασαρισμένους στο παιχνίδι, είναι το ρόπαλο.

Πρέπει να διαβάσετε μια αγγλική εφημερίδα (The Guardian, 29 Ιουνίου) για να βρείτε την πιο σχετική μαρτυρία σχετικά με τις ταραχές στα τέλη Ιουνίου: “Ήταν πόλεμος, πραγματικά πιστεύω ότι οι νέοι εδώ θεωρούσαν ότι βρίσκονται σε πόλεμο. Το βλέπουν σαν έναν πόλεμο ενάντια στο σύστημα. Δεν είναι μόνο ενάντια στην αστυνομία, πάει πιο μακριά από αυτά, διαφορετικά δεν θα το βλέπαμε παντού στη Γαλλία. Δεν είναι μόνο η αστυνομία που δέχεται επιθέσεις, στοχοποιούνται δημαρχεία και άλλα δημόσια κτίρια. Ο θάνατος αυτού του έφηβου πυροδότησε κάτι. Υπάρχει πολύς θυμός, αλλά πάει πιο πέρα, υπάρχει μια πολιτική διάσταση, ένα αίθημα ότι το σύστημα δεν δουλεύει. Οι νέοι αισθανονται ότι υφίστανται διακρίσεις και αγνοούνται”.

Όταν ο υποβιβασμός σε γειτονιές εγκαταλελειμμένες από δημόσιες υπηρεσίες, στις οποίες η μόνη παρουσία του Κράτους είναι η αστυνομία που συμπεριφέρεται σαν μια αντίπαλη συμμορία, όπου η απασχόληση είναι μια χίμαιρα, η φτώχεια κοινοτοπία και η καθημερινή βία κάθε “κυκλοφορίας” πραγματικότητα, δεν είναι το ζήτημα να ενδιαφέρεται κανείς μόνο για τις αντικειμενικές υλικές συνθήκες αλλά επίσης και για τη διαδικασία της υποκειμενοποίησης, με άλλα λόγια τον τρόπο που τα ίδια τα άτομα αισθάνονται καθημερινά τη θέση τους στις σχέσεις παραγωγής. Η αποδοχή ενός “συστήματος”, στην αυτοπροϋπόθεσή του, ρυθμίζεται επίσης εδώ από κανονιστικές αρχές, αξίες και υποχρεώσεις. Η εξέγερση συμβαίνει όταν η κρίση για τις αξίες, τα συναισθήματα σε σχέση με τη λειτουργία της κοινωνίας, μοιάζουν να παραβιάζονται, όταν το “σύστημα” δεν επιτρέπει πια την υλική δυνατότητα να επιβιώσει κανείς σε αυτό, όταν νόρμες και “ηθικές αξίες”, που καθημερινά ελέγχουν και κυβερνούν τον “συνηθισμένο ρατσισμό”, ξεπερνιούνται. Για τη νεολαία των “προαστίων”, η “Γαλλία των από πάνω και η Γαλλία των από κάτω” ήταν η νόρμα, αλλά ο φόνος, ο περιορισμός από την υγειονομική αστυνομία και ο πληθωρισμός, έχουν διαταράξει αυτή τη νόρμα, το “συμβόλαιο” έχει σπάσει, η επίθεση της “αντιπαλης συμμορίας” (το Κράτος), η λεηλασία της αναγκαιότητας ή όχι (που μπορεί όμως να καθορίσει το “αναγκαίο”) γίνονται απαραίτητα για το συγκεκριμένο άτομο που στη συνέχεια υφίσταται τη διερώτηση ως υποκείμενο.

Κίτρινα Γιλέκα, διαδηλωτές ενάντια στην συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση, οικολόγοι από το Saint Soline, έφηβοι από “εργατικές γειτονιές” που υφίστανται φυλετικές διακρίσεις, όλοι αυτοί δεν θα συναντηθούν, δεν θα “συγκλίνουν” όσο παραμένουν αυτό που είναι. Τίποτα δεν είναι πιο παθητικό και αξιολύπητο από αυτές τις εκκλήσεις προς το “εργατικό κίνημα” να υποστηρίξει την εξέγερση των νέων ανθρώπων στα προάστια (banlieues). Η Μαρίν Λεπέν, η Τζόρτζια Μελόνι, το Vox, το AFD και άλλοι στην Ευρώπη, ο Τραμπ και ο Μπολσονάρο αλλού, είναι στις εφεδρείες της δημοκρατίας ως πιθανά αντίπαλα πυρά στην περίπτωση που ένα πιθανό, συγκυριακό γεγονός αποτελέσει μια όσμωση όχι αυτού που ήταν αλλά αυτού που “έκανε” τα Κίτρινα Γιλέκα, την αντίσταση στη μεταρρύθμιση των συντάξεων, τους ριζοσπαστικούς οικολογικούς αγώνες, την εξέγερση των φτωχών που υφίστανται φυλετικές διακρίσεις (όποιες και αν είναι οι μορφές ύπαρξής τους σε ολόκληρο τον κόσμο).

Αυτή η παράξενη τάξη, που την ονομάζουμε “προλεταριάτο”, συγκροτείται μόνο από την αμφισβήτηση, από όλους τους καταπιεσμένους/εκμεταλλευόμενους, αυτού που τους ορίζει και όχι από τα αιτήματά του ενός ή του άλλου ως τέτοιων7.

R.S

2/7/23

1 Στμ. Μεταφρασμένο από εδώ: http://dndf.org/?p=20989.

2 Στμ. Κεντρικό στοχείο της ανάλυσης της εξέλιξης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής υπό το πρίσμα της κομμουνιστικοποίησης.

3 Στμ. Κομβικό ερώτημα για την κατανόησης της τωρινή συγκυρίας και του κατά πόσον σηματοδοτεί το άνοιγμα ενός καινούριου κύκλου αναδιάρθρωσης και αγώνων.

4 Στμ. Η λεπτότητα της διαλεκτικής σκέψης επί τω έργω: η νόμιμη βία δεν είναι “του κράτους”, όπως θέλει το δικό μας κλισέ. Η βία είναι η βία της αναπαραγωγής του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, δηλαδή βία που υλοποιείται στις σχέσεις που διασφαλίζουν την αναπαραγωγή του. Το κράτος είναι ο “μετασχηματιστής” της βίας που διατρέχει την ίδια την ταξική πάλη, τη βία του εγγενούς στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής ταξικού ανταγωνισμού, σε “νόμιμη” βία της κατίσχυσης του κεφαλαίου ως κοινωνικής σχέσης.

5 Στμ. Εδώ αναδεικνύεται εύγλωττα η διαλεκτική σχέση του εργατικού κινήματος με το ίδιο το δημοκρατικό Κράτος, τόσο στη στη συγκρότηση και εξέλιξή του όσο και με τη διάλυση του, τη διάλυση των θεσμών, διαδικασιών και της πολιτικής του λειτουργίας. Διαλεκτική ως αλληλοκαθορισμός, ως εναγκαλισμό κεφαλαίου και εργασίας, ενσαρκωμένου στις λειτουργίες του Κράτους και την ενσωμάτωση της εργασίας σε αυτό. Η διάλυση των θεσμών και διαδικασιών του εργατικού κινήματος αντανακλάται έτσι ακέραια στην αντίστοιχη κρίση των κρατικών θεσμών και λειτουργιών. Όταν ένα “κοινωνικό συμβόλαιο” καταρρέει είναι σαν να λέμε ότι καταρρέει συνολικά η κοινωνία που συγκροτούν οι σχέσεις των συμβαλλόμενων.

6 Στμ. Μιλώντας σοβαρά για εκφασισμό, και σαν πτυχή της διαλεκτικής εργατικού κινήματος και Κράτους που θίξαμε προηγουμένωνς, είναι σημαντικό να δούμε ότι και η κρίση της αριστεράς είναι κρίση του δημοκρατικού Κράτους. Δεν πρέπει να ταυτίζουμε λανθασμένα όπως κάνουν διάφοροι, τον εκφασισμό ως μια “εκτροπή” του “νεοφιλελευθερισμού” ή μιας “αυταρχικής δεξιάς”. Ο εκφασισμός είναι θεμελιώδης έκφραση της κρίσης του δημοκρατικού Κράτους και όχι μια μορφή του. Δεν είναι τετριμένο να μιλάμε για “ολοκληρωτικό” Κράτος σήμερα. Η κρίση του Κράτους είναι κρίση του δημοκρατικού Κράτους, γεννημένου από το μεταπολεμικό συμβόλαιο της ενσωμάτωσης της εργασίας στο Κράτος, δηλαδή της ολοκλήρωσης θεσμών και διαδικασιών του εργατικού κινήματος στο δημοκρατικό Κράτος. Έτσι η κρίση του δημοκρατικού Κράτους σήμερα, εμπεριέχει οργανικά, στην πραγματικότητα παράγεται και παράγει, την κρίση της ίδιας της αριστεράς και της σοσιαλδημοκρατίας, στην πραγματικότητα και των δεξιών φιλελεύθερων πολιτικών σχηματισμών. Η αριστερά διαχρονικά αποτέλεσε απαραίτητο στοιχείο της συγκρότησης της εθνικής ενότητας για το δημοκρατικό Κράτος. Ότι αυτός ο ρόλος σήμερα φθίνει διαρκώς, ότι η αριστερά μοιάζει να πλεονάζει και να μην είναι απαραίτηση στην ανανέωση αυτής της εθνικής ενότητας, όπως ακριβώς το “εργατικό κίνημα” δεν μπορεί πλέον να παίξει κανέναν σημαντικό ρόλο ως “κοινωνικός εταίρος”, αυτές είναι καθοριστικές πτυχές της κρίσης του δημοκρατικού Κράτους και του περαιτέρω κοινωνικού εκφασισμού σε ολόκληρη τη Δύση.

7 Στμ Και αυτή είναι η πραγματική διάσταση ανάμεσα στην δυναμική της κοινωνικής ριζικής αλλαγής, της επανάστασης, από τον ρεφορμισμό. Ο ορίζοντας της επανάστασης αρχίζει μόνο από το σημείο της ριζικής αμφισβήτησης του τι είμαστε ως καταπιεσμένοι και εκμεταλλευόμενοι, της επιλογής να το αρνηθούμε, να ζήσουμε ριζικά αλλιώς, και όχι απλά να το βελτιώσουμε.

Η μελαγχολία των εκλογών

qutopic

το κείμενο σε pdf

Εκλογές 2023. Διάχυτη θλίψη και κατήφεια στον “προοδευτικό” κόσμο (ακόμα και κομμάτια του χώρου, δυστυχώς) για την συντριβή του Σύριζα και λοιπών αριστερών δυνάμεων! “Θρήνος της αριστεράς”, λέει ο Βαρουφάκης.

Μετά το πρώτο σοκ, εναγώνια ερωτήματα; Πού οφείλεται η συντριβή του Σύριζα; Τιμώρησε, λένε, ο λαός τον Σύριζα γιατί “πρόδωσε το αντιμνημόνιο”, ιδιαίτερα εκείνο το “περήφανο ΟΧΙ” του περιβόητου δημοψηφίσματος του Ιούλη του 2015. Με τη δεξιά και την ακροδεξιά να “επελαύνουν”, με την αριστερά διαλυμένη, μήπως ήρθε η στιγμή να φύγουμε από τη χώρα;

Και κάπου εδώ συνειδητοποιείς ότι χρειάζεται ένα reality check! Καλά, να καταλάβουμε ότι τιμώρησε ο λαός τον Σύριζα για την “προδοσία”. Αλλά αυτόν τον Βαρουφάκη, που έφερε το “ΟΧΙ” στη Βουλή το 2019, και το υπερασπίστηκε ακόμα πιο περήφανα, γιατί τον τιμώρησε; Και, διάολε! Αφού τους τιμώρησε αυτούς (και ένα σωρό ακόμα πιο γραφικούς αντιμνημονιακούς) προφανώς επειδή δεν ήταν αρκετά αντιμνημονιακοί και/ή αρκετά αριστεροί, γιατί ψήφισε και επιβράβευσε τις κατεξοχήν μνημονιακές και δεξιές δυνάμεις, δίνοντας 41% σχεδόν στη ΝΔ και κοντεύοντας να “αναγεννήσει” αυτό το “εις διπλούν” Κίνημα, το ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής;

Το όλο πράγμα αρχίζει να μην βγάζει νόημα οπότε για να βεβαιωθούμε ότι δεν μας έχει καταπιεί κάποια “εικονική” πραγματικότητα, πήραμε τα διαλεκτικά μας εργαλεία για να στοχαστούμε κάπως την κατάσταση. Και κυρίως, αρχίσαμε να θυμόμαστε, καθότι αν δεν θυμάσαι, τουλάχιστον τα βασικά, νόημα δεν πρόκειται να βγει!

Περασμένα μεγαλεία!

Πάμε πίσω λοιπόν, στο μακρινό 2011. Στο απόγειο των “πλατειών” και του αντιμνημονίου. Που είχε φτάσει στο σημείο ακόμα και να ακυρώσει την εθνική παρέλαση στις 28 Οκτωβρίου στη Θεσαλλονίκη, αναγκάζοντας ολόκληρο Πρόεδρο της Δημοκρατίας σε φυγή! Τα ύστερα του κόσμου! Η αριστερά ζητωκραύγαζε. Βέβαια δεν έδινε ιδιαίτερη σημασία στη σύνθεση του πλήθους που χάλασε την εθνική φιέστα, ενός πλήθους που έβριθε “πατριωτικών στοιχείων”, τουτέστιν εφέδρων αξιωματικών, αποστράτων και βάλε.

Κάπως έτσι χαλκεύτηκε ο εθνικός κορμός που έγινε το πολιτικό και κοινωνικό υποκείμενο του “αντιμνημονίου”. Αλλά τι ήταν το αντιμνημόνιο; Στην υλική του βάση μια συμμαχία κοινωνικών στρωμάτων που χτυπήθηκαν σκληρά από την κρίση και την χρεοκοπία του 2010 αλλά δεν αναζητούσαν διέξοδο μέσα από κάποια ρήξη με το κεφάλαιο και το κράτος του. Αντίθετα, ζητούσαν από αυτά τη διάσωσή τους. Τη διάσωσή τους ως εγγυητή και διακυβεύματος, ταυτόχρονα, της κοινωνικής συνοχής και ειρήνης που εγγυάται την ομαλή αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Την ηγεμονία στη συμμαχία αυτή την είχαν οι πιο “πατριωτικές” μερίδες του ελληνικού κεφαλαίου, αυτές που πλήττονταν περισσότερο από τον διεθνοποιημένο χαρακτήρα του κεφαλαίου και από πτυχές των μνημονιακών πολιτικών. Η αριστερά πάντα ένιωθε συγγένεια και διεκδικούσε συμμαχίες με αυτές τις μερίδες, γαλουχημένη με τις προοπτικές ενός καπιταλισμού με εντονότερες κρατικιστικές και εθνικές πινελιές. Τα συμφέροντα μιας τέτοιας συμμαχίας έπρεπε προφανώς να επενδυθούν ιδεολογικά μέσα από ένα αφήγημα που ήθελε το αντιμνημόνιο ένα “ριζοσπαστικό” και “αντισυστημικό” κυβερνητικό σχέδιο σωτηρίας, ιδεολογικό έργο που ανέλαβε, φυσικά, η αριστερά, αφού η σωτηρία “του λαού και της “πατρίδας” είναι προνομιακό της πεδίο.

Γιατί τι άλλο ήταν τα Μνημόνια από μια σύγχρονη μορφή “υποδούλωσης”, στην οποία καταδίκασαν τον “περήφανο” ελληνικό λαό οι ξένοι δανειστές/δυνάστες; Αυτοί καταργήσανε την “εθνική ανεξαρτησία και κυριαρχία μας”, μάς έκαναν χώρα υπό κατοχή, “χρεοδουλοπαροικία”, που λέει ακόμα ο Βαρουφάκης. Δεν είναι λοιπόν ο αγώνας μας “εθνοαπελευθερωτικός”, εφάμιλλος ενός καινούριου ’21, μιας καινούριας “εθνικής αντίστασης”;

Το πατριωτικό κάλεσμα δεν αφορούσε βέβαια μόνο τους αριστερούς πατριώτες. Είναι δυνατόν να αποκλειστούν από τον εθνικό κορμό οι δεξιοί και εθνικιστές; Όλοι οι πατριώτες χωρούσαν στο χωνευτήρι του “εθνικο-απελευθερωτικού” αγώνα που συμπύκνωνε το αντιμνημόνιο. Για αυτό, παρ’ όλο που και οι δύο εκλογικές αναμετρήσεις, μετά την πτώση της κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ το 2012, ανέδειξαν το “φαινόμενο Σύριζα” ως την κυρίαρχη συνιστώσα του αντιμνημονίου, ήταν στην ίδια συγκυρία που οι νεοναζί της Χρυσής Αυγής (και οι ακροδεξιοί των ΑΝΕΛ) δημιουργούσαν το δικό τους “φαινόμενο”. Το “υπονοούμενο” αυτής της “περίεργης” σύμπτωσης η αριστερά – και δη η επίδοξη “κυβερνώσα” – έκανε ότι δεν το καταλάβαινε. Δήλωνε “αιφνιδιασμό” και “ανησυχία” ενώ ήξερε πολύ καλά ότι αυτές οι “συμπτώσεις” δεν ήταν παρά η απόδειξη ότι το υποκείμενο του αντιμνημονίου ήταν ο ένας και αυτός αντιδραστικός εθνικός κορμός, που με το ένα χέρι μούτζωνε τον Σόιμπλε και με το άλλο μαχαίρωνε μετανάστες και αντιφασίστες.

Άλλωστε, η αριστερά, και η πλειοψηφία του κινήματος, μαγεύονταν ήδη από την ιδέα ότι κάλπαζαν προς την εξουσία για να δικαιώσουν επιτέλους τον πόθο του “λαού” για την “ανατροπή των Μνημονίων” και την ανάκτηση της “εθνικής ανεξαρτησίας”. Δηλαδή, εκεί που απέτυχαν κοινωνικές εξεγέρσεις με τίμιες προθέσεις, θα πετύχαινε ο Σύριζα που φούσκωσε αφομοιώνοντας το μισό ΠΑΣΟΚ!

Εν πάσει περιπτώσει, όταν είναι κανείς στην αγκαλιά των εθνικών ιδεωδών, αποκοιμιέται εύκολα και βλέπει όμορφα όνειρα. Έτσι, χωρίς να το πολυβασανίσει, το κίνημα ψήφιζε αναφανδόν Σύριζα τον Γενάρη του 2015 και μεθούσε (μαζί με την υπόλοιπη ευρωπαϊκή αριστερά, εξίσου διορατική με την καθημάς!) με την νίκη της αριστεράς, που ήταν η δική του ήττα. Ότι, μέσα σε όλο αυτό το θριαμβευτικό κλίμα, η (υπόδικη) Χρυσή Αυγή εξακολουθούσε να μπαίνει εμφατικά στη Βουλή, συνέχισε να προκαλεί απλά “αμηχανία” και “ανησυχία”.

Και διηγώντας τα να κλαις! Όταν χάνεις νικώντας…

Αναπόφευκτα, το κίνημα βραχυκύκλωσε από την πρώτη στιγμή του εκλογικού θριάμβου, αφού αντί κυβέρνησης της ριζοσπαστικής αριστεράς, μάς προέκυψε ένα αριστερο-ακροδεξιό “υβρίδιο”, ονόματι “Συριζανέλ”! Τι υβρίδιο, τερατούργημα! Πιάστηκε εξ απήνης η μη-κυβερνώσα αλλά στηρίζουσα αριστερά! Κάποιοι άρχισαν να μουρμουρίζουν ήδη για προδοσία (ξέρετε, η “άκρα” αριστερά!) αλλά, εντάξει, ας μην τα παρατήσουμε με την πρώτη μόλις δυσκολία.

Το σοκ ήταν και πάλι αποτέλεσμα της αντεστραμμένης πραγματικότητας στην οποία αναγκαστικά πρέπει να ζει μια αριστερά που είναι αριστερά του κεφαλαίου. Είναι τα ζωτικά ψεύδη που την συντηρούν. Γιατί, για οποιονδήποτε έβλεπε την πραγματικότητα “όρθια στα πόδια της”, αυτό το αριστερο-ακροδεξιό “υβρίδιο”, εικόνα και ομοίωση του εθνικού κορμού του αντιμνημονίου, ήταν ακριβώς η κυβέρνηση που του αντιστοιχούσε. Ταυτόχρονα, ήταν μια εξαιρετικά ειρωνική και πανούργα χειρονομία της ιστορίας.

Στην πραγματικότητα, η ιστορία ετοίμαζε ένα ακόμα μεγαλύτερο σοκ για την αριστερά και το κίνημα. Την αδιανόητη “προδοσία” του περιβόητου Δημοψηφίσματος του Ιούλη του 2015 και τη διαβόητη μετατροπή του “περήφανου ΟΧΙ” σε “ταπεινωτικό ΝΑΙ”. Εδώ τα όποια αναλυτικά εργαλεία της αριστεράς κατέρρευσαν εντελώς.

Καμμιά “μαγική μετατροπή” του “ΟΧΙ” σε “ΝΑΙ” δεν υπήρξε καθώς, οργουελικά κάπως, το ΟΧΙ ήταν από την αρχή ΝΑΙ, ήταν δύο όψεις του ίδιου νομίσματος (και, πραγματολογικά μιλώντας, το “δίλημμα” του Δημοψηφίσματος ήταν όντως μεταξύ δύο εκδοχών Μνημονίου). Το αντιμνημόνιο δεν θα μπορούσε ποτέ να έχει ως πρόταγμα την κατάργηση των Μνημονίων, αφού τα Μνημόνια, δηλαδή η καπιταλιστική αναδιάρθωση, ήταν ο βασικός στόχος και το αναγκαίο μέσο όλων των μερίδων του κεφαλαίου για τη διάσωση και ανάταξή τους από την κρίση. Ούτε αντισυστημικό μπορούσε να είναι, αφού κοινωνικά ο ορίζοντάς του ήταν η διάσωση του εθνικού κορμού από το κράτος και το κεφάλαιό του μέσα από μια κατά το δυνατόν “εθνικά υπερήφανη” διαπραγμάτευση, που θα μετρίαζε κάπως την ένταση της αναδιάρθρωσης. Το αντιμνημόνιο ήταν η αντεστραμμένη αποδοχή των Μνημονίων, που εμφανιζόταν ως άρνησή τους μόνο στο φενακισμένο μυαλό των ζηλωτών του. Αυτοί είναι και οι μόνοι που, με μια έννοια, το “πρόδωσαν”, πιστεύοντας ότι είναι κάτι που δεν μπορούσε να είναι.

Ο ίδιος όμως ο εθνικός κορμός δεν νοιαζόταν για προδοσίες και τα συναφή. Ήξερε πολύ καλά ότι δεν επιθυμούσε καμμιά ριζοσπαστική ρήξη. Η αντισυστημικότητά του έφτανε μέχρι την ακύρωση της εθνικής παρέλασης στο όνομα της εθνικής παρέλασης. Θα μετρίαζε τις προσδοκίες του, αφού η “εθνικά υπερήφανη” διαπραγμάτευση απέτυχε παταγωδώς και θα έδινε, στις εκλογές του Σεπτέμβρη του 2015, μια ακόμα ευκαιρία στους Συριζανέλ να σώσουν κάπως την παρτίδα.

Δυστυχώς, όμως, ακόμα και αυτές οι μετριασμένες προσδοκίες του εθνικού κορμού διαψεύστηκαν. Αν και η γραμμή μιας “έντιμης”, έστω, συνθηκολόγησης είχε καταρρεύσει εντελώς, ο Σύριζα συνέχιζε να μιλά για την κοινωνική επικαιρότητα, δήθεν, του αντιμνημονίου, προσπαθώντας πάλι με οργουελικά τερτίπια να πείσει ότι η κατάργηση των Μνημονίων δεν ήταν παρά η “έξοδος” από αυτά, δηλαδή ότι θα καταργούσε τα Μνημόνια εφαρμόζοντάς τα μέχρι κεραίας!

Έτσι, στο όνομα της “κατάργησης των Μνημονίων”, ο Σύριζα αποδείχτηκε βασιλικότερος του βασιλέως στην υλοποίηση της καπιταλιστικής επίθεσης, Η αναδιάρθωση ήταν εξαιρετικά σκληρή, ξεζουμίζοντας και τις μερίδες του ίδιου του εθνικού κορμού. Αυτό ήταν πραγματικά που θα σφράγιζε εφεξής την πολιτική μοίρα του Σύριζα για τα καλά, γιατί ο εθνικός κορμός δεν αρέσκεται ιδιαίτερα στα οργουελικά παράδοξα.

Αυτή ήταν η σκληρή υλική και ιδεολογική συνθήκη της ήττας του αντιμνημονίου, ήδη από το 2015, καθώς και της αριστεράς, που το προέβαλε ως σχέδιο εθνικής σωτηρίας. Όσο και να προσπαθούσε η αριστερά να συντηρήσει ένα ριζοσπαστικό “άλλοθι” της ήττας μέσα από ιδεολογήματα περί ατιμωτικής “προδοσίας” του Σύριζα και κοινωνικής κριτικής, δήθεν, “από τα αριστερά”, η ήττα αυτή δεν είχε τίποτα το “αριστερό”. Δεν αφορούσε καθόλου τα προλεταριακά και πληβειακά στρώματα τα οποία έτσι και αλλιώς όχι απλά δεν εξέφραζε, στην πραγματικότητα τα εξαθλίωσε με ανηλεή τρόπο. Η ήττα της αριστεράς ήταν η αποτυχία της να διατηρήσει την θέση της ως βασικού πολιτικού πυλώνα της εθνικής ενότητας, η αποτυχία της να δικαιώσει τις προσδοκίες του αντιμνημονιακού εθνικού κορμού.

Η αποτυχία αυτή αποτυπωνόταν, πρώτα απ’ όλα, στις αλλαγές στον ίδιο τον εθνικό κορμό, ο οποίος αεικίνητος, βιώνοντας και μεταβολίζοντας τις κονωνικές δυναμικές χωρίς τη διαμεσολάβηση της πολιτικής, άρχισε να αναζητεί αλλού την καινούρια του ενότητα, από τη στιγμή που στον ορίζοντα δεν φαινόταν καμμιά αχτίδα υλικής σωτηρίας. Η έκρηξη ρατσισμού με τη λεγόμενη “μεταναστευτική κρίση” του 2015, με τις κραυγές για τους “εκατοντάδες χιλιάδες λαθροεισβολείς”, και ο παροξυσμός με την συμφωνία για το “Μακεδονικό”, έκαναν ξεκάθαρο, σε όποιον ήθελε να το δει, ότι η εθνική ενότητα κινούνταν προς ατραπούς κάθε άλλο παρά αριστερούς ή προοδευτικούς.

Αντίθετα, οι κοινωνικές μεταβολές, καθιστούν την αριστερά όλο και πιο περιττή, ή, ισοδύναμα, όλο και λιγότερο αναγκαία, για την αναδυόμενη νέα εθνική ενότητα. Αυτό εκφράζεται και με την αριθμητική πλέον ήττα της αριστεράς στις εκλογές του 2019.

Εν ολίγοις, ο εθνικός κορμός μετατοπίζεται όλο και περισσότερο προς το μαύρο, ιδιαίτερα με τις καθοριστικές τομές της πανδημίας και της μετα-πανδημίας. Η αριστερά, όμως, βλέπει σε όλα αυτά απλά μια δεξιά “στροφή”.

Παρέκβαση: πόσο γρήγορα εκφασίζεται μια κοινωνία;

Δεξιά στροφή; Αυτό είναι πραγματικά ευφημισμός. Εμείς, σε όλη αυτή τη δεκαετία, και βάλε, έντονων κοινωνικών αλλαγών βλέπουμε εντεινόμενο εκφασισμό, όχι απλά “δεξιά στροφή”. Και αυτό είναι σοβαρό ζήτημα, για το οποίο αξίζει να μιλήσουμε έστω και συνοπτικά.

Η αλήθεια είναι ότι ακόμα και στη χώρα της “ιδεολογικής ηγεμονίας” της αριστεράς, ο εκφασισμός έχει ιστορία δεκαετιών. Θα το πούμε χωρίς περιστροφές. Αν υπήρξε επαναστατικό κίνημα στην Ελλάδα, αυτό ηττήθηκε συντριπτικά στον εμφύλιο. Μιλάμε για την πρακτική ήττα, των ανθρώπων που πίστεψαν και αγωνίστηκαν. Γιατί ιδεολογικοπολιτικά η αριστερά είχε ηττηθεί ουσιαστικά σχεδόν εν τη γενέσει, από τα τέλη της δεκαετίας του 1920 (αλλά αυτό είναι άλλη κουβέντα).

Ο εκφασισμός της ελληνικής κοινωνίας είναι, κάπως, παράλληλος με την ήττα των επαναστατικών ιδεών στην Ελλάδα και της ύπαρξης ενός κράτους με έντονες φασιστικές πτυχές για πολλές δεκαετίες. Ιδιαίτερα στην περίοδο μετά την “εθνική” (sic) αντίσταση, ενώ στην κοινωνία κυριαρχεί η σαπίλα της πειθάρχησης με φυλακίσεις, εξορίες, φακελώματα και εμπέδωση της ρουφιανιάς, η αριστερά, προσαρμοζόμενη όλο και περισσότερο στις ανάγκες της αναπαραγωγής του κεφαλαίου, αντί να βλέπει τον διάχυτο αυτό εκφασισμό, καλλιεργεί τη φενάκη ενός “λαού” φύσει, λες, “προοδευτικού” και “αντιστασιακού”, φενάκη που χτίζεται ακριβώς γύρω από την εξιδανίκευση της εθνικής αντίστασης.

Αλλά, και μετά την μεταπολίτευση, η ελληνική κοινωνία συντηρητικοποιείται όλο και περισσότερο. Ας σκεφτούμε μόνο αυτό: ποια πολιτική δύναμη αναδείχτηκε από την πρώτη φάση της Μεταπολίτευσης; Δεν ήταν φυσικά, η αριστερά. Ήταν το ΠΑΣΟΚ, ένας αχταρμάς “σοσιαλδημοκρατίας”, τριτοκοσμικού “σοσιαλισμού” και εθνολαϊκισμού με βασικό σύνθημα η “Ελλάδα στους Έλληνες”. Αυτή η πολιτική δύναμη σάρωσε και ουσιαστικά αφομοίωσε την πλειοψηφία της αριστεράς της εθνικής αντίστασης, προσφέροντας εκείνο το αριστερό αφήγημα που θα διαμόρφωνε τον νέο εθνικό κορμό της εθνικής επανεκκίνησης, δηλαδή της επανεκκίνησης του ελληνικού κράτους και κεφαλαίου στην καινούρια αυτή ιστορική περίοδο.

Αυτός ο εθνικός κορμός παρήγαγε τους “αγανακτισμένους” πολίτες στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και κυρίως την άθλια πλειοψηφία που ξέρασε αστείρευτο δηλητήριο και βία στους μετανάστες και τις μετανάστριες που κατέφυγαν εδώ από την Αλβανία και άλλες χώρες του “υπαρκτού σοσιαλισμού” στη δεκαετία του 1990. Ο εκφασισμός είχε χτυπήσει “κόκκινο” αρκετά πριν μπούμε στις πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα, πριν αιφνιδιαστούμε από το φαινόμενο “Χρυσή Αυγή” (η οποία παρεμπιπτόντως ξαναπλάσαρε με νόημα το Πασοκικό σύνθημα “Η Ελλάδα στους Έλληνες”).

Ο εκφασισμός της ελληνικής κοινωνίας είναι μια διαδικασία που έρχεται από πολύ μακριά και, όπως φαίνεται, έχει πολύ μέλλον. Η αριστερά εξακολουθεί, όμως, να αναπαράγει τον μύθο ενός εξ ορισμού “προοδευτικού λαού”, παράγοντας έτσι μόνο οξύμωρα: πώς είναι δυνατόν να φαντασιώνεται κανείς ότι μια κοινωνία ουσιαστικά συντηρητική, με σταθερά βαθιές ρατσιστικές, πατριαρχικές και αντιδραστικές αντιλήψεις, να κάνει ξαφνικά, εν έτει 2015 ας πούμε, σημαία της “αριστερά ριζοσπαστικά” προτάγματα και να οδεύει σε “αντισυστημικές” ρήξεις; Προφανώς μιλάμε για πλήρες διαζύγιο από την πραγματικότητα. Στην ουσία, όμως, αυτό ήταν το αναγκαίο ιδεολόγημα για να υποστηριχτεί η αριστερή φενάκη για τον δήθεν “ριζοσπαστικό” και “αντισυστημικό” χαρακτήρα του αντιμνημονίου.

Τι απομένει από μια ήττα;

Η αλήθεια είναι ότι οι απαιτήσεις από το αντιμνημόνιο ήταν μεγάλες. Γενικά, είναι δύσκολο να οικοδομηθεί η εθνική ενότητα πάνω στο πεδίο της οικονομίας, όταν κάτι τέτοιο απαιτεί παραχωρήσεις και κάποια ωφέλη και στα φτωχότερα κομμάτια της κοινωνίας, τους εργάτες και τους προλετάριους, που πρέπει και αυτά (όντας η πλειοψηφία της κοινωνίας) να χωράνε κάπως στον εθνικό κορμό. Όμως, δυστυχώς, για τους απανταχού σοσιαλδημοκράτες και αριστερούς, καμμιά μερίδα του κεφαλαίου, εν μέσω βαθιάς κρίσης, δεν γουστάρει να ανανεώσει κανένα “κοινωνικό συμβόλαιο” που να βελτιώνει, έστω και ελάχιστα, τη θέση των “λαϊκών” στρωμάτων. Δεν το γούσταρε ούτε το 2015, δεν το γουστάρει, πολύ περισσότερο, τώρα.

Συνεπώς, το αντιμνημόνιο δεν θα μπορούσε να έχει ποτέ τον ριζοσπαστικό χαρακτήρα ενός νέου “κοινωνικού συμβολαίου” ή τον στόχο να διασώσει τους “πολλούς”. Οι ευνοούμενοι θα ήταν λίγοι σχετικά, και συγκεκριμένοι. Η εθνική ενότητα έπρεπε να συγκροτηθεί πατώντας οικονομικά πάνω στους περισσότερους “μη προνομιούχους”. Η αναδιάρθωση πέρασε οδοστρωτήρας, λίγοι ωφελήθηκαν, τα θύματα είναι τα γνωστά και δεν νοιάζονται και πολλοί για αυτά: οι πιο προλετάριοι, οι πιο φτωχοί, οι πιο μετανάστες, οι πιο αδύναμοι.

Η νέα φάση της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης, στην εποχή της πανδημίας και μετα-πανδημίας, κάνει αυτή τη ρήξη εθνικής ενότητας και οικονομικών αιτημάτων ακόμα πιο οριστική. Το κράτος πρόνοιας αυτής της φάσης (όπως συνέβη την τετραετία 2019-2023, και μάλιστα “εκτός Μνημονίων”) είναι το κράτος των κάθε λογής επιδομάτων και “pass” (και, ακόμα και αυτό, δεν είναι δεδομένο).

Στο πλαίσιο μιας διαφαινόμενης κρίσης της παγκοσμιοποίησης και ενός αβέβαιου διεθνούς, ουσιαστικά εμπόλεμου, περιβάλλοντος. το ελληνικό κράτος και κεφάλαιο βλέπουν, πιθανόν, κάποια περιθώρια αναβάθμισης. Όμως, η εθνική ενότητα που αντιστοιχεί σε αυτές τις βλέψεις δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω στο αντιμνημονιακό ιδεολόγημα περί “αναδιανομής σε όφελος του λαού”. Ο εθνικός κορμός (δηλαδή οι κοινωνικές διεργασίες που συγκροτούν την ενότητα του έθνους υπό το κράτος και το κεφάλαιό του) ψάχνει τα συγκολλητικά του στοιχεία πέραν της οικονομίας. Χρειάζονται οι “αυθεντικές” πατριωτικές δυνάμεις και αξίες.

Με άλλα λόγια, αυτό το ίδιο το διαχρονικό πεδίο του έθνους. Εθνικά θέματα, εθνικοί εχθροί, οι κλασσικές εθνικιστικές, ρατσιστικές, σεξιστικές, μισαλλόδοξες “αξίες”, βγαίνουν στην πρώτη γραμμή, με όλο και πιο επιθετικό τρόπο. Ο εκφασισμός βαθαίνει και απενοχοποιείται όλο και περισσότερο. Αυτή είναι η εξήγηση των “σοκαριστικών”, για την αριστερά, αποτελεσμάτων των δύο τελευταίων εκλογών. Κανείς δεν τιμωρεί την αριστερά επειδή δεν είναι αρκετά “αριστερή”, δεν υπάρχει κανένα “προοδευτικό” υποκείμενο που, απογοητευμένο από την αριστερά, στρέφεται στην ακροδεξιά. Αυτά είναι τα ζωτικά ψεύδη που αναμασά και πάλι η αριστερά για να αποκρύψει ότι η ήττα της είναι όχι, πια, η αποτυχία της να πρωταγωνίστησει, αλλά η αδυναμία της να παίξει έστω κάποιον ρόλο στην ανασυγκρότηση της εθνικής ενότητας στη νέα συγκυρία.

Η “χαλασμένη πυξίδα” της αριστεράς είναι στην πραγματικότητα η υπαρξιακή της αγωνία για το πώς θα τοποθετηθεί σε μια εθνική ενότητα που παίρνει ένα διαρκώς βαθύτερο μαύρο χρώμα. Γιατί, πλέον, δεν αρκεί, να θες “μισό φράχτη” στον Έβρο. Πρέπει να τον θες ολόκληρο. Δεν αρκεί να βγάζεις “λάδι” το ελληνικό Λιμενικό. Πρέπει να μην αφήνεις κανένα περιθώριο για ερωτηματικά σε σχέση με το έγκλημα του ελληνικού κράτους στην Πύλο.

“Σοκαρισμένη” από την “επέλαση” της ακροδεξιάς, η αριστερά καμώνεται πως δεν βλέπει τον βασικό ρόλο που έχει παίξει η ίδια στη διαδικασία του περαιτέρω εκφασισμού. Κάνει πως δεν καταλαβαίνει τάχα ότι η σημερινή εθνική ενότητα καλλιεργείται ακριβώς πάνω στη σήψη της προηγούμενης, αυτής του αντιμνημονίου. Κάνοντας, όλα αυτά τα χρόνια, όντας η ψυχή του αντιμνημονίου, τη βρωμοδουλειά για το ελληνικό κράτος και κεφάλαιο, η αριστερά πρωταγωνίστησε στην ενσάρκωση του πατριωτικού αριστερο-ακροδεξιού ιδεολογήματος ενός “έθνους/λαού” έτοιμου να τα βάλει με τους “ξένους”.

Και αν δεν μπορέσαμε να τα βάλουμε με τους Γερμανούς, και τους άλλους Ευρωπαίους, αυτούς τους “λαθρομετανάστες” τους έχουμε για πλάκα. Μπορούμε να τους πνίγουμε κατά εκατοντάδες ανοιχτά της Πύλου και με το ζόρι να μην το πανηγυρίζουμε. Μάλλον, κάνουμε κάτι πιο ακραίο, το γιορτάζουμε κυνικά κηρύσσοντας “εθνικό” – βεβαίως – πένθος. Και άμα χρειαστεί θα παλέψουμε για “δουλειές μόνο για Έλληνες” και σε “ελληνικά αφεντικά”. Ο εθνικός κορμός είναι “παρά πόδα” για κάθε “ασύμμετρη απειλή”.

“Έκλεισε ένας κύκλος”, είπε, με δραματικό τρόπο ο Τσίπρας, αναγγέλλοντας την παραίτησή του, τέσσερις μέρες μετά τις εκλογές του Ιουνίου. Και πράγματι, έτσι είναι. Αυτός ο κύκλος “αριστερών πειραμάτων” του εθνικού κορμού φαίνεται να κλείνει οριστικά. Αφήνει, όμως, έναν “ελέφαντα” στο δωμάτιο, μια αλήθεια που η αριστερά θέλει να αποκρύψει με κάθε τρόπο: η μαύρη κληρονομιά της εκολλαπτόμενης, ακόμα πιο ζοφερής, εθνικής ενότητας, που αφήνει πίσω της η περίοδος των (αντι)μνημονίων, είναι κατεξοχήν δική της.

Άκαιρες σκέψεις: σημειώσεις πάνω στην Επανάσταση και την Ουκρανία

του Andrew1,2

το κείμενο σε pdf

Πόλεμοι και κρίσεις, παρ’ όλο που αναστέλλουν την πραγματικότητα και μας ξαναθυμίζουν τόσο τον δοκιμαζόμενο, αλλά “εμμένοντα” καπιταλισμό, όσο και την ευθραυστότητά του, εμπνέουν επίσης πάντα και την ελπίδα μεταξύ των επαναστατών.

Να ξεφορτωθούμε το βάρος των νεκρών γενεών και να έχουμε επίγνωση της δύναμης των εθνικιστικών μύθων πρέπει να είναι το πρώτο βήμα για την πραγμάτωση του επαναστατικού δυναμικού της συγκυρίας μας. Από την προνομιακή θέση μας, στα χαμηλά της καμπύλης μιας μακράς οικονομικής πτώσης, που έφτασε σε μας μέσα από την καθοδική σπείρα της ενεργειακής κρίσης, εν αναμονή μιας αναπόφευκτης εξέγερσης αγανάκτησης, προσπαθώ να δω πώς θα μπορούσε να λυθεί αυτός ο γρίφος της ιστορίας.

Ακόμα και για να αποπειραθούμε μια ανάλυση της κρίσης πρέπει, αρχικά, να ξεκαθαρίσουμε το πλαίσιο συγκεκριμένων ζητημάτων: και γιατί η απάντηση κάποιων ερωτημάτων θα ήταν χάσιμο χρόνου και γιατί άλλα ερωτήματα μπορεί να αποδειχθούν πολύ πιο παραγωγικά. Αντί να κάνουμε κύκλους γύρω από τις παλιές μαρξιστικές αντιπαραθέσεις σχετικά με τον πόλεμο και τον εθνικισμό, θα ήταν πολύ καλλίτερο να τα δούμε σε ένα συγκείμενο και να εντοπίσουμε το πολιτικό μας τοπίο στον απόηχο της αποτυχίας κομμουνιστικών κινημάτων στο παρελθόν. Παρ’ όλο που οι αγώνες σήμερα έρχονται παντού αντιμέτωποι με την κληρονομιά του παλιού εργατικού κινήματος, ο μετασοβιετικός χώρος, ως μια υλική ενσάρκωση της ήττας του κομμουνιστικού ονείρου, μας αναγκάζει να αντιμετωπίσουμε κι εμείς αυτά τα ζητήματα κατά μέτωπο. Για να δικαιολογήσουμε τη μορφή της διερεύνησης, θα ακουμπήσουμε αναπόφευκτα τα ερωτήματα του ιστορικού περιεχομένου και της κομμουνιστικής στρατηγικής.

Πρώτα απ’ όλα, συζητήσεις που προσπαθούν να δώσουν μια ενιαία “αριστερή” απάντηση ξεκινούν στραβά. Η ικανότητα να αναγνωρίσουμε τις αδυναμίες των συνειδητών επαναστατών στην εποχή μας, αντί να διαλέγουμε να λειτουργούμε στο επίπεδο της γεωπολιτικής, θα μας επέτρεπε να διερωτήσουμε τις προοπτικές της επανάστασης σήμερα. Κατανοώντας την σημασία της αυθόρμητης δράσης, θα αφήναμε πίσω τις φαντασιώσεις για τις πρωτοπορίες. Μια ματιά σε ιστορικές εξεγέρσεις θα αποδείκνυε την μη προβλεψιμότητα των γεγονότων που παράγουν ρήξεις, και ότι ο ρόλος των υπαρχόντων οργανώσεων είναι να τα “προφτάσουν”. Αυτή η μη προβλεψιμότητα δεν θα πρέπει να θεωρηθεί λανθασμένα ως ολική απαισιοδοξία. Αν πρόκειται να υιοθετήσουμε τον μηδενισμό ως την πολιτική μας μέθοδο, υπάρχει ένας απλός τρόπος να αναγνωρίσουμε την βία που δεν θα κάνει τίποτα άλλο από το να μας οδηγεί πίσω στην κυκλικότητα της κυριαρχίας του μύθου. Τέτοια είναι η βία που προσανατολίζεται προς δοκιμασμένους και αποτυχημένους στόχους κινητοποίησης ενός εθνικιστικού πολέμου, που στοχεύει μόνο να ελιχθεί στα ποτάμια της γεωπολιτικής μοίρας. Η εναντίωσή μας στην φυσικοποιητική δύναμη του μύθου, που ενσαρκώνεται στον νόμο και το κράτος, δεν είναι μόνο μια κομμουνιστική προσπάθεια να τα ιστορικοποιήσουμε αλλά, επίσης, και η κομμουνιστική πρόθεση να ξεμπερδεύουμε με αυτά.

Συζητήσεις σχετικά με τον πόλεμο στην Ουκρανία βλέπουν πολύ συχνά το πολιτικό τους καθήκον ως του “να πείσουν”, φανταζόμενες ένα κοινό που θα μπορούσε να λύσει όλα μας τα προβλήματα με το που θα μπορούσαμε να σκεφτούμε ένα εύλογο επιχείρημα, κάτι που είναι ενδεικτικό μιας παραγνώρισης των επαναστατικών διαδικασιών. Η επαναστατική διαπαιδαγώγηση δεν γίνεται μέσα από την πειθώ αλλά μέσα από το να συνταχθεί κανείς με τις δυνάμεις της αναρχίας. Μια επαναστατική ρήξη δεν περιλαμβάνει μόνο την ραγδαία αλλαγή των συνθηκών και το σμίλεμα καινούριων συνδέσεων αλλά συνεπάγεται, επίσης, μια παραγωγή καινούριων λύσεων που ήταν αδύνατον να προβλεφθούν εκ των προτέρων. Είναι η ανοιχτότητα προς αυτή την εφεύρεση νέων επαναστατικών μορφών οργάνωσης που μας κάνει κομμουνιστές, όχι σημαίες ή συνθήματα: και μια δράση είναι επαναστατική μόνο αν στο “άπλωμα” και την συνάντησή της με άλλα μέτρα, δείχνει προς την απελευθέρωση.

Αναγνωρίζοντας την σημασία του αυθόρμητου και της καινοτομίας στην επανάσταση θα μπορούσαμε να εγκαταλείψουμε τη μυθολογία του εργατικού κινήματος, στην οποία δυστυχώς τελματώνουν πάρα πολλές συζητήσεις αυτές τις μέρες. Αναγνωρίζοντας το ιστορικό “μάθημα” της διάλυσής του θα σήμαινε, τότε, την αναγνώριση της αποτυχίας του εθνικού αυτοπροσδιορισμού. Αυτή η ιστορική αναγνώριση δεν μπορεί να επιτευχθεί στο αποξενωμένο περιβάλλον μιας πολιτικής ή ακαδημαϊκής πρωτοπορίας αλλά να βιωθεί ως όριο του νυσταγμένου μαζικού μας κινήματος που έρχεται αντιμέτωπο με τον σωρό των ατελείωτων πραγματωμένων σκουπιδιών που καλύπτουν τον πλανήτη μας. Ελπίζουμε ότι η παρούσα συνεισφορά μπορεί να συμβάλει στον “ηχοεντοπισμό” πιθανών διαδρομών απελευθέρωσης μέσα στο σκοτάδι της καθημερινότητας.

Στη διαμόρφωση της θέσης μας για τον πόλεμο, θα πρέπει να κατανοήσουμε τις αφετηρίες των περισσότερων σκέψεων στην ευρεία κομμουνιστική παράδοση σχετικά με τα έθνη. Με τον Λένιν και την σοσιαλδημοκρατική παράδοση εκείνης της περιόδου, η εθνική μορφή πολιτικής δικαιολογούνταν μόνο επειδή επέτρεπε να αναδείξει το περιεχόμενό της – μια βιομηχανική οικονομία – από την “οπισθοδρόμηση” στην “πλήρη ανάπτυξη”. Νομίζω ότι δεν χρειάζεται να επαναλάβουμε ότι ο βιομηχανικός εκσυγχρονισμός δεν αποτελεί πλέον έναν επαναστατικό ορίζοντα, και η οικονομία και η πολιτική δεν μοιάζουν τόσο ξεκάθαρα διαχωρισμένες. Με εκατομμύρια ανθρώπους βυθισμένους στην φτώχεια και την ανεργία, και την εναπομείνασα βιομηχανική βάση διαλυμένη, πρώτα από την αποβιομηχάνιση και τώρα από τον πόλεμο, η καπιταλιστική ανάκαμψη στην Ουκρανία θα συνεπαγόταν την εκτόξευση της εκμετάλλευσης σε αστρονομικά επίπεδα. Η ουκρανική κυβέρνηση έχει δείξει με ευχαρίστηση τον δρόμο προς τα μπρος, παρέχοντας μια εντελώς ελάχιστη βοήθεια στους πρόσφυγες, χωρίς να έχει αναλάβει οποιοδήποτε πρόγραμμα στέγασης, περικόπτοντας “μη ουσιώδεις” δαπάνες από τον προϋπολογισμό και προειδοποιώντας για τον χειμώνα μπροστά: ο καθένας είναι μόνος του. Απλά, δεν υπάρχει καμμιά αριστερή πολιτική να αρθρωθεί εντός του κράτος, πόσο δε μάλλον τώρα. Πέρα από την Ουκρανία, υπάρχουν εκατομμύρια διαλυμένων οικογενειών εξαιτίας των κλειστών συνόρων, που έχουν γίνει δεκτοί με καλοσύνη που δεν επεκτείνεται στα θύματα των ευρωπαίων αποικιοκρατών. Ενώ, με την καλοσύνη των φιλελευθεροποιημένων συστημάτων εγκατάστασης προσφύγων, ρίχνονται σε έμφυλα διαχωρισμένη και επισφαλή εργασία.

Η δικαιολόγηση μιας παράδοσης στο ουκρανικό κράτος και στο ΝΑΤΟϊκο μπλοκ, στη βάση του εθνικού αυτοπροσδιορισμού, δεν σημαίνει μόνο ότι υπερεκτιμάς την επίδραστη της σύγχρονης Αριστεράς και το δυναμικό για μια χειραφετητική πολιτική εντός των ορίων ενός έθνους-κράτους. Σημαίνει επίσης ότι ονειρεύεσαι μια καλλίτερη διαχείριση αυτού του κόσμου των οντολογικών εθνικοτήτων, προσπαθώντας να γίνεις πιο πατριώτης από τους πατριώτες. Επιχειρήματα υπέρ της άμυνας φτάνουν σε πλήρη παράκρουση όταν στους προλετάριους, που εξεγείρονται εναντίον της αύξησης του κόστους ζωής σε ολόκληρο τον παγκόσμιο Νότο, τους λένε να αντέξουν αυτή τη δύσκολη κατάσταση για χάρη της Ουκρανίας. Η ταξική συνεργασία αναμένεται να επεκταθεί και πέραν της Ουκρανίας, “η μεγάλη πορεία μέσα από τους θεσμούς” έχει φτάσει στον “σταθμο” ΝΑΤΟ.

Έχοντας ξεκαθαρίσει τα ζητήματα του “πλαισίου”, οποιαδήποτε εύλογη ανάλυση θα απαιτούσε από μας να παρακάμψουμε τους “κατευναστές”: διάφορες δικαιολογίες που χρησιμοποιούνται από πολλές αριστερίστικες εκδόσεις για να αποφύγουν να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα της κατάστασης.

Πρώτα απ’ όλα, αφήνοντας στην άκρη όλες τις διεθνείς νομικίστικες μικροδιαφοροποιήσεις, που προσπαθούν μόνο και μόνο να μειώσουν την κλίμακα της καταστροφής, η Ρωσία διεξάγει μια γενοκτονία στην Ουκρανία. Αδιάκριτοι βομβαρδισμοί, που συχνά κατευθύνονται έτσι απλά εναντίον πολιτικών υποδομών, απελάσεις, βασανισμοί και εκτελέσεις, η σύνδεση μιας ολόκληρης εθνικής ομάδας που κρίνεται ότι χρήζει επανεκπαίδευσης, αν όχι καταστροφής, με τους Ναζί. Συνειδητοποιώντας την κλίμακα των φρικαλεοτήτων και την καταστροφικότητα του σύγχρονου πολέμου σημαίνει να μην υποθάλπουμε οποιεσδήποτε ψευδαισθήσεις ότι περισσότερα όπλα θα λύσουν το πρόβλημα. Μπορώ μόνο να ελπίζω ότι οι στόχοι και τα μέσα της ρωσικής εθνικιστικής επέκτασης είναι καθαρά σε όλους. Με τις αντάρτικες δράσεις των Ρώσων και των Λευκορώσων να μην απαιτούν ουσιαστικά κάποια δικαιολόγηση εν μέσω της δημοτικότητάς τους, θα προτιμούσα να εστιάσω στη “Δυτική” αντιπολεμική στρατηγική.

Το δεύτερο “μαλακτικό” που “νερώνει” τις αριστερίστικες θέσεις, έτσι ώστε να μην χρειάζεται να έρθουν αντιμέτωπες με δύσκολες επιλογές, το πρόσχημα περί μιας “έμμεσης” μόνο εμπλοκής των Ηνωμένων Πολιτειών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ηνωμένου Βασιλείου στον πόλεμο, θα πρέπει επίσης να απορριφθεί. Σήμερα, η Ουκρανία εξαρτάται από τη Δύση για τις βασικές ανάγκες του προϋπολογισμού και της βιομηχανίας της και οι παραδόσεις όπλων ακολουθούν ένα σχεδόν “just-in-time” προγραμματισμό που υπενθυμίζει το εύθραυστο της “υποστήριξης”. Η ουκρανική κυβέρνηση έχει δείξει πολλές φορές την ανικανότητά της να διαπραγματευτεί ανεξάρτητα και σχεδόν κάθε εβδομάδα πλέον ανακοινώνει με περηφάνια με ποιο τρόπο τα χτυπήματα, οι στόχοι και οι τακτικές επιλέγονται από μια από τις αμερικάνικες υπηρεσίες. Τη δύναμη της επιρροής των φιλοπόλεμων Δυτικών φραξιών την ανταγωνίζεται μόνο ένα αυξανόμενο εθνικιστικό κίνημα μέσα στην Ουκρανία, που ζει με αυταπάτες εθνικής αυτάρκειας, την οποία θα τροφοδοτεί έναν πόλεμος χωρίς τέλος.

Θα πρέπει να δώσουμε μεγαλύτερη προσοχή στη μυθολογία αυτού του εθνικιστικού κινήματος. Εκτός από την ακροδεξιά μειοψηφία, που οδηγεί σε ασφυξία οποιαδήποτε αριστερή οργάνωση στην Ουκρανία και κάνει οποιεσδήποτε δημόσιες εκδηλώσεις, που θα έθεταν μια απειλή στην παρούσα τάξη, αδύνατη, υπάρχει επίσης ο κυρίαρχος πατριωτισμός. Κατά τα δέκα τελευταία χρόνια, η οικοδήμηση του Ουκρανικού έθνους έχει υποστεί μια συγκεκριμένη εντατικοποίηση. Αυτή η εντατικοποίηση δεν αποδίδεται μόνο στην “από τα πάνω προς τα κάτω” στρατηγική της κυβέρνησης (πραγματικά, οι περισσότεροι από τους Ουκρανούς προέδρους, υπουργούς και αναπληρωτές θα προτιμούσαν ένα διαφορετικό περιβάλλον). Μια προσεκτική διερεύνηση θα έδινε μια εικόνα ενός διάχυτου δικτύου σχέσεων εξουσίας που δεν είναι πάντα προσδεμένο σε θεσμούς και το οποίο συγκροτεί και συγκροτείται από τοπικές “υλοποιήσεις” σε σχολεία και πανεπιστήμια, πλατείες και πορείες στους δρόμους, αντιπαραθέσεις σε περιοδικά και νεανικές υποκουλτούρες. Η ανάληψη μιας τέτοιας έρευνας θα σήμαινε ότι θα πρέπει να πάρουμε στα σοβαρά την μαζική δημοτικότητα του εθνικισμού και να αναζητήσουμε τρόπους να την υπονομεύσουμε, όχι να δρούμε εντός του.

Αντί να δεχόμαστε τις φιλελεύθερες υποκρισίες ότι το κίνημα του Euromaidan δημιουργήθηκε εξ ολοκλήρου από τον αναπτυσσόμενο τομέα των ΜΚΟ, ή να αρνούμαστε απλά την νομιμοποίησή του στη βάση της λαϊκής ψήφου, πρέπει να κατανοήσουμε τις αληθινά λαϊκές κινητοποιήσεις πίσω από τα εθνικιστικά κινήματα. Χωρίς να αγνοούμε τοπικούς παράγοντες και την σχετική ασημαντότητα τέτοιων γεγονότων, όταν λαμβάνονται ανεξάρτητα το ένα από το άλλο, θα βλέπαμε ένα δίκτυο διαδικασιών που αλληλοενισχύονται στην οικοδόμηση εθνικιστικών υποκειμενικοτήτων. Αυτή η διαδικασία υποκειμενοποίησης συμβαίνει παράλληλα με την πλήρη αποπολιτικοποίηση: το να είναι κανείς φασίστας ή αναρχικός στην Ουκρανία δεν είναι τώρα τίποτα διαφορετικό από το να είναι χούλιγκαν ή φανατικός οπαδός στο ποδόσφαιρο. Κρυμμένη πίσω από τη μάσκα αυτού του φαινομενικά “μετα-πολιτικού” τοπίου βρίσκεται μια μαζική μετατόπιση προς τα δεξιά.

Μια από τις εκφράσεις αυτής της μετατόπισης είναι η κατασκευή μιας εθνικιστικής ιστορικής μνήμης, η οποία συνεπάγεται πάντα μια κατασκευή ενός συγκεκριμένου είδους εθνικιστικού μέλλοντος. Η ύμνηση του ουκρανικού φασισμού στη δημιουργία ενός ηρωικού συμβόλου του Μπαντέρα, η εξιδανίκευση του ευγενούς Κοζάκου ως του ur-Ukrainian, μια μετατόπιση στην περιγραφή της επανάστασης του 1917 ως πραξικοπήματος και κατοχής μιας αιωνίως καθορισμένης Ουκρανίας, απόδοση στη λαϊκή φαντασία μιας από τις αντιφατικές εκφράσεις του δημοφιλούς μετεπαναστατικού κράτους εκβιομηχάνισης, όλα αποκτούν νόημα όταν ειδωθούν ως μέρος μιας στρατηγικής δημιουργίας των οντολογικά αθώων και έντιμων Ουκρανών. Ουκρανών που όχι μόνο απειλούνται πάντα από τους Ρώσους, και τους εσωτερικούς προδότες, αλλά συνήθως είναι επικίνδυνα κοντά στο να προδοθούν από τη Δύση. Το σπουδαιότερο για μας, είναι ένα όραμα αντιεξεγερτικό που θέτει το έθνος-κράτος ως ένα τελικό σημείο της ιστορίας και υπονομεύει οποιαδήποτε εξέγερση ως προδοτική – ως γενετικά Ρωσική. Είναι αυτός ο μύθος που έχει οδηγήσει στις επιθέσεις ενάντια στο “πλιάτσικο” στις περιοχές που είναι δίπλα στην πρώτη γραμμή του μετώπου την άνοιξη και που συνεχίζει να τροφοδοτεί το κυνήγι για προδότες σε όλες τις σφαίρες της δημόσιας ζωής.

Το καθήκον του επαναστατικού ντεφαιτισμού3 είναι να υπονομεύσει τους εθνικιστικούς μύθους στην πράξη και να υπερβεί τον δυϊσμό πόλεμος-ειρήνη: μόνο ένα κομμουνιστικό κίνημα θα μπορούσε να συγκροτήσει έναν διαρκώς διευρυνόμενο εχθρό του ιμπεριαλιστικού πολέμου, αντιστεκόμενο σε αυτόν όχι μέσω κάποιας άλλης εθνικιστικής κινητοποίησης αλλά υπονομεύοντας τις ίδιες τις συνθήκες της ύπαρξής του. Αντί να αποκαλούμε οποιαδήποτε αντίσταση άκαιρη και μη-πατριωτική, πρέπει να περιμένουμε εκρήξεις απογοήτευσης εντός του κράτους έκτακτης ανάγκης. Αλλά δεν θα πρέπει να βιαστούμε υπερβολικά για να διεκδικήσουμε ως κομμουνιστικό το πάρτυ της αναρχίας: ο πόλεμος είναι ο μεγαλύτερος υποκινητής μυθικής βίας, και πρέπει να μπορούμε να διακρίνουμε ανάμεσα σε ένα σύγχρονο πογκρόμ και μια καθολικοποιητικής κομμούνας.

Ο επαναστατικός ντεφαιτισμός είναι το αντίθετο ενός παθητικού σχεδίου: μόνο ξεκινώντας από μια άρνηση να υπερασπιστούμε το κράτος μπορούμε να αρχίσουμε να αναπτύσσουμε τη μοναδική δύναμη ικανή να σταματήσει τον πόλεμο ως τέτοιον. Όταν ισχυριζόμαστε ότι οι πόλεμοι δεν μπορούν να κερδηθούν, δεν ισχυριζόμαστε την αδυνατότητα μιας αντεπίθεσης, αλλά την αδυνατότητα της απελευθέρωσης με τη χρήση των μέσων ενός συμβατικού πολέμου. Οι αριστεροί που κατατάσσονται σε έναν στρατό όχι μόνο “διαλύονται” σε μια θάλασσα από επιστρατευμένους και φασίστες αλλά, με τις περήφανες διακηρύξεις τους, δανείζουν υποστήριξη στον στρατό και τη γεωπολιτική διπλωματία ως νομιμοποιημένων εργαλείων επίλυσης των συγκεκριμένων προβλημάτων. Και στην προσπάθεια να ψάξουμε για τις “αιτίες” του πολέμου, δεν υπάρχουν δικαιολογίες για να εξακολουθεί να λειτουργεί κανείς με υποθέσεις για “φυσικές” εθνικότητες, γιατί έχουμε πλήρη επίγνωση ότι οι αποικιοκρατίες και οι φασισμοί δεν αποτρέπονται απομακρύνοντας τους αρχηγούς τους ή καταλαμβάνοντας μια χώρα, αλλά καίγοντας το έδαφος από το οποίο φυτρώνουν: έναν κόσμο εργασίας, φύλου και φυλής.

Ελπίζουμε ότι μετά από αυτές τις διευκρινίσεις, είναι καθαρό γιατί πρέπει να κοιτάμε προσεκτικά για σημάδια ακόμα και της μικρότερης εξέγερσης ενάντια στο κράτος και τον εθνικισμό και να προσπαθούμε να καταλάβουμε την πιθανότητα μετάδοσης και διάδοσής τους, πέρα από τα εθνικά σύνορα επίσης, καθώς οι οικονομικές συνέπειες του πολέμου διαχέονται όλο και πιο μακριά. Όσο συναρπαστικό και αν είναι να συζητάμε τις πιθανότητες ενός (αναγκαίου) διπλωματικού συμβιβασμού, δεν έχω να διαλέξω πλευρά ανάμεσα στις διάφορες φράξιες της αμερικανικής αυτοκρατορικής πολεμικής μηχανής, ένα ρωσικό γενοκτονικό εθνικιστικό κίνημα και την ουκρανική κυβέρνηση ή τα φασιστικά τάγματα. Η έκταση της δύναμης του χρηματιστικοποιημένου πολεμικού συμπλέγματος και ο εμπλεκόμενος θυμωμένος πατριωτιικός πληθυσμός σημαίνουν ότι πρέπει να ψάξουμε για δυνατότητες σε μια διαφορετική διάσταση. Αντί να ελπίζουμε για ένα καλλίτερο “αριστερό” κόμμα, πρέπει να ψάξουμε να αξιοποιήσουμε και να εκμεταλλευτούμε τις περιπτώσεις ατομικού και μαζικού πλιάτσικου, αποφυγής στράτευσης και λιποταξίας, χτυπημάτων που διατρυπούν κάθε πατριωτική αηδία που υπάρχει στην ατμόσφαιρα, τόσο στην Ουκρανία όσο και πιο πέρα. Αναγνωρίζοντας ότι η συνέχιση του status quo είναι η συνέχιση της καταστροφής, ότι ένα καλλίτερο έθνος-κράτος δεν είναι δυνατόν να χρησιμεύσει ως ένα σημείο μετάβασης στον δρόμο προς την επανάσταση, πρέπει να ριχτούμε σε μια έρευνα για άμεση λύτρωση. Πρέπει να είμαστε έτοιμοι ότι αυτή η αναζήτηση μπορεί να αποδειχτεί δύσκολη και με απογοητεύσεις, είναι, όμως, αναγκαία.

1 Στμ. Μεταφρασμένο από εδώ: https://lefteast.org/untimely-thoughts-notes-on-revolution-and-ukraine.

2 Ο Andrew είναι κομμουνιστής από την Ουκρανία και συγγραφέας των “Γραμμάτων από την Ουκρανία” που δημοσιεύτηκαν στο Endnotes (δείτε Part I, Part II, και Part III) και στο Tous Dehors. Το παρόν άρθρο βασίζεται σε μια παρουσίαση που δόθηκε στο Woodbine της Νέας Υόρκης στις 10 Σεπτεμβρίου. [Στμ: τα “Γράμματαείναι διαθέσιμα στα Ελληνικά εδώ:].

3 Στμ. Επαναστατικός ντεφαιτισμός (revolutionary defeatism): η θεωρία που υποστηρίζει ότι σε περίπτωση που ένας πόλεμος που διεξάγεται είναι ιμπεριαλιστικός και από τα δύο μέρη, οι επαναστάτες και των δύο μερών θα πρέπει να προσπαθήσουν να μετατρέψουν τον εθνικό πόλεμο σε εμφύλιο, συναδελφωμένοι με τους στρατιώτες του “εχθρού” και ανατρέποντας τις αστικές κυβερνήσεις τους. Ο Λένιν έλεγε πως το προλεταριάτο πρέπει να εύχεται τη στρατιωτική ήττα της δικής “του” κυβέρνησης στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, με την έννοια ότι αυτή η ήττα θα διευκόλυνε την εξέγερση για την ανατροπή της άρχουσας τάξης.

Τράπεζες στο χείλος του γκρεμού; Η αφετηρία, η φύση και η τροχιά της κρίσης

Συνέντευξη με τον Michael Roberts

Ashley Smith1,2

το κείμενο σε pdf

Η τραπεζική βιομηχανία ταλανίζεται από μια σειρά αποτυχιών, διασώσεων από την κυβέρνηση και εξαγορών. Η κρίση στις τράπεζες αυτές έχει οδηγήσει τα χρηματιστήρια σε ολόκληρο τον κόσμο σε περιδίνηση. Τι το προκάλεσε όλο αυτό; Πρόκειται για μια περαστική κρίση; Τι επιπτώσεις θα έχει στην πραγματική οικονομία; Ο Ashley Smith από το Spectre παίρνει συνέντευξη από τον Michael Roberts, θέτοντάς του αυτές, και άλλες ερωτήσεις, σχετικά με το χρηματιστικό κεφάλαιο και τον παγκόσμιο καπιταλισμό σήμερα.

Ο Michael Roberts είναι ο συγγραφέας του The Long Depression: Marxism and the Global Crisis of Capitalism (Haymarket 2016) και, μαζί με τον Guglielmo Carchedi, του Capitalism in the 21st Century (Pluto 2022). Γράφει συχνά σχόλια και αναλύσεις στο ιστολόγιό του, The Next Recession.

Φροντίστε να παρακολουθήσετε τον Roberts, μαζί με τον συντάκτη του Spectre David McNally και τον συγγραφέα Hadas Thier, στο επικείμενο Spectre Live!, στις 28 Μαρτίου στις 4μμ ET. Μπορείτε να εγγραφείτε εδώ.

Η κατάρρευση της Silicon Valley Bank και της Signature Bank, ακολουθούμενη από επιθέσεις στις μετοχές της First Republic Bank και της Credit Suisse πυροδότησαν πανικό στις χρηματαγορές και τα χρηματιστήρια σε ολόκληρο τον κόσμο. Όπως ακριβώς έκαναν στη Μεγάλη Χρηματοοικονομική Κρίση του 2008, οι ΗΠΑ και άλλα κράτη διέσωσαν τις τράπεζες. Πού οδεύει αυτή η τραπεζική κρίση; Τι σημαίνει για την πραγματική οικονομία; Ελάτε μαζί με τους Hadas Thier, David McNally, και Michael Roberts να θέσουμε αυτά και άλλα ερωτήματα σχετικά με τον καπιταλισμό και την παγκόσμια πτώση του.

Hadas Thier, συγγραφέας του: A People’s Guide to Capitalism: An Introduction to Marxist Economics

David McNally, συγγραφέας των: Global Slump and Blood and Money

Michael Roberts, συγγραφέας των: The Long Depression and Capitalism in the 21st Century

Ποιες ήταν οι άμεσες αιτίες αυτής της σειράς αποτυχιών τραπεζών;

Η άμεση αιτία αυτών των πρόφατων αποτυχιών ήταν, όπως πάντα, η έλλειψη ρευστότητας. Τι εννοούμε με αυτό; Καταθέτες στην Silicon Valley Bank (SVB) και στην First Republic, καθώς και στην τράπεζα κρυπτονομισμάτων Signature, άρχισαν να αποσύρουν σε πολύ μεγάλο βαθμό τα μετρητά τους και αυτές οι τράπεζες δεν είχαν πλέον το ρευστό για να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις των καταθετών.

Γιατί έγινε αυτό; Δύο βασικοί λόγοι. Πρώτος, μεγάλο μέρος των μετρητών που είχαν κατατεθεί σε αυτές τις τράπεζες είχαν επαναεπενδυθεί σε περιουσιακά στοιχεία που είχαν χάσει τεράστιο μέρος της αξίας τους τον τελευταίο περίπου χρόνο. Δεύτερος, πολλοί από τους καταθέτες σε αυτές τις τράπεζες, κυρίως μικρές εταιρείες, διαπίστωσαν ότι δεν έβγαζαν πλέον κέρδη ούτε αντλούσαν περισσότερη χρηματοδότηση από επενδυτές, αλλά εξακολουθούσαν να πρέπει να πληρώσουν τους λογαριασμούς και το προσωπικό τους. Έτσι, άρχισαν να τραβούν μετρητά παρά να τα αποταμιεύουν.

Γιατί έχασαν αξία τα περιουσιακά στοιχεία των τραπεζών;

Αυτό καταλήγει στην αύξηση των επιτοκίων σε ολόκληρο τον χρηματοοικονομικό τομέα, αύξηση που ωθήθηκε από τις ενέργειες της Ομοσπονδιακής Τράπεζας (Federal Reserve) για απότομη και γρήγορη αύξηση του βασικού της επιτοκίου για να ελέγξει, υποτίθεται, τον πληθωρισμό. Πώς δουλεύει αυτό;

Λοιπόν, για να βγάλουν χρήμα, οι τράπεζες προσφέρουν στους καταθέτες ένα ετήσιο επιτόκιο, ας πούμε, 2% επί των καταθέσεών τους. Πρέπει να καλύψουν αυτό το επιτόκιο είτε δίνοντας δάνεια με ένα υψηλότερο επιτόκιο στους πελάτες, είτε επενδύοντας το ρευστό των καταθετών σε άλλα περιουσιακά στοιχεία που αποφέρουν ένα υψηλότερο επιτόκιο. Οι τράπεζες μπορούν να πάρουν αυτό το υψηλότερο επιτόκιο αγοράζοντας χρηματοοικονομικά στοιχεία που αποδίδουν μεγαλύτερο επιτόκιο ή που μπορούν να πουλήσουν με ένα κέρδος (κάτι που έχει, όμως, μεγαλύτερο ρίσκο), όπως εταιρικά ομόλογα, στεγαστικά ομόλογα ή μετοχές.

Οι τράπεζες μπορούν να αγοράσουν ομόλογα, που είναι ασφαλέστερα, γιατί οι τράπεζες παίρνουν πίσω όλα τα χρήματά τους με την λήξη του ομολόγου – ας πούμε σε πέντε χρόνια. Και κάθε χρόνο η τράπεζα λαμβάνει ένα μεγαλύτερο επιτόκιο από αυτό του 2% που παίρνουν οι καταθέτες της. Παίρνει μεγαλύτερο επιτόκιο επειδή δεν μπορεί να πάρει τα λεφτά της πίσω άμεσα αλλά πρέπει να περιμένει, μέχρι και πέντε χρόνια.

Τα πιο ασφαλή ομόλογα για αγορά είναι τα κυβερνητικά ομόλογα γιατί ο Θείος Σαμ δεν πρόκειται (μάλλον) να χρεωκοπήσει κατά την εξαργύρωση του ομολόγου μετά από πέντε χρόνια. Έτσι οι μάνατζερ της SVB σκέφτηκαν ότι ήταν πολύ σώφρονες αγοράζοντας κυβερνητικά ομόλογα. Αλλά εδώ είναι το πρόβλημα. Αν αγοράσεις ένα κυβερνητικό ομόλογο για 1000 δολλάρια που “ωριμάζει” (δηλαδή λήγει) σε πέντε χρόνια (δηλαδή αν πάρεις πίσω την επένδυσή σου πλήρως σε πέντε χρόνια), επένδυση που πληρώνει επιτόκιο, ας πούμε, 4% τον χρόνο, τότε, αν οι καταθέτες πελάτες σου παίρνουν επιτόκιο μόνο 2%, κερδίζεις λεφτά.

Αν όμως η Ομοσπονδιακή Τράπεζα ανεβάσει την πολιτική της κατά 1%, τότε οι τράπεζες πρέπει επίσης να ανεβάσουν το επιτόκιο καταθέσεων ανάλογα, διαφορετικά θα χάσουν πελάτες. Το κέρδος της τράπεζας μειώνεται. Αλλά ακόμα χειρότερα, η τιμή του ομολόγου σου των 1000 δολλαρίων στην δευτερογενή αγορά ομολόγων (που είναι κάτι όπως η αγορά μεταχειρισμένων αυτοκινήτων) πέφτει. Γιατί; Επειδή αν και το κυβερνητικό ομόλογό σου εξακολουθεί να πληρώνει 4% κάθε χρόνο, η διαφορά ανάμεσα στο επιτόκιο του ομολόγου σου και του τρέχοντος επιτοκίου για ρευστό ή άλλα βραχυπρόθεσμα περιουσιακά στοιχεία μειώνεται.

Αν θέλετε να πουλήσετε τα ομόλογά σας στη δευτερογενή αγορά, οποιοσδήποτε δυνάμει αγοραστής των ομολόγων σας δεν θα είναι διατεθιμένος να πληρώσει 1000 δολλάρια αλλά, ας πούμε, 900. Κι αυτό γιατί ο αγοραστής, πληρώνοντας μόνο 900 δολλάρια και παίρνοντας επιτόκιο 4%, μπορεί τώρα να μπορεί να πάρει μια απόδοση 4/900 ή 4.4%, κάνοντας την αγορά να αξίζει περισσότερο. Η SVB είχε ένα σκασμό ομόλογα που είχε αγοράσει στην ονομαστική αξία ($1000) αλλά που άξιζαν λιγότερο στη δευτερογενή αγορά ($900). Είχε, όπως λέγεται, “μη υλοποιημένες ζημίες” (“unrealized losses”) στα βιβλία της.

Αλλά γιατί αυτό να έχει σημασία, αν δεν πρέπει να πουλήσει τα ομόλογα; Η SVB θα μπορούσε να περιμένει μέχρι να λήξουν, οπότε και θα έπαιρνε όλα τα λεφτά που είχε επενδύσει συν το επιτόκιο πέντε ετών. Αλλά εδώ είναι το δεύτερο μέρος του προβλήματος για την SVB. Με την Ομοσπονδιακή Τράπεζα (Fed) να ανεβάζει τα επιτόκια και την οικονομία να επιβραδύνει προς την ύφεση, ιδιαίτερα στον τομέα των τεχνολογικών start-up, στον οποίο εξειδικεύεται η SVB, οι πελάτες της έχαναν χρήματα και έτσι αναγκάζονταν να χαλάνε περισσότερα μετρητά και να αποσύρουν μαζικά τις καταθέσεις που είχαν στην SVB.

Τελικά, η SVB δεν είχε αρκετή ρευστότητα για να καλύψει τις αναλήψεις· αντίθετα, είχει πολλά ομόλογα που δεν είχαν ωριμάσει. Όταν αυτό έγινε προφανές στους καταθέτες, αυτοί που δεν καλύπτονταν από την κρατική ασφάλιση των καταθέσεων (οτιδήποτε πάνω από 250.000 δολλάρια), πανικοβλήθηκαν οπότε προκλήθηκαν μαζικές αποσύρσεις χρημάτων (bank-run) από την τράπεζα. Αυτό έγινε φανερό όταν η SVB ανακοίνωσε ότι θα έπρεπε να πουλήσει πολλές από τις συμμετοχές της σε ομόλογα με ζημιά, για να καλύψει τις αναλήψεις. Οι ζημιές φαίνονταν να είναι τόσο μεγάλες που κανείς δεν θα τοποθετούσε και πάλι χρήματα στην τράπεζα και έτσι η SVB κήρυξε πτώχευση.

Έτσι, μια έλλειψη ρευστότητας μετατράπηκε σε χρεωκοπία – όπως συμβαίνει πάντα. Πόσες μικρές εταιρείες ανακαλύπτουν ότι αν είχαν λίγα μόνο παραπάνω από την τράπεζά τους ή έναν επενδυτή θα μπορούσαν να έχουν ανταπεξέλθει σε μια έλλειψη ρευστότητας ώστε να παραμείνουν σε λειτουργία; Αντίθετα, αν δεν πάρουν καμμιά επιπλέον βοήθεια, θα πρέπει να φαλιρίσουν. Αυτό είναι που συνέβη, βασικά, στην SVB και την Signature, την τράπεζα καταθέσεων κρυπτονομισμάτων, και τώρα στην First Republic, μια τράπεζα για μεσαίες επιχειρήσεις και πλούσιους πελάτες, στην Νέα Υόρκη.

Τι έχουν κάνει οι ΗΠΑ και άλλα κράτη για να σταματήσουν την χρηματοοικονομική κρίση; Και θα πετύχει αυτό να αποτρέψει αποτυχίες και άλλων τραπεζών και να ηρεμήσει τα χρηματιστήρια;

Υπάρχουν δύο πραγματα που η κυβέρνηση, η Fed, και οι μεγάλες τράπεζες έχουν κάνει. Πρώτον, έχουν προσφέρει ποσά ώστε να καλύψουν τη ζήτηση των καταθετών για τα μετρητά τους. Αν και στις ΗΠΑ οποιεσδήποτε καταθέσεις πάνω από 250.000 δολλάρια δεν καλύπτονται από την κυβέρνηση, η κυβέρνηση ήρε αυτό το όριο και είπε ότι θα καλύψει όλες τις καταθέσεις ως ένα μέτρο έκτακτης ανάγκης.

Δεύτερον, η Fed δημιούργησε ένα ειδικό εργαλείο δανεισμού, που ονομάζεται Bank Term Funding Program, με το οποίο οι τράπεζες μπορουν να πάρουν δάνεια για έναν χρόνο, χρησιμοποιώντας ως εγγύηση τα ομόλογα στην ονομαστική τους αξία3, ώστε να πάρουν μετρητά για να καλύψουν τις αναλήψεις των καταθετών. Έτσι, δεν είναι υποχρωμένες να πουλήσουν τα ομόλογά τους κάτω από την ονομαστική τους αξία. Αυτά τα μέτρα στοχεύουν να σταματήσουν τις υπό καθεστώς πανικού μαζικές αναλήψεις μετρητών από τις τράπεζες. Αλλά φυσικά, δεν λύνουν τα υποκείμενα προβλήματα που έχουν οι τράπεζες εξαιτίας των ανερχόμενων επιτοκίων και των μειωνόμενων κερδών για τις εταιρείες που χρησιμοποιούν αυτές τις τράπεζες.

Κάποιοι ισχυρίζονται ότι η SVB και οι άλλες τράπεζες είναι “μικρή ψαριά” και μάλλον εξειδικευμένες. Συνεπώς, δεν αντανακλούν ευρύτερα συστημικά προβλήματα. Αλλά αυτό θα πρέπει να αμφισβητηθεί. Πρώτον, η SVB δεν ήταν μια μικρή τράπεζα, έστω και αν εξειδικευόταν στον τεχνολογικό τομέα – ήταν η 16η σε μέγεθος τράπεζα στις ΗΠΑ και η κατάρρευσή της ήταν η δεύτερη μεγαλύτερη στην οικονομική ιστορία. Επιπλέον, μια πρόσφατη αναφορά της Federal Deposit Insurance Corporation δείχνει ότι η SVB δεν είναι η μόνη που έχει τεράστιες “μη πραγματοποιηθείσες ζημιές” στα βιβλία της. Το σύνολο για όλες τις τράπεζες είναι αυτή τη στιγμή 620 δις δολλάρια, ή το 2,7% του ΑΕΠ των ΗΠΑ. Αυτό είναι το δυνητικό χτύπημα στις τράπεζες ή στην οικονομία αν αυτές οι ζημιές πραγματοποιούνταν.

Πραγματικά, το 10% των τραπεζών έχουν μεγαλύτερες μη αναγνωρισμένες ζημιές από αυτές της SVB. Ούτε ήταν η SVB η χειρότερη σε κεφαλαιοποίηση τράπεζα, με το 10% των τραπεζών να έχουν μικρότερη κεφαλαιοποίηση από αυτήν. Μια πρόσφατη μελέτη βρήκε ότι η εμπορική αξία των περιουσιακών στοιχείων του τραπεζικού συστήματος είναι 2 τρις δολλάρια χαμηλότερη από αυτήν που υποδεικνύει η, με βάση τα βιβλία τους, αξία των περιουσιακών τους στοιχείων που αντιστοιχούν σε πορτφόλια δανείων τηρουμένων μέχρι τη λήξη τους.

Τα αποτιμημένα στις τρέχουσες αξίες της αγοράς4 περιουσιακά στοιχεία των τραπεζών έχουν μια κατά μέσο όρο πτώση 10% στο σύνολο των τραπεζών, με το χειρότερο 5ο δείγμα να παρουσιάζει μια πτώση 20%. Ακόμα χειρότερα, αν η Fed συνεχίσει να αυξάνει τα επιτόκια, οι τιμές των ομολόγων θα πέσουν περισσότερο και οι “μη πραγματοποιηθείσες ζημιές” θα αυξηθούν, οπότε περισσότερες τράπεζες θα έρθουν αντιμέτωπες με μια έλλειψη ρευστότητας.

Επομένως, τα έκτακτα μέτρα ίσως να μην είναι αρκετά. Ο τρέχων ισχυρισμός είναι ότι επιπλέον ρευστότητα μπορεί να χρηματοδοτηθεί με την εξαγορά από μεγαλύτερες και πιο εύρωστες τράπεζες των ασθενέστερων και την αποκατάσταση της χρηματοοικονομικής σταθερότητας χωρίς επιπτώσεις για τους εργαζόμενους. Αυτή είναι η λύση της αγοράς με την οποία τα μεγάλα αρπακτικά κανιβαλλίζουν το ψόφιο κουφάρι – για παράδειγμα, ο βραχίονας της SVB στο Ηνωμένο Βασίλειο (ΗΒ) εξαγοράστηκε από την HSBC για μια λίρα. Στην περίπτωση της Credit Suisse, οι ελβετικές αρχές προσπαθούν να εκβιάσουν μια εξαγορά από την μεγαλύτερη τράπεζα UBS στην τιμή του ενός πέμπτου της τρέχουσας εμπορικής αξίας της CS.

Αν, όμως, η παρούσα κρίση γίνει συστημική, όπως συνέβη το 2008, αυτό δεν θα είναι αρκετό. Αντίθετα, θα υπήρχε κοινωνικοποίηση των ζημιών που υπέστη η τραπεζική ελίτ μέσω των κρατικών διασώσεων, κάτι που θα ανέβαζε τα χρέη του δημοσίου τομέα (που είναι ήδη σε ύψη ρεκόρ), και τα οποία θα έπρεπε να εξυπηρετηθούν εις βάρος όλων ημών των υπολοίπων μέσω της αυξημένης φορολογίας και ακόμα μεγαλύτερης λιτότητας στις δαπάνες και τις υπηρεσίες του κράτους πρόνοιας.

Θα συνεχίσει η Ομοσπονδιακή Τράπεζα και άλλες κεντρικές τράπεζες να αυξάνουν τα επιτόκια για να καταπολεμήσουν τον πληθωρισμό ή θα κάνουν πίσω για να αποτρέψουν περαιτέρω τραπεζικές κρίσεις;

Μοιάζει πολύ πιθανό οι κεντρικές τράπεζες να συνεχίσουν να ανεβάζουν τα επιτόκια σε αυτή την αδύνατη αποστολή τους να ελέγξουν τον πληθωρισμό. Θα σταματήσουν μόνο αν υπάρξει μια περαιτέρω σειρά τραπεζικών καταρρεύσεων. Τότε, ίσως αναγκαστούν ακόμα και να αναστρέψουν τις σφιχτές νομισματικές τους πολιτικές για να σώσουν τον τραπεζικό τομέα.

Αλλά προς το παρόν, φοράνε ένα γενναίο πρόσωπο και ισχυρίζονται ότι το τραπεζικό σύστημα είναι πολύ “ανθεκτικό” και σε πολύ καλλίτερη κατάσταση από ό,τι το 2008. Η αντιστροφή της σφιχτής νομισματικής πολιτικής θα ήταν καταστροφική για την αξιοπιστία των κεντρικών τραπεζών μιας και θα εξέθετε το γεγονός ότι αυτές δεν ελέγχουν καθόλου ούτε την προσφορά χρήματος ούτε τα επιτόκια ούτε την τραπεζική δραστηριότητα – το ακριβώς αντίθετο.

Ποιες είναι οι βαθύτερες αιτίες του πληθωρισμού και της χρηματοοικονομικής αστάθειας σήμερα;

Ας δούμε καταρχάς την χρηματοοικονομική αστάθεια. Ο καπιταλισμός είναι μια εγχρήματη ή μονεταριστική οικονομία. Η παραγωγή δεν γίνεται για άμεση κατανάλωση στο σημείο χρήσης. Η παραγωγή εμπορευμάτων είναι για πώληση σε μια αγορά με σκοπό την ανταλλαγή για χρήματα. Και το χρήμα είναι απαραίτητο για την αγορά εμπορευμάτων.

Το χρήμα και τα εμπορεύματα δεν είναι το ίδιο πράγμα, οπότε η κυκλοφορία του χρήματος και των εμπορευμάτων είναι εγγενώς υποκείμενη σε κατάρρευση5. Ανά πάσα στιγμή, οι κάτοχοι μετρητών μπορεί να μην αποφασίσουν να αγοράσουν εμπορεύματα στις τρέχουσες τιμές και αντίθετα να τα αποθησαυρίσουν. Τα εμπορεύματα αυτά, τότε, πρέπει να μειώσουν τις τιμές τους ή ακόμα και να πάνε για “φούντο”. Πολλά πράγματα μπορεί να πυροδοτήσουν αυτή την κατάρρευση στην ανταλλαγή χρήματος και εμπορευμάτων ή στο χρήμα για χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία όπως τα ομόλογα ή οι μετοχές – εικονικό κεφάλαιο, το αποκαλεί ο Μαρξ. Και μπορεί να συμβεί ξαφνικά.

Αλλά η βασική υποκείμενη αιτία θα είναι η υπερσυσσώρευση κεφαλαίου στους παραγωγικούς τομείς της οικονομίας ή, με άλλα λόγια, η μειούμενη κερδοφορία των επενδύσεων και της παραγωγής. Οι τεχνολογικές εταιρείες- πελάτες της SVB είχαν αρχίσει να υποφέρουν από μια έλλειψη χρηματοδότησης από τους λεγόμενους καπιταλιστές επιχειρηματικών κεφαλαίων ρίσκου (επενδυτές σε νεοφυείς εταιρείες) γιατί οι επενδυτές μπορούσαν να δουν τα κέρδη να μειώνονται. Αυτός είναι ο λόγος που οι τεχνολογικές εταιρείες έπρεπε να αδειάσουν τις καταθέσεις τους σε ρευστό. Αυτό κατέστρεψε την ρευστότητα της SVB και την ανάγκασε να ανακοινώσει ένα ξεπούλημα των περιουσιακών της στοιχείων σε ομόλογα.

Στο χρηματοοικονομικό κραχ του 2008, η κρίση ρευστότητας είχε προκληθεί από την κατάρρευση της αγοράς ακινήτων – όχι τις εταιρείες τεχνολογίας, όπως τώρα. Άφησε πολλούς δανειστές με τεράστιες ζημιές σε ομόλογα δανείων ενώ τα παράγωγα αυτών των ομολόγων πολλαπλασίασαν το αποτέλεσμα σε ολόκληρο τον χρηματοοικονομικό τομέα και παγκοσμίως. Αλλά η ίδια η κατάρρευση της στεγαστικής αγοράς οφειλόταν σε μια πτώση της κερδοφορίας των παραγωγικών τομέων της οικονομίας από το 2005-2006 και μετά, που τελικά προκάλεσε μια ανοιχτή πτώση των συνολικών κερδών που συμπεριέλαβε και τον τομέα των ακινήτων.

Αυτή τη φορά η χρηματοοικονομική κατάρρευση έχει πυροδοτηθεί από την κατακόρυφη αύξηση του πληθωρισμού παγκοσμίως μετά το τέλος της πανδημίας του COVID. Αυτή οδηγήθηκε κυρίως από τεράστιες αυξήσεις στο κόστος της ενέργειας και των τροφίμων εξαιτίας της κατάρρευσης των διεθνών εφοδιαστικών αλυσίδων στη διάρκεια του COVID και της μη ανάκαμψής τους.

Οι εταιρείες που άνοιγαν ξανά, διαπίστωσαν ότι δεν θα μπορούσαν να ικανοποιήσουν την αναζωογονημένη ζήτηση· δεν μπορούσαν να φέρουν σε κανονική λειτουργία και πάλι πλοία, κοντέινερ, λιμάνια, πλατφόρμες εξόρυξης πετρελαίου. Οι προμήθειες τροφίμων και ενέργειας “στέγνωσαν” και οι τιμές αυξήθηκαν ακόμα και πριν ο πόλεμος Ρωσίας-Ουκρανίας εντείνει την κατάρρευση των εφοδιαστικών αλυσίδων σε εμπορεύματα-κλειδιά. Πριν από τα τρόφιμα και την ενέργεια, ο υποκείμενος πληθωρισμός επιταχύνθηκε εξαιτίας της γενικά χαμηλής αύξησης της παραγωγικότητας στις μεγαλύτερες οκονομίες: οι καπιταλιστικές επιχειρήσεις δεν μπορούσαν να βρουν αρκετό εξειδικευμένο προσωπικό μετά τον COVID, ούτε είχαν επενδύσει σε καινούριο δυναμικό, οπότε η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας ήταν ανεπαρκής για να καλύψει την αναζωογονημένη ζήτηση.

Αυτό που είναι καθαρό είναι ότι ο επιταχυνόμενος πληθωρισμός δεν προκλήθηκε από υψηλότερα κόστη εργασίας (δηλαδή αυξανόμενους μισθούς)· το αντίθετο, οι εργάτες ήταν (και είναι) πολύ πίσω από το πληθωριστικό σπιράλ στο να πάρουν μισθούς που να το αντισταθμίζουν. Αντίθετα, τα αυξανόμενα κόστη των πρώτων υλών και οι ελλείψεις επέτρεψαν σε εταιρείες που έχουν τη δύναμη να διαμορφώνουν τις τιμές, δηλαδή μεγάλες πολυεθνικές, να αυξήσουν απότομα τις τιμές και να τονώσουν τα περιθώρια κέρδους σε επίπεδα ρεκόρ, ιδιαίτερα οι εταιρείες ενέργειας και τροφίμων. Ήταν ένα σπιράλ κέρδους-τιμών6.

Παρ’ όλα αυτά, οι νομισματικές αρχές παντού αγνόησαν ή αρνήθηκαν ότι ο επιταχυνόμενος πληθωρισμός ήταν ένα πρόβλημα εφοδιασμου/προσφοράς (όπως είναι συνήθως στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής). Αντίθετα, ισχυρίστηκαν ότι οφειλόταν στην υπερβολική ζήτηση που επέφερε ένα σπιράλ μισθών-τιμών7. Οπότε, η απάντησή τους ήταν να αυξήσουν τα επιτόκια, να αντιστρέψουν τις προηγούμενες πολιτικές τους ποσοτικής χαλάρωσης (QE) με αυτές της ποσοτικής σύσφιξης (quantitative tightening, QT) και να μειώσουν την ρευστότητα (φτηνό ρευστό και πίστωση). Έτσι, το κόστος δανεισμού για τις εταιρείες να επενδύσουν ή για τα νοικοκυριά να πληρώσουν τα στεγαστικά δάνειά τους κοκ. έχει αυξηθεί κατακόρυφα και έχει προκαλέσει ρωγμές στο τραπεζικό σύστημα.

Η ειρωνεία είναι ότι τα κατακόρυφα αυξημένα επιτόκια θα συνεχίσουν να έχουν μικρή άμεση επίδραση στα ποσοστά του πληθωρισμού· αντίθετα, αυτή η πολιτική συμπιέζει κέρδη και μισθούς8 και έτσι επιταχύνει τις επιβραδυμένες οικονομίες σε μια βουτιά – ακριβώς όπως συνέβη υπό το καθεστώς Volcker της Fed στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και στις αρχές αυτής του 1980, που οδήγησε σε μια πολύ βαθιά πτώση μετά το 1980-1982.

Σε τι διαφέρει αυτή η κρίση από αυτήν του 2008 και τη Μεγάλη Ύφεση; Τι απεκατέστησε τότε την ανάπτυξη; Είναι εκείνα τα μέσα διαθέσιμα στους καπιταλιστές και τα Κράτη τους σήμερα;

Η καπιταλιστική παραγωγή και οι επενδύσεις υφίστανται συχνές και επανερχόμενες καταρρεύσεις. Αυτές είναι μια αναγκαία διόρθωση στην τάση πτώσης της κερδοφορίας με τον χρόνο. Οι καταρρεύσεις καθαρίζουν τους σάπιους κορμούς και αφήνουν τους δυνατότερους να πάρουν τον έλεγχο των αγορών των πιο αδύναμων, μειώνοντας το κόστος της εργασίας μέσα από την αυξημένη ανεργία θέτοντας έτσι τη βάση για υψηλότερη κερδοφορία και οικονομική ανάκαμψη. Αυτή η διαδικασία έχει ονομαστεί “δημιουργική καταστροφή”.

Η μεγάλη ύφεση της περιόδου 2008-9 το πέτυχε αυτό σε κάποιο βαθμό – αλλά μόνο σε κάποιο βαθμό. Η κερδοφορία του κεφαλαίου στις μεγάλες οικονομίες παρέμεινε κάτω από τα επίπεδα που είχαμε δει στα τέλη της δεκαετίας του 1990. Αυτό κράτησε τις επενδύσεις σε παραγωγικούς τομείς σε χαμηλά επίπεδα. Οι εταιρείες ήταν εξαρτημένες από φθηνή ή σχεδόν μηδενικού κόστους πίστωση για να συνεχίσουν – το μερίδιο των “εταιρειών ζόμπι” που επιβιώνουν απλά με το να χρεώνονται περισσότερο έχει φτάσει τώρα περίπου το 20%. Η πτώση της πανδημίας του 2020 έδειξε ότι ένας σε κάμψη και στάσιμος καπιταλισμός δεν είχε ανακάμψει – καμμιά δημιουργική καταστροφή προς το παρόν.

Τι λύσεις προσφέρει σήμερα το καπιταλιστικό κατεστημένο; Θα δουλέψουν;

Η κυρίαρχη λύση στα τραπεζικά κραχ είναι πάντα η ίδια: καλλίτερη ρύθμιση. Ακόμα και οι πιο ριζοσπάστες οικονομολόγοι του κυρίαρχου ρεύματος, όπως ο Joseph Stiglitz, ή πολιτικοί όπως ο Μπέρνι Σάντερς ή η Ελίζαμπεθ Γουόρρεν, προωθούν αυτή τη λύση. Και όμως, η ρύθμιση ενός εγγενώς ασταθούς και κερδοσκοπικού χρηματοοικονομικού τομέα απλά δεν δουλεύει.

Η ιστορία της ρύθμισης είναι μια ιστορία άγνοιας, υπεκφυγής και ψεμμάτων. Ας πάρουμε την SVB: οι ρυθμιστές απέτυχαν να εντοπίσουν τον κίνδυνο λόγω των επιτοκίων που έπαιρνε η διοίκηση της SVB αγοράζοντας τόσα πολλά ομόλογα, παρά τις προειδοποιήσεις από διάφορες πηγές. Τραπεζικά σκάνδαλα, που διέφυγαν από τους ρυθμιστές, ήρθαν, ξανά και ξανά, στην επιφάνεια.

Αντί της ρύθμισης, αυτό που χρειάζεται είναι να περάσουν οι βασικοί τραπεζικοί και χρηματοοικονομικοί θεσμοί σε δημόσια ιδιοκτησία, να λειτουργούν δημοκρατικά και να επιβλέπονται από τους εργάτες σε αυτούς τους θεσμούς και την ευρύτερη οικονομία9. Πρέπει να κλείσουμε κερδοσκοπικές τράπεζες επενδύσεων όπως η Goldman Sachs ή επενδυτικά μεγαθήρια όπως η BlackRock. Πρέπει να δώσουμε ένα τέλος στους τερατώδεις και γελοίους μισθούς και τα μπόνους των διευθυντικών στελεχών των τραπεζών και των χρηματιστών στις τραπεζικές επενδύσεις.

Η τραπεζική θα πρέπει να είναι μια δημόσια υπηρεσία όπως η εκπαίδευση ή η συλλογή των σκουπιδιών, όχι ένα κέντρο για στοιχηματισμό στο χρηματοοικονομικό καζίνο με τα λεφτά μας. Ναι, κάποιοι λένε, ακόμα και αν οι κρατικές τράπεζες απλά έπαιρναν τις καταθέσεις και της δάνειζαν, στη συνέχεια, σε επιχειρήσεις για να επενδύσουν και στα νοικοκυριά για να κάνουν ακριβές αγορές, και πάλι θα μπορούσε να προκύψει μαζική απόσυρση από τους καταθέτες.

Ναι, ίσως. Αλλά αυτό είναι εξαιρετικά απίθανο αν οι καταθέτες ξέρουν ότι τα χρήματά τους είναι ασφαλή επειδή το κράτος είναι πίσω από την τράπεζα και οι τράπεζες δεν κερδοσκοπούν πλέον, και λειτουργούν δημοκρατικά και με διαφάνεια. Αν τα επιτόκια ανέβουν και αυτό οδηγήσει στο να υποστούν οι κρατικές τράπεζες ζημιές στις συμμετοχές τους σε κρατικά ομόλογα, αυτές οι απώλειες θα μοιράζονταν ισότιμα σε ολόκληρη την κοινωνία και όχι στους εργαζόμενους για να σώσουν τους πλούσιους καταθέτες και τις εταιρείες σε βάρος όλων εμάς των υπολοίπων. Αλλά η δημόσια ιδιοκτησία του τραπεζικού συστήματος είναι ταμπού μεταξύ όλων των ειδών απόψεων, ακόμα και των σοσιαλιστών.

Ποια είναι η πιθανή τροχιά του παγκόσμιου καπιταλισμού;

Οι πρώτες δυο δεκαετίες αυτού του αιώνα έχουν δείξει ότι ο καπιταλισμός έχει περάσει την ημερομηνία λήξης του. Η οικονομική ανάπτυξη έχει επιβραδυνθεί στον ρυθμό σταγόνας· οι οικονομίες έχουν υποστεί δύο μείζονες καταρρεύσεις (2008-9 και 2020), συμπεριλαμβανομένου του μεγαλύτερου χρηματοοικονομικού κραχ στην ιστορία. Οι επενδύσεις σε τομείς που παράγουν αξία και που θα μπορούσαν να αυξήσουν τα εισοδήματα και να μειώσουν τις ώρες εργασίας, δεν έχουν λάβει χώρα.

Η υπερθέρμανση του πλανήτη και η κλιματική αλλαγή δεν έχουν συγκρατηθεί και οδηγούμαστε σε μια υπαρξιακή καταστροφή. Η φτώχεια στον αποκαλούμενο παγκόσμιο Νότο χειροτερεύει και οι ανισότητες στα εισοδήματα και τον πλούτο ανεβαίνουν παντού. Ο καπιταλισμός είναι καθηλωμένος σε μια μακρά στασιμότητα ή ύφεση.

Αυτό θα ξεπεραστεί μόνο (και τότε μόνο προσωρικά) αν το κεφάλαιο καταστρέψει τις συνθήκες ζωής των εργατών επαρκώς για να αυξήσει την κερδοφορία και να αποκαταστήσει την αύξηση των επενδύσεων. Αλλά οποιαδήποτε προσπάθεια για να γίνει αυτό θα μπορούσε να προκαλέσει ταξική σύγκρουση χωρίς προηγούμενο. Έτσι, οι στρατηγιστές του κεφαλαίου έχουν, αντίθετα, επιλέξει μέχρι τώρα να “σέρνονται” και να μην αντιμετωπίζουν αποφασιστικά, αν και οδυνηρά, την ρευστοποίηση [υποχρεωτική εκκαθάριση των επιχειρήσεων] και την δημιουργική καταστροφή. Αλλά υπάρχουν δυνάμεις εκεί έξω που θέλουν να το κάνουν αυτό όλο και περισσότερο.

2 Ο Ashley Smith είναι σοσιαλιστής συγγραφέας και ακτιβιστής στο Burlington του Vermont. Έχει γράψει σε πολυάριθμες εκδόσεις, συμπεριλαμβανομένων των Truthout, International Socialist Review, Socialist Worker, ZNet, Jacobin, New Politics, Harpers, και πολλές άλλες ακόμα διαδικτυακές και έντυπες εκδόσεις. Αυτή τη στιγμή εργάζεται πάνω σε ένα βιβλίο, για τις εκδόσεις Haymarket, με τίτλο Socialism and Anti-Imperialism.

3 Στμ. Προφανώς για να συγκρατήσουν την αξία των ομολόγων και συνεπώς και το αξιόχρεο των τραπεζών (που στην περίπτωση των SVB κλπ. κατέρρευσε λόγω της υποτίμησης των ομολόγων τους).

4 Στμ. Στο πρωτότυπο: marked-to-market: χονδρικά, με βάση τις τρέχουσες τιμές της αγοράς, αποτίμηση με βάση την τρέχουσα αγοραία αξία.

5 Στμ. Αν και το χρήμα είναι το αφηρημένο εμπόρευμα, ναι;

6 Στμ. Και όχι φυσικά σπιράλ μισθών-τιμών.

7 Στμ. Προφανώς η “ερμηνεία” αυτή δεν είναι απλά “κακή εκτίμηση” αλλά μάλλον η προφανής λύση για το κεφάλαιο που ρίχνει και πάλι το κόστος της κρίσης στο προλεταριάτο. Είναι πιο προσοδοφόρο για το κεφάλαιο να κρατήσει χαμηλά τους μισθούς και να φέρει και πάλι λιτότητα, δηλαδή να μειώσει τη ζήτηση, παρά να αυξήσει την προσφορά, που θα σήμαινε προφανώς επενδύσεις και κόστος για το κεφάλαιο (αύξηση παραγωγής, ενίσχυση των εφοδιαστικών αλυσίδων, αύξηση της εργασίας, και δη της εξειδικευμένης).

8 Στμ. Η οπτική αυτή της κρίσης έχει ενδιαφέρον γιατί, σε σχέση με την αμέσως προηγούμενη παρατήρηση, αναδεικνύει την αντιφατικότητας της κινησης του κεφαλαίου, της κρίσης ως πραγματικού αδιεξόδου, ως πραγματικής αδυναμίας του κεφαλαίου να αντιμετωπίσει τις κρίσεις του παρά τις φαινομενικά “σχεδιασμένες” πολιτικές του. Οπότε μπορεί η αντίδραση να είναι αντανακλαστική και φαινομενικά προς όφελος των καπιταλιστών αλλά τελικά ίσως απλά βαθαίνει τα αδιέξοδά του, όπως συνέβη και με την κρίση του 2008: το κεφαλαίου πλήττει την εργασία και κάνει τα πάντα για να φορτώσει σε αυτήν το κόστος της κρίσης αλλά, τελικά, δρώντας έτσι δεν κάνει κάτι άλλο από το να βαθαίνει τις αντιφάσεις του και να πλήττει και τον εαυτό του αφού είναι διαλεκτικά αναπόδραστα δεμένο με την εργασία.

9 Στμ. Εδώ μπαίνουμε στην παραμυθοχώρα της σοσιαλδημοκρατίας και της αριστεράς, που καταφέρνουν από όλη τη συστημική, με βάση υποτίθεται τις ίδιες τις αναλύσεις τους, κρίση του καπιταλισμού να κρατήσουν τελικά μόνο την “απληστία” και την “κερδοσκοπία” των τραπεζών και τα μεγάλα μπόνους των τραπεζιτών. Τις δομικές αντιφάσεις του κεφαλαίου θα τις καταλαγιάσουν και θα τις επιλύσουν, “μαγικά” λες, ο “εκδημοκρατισμός” του τραπεζικού συστήματος και η “διαφάνεια”! Αίφνης, το πρόβλημα δεν είναι η θεμελιώδης σχέση εκμετάλλευσης της εργασίας από το κεφάλαιο, η διαλεκτική εμπόρευμα-χρήμα-κεφάλαιο που την ενσαρκώνει και κάνει το κεφάλαιο “άπληστο”, δηλαδή διαρκώς επεκτεινόμενο ως κοινωνική σχέση, αλλά απλά η διαχείρισή του, δηλαδή αν την εκμετάλλευση της εργασίας δεν θα την ρυθμίζουν οι καπιταλιστές αλλά οι “δημοκρατικά εκλεγμένοι αντιπρόσωποι”. Έτσι φτάνουμε σε πραγματικά φληναφήματα περί “εκδημοκρατισμούτου κεφαλαίου, με θέσεις όπως η “πανάκεια”: “μια θέση εργασίας, μια ψήφος, μιας μετοχή” των Βαρουφάκηδων. Η πραγματική λύση της αντίφασης κεφάλαιο/εργασία, δηλαδή η κατάργηση της εκμετάλλευσης, του κεφαλαίου και της εργασίας, του κράτους και των εξουσιών κάθε είδους, η αληθινή χειραφέτηση των ανθρώπων, γίνονται “άπιαστος ορίζοντας” και “ουτοπία”, όταν το μόνο αναποτελεσματικό και ανέφικτο είναι πραγματικά το αριστερό άτοπο του “εκδημοκρατισμού” και του “κοινωνικού ελέγχου” της ταξικής πάλης!

Ο Μεγάλος Φόβος του 2020

του Karl Heinz Roth1

το κείμενο σε  pdf

Ο γιατρός και εργατιστής ακτιβιστής Karl-Heinz Roth (γεννημένος το 1942) είναι ίσως περισσότερο γνωστός από το βιβλίο του Die ‘Andere’ Arbeiterbewegung [TοΆλλο” Εργατικό Κίνημα], μια μελέτη για τον περιφρονημένο και πολυεθνικό όχλο2 που αυτοοργανώθηκε εκτός του κλασσικού εργατικού κινήματος3. Έκτοτε ο Roth έχει γράψει μια σειρά επίκαιρων έργων σχετικά με την καπιταλιστική κρίση και την ταξική σύνθεση σε παγκόσμιο επίπεδο. Αυτή η έρευνα είναι το υποβαθρο για το καινούριο του βιβλίο Blinde Passagiere4, που παρουσιάζει μια παγκόσμια ανάλυση για τον Sars-Cov-2 και τα μέτρα που έχουν ληφθεί για την αντιμετώπισή του, συμπεριλαμβανομένης της απίστευτης προσπάθειας να κλειστεί στο σπίτι ο μισός πληθυσμός της ανθρωπότητας5.

Παρακάτω δημοσιεύσουμε την συνέντευξη του Roth στην Lea Gekle, συνέντευξη στην οποία ο Roth παρουσιάζει την ανάλυσή του για αυτά τα μέτρα, καθώς και την κριτική του για την πλατφόρμα Zero Covid, την οποία υπερασπίστηκαν κάποιοι από την γερμανική αριστερά. Σήμερα, που το άγριο λοκντάουν στην Σανγκάη προκαλεί απελπισμένες ταραχές λόγω πείνας, το βιβλίο του Roth είναι μια επίκαιρη παρέμβαση. Ελπίζουμε, όπως προτείνει και ο ίδιος, ότι μπορεί να είναι η αρχή μιας σοβαρής αντιπαράθεσης πάνω στην επιστροφή αυτού που ο Roth και οι σύντροφοί του περιέγραψαν στη δεκαετία του 1970 ως το “κράτος της κρίσης”. Σε αυτό το πνεύμα, σκοπεύουμε να δημοσιεύσουμε σύντομα ένα εκτενέστερο σχόλιο για το βιβλίο του Roth, καθώς και κάποιες σκέψεις σχετικά με την ψυχική δυναμική του “μεγάλου φόβου” από τον Florian Bossert.

LG: Το βιβλίο σας Blinde Passagiere: Die Corona-Krise und ihre Folgen που εκδόθηκε πρόσφατα, εξετάζει την γένεση των πολιτικών λοκντάουν από μια παγκόσμια οπτική. Πώς έφτασε ο κόσμος να πιστεύει ότι τα λοκντάουν ήταν η μοναδική επιλογή ώστε να καταπολεμηθεί αποτελεσματικά η διάδοση της COVID-19;

KHR: Υπήρχαν εναλλακτικές στα λοκντάουν και ήταν εκεί από την αρχή. Το μόνο που χρειαζόταν κανείς ήταν να κοιτάξει από κοντά τα συγκεκριμένα στοιχεία αυτής της πανδημίας, τα οποία έγιναν πολύ γρήγορα γνωστά, και να αντιδράσει σε αυτά.

Πρώτον, η πανδημία ήταν από την αρχή ένα παγκόσμιο γεγονός. Επεκτάθηκε με τρομακτική ταχύτητα, με τρομακτική σφοδρότητα. Και μεταδόθηκε σε αρκετές ηπείρους μέσα σε λίγες μέρες. Αυτό ήταν κάτι εντελώς καινούριο, αλλά έγινε επίσης ξεκάθαρο ήδη από τα προκαταρκτικά στάδια.

Δεύτερον, η πανδημία εξελίχθηκε σε κύματα. Δεν είναι προβλέψιμη, δεν είναι γραμμική. Επομένως, δεν μπορείς να προβλέψεις πώς θα αναπτυχθεί. Και αυτό, με τη σειρά του, οδήγησε στην ανάδυση εντελώς καινούριων διαστάσεων. Για παράδειγμα, δεν μπορεί κάποιος να προβλέψει ακριβώς με μοντέλα πώς θα συνεχιστεί η πανδημία.

Μια τρίτη πολύ σημαντική πλευρά είναι ότι σε σύγκριση με άλλες πανδημίες – όπως το AIDS για παράδειγμα – αυτή είναι μια σχετικά ήπια “βαριά” πανδημία. Αυτό σημαίνει ότι περισσότερα από τα μισά άτομα που μολύνονται παραμένουν ασυμπτωματικά ή αναπτύσσουν τόσο ήπια συμπτώματα που δεν χρειάζεται καν να επισκεφθούν έναν γιατρό. Επομένως, αν ο ιός δεν αναγνωριστεί και δεν πολεμηθεί έγκαιρα, μπορεί να διαδοθεί ανεμπόδιστα.

Ένας άλλος ουσιώδης παράγοντας που καθόρισε αυτή την πανδημία, και εξακολουθεί να την καθορίζει και σήμερα, είναι το γεγονός ότι είναι πρωτίστως όλοι οι ηλικιωμένοι άνθρωποι, ηλικίας άνω των 70 ετών, και οι χρόνια ασθενείς που κινδυνεύουν. Αυτό ήταν επίσης καθαρό από την αρχή.

Και επιπλέον ξέρουμε, φυσικά, και αυτό θα είναι το πέμπτο σημείο, ότι ο ιός αναπτύσσει μεταλλάξεις, οι οποίες διαφέρουν πολύ όσον αφορά τη δυναμική τους. Έχει γίνει όλο και πιο πολύ μολυσματικός αλλά, ταυτόχρονα, ο κίνδυνος να ασθενήσει κανείς σοβαρά μειώνεται όλο και περισσότερο. Όμως, ο ιός είναι επίσης ικανός, όλο και περισσότερο, να παρακάμψει το ανοσοποιητικό σύστημα, μαζί και αυτό των εμβολιασμένων. Όλοι αυτοί οι παράγοντες ήταν ξεκάθαροι σχετικά νωρίς αν κοιτάζατε την διεθνή έρευνα που ξεκίνησε τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο του 2020.

Οι αντιδράσεις ήταν ξεκάθαρα ανεπαρκείς. Πήραν την μορφή γενικών περιορισμών στην κινητικότητα και την επαφή, στοχεύοντας πρωτίστως στο μπλοκάρισμα της διάδοσης του ιού. Αυτή ήταν η λάθος προσέγγιση. Θα ήταν καλλίτερο, και πιο συνεπές με βασικές επιδημιολογικές αρχές, να εντείνουμε πολύ γρήγορα την προσπάθεια ελέγχου των μολύνσεων μέσω βασικής υγιεινής και προληπτικών μέτρων, αλλά δεν υπήρχαν οι πόροι για αυτό. Επιπλέον, θα ήταν καλλίτερο να προστατευθούν αυτοί που κινδύνευαν ιδιαίτερα, δηλαδή οι ηλικιωμένοι και οι σοβαρά ή χρόνια ασθενείς, μέσα από επιπρόσθετα ειδικά μέτρα πρόληψης, όπως για παράδειγμα η εισαγωγή στεγανών θαλάμων [airlocks] και δωματίων απομόνωσης σε οίκους φροντίδας και νοσοκομεία, η εγκατάσταση φίλτρων αέρα και συσκευών αερισμού μαζί με την τακτική απολύμανση των ζωνών όπου υπάρχει επαφή. Όμως, έλειπαν οι πόροι ακόμα και για αυτά τα μέτρα, όχι μόνο σε μονάδες φροντίδας αλλά ακόμα και σε νοσοκομεία. Αυτά τα ιδρύματα ήταν γενικά σε απορρύθμιση και εμπορευματοποιημένα, χωρίς να μπορούν να αποκτήσουν δυνατότητες αποθεμάτων. Έτσι, άτομα που είχαν μολυνθεί και νοσούσαν σοβαρά έμπαιναν στα νοσοκομεία και έρχονταν σε επαφή με άτομα που νοσούσαν σοβαρά από άλλες ασθένειες. Ως αποτέλεσμα υπήρχαν μαζικοί θάνατοι σε νοσοκομεία ή οίκους φροντίδας. Αυτό ήταν που συνέβη κυρίως στις δυο πλευρές του Ατλαντικού. Αυτό θα μπορούσε να έχει αποφευχθεί αν αντί των λοκντάουν είχαν ληφθεί στοχευμένα μέτρα μεγάλης κλίμακας. Μπορώ μόνο να επαναλάβω ότι υπήρχαν αρκετοί ειδικοί σε ολόκληρο τον κόσμο που υποστήριζαν αυτές τις εναλλακτικές προσεγγίσεις ήδη από πολύ νωρίς.

LG: Στο βιβλίο σας ισχυρίζεστε ότι το ξέσπασμα μιας πανδημίας όπως η COVID-19 ήταν και προβλέψιμο αλλά και είχε προβλεφθεί, ότι στην πραγματικότητα είχαν σχεδιαστεί αρκετά πλάνα για ένα τέτοιο αναμενόμενο ενδεχόμενο. Πώς εξηγείτε, λοιπόν, τότε, ότι ο κόσμος αιφνιδιάστηκε από αυτήν;

KHR: Υπάρχουν πολλοί λόγοι για αυτό. Εν πρώτοις, έχει να κάνει με το γεγονός ότι τα σχέδια για μια πανδημία που έχω δει – και έχω εξετάσει έναν μεγάλο αριθμό τέτοιων σχεδίων – όλα υπέθεταν μια χειρότερη περίπτωση. Με άλλα λόγια, υπέθεταν ότι μια πανδημία, όποιος και αν ήταν ο ιός, θα διαδόταν τόσο ραγδαία και θα είχε τόσο βαριές επιπτώσεις που το σύστημα υγείας, το δημόσιο σύστημα υγείας, τα νοσοκομεία κλπ. θα κατέρρεαν μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Αυτό έχει να κάνει με το γεγονός ότι είχαν υπάρξει προηγούμενα: οι SARS 2002 και MERS 2012, που ήταν πολύ πιο επιθετικές. Τα σχέδια λοιπόν ήταν λάθος “ρυθμισμένα” για τέτοια ενδεχόμενα αντί να προετοιμάζουν για μια ηπιότερα βαριά πανδημία, που ήταν αυτό που τελικά είχαμε.

Αυτό ήταν το βασικό λάθος. Τα σχέδια για την αντιμετώπιση της πανδημίας ήταν όλα προσανατολισμένα στην διατήρηση της αναγκαίας πολιτικής και οικονομικής υποδομής αλλά δεν προσέφεραν τίποτα στον τομέα της υγείας. Ήταν μια άτοπη και τρελλή κατάσταση. Από την μια πλευρά, σενάρια για την χειρότερη περίπτωση με εικόνες Αποκάλυψης και, από την άλλη, πλήρης αδράνεια. Δεν είχαν αναπτυχθεί δυνατότητες για ύπαρξη αποθεμάτων. Δεν υπήρχαν αποθέματα για βασικά είδη υγιεινής: προστατευτικός ρουχισμός, απολυμαντικά, μάσκες κλπ. Δεν υπήρχαν εφεδρικές δυνατότητες για να στηθούν ειδικά τμήματα και αυτό δημιούργησε την παράδοξη κατάσταση ότι όλα τα ουσιαστικά μέτρα αντιμετώπισης μάλλον ακολούθησαν τη γενική τάση αντί να προσπαθήσουν να απαντήσουν στην συγκεκριμένη κατάσταση.

Το υπόβαθρο σε αυτό, και αυτό είναι το δεύτερο επίπεδο του προβλήματος, είναι η παγκόσμια απορρύθμιση του συστήματος υγείας. Η υγειονομική φροντίδα έχει “αποσκελετωθεί” σε παγκόσμιο επίπεδο, παραδομένη στην εμπορευματοποίηση, στην ιδιωτικοποίηση. Αναδιαρθρώθηκε τόσο ριζικά που ακόμα και κάτω από κανονικές συνθήκες τα πάντα λειτουργούν οριακά. Δεν υπάρχουν αποθέματα. Το σύστημα υγείας αντιμετωπίστηκε σαν ένα σύστημα παραγωγής και σύμφωνα με στάνταρ “just-in-time”, χωρίς καθόλου εφεδρείες. Το προσωπικό, οι υγειονομικοί, βρέθηκαν ήδη στο όριό τους υπό κανονικές συνθήκες. Αυτό το σύστημα δεν μπορούσε πλέον να ανταπεξέλθει ούτε καν με μια ήπια σοβαρή πανδημία. Υπήρχε λοιπόν ένα βαθύτερο πρόβλημα πίσω από τα σοβαρά λάθη του σχεδιασμού για μια πανδημία.

LG: Επισημαίνετε μια λανθασμένη εκτίμηση που έκαναν οι πολιτικοί στη διάρκεια της κρίσης αλλά, από την άλλη, λέτε επίσης ότι είναι ένα συστημικό πρόβλημα. Στη Γαλλία εκπλαγήκαμε από την ασυνέπεια μεταξύ των υγειονομικών οδηγιών και των εντολών που μεταφέρονταν από την κυβέρνηση. Πιστεύετε ότι αυτό ήταν αποτέλεσμα απλά του πελαγώματος των πολιτικών από μια κατάσταση χωρίς προηγούμενο ή υπήρχαν και άλλοι πιο ανομολόγητοι παράγοντες στην μέση;

KHR: Πιστεύω ότι και οι δυο παράγοντες παίζουν ρόλο. Από την μια πλευρά, οι δομές υπερφορτώθηκαν. Οι προϋποθέσεις για οποιαδήποτε συνεπή δράση ενάντια στην πανδημία εξέλειπαν. Από την άλλη, αυτό το ίδιο το υπερφόρτωμα των δομών συγκαλύφθηκε. Οι άνθρωποι δεν ήθελαν να παραδεχτούν ότι υπήρχε ένα τέτοιο πρόβλημα και για αυτό αντέδρασαν με απελπισία σε άλλα επίπεδα. Ήθελαν να δώσουν την εντύπωση ότι όλα ήταν υπό έλεγχο, ότι οι πολιτικοί ανέλαβαν δράση. Όμως, οι πολιτικοί ήταν, στην πραγματικότητα, σε πλήρη σύγχυση και δεν ήταν σε θέση να αντιδράσουν και να απαντήσουν σε πρωτοβουλίες που έρχονταν από παντού.

Ένας άλλος παράγοντας – και δεν υπάρχει άλλος τρόπος να το πούμε αυτό – είναι η απλή βλακεία των διαφόρων παραγόντων. Αυτό γίνεται καθαρό αν κοιτάξετε με ποιον τρόπο λειτούργησε, για παράδειγμα, το κεντρικό επιδημιολογικό Ινστιτούτο στη Γερμανία, το Ινστιτούτο Robert Koch. Εκεί έγιναν λάθη που οποιοσδήποτε καλά εκπαιδευμένος επιδημιολόγος θα έπρεπε να γνωρίζει πώς να τα αποφύγει (και είμαι και ο ίδιος γιατρός που έχει εμπειρία σε αυτό το πεδίο). Θα μπορούσα να δώσω περισσότερα παραδείγματα αλλά θα περιοριστώ στις στατιστικές. Όλοι επικεντρώθηκαν στις λεγόμενες τάσεις των περιστατικών, με άλλα λόγια στο ποσοστό μόλυνσης. Παρ’ όλα αυτά ο ίδιος ο όρος incidence είναι εντελώς παραπλανητικός, γιατί μπορεί κανείς να ταυτοποιήσει μόνο περιπτώσεις που έχουν υποβληθεί σε τεστ. Οπότε αποτελεί απλά ένα μέτρο ελέγχου του επιπολασμού6 ενώ το πραγματικό ποσοστό [μετάδοσης] είναι εντελώς άγνωστο. Ο πραγματικός αριθμός των ατόμων που έχουν ασθενήσει είναι πολύ μεγαλύτερος, γιατί περισσότεροι από το 50% όσων έχουν την ασθένεια δεν έχουν καθόλου συμπτώματα οπότε δεν τσεκάρονται. Παρ’ όλα αυτά, όλα τα μέτρα στο πεδίο τόσο της θεραπείας όσο και της δημόσιας υγείας επικεντρώνονταν πάντα στην καταπολέμηση των ποσοστών μόλυνσης ως τέτοιων, αντί να επικεντρώνονται σε εκείνες τις τιμές που αφορούν βαριές και θανατηφόρες εξελίξεις της ασθένειας. Οπότε υπάρχει και ένα κάποιο είδος δομικής ανοησίας που εμπλέκεται.

Επιπλέον, στην αντιγραφή των λοκντάουν και των κλεισιμάτων, οι πολιτικοί έτειναν πάντα να αντιγράφουν τα πλέον γενικά και ανακριβή μέτρα, τα πιο πρόχειρα σαν να λέμε. Στην περίπτωση της Κίνας, για παράδειγμα, κανείς δεν πρόσεξε ότι την ίδια στιγμή λάμβανε εκεί χώρα μια μαζική και εξαιρετικά επιτυχημένη επιδημιολογική μάχη. Έτσι, ενέργησαν επιλεκτικά. Θα έλεγα ότι αυτές είναι συστημικές αιτίες που απορρέουν από την μορφή της κοινωνίας που παράγεται από την καπιταλιστική ανάπτυξη της νεοφιλελεύθερης απορρύθμισης. Υπήρξε μια άμεση υπερφορολόγηση του συστήματος υγείας και μια συγκεκριμένη δομική ανοησία αυτών που είχαν τη διαχείριση της κρίσης.

LG: Διαβάζοντας το βιβλίο σας, είχα την εντύπωση ότι είδατε τους πολιτικούς σαν να έχουν υποτιμήσει την έκταση στην οποία ο ανθρώπινος παράγοντας είναι γενικά λογικός. Πώς θα μπορούσατε να το απεικονίσετε αυτό με παραδείγματα ανεξάρτητης και υπεύθυνης δράσης; Αναφέρεστε σε μερικά κράτη που είχαν μια διαφορετική προσέγγιση στα λοκντάουν, δηλαδή λογότερο αυστηρή, και στα οποία οι μηχανισμοί αυτοπροστασίας λειτούργησαν σχετικά καλά, σχεδόν ως ένας αυτοματισμός της ανθρώπινης δράσης.

KHR: Υπήρξε ανθρώπινη αλληλεγγύη και υπήρξε μια ενόραση στην ανάγκη για δράση που αναπτύχθηκε από την ίδια την κοινωνική εμπειρία και τα κοινωνικά πλαίσια των ανθρώπων. Μπορείτε να το δείτε αυτό πολύ καθαρά στις αυθόρμητες αντιδράσεις: εκατομμύρια άνθρωποι αγόρασαν αντισηπτικά και προστατευτικές μάσκες, ανέπτυξαν πρωτόκολλα βασικής υγιεινής, απέφυγαν μη αναγκαίες επαφές σε κλειστούς χώρους – επειδή ο ιός μεταδίδεται βασικά σε κλειστούς χώρους. Η εντύπωσή μου είναι ότι η πλειοψηφία του πληθυσμού παγκοσμίως ήταν εξυπνότερη από τους ηγέτες. Έδρασαν από μια αυθόρμητη αντίδραση αυτοπροστασίας για τους ίδιους και άλλους, και οι ηγέτες δεν ήταν ικανοί να προσαρμόσουν αυτές τις πρωτοβουλίες αυτοπροστασίας επειδή δεν είχαν αποθέματα. Για παράδειγμα, μετά από μερικές μέρες δεν υπήρχαν πλέον προστατευτικές μάσκες επειδή δεν υπήρχαν καθόλου δυνατότητες παραγωγής, στην περιοχή του Βορείου Ατλαντικού, αυτών των βασικών εργαλείων υγιεινής, μιας και δεν έχουν μεγάλο κέρδος για τη βιομηχανία.

Συνεπώς, μπρορεί κανείς να πει όντως ότι μεγάλα τμήματα του παγκόσμιου πληθυσμού έδρασαν πολύ συνετά. Φυσικά, υπήρχαν επίσης μειοψηφίες που είδαν την πανδημία σαν μια πληγή θέλημα του Θεού και απέρριψαν οποιαδήποτε θεραπεία. Και επίσης υπήρξε, φυσικά, όλη αυτή η καμπάνια υποβάθμισης. Σκεφθείτε τον Μπολσονάρο στην Βραζιλία ή τον Τραμπ στις ΗΠΑ, όπου η πανδημία υποτιμήθηκε για κάθε είδους πολιτικούς λόγους, όχι μόνο εξαιτίας ανικανότητας αλλά και εξαιτίας ενός είδους πολιτικής αντίδρασης κατά αυτών των προστατευτικών μηχανισμών. Συνεπώς, πιστεύω ότι μπορούμε να πούμε πως για την πρώτη φάση της πανδημίας υπήρχε η δυνατότητα να δράσουμε, να υποστηρίξουμε αυτά τα συλλογικά μέτρα αυτοπροστασίας, να εκπαιδεύσουμε, να ξεκινήσουμε καμπάνιες πληροφόρησης για τα χαρακτηριστικά του ιού και έτσι να εγκαινιάσουμε μια εκούσια προσέγγιση σχετικά με τον περιορισμό της πανδημίας.

Αυτό είναι που συνέβη σε έναν βαθμό, για παράδειγμα, στην Ιαπωνία. Αναπτύχθηκε επίσης πολύ καλά για ένα διάστημα στη Δανία. Συνέβη, δυστυχώς πολύ αμφιλεγόμενα, στην Σουηδία. Εκεί στηρίχτηκαν σε μια πολιτική πειθούς, αλλά, την ίδια στιγμή, η σουηδική επιτροπή διαχείρισης της κρίσης απέτυχε να προστατέψει συγκεκριμένα τους οίκους νοσηλείας και φροντίδας, ιδιαίτερα στην Στοκχόλμη. Απορρυθμίστηκαν, ιδιωτικοποιήθηκαν, δεν υπήρχε βασική φροντίδα, και αυτός είναι ο λόγος που το ποσοστό θνησιμότητας μεταξύ των ηλικιωμένων στην Σουηδία αυξήθηκε απότομα. Αυτό, στην συνέχεια, χρησιμοποιήθηκε ως αντεπιχείρημα κατά της “συνετής” προσέγγισης.

Υπήρχαν επίσης πολλοί ανταγωνισμοί πολιτικής ισχύος. Μπορεί κανείς να δει, και οι ιστορικοί αργότερα θα το κάνουν, ότι υπήρχαν επίσης πολιτικοί “αστερισμοί” στους οποίους κανείς θα μπορούσε να βασιστεί στον πληθυσμό, στους οποίους οι κυβερνώντες υποστήριξαν τον πληθυσμό ενώ οργάνωσαν, επίσης, γρήγορα στοχευμένα μέτρα προστασίας. Στην Ιαπωνία, για παράδειγμα, οι δυνατότητες παραγωγής προστατευτικού ρουχισμού εντάθηκαν. Οι παραγωγοί ποτών με αλκοόλ υποχρεώθηκαν να διαθέσουν το 80% της παραγώμενης αιθανόλης ως βάση για αντισηπτικά και απολυμαντικά. Επομένως, ακόμα και σε αυτό το επίπεδο δράσης από τις αρχές, υπάρχουν εναλλακτικές που δεν έχουν προσεχθεί ούτε έχουν συζητηθεί καθόλου.

LG: Στο ““Άλλο” Εργατικό Κίνημα”, προείδατε την αυξανόμενη επισφάλεια της εργασίας, που έχει γίνει ένα παγκόσμιο φαινόμενο. Στο καινούριο σας βιβλίο επισημαίνετε ότι το πρόβλημα με τα λοκντάουν δεν είναι απλά ότι θεσπίστηκαν με έναν αυταρχικό τρόπο αλλά, επίσης, ότι κατέστησαν συγκεκριμένες ομάδες ανθρώπων ακόμα πιο επισφαλείς. Ποιοι επηρεάστηκαν περισσότερο αρνητικά από τα λοκντάουν;

KHR: Ήταν κυρίως οι φτωχοί , και μάλιστα σε μια παγκόσμια κλίμακα. Μπορείτε να δείτε ότι από την μια πλευρά έχουν υπάρξει πολύ σοβαρές ανεπιθύμητες εξελίξεις στην υγειονομική πολιτική εξαιτίας των λοκντάουν. Η βασική υγειονομική περίθαλψη για τους χρόνια πάσχοντες, ιδιαίτερα στην περιφέρεια του παγκόσμιου συστήματος, περιορίστηκε πάρα πολύ άγρια. Όλα τα διαθέσιμα αποθέματα, στον βαθμό που υπήρχαν καν, συγκεντρώθηκαν στον αγώνα κατά της πανδημίας και αυτό είχε ως συνέπεια, για παράδειγμα στον παγκόσμιο Νότο, ότι άλλες χρόνιες πανδημίες – η ελονοσία, το AIDS, η φυματίωση κλπ. – επαναενεργοποιήθηκαν. Συνεπώς, οι παρενέργειες στο επίπεδο της υγειονομικής πολιτικής μπορούν ήδη να παρατηρηθούν. Αυτό ισχύει επίσης και για τις πλουσιότερες χώρες, στις οποίες η υγειονομική περίθαλψη για τους φτωχούς, χρόνια πάσχοντες έχει επίσης περιοριστεί εξαιρετικά. Υπάρχουν σήμερα αριθμοί που δείχνουν ότι η λεγόμενη πλεονάζουσα θνησιμότητα στην περίοδο της πανδημίας έχει αυξηθεί πολύ απότομα σε σύγκριση με άλλες, στατιστικά κανονικοποιημένες περιόδους, επίσης εξαιτίας αυτών των παρενεργειών στην υγειονομική πολιτική.

Μετά, υπάρχουν οι κοινωνικές παρενέργειες. Ήταν μια καταστροφή: τα λοκντάουν, τα οποία, με όλες τις διαφοροποιήσεις τους, εισήχθηκαν και εφαρμόστηκαν παγκοσμίως, οδήγησαν σε μαζική ανεργία. Σύμφωνα με στοιχεία από τον Διεθνή Οργανισμό Εργασίας [ILO, International Labour Organisation], γύρω στα 195 εκατομμύρια άνθρωποι σε ολόκληρο τον κόσμο ήταν άνεργοι το 2019. Στο αποκορύφωμα της πανδημίας το 2020, στη διάρκεια του δεύτερου κύματος και κατά τη μετάβαση στο τρίτο, υπήρχαν 485 εκατομμύρια άνεργοι. Το 2021, αυτός ο αριθμός μειώθηκε σημαντικά στα 250 εκατομμύρια, αλλά και πάλι, δεν είχε επιστρέψει στα επίπεδα των μηνών πριν την πανδημία, και ακόμα δεν έχει επιστρέψει.

Αυτό που είναι σοβαρό εδώ είναι ότι, τουλάχιστον στον πλούσιο κόσμο, εγκαινιάστηκαν γιγαντιαία κοινωνικά και οικονομικά προγράμματα για τον μετριασμό των συνεπειών των λοκντάουν. Στις αναπτυγμένες χώρες, δηλαδή στην Άπω Ανατολή και στις δύο πλευρές του Βόρειου Ατλαντικού, τα προγράμματα αυτά σε μεγάλο βαθμό δούλεψαν. Αλλά στις αναπτυσσόμενες χώρες στην περιφέρεια αυτοί οι πόροι δεν υπήρχαν και τα αποτέλεσμα ήταν, για παράδειγμα, ένα σημαντικό κομμάτι του παγκόσμιου εργαζόμενου πληθυσμού να παραμείνει αποκλεισμένο από αυτά τα κοινωνικο-πολιτικά μέτρα αντιμετώπισης, προστασίας και αποζημίωσης, χωρίς να μπορεί να πολεμήσει τις συνέπειες των λοκντάουν.

Οι μεγαλύτεροι χαμένοι ήταν οι φτωχοί εργαζόμενοι στους τομείς της “άτυπης” οικονομίας. Μπορούμε να πούμε ότι οι παγκόσμιες εργασιακές σχέσεις έχουν πολωθεί ακόμα περισσότερο από την φύση της αντίδρασης στην πανδημία και των αντιμέτρων. Από τη μια πλευρά, υπάρχει μια σχετικά σταθερή κατάσταση στα πλούσια τμήματα του παγκόσμιου συστήματος και, από την άλλη, ακραία φτωχοποίηση, για παράδειγμα, στην Λατινική Αμερική, την Μέση Ανατολή, την υποσαχάρια Αφρική και ιδιαίτερα στην Νότια Ασία. Αυτές οι πολώσεις έχουν επηρεάσει τις εργατικές τάξεις παγκοσμίως και έχουν οδηγήσει σε έναν ακόμα μεγαλύτερο κατακερματισμό της εργατικής τάξης. Εξαιτίας της αύξησης των εργαζόμενων από το σπίτι και από απόσταση, υπάρχει ένα αυξανόμενο χάσμα ανάμεσα στα μπλε και τα λευκά κολλάρα των εργαζόμενων. Η εργασιακή φτώχεια έχει αυξηθεί. Ως αποτέλεσμα, οι συνέπειες της πανδημίας έχουν υπάρξει καταστροφικές, ιδιαίτερα για τις εργατικές τάξεις. Αυτές έχουν υποφέρει τα μέγιστα από την πανδημία.

LG: Όμως, παρά το γεγονός ότι οι αρνητικές συνέπειες των αυστηρών λοκντάουν έγιναν πολύ γρήγορα γνωστές για πολύ κόσμο, υπήρξαν επίσης, από κάποια τμήματα της αριστεράς, ισχυρές εκκλήσεις για ακόμα αυστηρότερα λοκντάουν. Ιδιαίτερα για πλήρη λοκντάουν, συμπεριλαμβανομένου του κλεισίματος των εργασιακών χώρων. Τι πιστεύετε σχετικά με αυτή τη θέση;

KHR: Αυτή ήταν η λεγόμενη εκστρατεία “Μεδενικού Covid”. Απ’ όσο γνωρίζω, αυτή προήλθε από τη Μεγάλη Βρετανία, αλλά επίσης και από την Αυστρία και τη Γερμανία. Κατά την άποψή μου, ήταν ανεύθυνη. Οποιοσδήποτε, με μια ακόμα και στοιχειώδη επιδημιολογική παιδεία, ξέρει ότι αυτό το είδος πανδημίας δεν μπορεί να πολεμηθεί με ένα κλείσιμο της οικονομίας, συμπεριλαμβανομένου του κλεισίματος των εργοστασίων (με εξαίρεση αυτά που είναι απαραίτητα για ουσιώδεις βασικές προμήθειες). Δεν μπορείς να κλείσεις τα πάντα για έξι με οχτώ εβδομάδες και μετά να πιστεύεις ότι η πανδημία έχει τελειώσει.

Αυτό ήταν ανεύθυνο, αλλά ήταν επίσης και Ευρωκεντρικό. Εφόσον η προτεινόμενη πολιτική “Μηδενικού Covid” θα έπρεπε να περιοριστεί στην Ευρώπη, αυτό θα σήμαινε ότι η Ευρώπη θα έπρεπε να κλείσει εντελώς τα σύνορά της στη διάρκεια αυτής της περιόδου. Η θέση μου είναι ότι η πανδημία έχει δείξει ότι η κρατικο-καπιταλιστική πτέρυγα της αριστεράς έχει γίνει μεγάλο πρόβλημα για εμάς τους αντιεξουσιαστές αριστεριστές που αγωνιζόμαστε για κοινωνική δικαιοσύνη και κοινωνική ισότητα. Το πρόβλημα είναι η εμμονή τους με το Κράτος. Έχουν αναφερθεί στην Κίνα αλλά έχουν κοιτάξει μόνο την πολιτική κλεισίματος και του “υγειονομικού κλοιού7, που είναι αυταρχικά και δικτατορικά, και δεν έχουν καν παρατηρήσει τα επιδημιολογικά μέτρα που έχουν ληφθεί, όπως για παράδειγμα οι κλινικές επειγόντων που χτίστηκαν μέσα σε λίγες εβδομάδες.

Η πανδημία αποκάλυψε μια ακραία αυταρχική τάση της κρατικο-σοσιαλιστικής αριστεράς. Ως ένας μη δογματικός αριστεριστής, υπέθετα πάντα ότι μετά την πτώση του “πραγματικά υπαρκτού σοσιαλισμού” αυτή η παραδοσιακή πτέρυγα είχε και αυτή μάθει κάτι, πλέον. Δεν έχει, και αυτό το βλέπουμε τώρα σε αυτή την κατάσταση κρίσης. Όλοι βρισκόμασταν σε μια κρίση προσανατολισμού, όλοι έπρεπε να σκεφτούμε προσεκτικά: “Τι συμβαίνει; Τι μπορούμε να κάνουμε; Πώς πρέπει να αναλύσουμε την κατάσταση; Για ποιούς είμαστε εδώ; Για ποιους δρούμε;” Η κρατικο-σοσιαλιστική αριστερά, στον πανικό της, παραδόθηκε στο αυταρχικό κράτος. Μέχρι σήμερα απαιτεί, σε μερικές περιπτώσεις, ακόμα πιο σκληρά μέτρα – αναποτελεσματικά, αποσπασματικά μέτρα, θα λέγαμε – από αυτά που υποστηρίζουν οι επίσημοι, καθιερωμένοι πολιτικοί και οι μάλλον απίθανες ομάδες κρίσης που έχουν. Πρέπει να σας πω ειλικρινά ότι αυτό με έχει σοκάρει πολύ άσχημα.

LG: Αυτή η εμμονή με το κράτος είναι, για σας, ένα φαινόμενο της γερμανικής αριστεράς και ίσως, επίσης, της αγγλικής αριστεράς; Ρωτώ γιατί η αντίδραση της αριστεράς στη Γαλλία και την Ιταλία ήταν κάποιες φορές αρκετά διαφορετική. Στην περίπτωση της Γαλλίας η αντίδραση στο Υγειονομικό Διαβατήριο [Pass Sanitaire] υπήρξε ένα σημείο στο οποίο συγκεκριμένα στοιχεία της αριστεράς, πχ. το αριστερό συνδικάτο SUD, προσπάθησε να κάνει μια κριτική παρέμβαση στο κίνημα. Με άλλα λόγια, επέλεξαν να μην αφήσουν την κριτική των επιστημονικών και ιατρικών θεσμών στους οπαδούς των θεωριών συνωμοσίας, αλλά να κατανοήσουν τον συσχετισμό δύναμης εκεί και να παρέμβουν. Γιατί αυτό είναι τόσο μεγάλο πρόβλημα για την γερμανική αριστερά;

KHR: Είναι πραγματικά, κατά παράξενο, τρόπο πρόβλημα για τη γερμανική καθώς και την αυστριακή αριστερά – ίσως απλά και μόνο για την γερμανόφωνη αριστερά (αν και στην Ελβετία υπήρξαν αντίστοιχες κριτικές σκέψεις όπως στη Γαλλία και την Ιταλία). Είχα επαφή με εκείνους που ξεκίνησαν την καμπάνια Zero Covid στην γερμανόφωνη περιοχή. Εσωτερικά, είχα μια πολύ έντονη αντιπαράθεση μαζί τους. Αρχικά, είχα κάνει λάθος σχετικά με την σοβαρότητα της πανδημίας αλλά διόθρωσα την στάση μου γρήγορα αφότου διάβασα τη διεθνή αρθρογραφία. Προσπάθησα να τους κάνω να καταλάβουν ότι η μεταφορά του μοντέλου του λοκντάουν στην Κίνα στις πολιτικές της Γερμανίας ήταν μια καταστροφή. Οι επαφές έσπασαν πολύ γρήγορα και δεν υπήρχε καμμιά δυνατότητα για οποιοδήποτε διάλογο. Και αυτό ήταν πραγματικό απογοητευτικό γιατί κάποιοι/ες από αυτούς/ες είναι φίλοι από παλιά, παρά τις πολιτικές μας διαφορές. Δεν ήταν εφικτό να ξεκινήσει ένας διάλογος και, από τότε, προσπαθώ να καταλάβω τι έχει συμβεί, γιατί αυτή η πρωτοβουλία υπάρχει ακόμα και έχει μια πολύ ισχυρή επιρροή στα συνδικάτα, ιδιαίτερα σε τμήματα της συνδικαλιστικής αριστεράς.

Σήμερα η μη δογματική αριστερά παραμένει απομονωμένη σε μερικές ομάδες μόνο και αναζητούμε μια εξήγηση για αυτή την απομόνωση γιατί γίνεται όλο και πιο καθαρό ότι είχαμε δίκιο στην κριτική μας, όχι μόνο για την καμπάνια Zero Covid, αλλά φυσικά και για το κίνημα Querdenker8. Ψάχναμε για έναν τρίτο δρόμο, όπως αυτόν που περιγράψατε με το παράδειγμα της Γαλλίας. Τα κοινωνικα κινήματα και οι αγώνες έχουν συνεχιστεί, απαντώντας στην κρίση της πανδημίας και αναζητώντας για τις δικές τους λύσεις. Υπήρχαν και πάντα υπάρχουν επαγγελματίες γιατροί σε αυτά τα κοινωνικά κινήματα, είτε στη Γαλλία, στην Ιταλία ή, τέλος-τέλος, αν και σε μικρό βαθμό, ακόμα και στη χώρα μας και σε όλες τις άλλες. Υπάρχουν, για παράδειγμα, ΜΚΟ ενεργές διεθνώς, όπως η Medico International. Έχουμε έρθει σε επαφή με την Medico International στην Ελβετία, τη Γερμανία κλπ. για να θέσουμε το ζήτημα σε διεθνές επίπεδο. Προσπαθήσαμε τα πάντα, αλλά στην προσπάθεια για έναν διάλογο με την πρωτοβουλία αποτύχαμε πραγματικά. Και μπορώ να σας πω, και αυτό είναι ένα πολύ πικρό συμπέρασμα, δεν μπορούμε παρά να χαιρόμαστε μόνο που αυτοί οι κρατικο-σοσιαλιστές δεν βρίσκονται στην εξουσία.

LG: Με ενδιαφέρει αυτό το τέλος της δυνατότητας διαλόγου την οποία περιγράφετε, σε σχέση με την εμπειρία σας, με τον πρωτοβουλία Zero Covid. Σχηματίζει κανείς την εντύπωση ότι αυτό επηρεάζει το σύνολο του χώρου του δημοσίου λόγου σήμερα, ακόμα και πέρα από την αριστερά, ίσως ακόμα και πέρα από τον Covid. Η συζήτηση διεξάγεται με έναν τόσο εξαγριωμένο τρόπο που είναι εξαιρετικά αδύνατο να σκεφτεί κανείς έστω και ελάχιστα διαφορετικά. Τι εξηγεί αυτόν τον θυμό, αυτή την αδυνατότητα κριτικής αντιπαράθεσης;

KHR: Αυτό είναι ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα. Πρώτα απ’ όλα, θα έλεγα ότι ο αυξανόμενος αυτο-συγχρονισμός των ΜΜΕ, με τον έλεγχο που ασκούν πάνω στις δημοσιοποιημένες απόψεις, εκφράζει μια βαθιά κρίση του συστήματος στο σύνολό του. Είμαστε σε μια κατάσταση αναταραχής στην οποία έχει γίνει φανερό ότι η νεοφιλελεύθερη στρατηγική της απορρύθμισης των τελευταίων δεκαετιών αποτυγχάνει. Οι άρχουσες ελίτ το συνειδητοποιούν αυτό και αντί να εισέρχονται σε έναν διάλογο, οχυρώνονται πίσω από τείχη που χτίζουν.

Για να το κάνουν αυτό, υποστηρίζονται πρώτα απ’ όλα από τα ΜΜΕ. Δεν μπορείτε να φανταστείτε τις καμπάνιες μίσους που έχουν εξαπολυθεί εναντίον κριτικά τοποθετούμενων επιστημόνων, για παράδειγμα, στα πεδία της ιολογίας ή της επιδημιολογίας. Δαιμονοποιήθηκαν και περιθωριοποιήθηκαν. Από την μια πλευρά, η ικανότητα για διάλογο στη δημόσια σφαίρα έχει περιοριστεί εξαιρετικά και, από την άλλη, η ικανότητα για διάλογο στην αριστερά έχει επίσης μειωθεί εξαιρετικά. Σκεφτείτε, για παράδειγμα, το γεγονός ότι το άλλο κομμάτι της αριστεράς, το εναλλακτικό περιβαλλοντικό κίνημα, έχει σε αξιοσημείωτο βαθμό μετακινηθεί προς τα δεξιά προς το Querdenken movement9. Ή το γεγονός ότι σημαντικοί φιλόσοφοι όπως ο Αγκάμπεν φαίνεται να έχουν χάσει, θα λέγαμε, τον προσανατολισμό τους.

Συνεπώς, είμαστε σε μια βαθιά κρίση αλλά νομίζω ότι η πανδημία έχει μόνο κάνει φανερό κάτι που βασικά ήταν ήδη στη θέση του δομικά. Νομίζω ότι είναι παρόμοιο με τις οικονομικές συνέπειες. Πριν από την πανδημία η οικονομία ήταν ήδη σε μια φάση ύφεσης και αυτή η κατάσταση κρίσης επιδεινώθηκε στη συνέχεια εξαιρετικά από τα αντίμετρα και τα λοκντάουν. Τα κοινωνικο-πολιτικά αντίμετρα, με τη σειρά τους, έχουν βαθύνει την κρίση μέσω των πληθωριστικών ισολογισμών των κεντρικών τραπεζών και του διευρυνόμενου δημοσίου χρέους. Και από αυτό το σημείο, η κατάσταση κρίσης χειροτερεύει με έναν εξαιρετικά δραματικό τρόπο.

Αν λάβετε επίσης υπόψιν ότι αυτή η πανδημία τελικά δεν εκφράζει παρά το προς τα πού παρασύρεται αυτό το παγκόσμιο σύστημα, τότε αυτή γίνεται πολύ κρίσιμη. Γιατί η πανδημία ήταν εφικτή μόνο και μόνο εξαιτίας της εντατικοποιημένης και επιταχυνόμενης καταστροφής της φύσης, μεταξύ άλλων και μέσω της κλιματικής αλλαγής (για παράδειγμα, μέσω των συνεπειών της στις αλλαγές του πληθυσμού των νυχτερίδων, που είναι οι δεξαμενές των κορωνοϊών) και της βιομηχανικής γεωργίας. Αυτά είναι φαινόμενα που έχουν αναπτυχθεί ραγδαία τις λίγες πρόσφατες δεκαετίες και οι οποίες παρήγαγαν, θα λέγαμε, μια πανδημία που τους “αντιστοιχεί”.

Συνεπώς, κινούμαστε προς μια κατάσταση μαζικής κρίσης. Είναι μια δραματική κατάσταση επειδή δεν υπάρχει μια άθικτη αριστερά και επειδή δεν υπάρχουν καν οποιεσδήποτε συζητήσεις που θα μπορούσαν να γεφυρώσουν τον κατακερματισμό στις αντιλήψεις. Δεν έχουμε κάποια κοινωνική επαναστατική θεωρία με την οποία θα μπορούσαμε να εξηγήσουμε, για παράδειγμα, στο κίνημα Fridays For Future10 με ποιον τρόπο η κρίση της πανδημίας σχετίζεται με τις δικές τους ανησυχίες.

Αυτά είναι ήδη αρκετά εμπόδια, αλλά φυσικά είναι και ένα επιστημονικό πρόβλημα, ένα πρόβλημα γνώσης, μιας και βρισκόμαστε σε μια βαθιά επιστημολογική κρίση. Αυτό το βλέπω, για παράδειγμα, στην επιστήμη της ιστορίας. Δεν υπάρχει πλέον μια συνθετική προσέγγιση ικανή να λειτουργεί σε αρκετά επιστημονικά επίπεδα ταυτόχρονα, να τα συνδέει ώστε να φτάνει σε ένα συμπέρασμα, όπως προσπάθησα, με κάθε σεμνότητα, να κάνω σε αυτό το βιβλίο. Πολλοί δεν καταλαβαίνουν καν μια τέτοια προσέγγιση πλέον. Παρ’ όλα αυτά υπήρξαν μεγάλοι στοχαστές στις δεκαετίες του 1970 και 1980, ο Καστοριάδης και άλλοι, που θεώρησαν την κρίση της επιστήμης ως έναν λαβύρινθο στον οποίο θα πρέπει να πλοηγηθούμε με έναν ευρύ μη δογματικό λόγο· όμως, αυτό το επίπεδο λόγου έχει, με κάποιο τρόπο, εξαφανιστεί. Αν μη τι άλλο, δεν μπορούμε πλέον να προσφύγουμε σε αυτόν για να αναπτύξουμε τη δική μας θέση. Είναι πικρό για μένα να συνειδητοποιώ ότι είμαστε προς το παρόν τελματωμένοι σε ένα πολύ βαθύ, απειλητικό σύνολο εξελίξεων και ότι δεν είμαστε ικανοί να αναπτύξουμε μια αντίπαλη ιδέα ως αριστερά. Σκεφτείτε απλά την περαιτέρω κλιμάκωση του πολέμου στην Ουκρανία. Αν και παραμένω αισιόδοξος ότι θα βρούμε μια διέξοδο από την κρίση, αυτή την αισιοδοξία δεν την μοιράζονται όλοι οι συνάδελφοί μου.

LG: Στην αρχή της κρίσης του κορωνοϊού, είχε κανείς την εντύπωση ότι η αριστερή-φιλελεύθερη θέση ήταν να δει κάποιο δυναμικό σε αυτή την κρίση, με άλλα λόγια το δυναμικό μιας ριζικής αναδιάρθρωσης του συστήματος υγείας, μιας αμφισβήτησης του πώς και πού λαμβάνει χώρα η παραγωγή, και από ποιους. Όμως, αυτά τα ερωτήματα μοιάζουν τώρα να έχουν ξεχαστεί. Τι συνέβη; Πώς είναι δυνατόν αυτά τα θεμελιώδη ερωτήματα που τίθονταν πριν από δυο χρόνια να μην τίθενται πλέον;

KHR: Πιστεύω ότι αυτό έχει πολλές αιτίες. Ίσως επίσης σε ένα επίπεδο, που δεν έχουμε κουβεντιάσει ακόμα, αυτό της κοινωνικής ψυχολογίας. Είμαι ιστορικός και ενδιαφέρομαι για την ψυχοϊστορία και αυτό που είναι γνωστό ως ιστορία των mentalités – αυτή είναι μάλιστα η αγαπημένη μου περιοχή. Είναι ακόλουθος της σχολής των Annales11, που ανέπτυξε αυτή την προσέγγιση: Marc Bloch, Lucienne Febvre, Fernand Braudel, αυτοί είναι τα πρότυπά μου. Αυτός είναι ο λόγος που συγκρίνω τις εκφράσεις πανικού μεταξύ των μεγάλων, καταστροφικών πανδημιών του παρελθόντος και την τωρινή κατάσταση. Το βιβλίο μου ξεκινά με τον Μαύρο Θάνατο και την καταστροφή της γρίππης του 1918-1920. Αν προχωρήσετε σε βάθος εκεί, θα βρείτε αστερισμούς που επανέρχονται με έναν πολύ περίεργο τρόπο.

Είναι καθαρό ότι οι πανδημίες επιφέρουν αλλαγές στην κοινωνική ψυχολογία των ανθρώπων. Είναι έναυσμα μιας μαζικής κατάστασης φόβου, ακόμα και μεταξύ των ειδικών και των επιστημόνων. Δεν θέλω να πω ονόματα, αλλά μερικοί από αυτούς που ξεκίνησαν το κίνημα Zero Covid ήταν σε μια κατάσταση προσωπικού πανικού. Δυο-τρία άτομα από το περιβάλλον τους πέθαναν, είτε άμεσα από Covid ή ίσως κόλλησαν και η αιτία του θανάτου τους ήταν διαφορετική. Οπότε υπήρξε κάτι όπως μια αρχική αντίδραση πανικού που έκανε αυτούς τους ανθρώπους να χάσουν τον ορθολογισμό τους, την ικανότητά τους να προσανατολίσουν τον εαυτό τους κριτικά και να συγκρίνουν καταστάσεις. Πολύ γρήγορα άρχισαν να ψάχνουν για αποδιοπομπαίους τράγους. Πίστευαν φήμες, τις πιο τρελλές και παράλογες φήμες. Και πιστεύω ότι το κίνημα Zero Covid είναι επίσης μια φήμη: μια φήμη για το τι συμβαίνει στην Κίνα που θα πρέπει να αντιγραφεί. Ακριβώς όπως η η φήμη ότι ο Bill Gates εφηύρε την πανδημία για να κερδίσει από την ανάπτυξη ενός εμβολίου.

Σε μια τέτοια κατάσταση μαζικού φόβου, όλες οι φήμες συγκλίνουν και απλουστεύονται, και αυτό πολύ γρήγορα χτίζει μιαν εικόνα φίλου/εχθρού. Με τον Μαύρο Θάνατο ήταν οι Εβραίοι: “Οι Εβραίοι δηλητηρίαζαν τα πηγάδια”. Έτσι οι άνθρωποι ψάχνουν για εξιλαστήρια θύματα αντί να αντιμετωπίζουν την κατάσταση ορθολογικά. Αυτές είναι διαδικασίες που βρίσκονται στο πεδίο του κοινωνιο-ψυχολογικού και που αναπτύσσουν την δική τους δυναμική, η φήμη συμπυκνώνεται και γίνεται όλο και πιο αφηρημένη, και στη συνέχεια αναπτύσσεται σε εικόνες ενός εχθρού, αλλά επίσης και σε εντελώς απλουστευμένες αντιλήψεις που μπλοκάρουν τον κριτικό ορθολογισμό μας. Είναι κάτι σαν μια αβατιστική οπισθοδρόμηση που διαδίδεται πολύ γρήγορα.

Και φυσικά ήταν τόσο αποτελεσματική επειδή η κρίση άλλαξε την καθημερινή μας ζωή τόσο πολύ. Στην αρχή της πανδημίας αποκόπηκα από τα εργαλεία της έρευνάς μου για μήνες. Αυτό με έβαλε σε μια σοβαρή κρίση. Προσπάθησα να την επιλύσω λέγοντας: “Δεν μπορώ να συνεχίσω την έρευνα που έχω σε εξέλιξη, οπότε θα μελετήσω την πανδημία”. Επειδή τώρα μπορεί να το κάνει κανείς πιο γρήγορα μέσω του Διαδικτύου και του PubMed, των μεγάλων διεθνών ιατρικών βιβλιοθηκών. Αλλά αυτή δεν είναι μια πραγματική λύση. Τα πλαίσια της κοινωνικής ζωής έχουν συρρικνωθεί εξαιρετικά. Έχουν περικοπεί σε κάποια λίγα, στα οποία μόνο κάτι όπως η επιβίωση μπορεί να λάβει χώρα.

Μπορώ μόνο να ελπίζω ότι, ξεκινώντας από αυτή την κατάσταση, κάτι μπορεί ίσως να αρχίσει να συμβαίνει ξανά που θα κάνει εφικτό να αναλύσουμε κάπως αυτόν τον μεγάλο φόβο του 2020. Ιδιαίτερα αν αναλύσει κανείς τις αλλαγές στην καθημερινή ζώη, στα γαμήλια έθιμα, στις κηδείες, που έχουν σημάνει βαθείς μετασχηματισμούς. Ή την απομόνωση στις παλιές, την εποχή του απαρτχάιντ, περιοχές για έγχρωμους στην Νότια Αφρική12. Τι πυροδοτήθηκε εκεί; Ελπίζω ότι θα υπάρξει ένα ευρύ πεδίο έρευνας στις ιστορίες των μενταλιτέ στη διάρκεια αυτής της πανδημίας, αν αυτό εξακαλουθεί να έχει νόημα: Ο Μεγάλος Φόβος – La Grande Peur – του 2020.

LG: Ένας αριθμός των υπερασπιστών των λοκντάουν έχεουν ισχυριστεί ότι τα πολύ αυστηρά μέτρα είναι η πιο λογική απάντηση στον φόβο του πληθυσμού για τον ιό. Πραγματικά, φαίνεται ότι η αριστερά του Zero Covid είδε αυτόν τον φόβο ως ένα δυνητικά πρόσφορο έδαφος για τον φασισμό που θα έπρεπε να απαντηθεί από μια μορφή εργαλειακής ορθολογικότητας. Ποιος θα ήταν ένας χειραφετητικός τρόπος αντιμετώπισης αυτού του σίγουρα δικαιολογημένου φόβου;

KHR: Νομίζω ότι πάμε σταδιακά στο σημείο στο οποίο βασικά θα είχα απλά ερωτήματα για σας. Θέτετε το ερώτημα του εργαλειακού λόγου. Ξέρουμε ότι η ορθολογικότητα μπορεί να γίνει μια εξαιρετικά καταστροφική δύναμη και να αποκτήσει βαρβαρικά χαρακτηριστικά. Νομίζω ότι η καμπάνια Zero Covid ήταν μια τέτοια φοβική αντίδραση, στην οποία ο κόσμος πίστευε ότι η σωτηρία είναι κοντά. Υπήρχε κάτι εσχατολογικό γύρω από αυτήν και οι άνθρωποι φαντάζονταν ότι θα μπορούσαμε να τελειώσουμε την πανδημία μέσε σε έξι με οχτώ εβδομάδες.

Πιστεύω ότι αυτό θα πρέπει να το σκεφτούμε μαζί και ίσως η συζήτησή μας θα μπορούσε να γίνει το σημείο αφετηρίας για μια συζήτηση με τους Endnotes και άλλες πρωτοβουλίες ώστε να σκεφτούμε πώς θα μπορούσαμε να επιστρέψουμε σε μια συγκεκριμένη ουτοπία που θα μπορούσε να υπερβεί τη διαλεκτική του διαφωτισμού, που παίρνει τις χειραφετητικές στιγμές του Διαφωτισμού και τις αναπτύσσει περαιτέρω13. Θα πρέπει να χρησιμοποιήσουμε οτιδήποτε έχει συμβεί τις τελευταίες δεκαετίες, συμπεριλαμβανομένης της πάλης ενάντια στις πατριαρχικές δομές, αλλά, την ίδια στιγμή, να την συνδέσουμε με μια καινούρια συγκεκριμένη ουτοπία, μια κοινωνία ελεύθερα σχετιζόμενων ανθρώπων.

Από αυτή την άποψη πιστεύω ότι δεν στερείται εντελώς ενδιαφέροντος να επιστρέψουμε στον πολύ πρώιμο Μαρξ, ο οποίος είδε ακριβώς αυτό. Ο αγώνας ενάντια στην εξαχρείωση, η πάλη για χειραφέτηση, η πάλη για κοινωνική ισότητα κλπ., είναι ένας κινητήρας που προϋποθέτει συγκεκριμένη – στην περίπτωση του Μαρξ, φιλοσοφική, με άλλα λόγια, σήμερα, διανοητική ή γνωσιακή – δράση, και η οποία την ίδια στιγμή έχει κάτι που συνδέει ανθρώπους, κάτι που συνδέει κοινωνίες, κάτι που φέρνει την ανθρωπότητα σε ένα νέο επίπδο κοινωνικότητας. Αυτό είναι καθήκον μας και αυτός είναι ο λόγος που πιστεύω ότι πρέπει να ξεκινήσουμε ήδη από την αρχή από αυτό το σημείο, να αφήσουμε οτιδήποτε πίσω μας, να βάλουμε στην άκρη αυτά που ο κρατικός σοσιαλισμός έκανε εδώ συντρίμμια. Νομίζω ότι έχουμε εδώ – εσείς έχετε, είστε πολύ νεώτεροι από εμένα – ένα τεράστιο καθήκον μπροστά μας, που συνδυάζει την επιστημονική κριτική με μια χειραφετητική κοινωνική ψυχολογία και ένα νέο, αξιόπιστο σοσιαλιστικό πρόγραμμα, με παγκόσμιο προσανατολισμό, κάτι που ξεπερνά τα φράγματα της εθνο-κρατικότητας. Είναι ένα γιγαντιαίο καθήκον, αλλά ας μην χάνουμε τις ελπίδες μας. Συνεχίστε, λέει ο Μαρκούζε.

Συνέντευξη που δόθηκε στην Lea Gekle στις 10 Μαρτίου 2022

1 Στμ. Μεταφρασμένο από εδώ: https://endnotes.org.uk/other_texts/en/karl-heinz-roth-the-great-fear-of-2020.

2 Στμ. Στο πρωτότυπο: riff-raff.

3 Karl Heinz Roth, Die ‘andere’ Arbeiterbewegung und die Entwicklung der kapitalistichen Repression bis zur Gegenwart [The “Other” Workers’ Movement and the Development of Capitalist Repression from 1880 to the Present]. Schriften zum Klassenkampf Nr. 39, 1973.

4 Στμ. Blinde Passagiere: Die Corona-Krise und ihre Folgen, Λαθρεπιβάτες: Η κρίση του κορωνοϊού και οι συνέπειές της.

6 Στμ. Στην επιδημιολογία ο επιπολασμός είναι η αναλογία εξάπλωσης, διάδοσης μιας ιατρικής κατάστασης σε έναν συγκεκριμένο πληθυσμό (συνήθως μια ασθένεια). Προκύπτει από την διαίρεση του αριθμού των ατόμων που βρέθηκαν να έχουν την κατάσταση προς τον συνολικό αριθμό των ατόμων που μελετήθηκαν. Η λέξη προέρχεται από το αρχαιοελληνικό ρήμα επιπολάζω που, μεταξύ των άλλων, σημαίνει και εξαπλώνομαι.

7 Στμ. Αυτό που στο πρωτότυπο γράφεται ως cordon sanitaire και σε πιο πρόσφατα άρθρα ως “closed loop”.

8 Querdenken ή “εναλλακτική/παράπλευρη σκέψη”, ο αυτοπροσδιορισμός που κατέληξαν να χρησιμοποιούν τα ετερογενή κινήματα ενάντια στα υγειονομικά μέτρα και τον εμβολιασμό στη Γερμανία, συχνά συνδεόμενα με ακροδεξια στοιχεία.

9 Στμ. Querdenken movement: “Εναλλακτικό κίνημα”, (Querdenken στα Γερμανικά σημαίνει “εναλλακτικός” ή “παράπλευρος”), το κίνημα ενάντια στα λοκντάουν που αναπτύχθηκε στη Γερμανία.

10 Στμ. Fridays for Future [“Παρασκευές για το Μέλλον”], γνωστές και ως School Strike for Climate, Youth for Climate, Climate Strike or Youth Strike for Climate, [“Απεργία των Σχολείων για το Κλίμα”], είναι ένα διεθνές κίνημα μαθητών που απέχουν από τα μαθήματα της Παρασκευής για να συμμετάσχουν σε διαδηλώσεις που απαιτούν την δράση των πολιτικών ηγετών για την αποτροπή της κλιματική καταστροφής και τη μετάβαση της βιομηχανίας των ορυκτών καυσίμων σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

11 Στμ. Η σχολή Annales είναι μια ομάδα ιστορικών συνδεδεμένων με ένα είδος ιστοριογραφίας που αναπτύχθηκε από Γάλλους ιστορικούς του 20ου αιώνα με σκοπό να δώσει έμφαση στην μακροπρόθεσμη κοινωνική ιστορία. Ονομάζεται έτσι από την έκδοση Annales d’histoire économique et sociale [Χρονικά οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας]. Η σχολή έχει ασκήσει μεγάλη επίδραση στον καθορισμό της ατζέντας για την ιστοριογραφία στη Γαλλά και αρκετές άλλες χώρες, ιδιαίτερα όσον αφορά τη χρήση κοινωνικών επιστημονικών μεθόδων από ιστορικούς.

12 Στμ. Στο πρωτότυπο: townships.

13 Στμ. Με άλλα λόγια, ένα Aufhebung του Διαφωτισμού!

Μια κρίση που δεν μοιάζει με καμμιά άλλη: κοινωνική αναπαραγωγή και η αναγέννηση της καπιταλιστικής ζωής στη διάρκεια της πανδημίας της COVID-19

Alessandra Mezzadri1,2

το κείμενο σε pdf

Πίσω στη δουλειά!

Καθώς η υγειονομική κρίση της COVID-19 βαθαίνει, φαίνεται όλο και πιο ξεκάθαρα ότι η βραχυπρόθεσμη κατάρρευση στην παγκόσμια παραγωγή είναι πολύ πιθανόν να ξεπεράσει κάθε οικονομική ύφεση των τελευταίων 150 χρόνων – με άλλα λόγια, σε ολόκληρη την ιστορία του καπιταλισμού. Ο Διεθνής Οργανισμός εργασιας [ILO] εκτιμά ότι η κρίση θα οδηγήσει στην καταστροφή 195 εκατομμυρίων θέσεων εργασίας. Για αυτό, μετά την εκτενή συζήτηση της επιδημιολογίας της πανδημίας COVID-19, η προσοχή των ΜΜΕ εστιάζεται τώρα όλο και περισσότερο στην επανεκκίνηση της παγκόσμιας οικονομικής μηχανής. Μπορεί ακόμα να θρηνούμε τους νεκρούς μας αλλά φαίνεται ότι έχει έρθει η ώρα για να συζητήσουμε πώς θα εγγυηθούμε την οικονομική επιβίωση που, υπό τον καπιταλισμό, βασίζεται στην παραγωγή και την εργασία. Εδώ, στο Ηνωμένο Βασίλειο, απ’ όπου και γράφω το παρόν άρθρο, το να “επιστρέψει η Βρετανία πίσω στη δουλειά” γίνεται το καινούριο μάντρα για την κυβέρνηση, έστω και αν ο ίδιος ο επικεφαλής της ακόμα αναρρώνει από τον ιό. Ανάλογοι προβληματισμοί είναι αντικείμενο αντιπαράθεσης σε ολόκληρο τον κόσμο, καθώς η πανδημία έχει ήδη ξεκάθαρα μετατραπεί από μια πλανητική υγειονομική απειλή σε μια πλανητική οικονομική απειλή. Παρ’ όλα αυτά, το να κάνουμε τον πλανήτη να “επιστρέψει στη δουλειά” δεν είναι μια εύκολη επιχείρηση, όταν πρέπει ταυτόχρονα να διατηρείται η κοινωνική αποστασιοποίηση. Ο παγκόσμιος καπιταλισμός στηρίζεται στις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις. Στην πραγματικότητα, η παγκόσμια φάση του έχει στοχεύσει στην εξαφάνιση των κοινωνικών αποστάσεων, όχι απλά ανάμεσα στους εργαζόμενους αλλά επίσης ανάμεσα στις χώρες, τις αγορές, τα εμπορεύματα και τους καταναλωτές. Αλλά προς το παρόν, ο τρόπος που έχουμε συνηθίσει να αναπαράγουμε τη ζωή στον καπιταλισμό κυριολεκτικά θα μας σκότωνε, και αυτό δεν αποτελεί “ψιλά γράμματα” στην εξήγηση του αδιεξόδου της κρίσης της COVID-19. Θα έπρεπε να είναι, αντίθετα, το σημείο αφετηρίας για την ανάλυσή της. Στο τέλος-τέλος, πριν μετατραπεί σε μια κρίση της παραγωγής, η τρέχουσα πανδημία είχε δημιουργήσει μια συστημική κρίση κοινωνικής αναπαραγωγής. Όπως έχει επιχειρηματολογήσει η Tithi Bhattacharya, η πανδημία έχει δείξει την κεντρικότητα των δραστηριοτήτων της δημιουργίας της ζωής για τη λειτουργία του καπιταλισμού. Επιπλέον, έχει επίσης δείξει την αξία της περίθαλψης, καθώς και τις ακραίες ολοφάνερες “ανισότητες στην περίθαλψη” που βιώνουν διαφορετικές κοινότητες και άτομα σε ολόκληρο τον κόσμο. Από κάθε άποψη, αυτή είναι μια κρίση αναπαραγωγής χωρίς προηγούμενο.

Η πανδημία ως μια κρίση της κοινωνικής αναπαραγωγής

Η θεωρητικός του φεμινισμού Nancy Fraser έχει παρατηρήσει πώς ο καπιταλισμός, στις διαφορετικές του φάσεις, έχει πάντα διατηρηθεί από διακριτά καθεστώτα κοινωνικής αναπαραγωγής· με άλλα λόγια, από ένα σύνολο αναπαραγωγικών κοινωνικών σχέσεων και θεσμών ικανών να αναγεννούν την καπιταλιστική ζωή στις ποικίλες ιστορικές στιγμές του. Για παράδειγμα, σε μεγάλο μέρος του δυτικού κόσμου, η νεοφιλελεύθερη παγκόσμια φάση [του καπιταλισμού] έχει δει την ανάδυση ενός εμπορευματοποιημένου, βασισμένου στην αγορά καθεστώτος κοινωνικής αναπαραγωγής – παρ’ όλο που, όπως δείχνει ξεκάθαρα η πανδημία, η απειλή για τη ζωή που αυτή [η πανδημία] θέτει πραγματικά αλλάζει σημαντικά ανάλογα με το πραγματικό σύστημα υγείας που υπάρχει σε κάθε περίπτωση, με μεγάλες διαφορές ανάμεσα, για παράδειγμα, στο ιδιωτικοποιημένο σύστημα υγείας στις ΗΠΑ και τα βασισμένα στην δημόσια παροχή συστήματα στις Ευρωπαϊκές χώρες όπως η Ιταλία, η Γερμανία ή η Γαλλία. Η άνοδος και εμπέδωση του νεοφιλελεύθερου καθεστώτος αναπαραγωγής έχει υπάρξει καθοριστική όχι μόνο για την ανάπτυξη του φιλελεύθερου παραγωγικού μοντέλου – με την μαζική είσοδο, για παράδειγμα, των γυναικών στις αγορές εργασίας – αλλά μάλλον έχει υπάρξει συν-συγκροτητικός παράγοντας για αυτό. Συνεπάγεται από αυτό, ότι η παρούσα κρίση δεν είναι “απλά” μια κρίση παραγωγής· είναι μια πολύ βαθύτερη κρίση κοινωνικής αναπαραγωγής. Όμως, η παρούσα κρίση είναι και μια ασυνήθιστη κρίση, καθώς για να προστατέψουμε τη ζωή βασικά χρειάζεται να υπονομεύσουμε την ίδια την οικονομική της βάση, χωρίς να φαίνεται προς το παρόν κάποια εναλλακτική στον ορίζοντα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο εκκλήσεις στον κόσμο να “επιστρέψει στη δουλειά” αποτυγχάνουν να ξεκαθαρίσουν πώς ακριβώς θα συμβεί αυτό. Αυτή η κρίση είναι μοναδική για τρεις τουλάχιστον παράγοντες: δηλαδή, την αδυναμία εκμετάλλευσης, την ταύτιση πληρωμένης εργασίας και αναπαραγωγικού χρόνου και την πραγματικότητα και την πολιτική του θανάτου σε μεγάλη κλίμακα.

Μη εκμεταλλευσιμότητα

Πρώτον, η παρούσα κρίση αποκλείει την δυνατότητα για καπιταλιστική εκμετάλλευση σε μια μεγάλη κλίμακα. Το διαβόητο μότο ότι στον καπιταλισμό, “είναι καλλίτερο να σε εκμεταλλεύονται από το να μην σε εκμεταλλεύονται” δεν είχε ποτέ περισσότερο νόημα από τώρα. Όταν η πλειοψηφία του κόσμου στον πλανήτη εξασφαλίζει τα προς το ζειν πουλώντας την εργατική της δύναμη, η αδυναμία να γίνεται αυτό απειλεί τη ζωή την ίδια, ακόμα και επιβίωση από την COVID-19. Εποπλέον, και αυτό είναι κρίσιμο, στη διάρκεια των προηγούμενων κρίσεων, το κεφάλαιο κατάφερνε να κοινωνικοποιήσει τις οικονομικές απώλειες φορτώνοντάς τες στους εργάτες, το κράτος ή και τα δύο. Αυτό είναι που συνέβη στη διάρκεια της κρίσης του 2008, όταν οι δυτικές τράπεζες διασώθηκαν ντε φάκτο από τις εθνικές κυβερνήσεις, ενώ οι εργάτες – σε ολόκληρο τον Παγκόσμιο Βορρά και τον Παγκόσμιο Νότο – αφέθηκαν να σηκώσουν το τεράστιο βάρος της οικονομικής πτώσης· οι πιο τυχεροί πληρώνοντας μεγαλύτερους φόρους με μικρότερους πραγματικούς μισθούς και αντιμετωπίζοντας βαθιές περικοπές στις δημόσια παρεχόμενες υπηρεσίες και οι λιγότερο τυχεροί χάνοντας εντελώς τις δουλειές τους και πιθανόν τα (υποθηκευμένα με υψηλού κινδύνου στεγαστικά δάνεια) σπίτια τους. Στην παρούσα κρίση, το κεφάλαιο δεν μπορεί ακόμα να μετατρέψει την κρίση του σε μια κρίση της εργασίας. Χιλιάδες εργοστάσια έχουν κλείσει εντελώς και η παραγωγή των περισσότερων μη βασικών προϊόντων και υπηρεσιών έχει σταματήσει σε πολλές χώρες. Τόσο οι εργοδότες όσο και οι εργάτες χρειάστηκε να αποσυρθούν ταυτόχρονα από την αγορά και να επιστρέψουν κυριολεκτικά στα σπίτια τους. Δεν είχαμε ποτέ πριν στην ιστορία του καπιταλισμού μια κρίση στην οποία δεν είχαν αρχικά καταστραφεί, είτε φυσικά είτε οικονομικά, πόροι – για παράδειγμα, δεν υπήρξε πόλεμος, ούτε αρχική κατάρρευση των χρηματαγορών, αν και προφανώς οι αγορές αντιδρούν τώρα – και παρ’ όλα αυτά η οικονομική κατάρρευση έχει γίνει αισθητή ως εξαιρετικά συνολική. Αυτό είναι που συμβαίνει όταν αφαιρείς την εκμετάλλευση από ένα παγκόσμιο σύστημα που τροφοδοτείται από αυτήν για να επιβιώσει. Η πανδημία έχει αδιαμφισβήτητα δείξει την κεντρικότητα την ανθρώπινης εργασίας στην παραγωγή όλης της αξίας. Όπως έχει ισχυριστεί η Σύλβια Φεντέριτσι, το ανθρώπινο σώμα και η εργατική δύναμη, που αυτό εμπεριέχει, είναι η μεγαλύτερη μηχανή που έχει ποτέ “εφευρεθεί” από τον καπιταλισμό.

Κατά ειρωνικό τρόπο, στην ανικανότητά του να εκμεταλλευτεί, και να ξεπεράσει την τρέχουσα κρίση αναπαραγωγής του, το κεφάλαιο μετατρέπει την ίδια την κοινωνική αναπαραγωγή σε ένα καινούριο εμπόρευμα και πολιτικό προωθημένο μέτωπο, για να βρει καινούριες πηγές κέρδους και εκλογικής συναίνεσης. Έτσι, στο ΗΒ, η παραγωγή των εξαιρετικά απαραίτητων αναπνευστήρων μοιάζει να καθυστερεί από τις προσπάθειες της κυβέρνησης να επιλέξει και να διαλέξει τους κατασκευαστές στους οποίους θα παραχωρούσε τα σχετικά συμβόλαια προμηθειών. Στις ΗΠΑ, η προώθηση από τον Τραμπ της υδροξυχλωροκίνης ως μιας αποτελεσματικής θεραπείας για την COVID-19 – παρά τις ισχνές επιστημονικές ενδείξεις – έχει σαν στόχο τον γρήγορο καθησυχασμό του κοινού ώστε ανοίξει και πάλι η οικονομία. Αυτό που είναι κρίσιμο είναι ότι αυτό το οικονομικό και πολιτικό παιχνίδι παίζεται ενάντια στις διασωστικές προσπάθειες από τους αναπαραγωγικούς εργάτες· ιδιαίτερα από τους εργαζόμενους υγειονομικούς που σε ολόκληρο τον κόσμο, στο ΗΒ, τις ΗΠΑ, την Ιταλία, το Ιράν, την Ινδία και αλλού στερούνται εξαιρετικά απαραίτητου προστατευτικού εξοπλισμού.

Εξίσωση πληρωμένης εργασίας και χρόνου αναπαραγωγής

Ο δεύτερος παράγοντας που καθιστά αυτή την κρίση μοναδική είναι η επιβαλλόμενη εξίσωση της πληρωμένης εργασίας και του χρόνου αναπαραγωγής. Ουσιαστικά, αυτό είναι ήδη ένα γνώρισμα της άτυπης απασχόλησης σε μεγάλα τμήματα του Παγκόσμιου Νότου, όπου τα σπίτια των ανθρώπων συχνά φιλοξενούν μια τεράστια ποικιλία οικονομικών δραστηριοτήτων που προορίζονται για τις εσωτερικές ή ακόμα και τις διεθνείς αγορές. Όμως, οι τρόποι με τους οποίους αυτή η εξίσωση έχει επιταχυνθεί και κλιμακωθεί για ένα πολύ μεγάλο ποσοστό του παγκόσμιου πληθυσμού με τους εγκλεισμούς υπό την COVID-19, είναι χωρίς προηγούμενο3. Οι επιβαλλόμενοι εγκλεισμοί [λοκντάουν] έχουν εκθέσει ακόμα περισσότερο τις εξαιρετικά έντονες κοινωνικο-οικονομικές ανισότητες του καπιταλιστικού κόσμου στον οποίο ζούμε. Στην πραγματικότητα, καθώς λένε σε όλους μας, ξανά και ξανά, να μείνουμε στο σπίτι, η πρώτη περισσότερο εμφανής ανισότητα που αναδύεται είναι αυτή που πλήττει εκείνους που δεν έχουν ένα σπίτι, ούτε καν σε μια εύλογη απόσταση. Δραματικές εικόνες Αμερικανών αστέγων στο Λας Βέγκας διαχωρισμένων χωρικά σε πάρκινγκ ή εκατομμυρίων μεταναστών εργατών στην Ινδία να περπατάνε πίσω στα χωριά τους, εξαιτίας της διακοπής των δημόσιων συγκοινωνιών και της έξωσης από τους βιομηχανικούς οικισμούς, δείχνουν ότι το μήνυμα “μείνετε σπίτι” δεν παράγει καθόλου οικουμενικά αποτελέσματα. Και ακόμα και εκείνοι που είναι υποτίθεται αρκετά τυχεροί να έχουν ένα σπίτι, στο οποίο να καταφύγουν, πιθανόν να αντιμετωπίζουν σημαντικά διαφορετικές προκλήσεις. Ενώ τα δυτικά ΜΜΕ υπερτονίζουν τις προσπάθειες της μεσαίας τάξης να τα βγάλει πέρα με τον συνδυασμό της πληρωμένης εργασίας με την κατ’ οίκον εκπαίδευση των παιδιών – προσωπικά ως μια προνομιούχος ακαδημαϊκός ταιριάζω σε αυτήν την περίπτωση – πολλοί έχουν ήδη στην πραγματικότητα χάσει τη δουλειά τους. Άλλοι μπορεί να έχουν κολλήσει σε επικίνδυνα οικογενειακά περιβάλλονταποσοστά οικογενειακής βίας έχουν εκτιναχτεί στη διάρκεια της πανδημίας – ή απλά σε αφιλόξενα μικρά σπίτια όπου η πραγματική πρόκληση είναι μάλλον η επιβίωση και όχι ο συνδυασμός πληρωμένης εργασίας και των δουλειών του σπιτιού. Δεν αποτελεί έκπληξη ότι οι εμπειρίες του lockdown είναι εξαιρετικά ταξικές, φυλετικοποιημένες και εμφυλοποιημένες και αποτελούν μαρτυρία για το ότι δεν είμαστε όλοι/ες μαζί σε όλο αυτό. Δεν είμαστε καν έτσι υπό τον καπιταλισμό. Το ίδιο το lockdown είναι εφικτό μόνο και μόνο επειδή είναι στηρίζεται στον αποκλεισμό· περιορισμένοι μέσα στο σπίτι, αλλά χωρίς καθόλου σχεδόν να καλλιεργούμε το φαγητό μας ή να μπορούμε να καλύψουμε οι ίδιοι τις ανάγκες μας, μπορούμε να συντηρηθούμε μόνο χάρις στις αποθήκες, τους ταχυμεταφορείς και τους διανομείς και τους εργάτες των αλυσίδων εστίασης. Πολλοί από αυτούς τους εργάτες δεν βγάζουν ούτε καν τον βασικό μισθό, παρ’ όλ αυτά εξασφαλίζουν την αναπαραγωγή μας στη διάρκεια των lockdown.

Η τραγωδία και η πολιτική του θανάτου σε μεγάλη κλίμακα

Ο τρίτος, ίσως ο πιο καθοριστικός και τρομερός δείκτης του πώς διαφέρει αυτή η κρίση από οτιδήποτε έχουμε δει πριν, είναι ο θάνατος, τα ποσοστά του και η πολιτική του. Αυτή είναι μια μοναδική κρίση κοινωνικής αναπαραγωγής καθώς είναι μια κρίση για την οποία κανείς – κυριολεκτικά – είναι να πεθαίνει. Είναι αλήθεια ότι ο παγκόσμιος καπιταλισμός έχει πάντα επιδείξει περιφρόνηση και αδιαφορία για τη ζωή της εργαζόμενης πλειοψηφίας. Ήταν πολύ συνηθισμένο οι μαύροι σκλάβοι να δουλεύουν μέχρι θανάτου και η ζωή των βιομηχανικών εργατών ήταν σύντομη ενώ ανέπτυσσαν πολλές ασθένειες. Παρ’ όλα αυτά, αυτή είναι η πρώτη πλανητική πανδημία που βιώνουμε στην εποχή του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού – παρά τις πολλές ομοιότητες, η πολύ πιο θανατηφόρα Ισπανική γρίπη του 1918 συνέβη υποτιθέμενα σε έναν πολύ λιγότερο διασυνδεδεμένο και λιγότερο προηγμένο ιατρικά κόσμο – και στην οποία οι απώλειες σε μεγάλη κλίμακα μοιάζουν να πλήττουν οριζόντια όλες τις τάξεις. Θέλω να πω, ο Μπόρις Τζόνσον το κατάλαβε, έτσι; Όμως, τα υψηλά ποσοστά θανάτου δεν έχουν απαλείψει την ασχήμια του ταξικού χάσματος όσον αφορά την πρόσβαση στην περίθαλψη. Ακόμα περισσότερο από ό,τι σε σχέση με την “συνηθισμένη” κατάσταση, η θανατοπολιτική του καπιταλισμού στη διάρκεια της πανδημίας καθορίζει ποιος ζει και ποιος πεθαίνει. Στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, οι μαύροι είναι πολύ πιθανότερο να πεθάνουν από την COVID-19. Είναι φτωχότεροι και πιο ασθενικοί σε σχέση με τον υπόλοιπο πληθυσμό των ΗΠΑ, είναι πιθανότερο να πάσχουν από διαβήτη, υπέρταση ή καρδιοπάθειες – όλα επικίνδυνα υποκείμενα-συμπληρωματικά νοσήματα – και να απορριφθούν από τα νοσοκομεία εξαιτίας της έλλειψης ιδιωτικής ασφάλισης. Η αντιπαράθεση σχετικά με τις προϋπάρχουσες συνθήκες της κατάστασης της υγείας είναι ή ίδια βασισμένη στον αποκλεισμό, στις διακρίσεις εναντίον των ατόμων με ειδικές ανάγκες και στις διακρίσεις με βάση την ηλικία. Από την άλλη, η νεοφιλελεύθερη περίθαλψη ερμηνεύει το δικαίωμα στη ζωή ως την επιβίωση του υγιέστερου/ικανότερου και αυτού που το “αξίζει” περισσότερο. Τα υψηλά ποσοστά θανάτου μεταξύ των πιο ηλικιωμένων παρουσιάστηκαν ως αναπόφευκτα και οφειλόμενα στην προϋπάρχουσα κατάσταση της υγείας, μάλλον, παρά στα αποτελέσματα του ιού. Αλλά ένας πρεσβύτερος πολίτης αν χτυπηθεί από ένα αυτοκίνητο ενώ διασχίζει τον δρόμο δεν πεθαίνει εξαιτίας της μεγάλης ηλικίας, ακόμα και αν περπατά αργά. Το ζήτημα είναι ότι η έλλειψη σωτήριων για τη ζωή αναπνευστήρων και κλινών στα νοσοκομεία σε πολλές χώρες έχουν παραγάγει έναν αριθμό Χομπσιανών πολιτικών4. Στο ΗΒ, μερικές πρακτικές των γενικών παθολόγων έχουν φτάσει τόσο μακριά ώστε να προτείνουν ανοιχτά εντολές μη ανάνηψης (DNR, do not resuscitate) για άτομα με αυτισμό σε ηλικία εργασίας ή για άρρωστα παιδιά. Στον διαγκωνισμό για ζωή, homo homini lupus5. Σε ολόκληρο τον κόσμο, αυτή η ανισότητα στην πρόσβαση στην περίθαλψη βρίσκει το ταίρι της σε μια παρόξυνση των ανισοτήτων στο να υπάρχει κανείς. Στον Παγκόσμιο Νότο, οι ενδείξεις υποδηλώνουν ότι είναι η πείνα και οι κακουχίες, και όχι η ίδια η πανδημία, που απειλούν να σκοτώσουν χιλιάδες. Για εκατομμύρια Ινδούς εργάτες που δουλεύουν στην παράτυπη οικονομία το να βγάζουν τα προς το ζην μέσα στην πανδημία θα είναι σχεδόν αδύνατο. Η πανδημία ενισχύει επίσης εκ νέου τις διακρίσεις με βάση τις κάστες και πολλά νοικοκυριά των Dalit έχουν δεχτεί επιθέσεις6 επειδή υποτίθεται δεν ακολουθούν τις κυβερνητικές εντολές σχετικά με τους κανόνες του lockdown. Στην Κένυα, το κλείσιμο των άτυπων αγορών μπορεί να έχει σαν αποτέλεσμα φτώχεια σε μεγάλη κλίμακα και την απώλεια αποθεμάτων τροφής. Ανησυχία για νοικοκυριά που ζουν από την παράτυπη οικονομία εγείρονται επίσης στην Λατινική Αμερική όπου, κατά ειρωνικό τρόπο, πολύ ουσιαστικές υπηρεσίες στις παραγκουπόλεις αυτή τη στιγμή τις εγγυώνται τοπικοί βαρώνοι ναρκωτικών και εγκληματικές συμμορίες, οι οποίες επίσης επιβάλλουν τοπικά lockdown για να μειώσουν τα ποσοστά θανάτου μεταξύ των φτωχών “τους”.

Ένας Νέος Κόσμος ή ένας νέος εφιάλτης;

Συνολικά, η μη εκμεταλλευσιμότητα, η κατάρρευση του χρόνου πληρωμένης εργασίας ως διακριτού από τον χρόνο αναπαραγωγής, η τραγωδία και οι πολιτικές αποκλεισμού για τον θάνατο σε μεγάλη κλίμακα, έχουν διαμορφώχει μια κρίση αναπαραγωγής χωρίς προηγούμενο στην πρόσφατη καπιταλιστική ιστορία7. Προς το παρόν δεν διαφαίνεται ένα τέλος σε όλο αυτό· πολύ δύσκολα μπορούμε να φανταστούμε το “μεγάλο φινάλε”. Ο Arundhati Roy εξηγεί ότι οι πανδημίες μας αναγκάζουν να σκεφτούμε τον κόσμο εκ νέου· είναι μια “πύλη” ανάμεσα σε έναν παλιό κόσμο και μια επόμενη, νέα εποχή. Θα μάθουμε, θα αλλάξουμε; Θα είναι το επόμενο καθεστώς κοινωνικής αναπαραγωγής που θα υιοθετηθεί από τον καπιταλισμό ποιο συμβατό με την διατήρηση της ζωής ακόμα και σε περιόδους κρίσεων; Κανείς μπορεί να ελπίζει ότι θα είναι έτσι. Όμως, οι τρέχουσες αντιπαραθέσεις σχετικά με τις πιθανές διεξόδους από το lockdown – βασιμένες στην “ανοσία αγέλης” και στην έκδοση υγειονομικών διαβατηρίων – φαίνεται να υποδηλώνουν, προκαλώντας ένα ρίγος, ακόμα πιο επιθετικά προωθημένα μέτωπα εμπορευματοποίησης των αναπαραγωγικών γνωρισμάτων των ατόμων και των κοινωνιών, προκαλώντας πιθανόν καινούριες κοινωνικο-οικονομικές ανισότητες βασισμένες στο “ανοσοκεφάλαιο8.

1 Στμ. Μεταφρασμένο από εδώ: https://developingeconomics.org/2020/04/20/a-crisis-like-no-other-social-reproduction-and-the-regeneration-of-capitalist-life-during-the-covid-19-pandemic. Αναδημοσιευμένο στα Γαλλικά με τον τίτλο: “Μια κρίση κοινωνικής αναπαραγωγής χωρίς προηγούμενο την ώρα της πανδημίας” στο https://agitations.net/2020/05/10/une-crise-de-la-reproduction-sociale-inedite-a-lheure-de-la-pandemie.

2 Η Alessandra Mezzadri είναι φεμινίστρια οικονομολόγος με βάση την Σχολή Ασιατικών και Αφρικανικών Σπουδών (SOAS), στο Λονδίνο, όπου και εργάζεται ως Senior Lecturer στις Αναπτυξιακές Σπουδές. Τα ερευνητικά και διδακτικά ενδιαφέροντά της εστιάζονται στις παγκόσμιες αλυσίδες εμπρευμάτων, την άτυπη/παράτυπη εργασία, τα διεθνή πρότυπα εργασίας και την σύγχρονη δουλεία· φεμινισμούς σε ανάπτυξη και προσεγγίσεις στην κοινωνική αναπαραγωγή· και την πολιτική οικονομία της Ινδίας. Είναι συγγραφέας του The Sweatshop Regime: Labouring Bodies, Exploitation, and Garments ‘Made in India’ (CUP, 2017), και του Marx in the Field (Ανθολογία, πρόκειται να εκδοθεί).

3 Στμ. Ενδιαφέρουσα παρατήρηση. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ουσιαστικά ο βαθύτερος εκμεταλλευτικός χαρακτήρας της τηλε-εργασίας έχει να κάνει με αυτήν ακριβώς τη συνθήκη.

4 Στμ. Στο πρωτότυπο: Hobbesian politics.

5 Στμ. Ο άνθρωπος είναι για τον άνθρωπο λύκος.

6 Στμ. Dalit (από την λέξη dalita που σημαίνει “σπασμένος/διαλυμένος”), επίσης γνωστοί παιότερα και ως “ανέγγιχτοι”, είναι ένα όνομα που αποδίδεται σε αυτούς που ανήκουν στο κατώτερο στρώμα των καστών στην Ινδία.

7 Στμ. Το πέρασμα από τον Covid στον πόλεμο αναδεικνύει την εποφανειακότητα προσεγγίσεων που υποτιμούσαν την ίδια την πανδημία ως κρίση του κεφαλαίου και του κράτους και της ίδιας της κοινωνίας ανάγοντάς την σε “εμπορικό πόλεμο”. Τελικά, η συνεχής επίκληση μιας “διαρκούς πολεμικής προετοιμασίας” καθιστά τις σχετικές αναλύσεις τετριμμένες και κοινότοπες.

8 Στμ. Στο πρωτότυπο: immunocapital.

Πόλεμος και Κρίση

Cavalcanti, Antithesi1,2

το κείμενο σε pdf

 

Οικονομική κρίση: στασιμοπληθωρισμός και αυξανόμενο χρέος

Η “Μεγάλη Ύφεση” που ακολούθησε την χρηματοοικονομική κατάρρευση του 2008 αντιμετωπίστηκε από τις κεντρικές τράπεζες των ΗΠΑ και του Ηνωμένου Βασιλείου (ΗΒ) μέσω της μείωσης των επιτοκίων και την εφαρμογή των λεγόμενων προγραμμάτων “ποσοτικής χαλάρωσης”3. Τεράστια χρηματικά ποσά ενέθηκαν στην αγορά για την υποστήριξη της καπιταλιστικής συσσώρρευσης, έχοντας ως αποτέλεσμα μια αύξηση σε όλες τις μορφές παγκόσμιου χρέους ως ποσοστού του παγκόσμιου ΑΕΠ: αύξηση στο χρέος των κυβερνήσεων, στο χρέος των επιχειρήσεων και στο χρέος των νοικοκυριών4. Την ίδια στιγμή, δεν υπήρξε πραγματική επίλυση του προβλήματος υπερσυσσώρρευσης του κεφαλαίου, καθώς το παγκόσμιο ποσοστό επενδύσεων δεν επέστρεψε στα προ-του-2008 επίπεδα – αντίθετα, τα ποσοστά επενδύσεων σταθερού κεφαλαίου δεν έχουν υπάρξει ποτέ άλλοτε τόσο χαμηλά όσο υπήρξαν την δεκαετία του 2010: στις ΗΠΑ το ετήσιο ποσοστό ήταν γύρω στο 2% και στη ζώνη του ευρώ γύρω στο 1%5,6. Η άρνηση των καπιταλιστών να επενδύσουν στην καπιταλιστική παραγωγή οφείλεται στην χαμηλή κερδοφορία σε σύγκριση με τις κερδοσκοπικές επενδύσεις στα χρηματιστήρια και στις αγορές ακινήτων, τις κύριες μορφές του “εικονικού κεφαλαίου7,8. Τώρα, η χαμηλή κερδοφορία στις επενδύσεις στην παραγωγή είναι με τη σειρά της αποτέλεσμα ενός αριθμού παραγόντων: της αύξησης στο κόστος του σταθερού και μεταβλητού κεφαλαίου εξαιτίας της καταστροφής του φυσικού περιβάλλοντος, της αύξησης στην αξιακή σύνθεση [value composition] του κεφαλαίου εξαιτίας της αυτοματοποίησης της βιομηχανικής παραγωγής, της ανεπαρκούς αύξησης στον βαθμό εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης εξαιτίας των εμποδίων στη μείωση του άμεσου και έμμεσου κοινωνικού μισθού που επιβάλλονται από τις υπάρχουσες κοινωνικές προσδοκίες/αγώνες και από τις ανάγκες αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης και νομιμοποίησης του καπιταλιστικού κράτους9, καθώς και από έναν αριθμό άλλων παραγόντων που δεν μπορούν να αναλυθούν εδώ.

Το ξέσπασμα της πανδημίας SARS-CoV-2 – που είναι η ίδια ένα προϊόν του τρόπου με τον οποίον η καπιταλιστική παραγωγή συνδέεται με τον μη-ανθρώπινο κόσμο, με άλλα λόγια ένα προϊόν της καπιταλιστικής λεηλασίας και απαξίωσης της φύσης – συνέβη, λοιπόν, σε μια περίοδο που ακόμα και οι πιο δυναμικές οικονομίες πάσχιζαν να ξεφύγουν από έναν παρατεταμένο στασιμοπληθωρισμό και εξαιρετικά χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης10. Αντιμέτωποι με το ακόμα άγνωστο, τότε, μέγεθος του κινδύνου που παρουσίαζε ο ιός για την καπιταλιστική κοινωνική αναπαραγωγή, οι μάνατζερ της παγκόσμιας οικονομίας επέλεξαν αρχικά να παγώσουν ένα σημαντικό κομμάτι της οικονομικής δραστηριότητας, συμπεριλαμβανομένων των διεθνών εφοδιαστικών αλυσίδων. Η βαθιά ύφεση που προέκυψε, και η απειλή της κατάρρευσης αντιμετωπίστηκαν και πάλι με την ένεση ακόμα περισσότερου χρήματος στην παγκόσμια οικονομία, πρώτα μέσα από την συνέχιση και επέκταση της ποσοτικής χαλάρωσης εκ μέρους των κεντρικών τραπεζών και, δευτερευόντως, μέσω κρατικών (και, στην περίπτωση της ΕΕ, Ευρωπαϊκών) επιδοτήσεων, πρωτίστως παρεχόμενες προς τις επιχειρήσεις και σε έναν μικρότερο βαθμό στους εργάτες.

Όπως ήταν αναμενόμενο, αυτά τα μέτρα υποστήριξης της οικονομίας δεν μπορούσαν να αντιστρέψουν τα βαθύτερα προβλήματα κερδοφορίας και της διευρημένης αναπαραγωγής του κεφαλαίου σε παγκόσμιο επίπεδο, όπως τα ανάλογα μέτρα δεν ήταν επιτυχημένα στην δεκαετία που ακολούθησε το 200811. Η μορφή που πήρε η κρίση μετά την σύντομη ανάκαμψη το 202112 ήταν η αύξηση στις τιμές των εμπορευματων και του πληθωρισμού με μια τάση οικονομικής τελμάτωσης, δηλαδή το φαινόμενο του στασιμοπληθωρισμού. Ο πληθωρισμός δεν ενέσκυψε εξαιτίας ενός υποτιθέμενου “σπιράλ μισθών-τιμών”13. Αντίθετα, η αύξηση στις τιμές των καταναλωτικών αγαθών φαίνεται να οφείλεται στην αύξηση των προσαυξήσεων/markups από τις καπιταλιστικές επιχειρήσεις με σκοπό να διατηρήσουν την κερδοφορία τους.

 Σχήμα 1. Ο αριστερός χάρτης δείνχει τα πλοία που περιμένουν να “δέσουν” στο λιμάνι της Σανγκάης και το γράφημα στα δεξιά δείχνει, με κόκκινο χρώμα, τον αριθμό των πλοίων που περιμένουν να φορτώσουν/ξεφορτώσουν μετά τον Ιανουάριο του 2022, και την εκθετική του αύξηση στα τέλη Μαρτίου, όταν ένα καινούριο λοκντάουν επιβλήθηκε στην Σανγκάη.

Αυτή η αύξηση σε κόστη και τιμές συνέβη αρχικά εξαιτίας της μη προσαρμογής της παγκόσμιας παραγωγής και διανομής στην οξεία αύξηση των δαπανών σε αγαθά μακράς διαρκείας14 μετά το 2021. Παρ’ όλο που τα αποθέματα σε πρώτες ύλες και στην παράδοση ανέκαμψε γρήγορα στα απαιτούμενα επίπεδα προσφοράς, προβλήματα προσφοράς παρέμειναν τόσο επειδή οι ενέσεις χρήματος από τις κεντρικές τράπεζες και τις κυβερνήσεις δεν διοχετεύονταν επαρκώς σε επενδύσεις στην παραγωγή όσο και εξαιτίας μιας μακρόχρονης τάσης για τη μείωση των υπαρχόντων αποθεμάτων, ώστε να μειωθεί το κόστος του σταθερού κεφαλαίου, κάτι που κατέστησε τις εφοδιαστικές αλυσίδες ευάλωττες σε αναστατώσεις. Επιπρόσθετα, ο φόβος ελλείψεων έχει οδηγήσει σε κερδοσκοπικές πρακτικές απόσυρσης και απόκρυψης πρώτων υλών από την αγορά15. Οι αστρονομικές αυξήσεις στην ενέργεια ακόμα και πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία, έχουν παίξει έναν μείζονα ρόλο στις αυξήσεις των τιμών ενώ η συνεχιζόμενη πολιτική “μηδενικής ανοχής” γα τον Covid στην Κίνα και το λοκντάουν στην Σανγκάη έχουν δημιουργήσει ένα καινούριο τεράστιο “μποτιλιάρισμα” στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα.

Γενικότερα, ο πληθωρισμός είναι η κατάσταση στην οποία το εισόδημα σε χρήμα μεγαλώνει πιο γρήγορα από το πραγματικό εισόδημα, με άλλα λόγια όταν υπάρχει υπερβολικά πολύ χρήμα σε σχέση με τα διαθέσιμα εμπορεύματα. Η ένεση χρημάτων δεν μπορεί να αυξήσει αυτόματα την προσφορά. Η προσφορά μπορεί να αυξηθεί μόνο από επιπρόσθετη παραγωγή16 και συνεπώς δεν εξαρτάται ουσιαστικά από την ποσότητα του χρήματος αλλά από την κερδοφορία του κεφαλαίου17. Το κράτος προσπαθεί μέσα από τη δημιουργία χρήματος από την κεντρική τράπεζα να στηρίξει τις παραγωγικές επενδύσεις18. Όμως, τέτοιες επενδύσεις προϋποθέτουν αναγκαστικά ένα επαρκές ποσοστό κέρδους. Έτσι, αν η ένεση χρήματος δεν οδηγήσει σε μια αύξηση στην παραγωγή μπορεί να οδηγήσει σε μια αύξηση των τιμών των διαθέσιμων εμπορευμάτων.

Αυτό συνέβη το 1923 στη Γερμανία, όταν η κυβέρνηση τύπωσε χρήμα για να αντιμετωπίσει την κρίση χρέους που προκλήθηκε από τις πολεμικές αποζημιώσεις που είχαν καθοριστεί από την Συνθήκη των Βερσαλλιών. Παρ’ όλο που υπήρξε μια κολοσσιαία αύξηση στην ποσότητα χρήματος τα τελευταία 15 χρόνια, δεν υπήρξε καμμιά αύξηση στις τιμές συγκρίσιμη με αυτήν του 1923 μέχρι πέρσι19. Αντίθετα, το “πρόβλημα” ήταν ασθενική ανάπτυξη και αποπληθωρισμός. Πολύ σύντομα, ο λόγος ήταν ο εξής: η αύξηση στην ποσότητα του χρήματος δεν κατευθύνθηκε, όπως έχουμε πει, σε επενδύσεις στην παραγωγή, αλλά προσέφερε ρευστότητα στις επιχειρήσεις και τις τράπεζες για να αποπληρώσουν δάνεια και να αυξήσουν το στοκ των μετοχών τους και των μερισμάτων μέσω επαναγοράς μετοχών. Το χρήμα που τυπώθηκε δεν πήγε στους εργάτες και το διαθέσιμο ονομαστικό εισόδημα των καταναλωτών δεν αυξήθηκε20.

Σε κάποιο βαθμό, ο πληθωρισμός μπορεί να είναι επιθυμητός από το κεφάλαιο σε στιγμές κρίσης, μιας και οι μισθοί συνήθως υστερούν σε σχέση με την αύξηση των τιμών άλλων εμπορευμάτων, στηρίζοντας έτσι την άνοδο της κερδοφορίας των εταιρειών. Συνεπώς, ο πληθωρισμός είναι μια μεταφορά εισοδήματος από τη μεγάλη μάζα του πληθυσμού στις μεγάλες φίρμες21. Όμως, ο καλπάζων πληθωρισμός καταστρέφει την εμπιστοσύνη στο νόμισμα και βλάπτει όσους εισπράττουν προσόδους-ενοίκια και τους αποταμιευτές, δηλαδή ένα μεγάλο κομμάτι της καπιταλιστικής τάξης. Η νομισματική αστάθεια μπορεί να προκαλέσει απόκρυψη αγαθών από την αγορά, ένα ανεξέλεγκτο σπιράλ τιμών και μισθών και, τελικά, την κατάρρευση κάθε οικονομικής δραστηριότητας22. Επιπλέον, ο καλπάζων πληθωρισμός μπορεί επίσης να οδηγήσει στο ξέσπασμα ταξικών αγώνων καθώς οι εργάτες περιμένουν μια αντιστοίχιση μεταξύ των μισθών και των τιμών στη βάση της δεδομένης τιμής της εργατικής δύναμης. Αυτό έχει συμβεί πρόσφατα σε πολλές χώρες σε ολόκληρο τον κόσμο.

Για τους λόγους αυτούς, το κράτος παρεμβαίνει για να ελέγξει τον πληθωρισμό με άμεσες ή έμμεσες μεθόδους. Μια άμεση μέθοδος είναι η επιβολή ελέγχων τιμών στα αγαθά, όπως το πλαφόν που επιβλήθηκε στην Ελλάδα στην χονδρική τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς οι απογειωμένες τιμές του ηλεκτρισμού απειλούν όχι μόνο το εισόδημα της εργατικής τάξης αλλά επίσης και την λειτουργία των καπιταλιστικών επιχειρήσεων γενκά. Η έμμεση μέθοδος είναι η αύξηση των επιτοκίων και η μείωση των κρατικών δαπανών ώστε να προκληθεί μια ύφεση. Τόσο οι πληθωριστικές όσο και οι αποπληθωριστικές πολιτικές προσπαθούν να μετατοπίσουν το κόστος της κρίσης στις πλάτες του προλεταριάτου. Στην τρέχουσα ιστορική περίοδο η επιβολή ελέγχου στις τιμές θεωρείται γενικά μια απαράδεκτη παρέμβαση του κράτους στην αγορά και συμβαίνει μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Συνεπώς, η κύρια μέθοδος που ακολουθείται είναι η αύξηση των επιτοκίων.

Όπως σημειώνει η αναφορά της UNCTAD23, τα προγράμματα τόνωσης της οικονομίας της περιόδου της πανδημίας δίνουν την θέση τους σε νομισματικές και δημοσιονομικές πολιτικές λιτότητας: από τη μια, οι κεντρικές τράπεζες αυξάνουν τα επιτόκια και πουλούν περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν στη διάρκεια της ποσοτικής χαλάρωσης· από την άλλη, οι κυβερνήσεις κινούνται προς τη μείωση των ελλειμάτων μέσω της αύξησης της φορολογίας και περικοπών στις δαπάνες. Τα υψηλά επιτόκια μειώνουν το πραγματικό εισόδημα όσων βαρύνονται από δάνεια με μεταβλητό επιτόκιο και αυξάνουν το κόστος του δανεισμού για τις επιχειρήσεις. Ως αποτέλεσμα, οδηγούν στην μείωση της κατανάλωσης και των επενδύσεων. Τα κράτη κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση καθώς ο πληθωρισμός και η νομισματική αστάθεια έχουν επιδεινωθεί από την αρχή του πολέμου στην Ουκρανία. Το αποτέλεσμα θα είναι μια μείωση στον ρυθμό ανάπτυξης σε παγκόσμιο επίπεδο. Δεδομένων των αυξημένων επιπέδων χρέους εξαιτίας της πανδημίας, είναι βέβαιο ότι θα ξεσπάσουν χρεωκοπίες και θα επιβληθούν προγράμματα λιτότητας σε έναν αριθμό “αναπτυσσόμενων” χωρών. Αυτό έχει ήδη συμβεί στην Σρι Λάνκα και είναι πολύ πιθανό να ακολουθήσουν και άλλες χώρες. Η ίδια η έκθεη των Ηνωμένων Εθνών σημειώνει ότι αυτή η κατάσταση δημιουργεί μια υψηλή πιθανότητα “κοινωνικής αναταραχής και δυσαρέσκειας”, η οποία ήδη εξαπλώνεται. Την ίδια στιγμή, όμως, αυτή είναι και η κλασσική προσέγγιση για την έξοδο από την κρίση: η υποτίμηση και καταστροφή κεφαλαίου μέσα από μια ύφεση.

Πριν επιχειρήσουμε να εξηγήσουμε τους λόγους και τα κίνητρα της εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία καθώς και την επιλογή της ουκρανικής κυβέρνησης να διεξάγει έναν πόλεμο “μέχρις εσχάτων”, είναι αναγκαίο να κινηθούμε από το επίπεδο της παγκόσμιας οικονομίας στο επίπεδο των εθνικών κοινωνικών σχηματισμών και της μεταξύ τους σχέσης.

Η κατάσταση στη Ρωσία

Θα πρέπει αρχικά να σημειωθεί ότι η οικονομική ανάκαμψη της Ρωσίας μετά την περίοδο της μετα-σοβιετικής κατάρρευσης ξεκίνησε το 1999 με την άνοδο του Πούτιν στην εξουσία και τον πόλεμο στην Τσετσενία. Ήταν η ιδεολογία της εθνικής ενότητας σε σχέση με τον πόλεμο που του επέτρεψε να κερδίσει τις εκλογές, με δεδομένο ότι πριν από αυτό του δόθηκε το χρίσμα και η εξουσία στα χέρια από τον Γιέλτσιν, η κυβέρνηση του οποίου βρισκόταν εκείνη τη στιγμή αντιμέτωπη με τεράστια κοινωνική αναταραχή και απεργίες, σε μια κατάσταση όταν, μετά την Ασιατική κρίση, το ρούβλι είχε χάσει τα 4/5 της αξίας του και η άμεση ανταλλαγή προϊόντων, το παζάρι, είχε γίνει κυρίαρχη ως ο τρόπος οικονομικών ανταλλαγών. Η περίοδος ραγδαίας ανάπτυξης της Ρωσίας που ξεκίνησε εκείνη την περίοδο (με έναν ρυθμό ανάπτυξης περίπου 7% ετησίως) έφτασε σε ένα απότομο τέλος το 2008, μόλις έναν χρόνο αφότου το ΑΕΠ και οι πραγματικοί μισθοί είχαν επιστρέψει στα επίπεδα της Σοβιετικής Ένωσης.

Σε έναν μεγάλο βαθμό, η ανάκαμψη της ρωσικής οικονομίας μετά το 1999 βασιζόταν στην άνοδο των τιμών των πρωτογενών εμπορευμάτων (καύσιμα, μέταλλα και αγροτικά προϊόντα) και στην τεράστια υποτίμηση του ρουβλίου, κάτι που έκανε τα εγχώρια βιομηχανικά προϊόντα πολύ πιο ανταγωνιστικά, έχοντας ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη εταιρειών που μπορούσαν να ανταγωνιστούν στην διεθνή αγορά στους τομείς της μεταλλουργίας, της αεροναυπηγικής, της νανοτεχνολογίας, της αυτοκίνησης, της πυρηνικής ενέργειας και, φυσικά των όπλων. Όμως, οι εξαγωγές εξακολουθούν να βασίζονται ακόμα και σήμερα στους υδρογονάνθρακες (σχεδόν το 60% των συνολικών εξαγωγών) και η αμυντική βιομηχανία αντιμετωπίζει προβλήματα υπερπαραγωγής. Το γεγονός ότι οι εξαγωγές της Ρωσίας εξακολουθούν να βασίζονται κυρίως στα πρωτογενή εμπορεύματα (υδρογονάνθρακες, μέταλλα και δημητριακά) καθιστά την οικονομία πιο ευάλωττη σε διακυμάνσεις των τιμών στην παγκόσμια αγορά. Επιπρόσθετα, η πλήρης απελευθέρωση της κίνησης κεφαλαίων που εισήχθη το 2006 έκανε την οικονομία της Ρωσίας ιδιαίτερα ευάλωττη στην χρηματοοικονομική κρίση του 2008, έχοντας ως αποτέλεσμα μια ύφεση της τάξης του 7,8% το 2009.

Διάγραμμα 1. Ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ της Ρωσίας (πηγή: Παγκόσμια Τράπεζα)

Μετά από μια σύντομη ανάκαμψη από το 2010 μέχρι το 2012, η πτώση στις τιμές των πρωτογενών εμπορευμάτων από το 2014 μέχρι το 2020 οδήγησε σε μια καινούρια στασιμότητα της ρωσικής οικονομίας την τελευταία δεκαετία, με χαμηλούς ή ακόμα και αρνητικούς ρυθμούς αύξησης από το 2015 και μετά (δείτε τα Διαγράμματα 1 και 2). Αν εξαιρεθούν οι υδρογονάνθρακες, το σταθερό κεφάλαιο και η βιομηχανική παραγωγή είναι ακόμα κάτω από τα επίπεδα του 199024.

Γράφημα 2. Δείκτης τιμών εμπορευμάτων πρωτογενούς τομέα (Πηγή: ΔΝΤ, Federal Reserve Bank of the United States, St. Louis Branch)

Επομένως, τα προηγούμενα χρόνια, το ρωσικό εθνικό κεφάλαιο και οι πολιτικοί του αντιπρόσωποι ήταν με την “πλάτη στον τοίχο”. Στο εσωτερικό, οικονομική στασιμότητα, μεγάλες ανισότητες και αυξανόμενη δυσανασχέτηση με την διακυβέρνηση Πούτιν, που εκφράζονταν ακόμα και σε μαζικές διαδηλώσεις το 2018 ενάντια στην νεοφιλελεύθερη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος25. Στο εξωτερικό, μια σχετική πτώση της ρωσικής οικονομίας σε σχέση με το καπιταλιστικό κέντρο, απώλεια προνομιούχων αγορών και γεωπολιτικής ισχύος με την προσέγγιση της Ουκρανίας στο Ευρωατλαντικό μπλοκ, μια προσπάθεια αλλαγής της ισορροπίας ισχύος μέσω της στρατιωτικής δύναμης στην Κριμαία και το Ντονμπάς, και η επιβολή οικονομικών κυρώσεων από τη Δύση μετά το 201426.[11]

Η τεράστια αύξηση στις τιμές των πρωτογενών εμπορευμάτων από το 2021 και μετά, πρόσφερε στην Ρωσία οικονομικά πλεονάσματα περίπου 9% του ΑΕΠ το 2021, κάτι που επέτρεψε στην ρωσική κυβέρνηση να χρηματοδοτήσει την εισβολή και να μπορεί να διατηρήσει το νόμισμά της σχετικά σταθερό απέναντι στις νέες οικονομικές κυρώσεις27. Είναι, επομένως, ξεκάθαρο ότι η κυβέρνηση του Πούτιν θεώρησε ότι οι συνθήκες είναι ιδιαίτερα ευνοϊκές για την αντιστροφή της οικονομικής, γεωπολιτικής, πολιτικής και κοινωνικής κρισης στη Ρωσία μέσα από τον πόλεμο.

Από την μια πλευρά, η επιλογή του πολέμου επιχειρεί ακόμα μια φορά να παγιώσει την εθνική ενότητα, να διασφαλίσει την υποταγή και να αντιστρέψει την κοινωνική απονομιμοποίηση ρίχνοντας τις ευθύνες για τις επιδεινούμενες συνθήκες στον “ξένο εχθρό”. “Ο μιλιταρισμός είναι μια μέθοδος αναδιανομής υπέρ του κεφαλαίου. Όχι μόνο μέσω των αυξημένων δαπανών για τις ένοπλες δυνάμεις αλλά ως μιας μεθόδου μείωσης των βιωτικών στάνταρ και των προσδοκιών και, επομένως, μια γιγαντιαίας αύξησης στον βαθμό εκμετάλλευσης”28.

Από την άλλη, η επιλογή του πολέμου λύνει το πρόβλημα υπερπαραγωγής της ρωσικής πολεμικής βιομηχανίας και συνιστά μια προσπάθεια αποκατάστασης της οικονομικής και γεωπολιτικής δύναμης της χώρας με στρατιωτικά μέσα. Η αρπαγή των πλούσιων πόρων της Ουκρανίας (μεταλλεύματα, φυσικό αέριο, δημητριακά, βιομηχανικές εγκαταστάσεις καθώς και φθηνή, εξειδικευμένη εργασία) είναι προφανώς ένας όχι αμελητέος παράγοντας.

Κάτω από συνθήκες βαθιάς καπιταλιστικής κρίσης, κάθε χώρα προσπαθεί να περάσει το κόστος στις άλλες29. Ο μεμονωμένος καπιταλιστής βιώνει την ύφεση ως μια πτώση στην ζήτηση για τα εμπορεύματά του. Το μεμονωμένο έθνος την αισθάνεται ως μια πτώση της παραγωγής προκαλούμενη από μια έλλειψη αγορών, και υπερασπίζεται τον εαυτό του εναντίον του ξένου ανταγωνισμού προσπαθώντας να εξασφαλίσει και να επεκτείνει την δική του αγορά σε βάρος άλλων εθνών. Η ανάγκη του κεφαλαίου για εξωτερική επέκταση, ώστε να αποτρέψει την εσωτερική του συρρίκνωση, παίρνει την μορφή επιθετικού ιμπεριαλισμού και ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού. Εθνικά κεφάλαια ανταγωνίζονται για πρώτες ύλες, προνομιούχες αγορές και “παραρτήματα” για εξαγωγή κεφαλαίων· οι κυβερνήσεις πληρώνουν ένα μεγάλο κόστος για στρατιωτικές επεμβάσεις, άμεσα ή έμμεσα, για αυτόν τον σκοπό. Πληρώνουν το κόστος αυτό με την ελπίδα ότι θα πάρουν πίσω πολλά περισσότερα. Μια τέτοια κίνηση μπορεί να αποτύχει και ολόκληρη η πολεμική προσπάθεια μπορεί να εξυπηρετήσει απλά συγκεκριμένα ιδιαίτερα συμφέροντα (πχ. κατασκευαστές και εμπόρους όπλων). Αν, όμως, η πολεμική προσπάθεια πετύχει αυτά τα, όχι άμεσα παραγωγικά, κόστη αποδεικνύεται ότι γίνονται ένα εργαλείο για την παραγωγή κεφαλαίου. Αντιμέτωπο με τον κίνδυνο της στασιμότητας, το ρωσικό καπιταλιστικό κράτος επιδιώκει να διασφαλίσει την εξωτερική του επέκταση. Οι δαπάνες για ιμπεριαλιστικούς σκοπούς μπορεί να καταλήξουν σε μια επιταχυνόμενη επέκταση του εγχώριου κεφαλαίου30.

Σύμφωνα με τον Volodymyr Ischenko31, μια πιο συγκεκριμένη ερμηνεία των αιτιών της στρατιωτικής εισβολής στην Ουκρανία μπορεί να δοθεί, συμπληρώνοντας τα παραπάνω:

“Πιστεύω ότι ο πόλεμος διεξάγεται για τα συμφέροντα της ρωσικής άρχουσας τάξης συνολικά. Για να το καταλάβουμε αυτό, πρέπει να αναρωτηθούμε: τι είδος άρχουσας τάξης είναι αυτή; Ερευνητές αποκαλούν τα μέλη της ‘πολιτικούς καπιταλιστές’. Η ρωσική άρχουσα τάξη είναι επιχειρηματίες που τα ανταγωνιστικά τους πλεονεκτήματα στην αγορά δεν σχετίζονται με την υψηλή τεχνολογία ή την φτηνή εργασία αλλά με τις πολιτικές θέσεις που καταλαμβάνουν στο κράτος. Ένα παράδειγμα είναι η διαφθορά ή ο άτυπος έλεγχος των πολιτικών ελίτ πάνω στις επιχειρήσεις. Εξ ου και η έγνοια της ρωσικής ελίτ με την προστασία της κυριαρχίας. Άλλωστε, αν βγάζεις λεφτά εκμεταλλευόμενος τις πολιτικές ευκαιρίες που δίνει το κράτος, πρέπει να έχεις μονοπωλιακή εξουσία πάνω σε αυτό. Και η εξουσία αυτή μπορεί να απειληθεί, για παράδειγμα, από το διεθνικό κεφάλαιο ή ομάδες με επιρροή μέσα στη χώρα. Αυτό που λέω είναι εντελώς ευθυγραμμισμένο με την μαρξιστική θεωρία του Βοναπαρτισμού, για την οποία μιλάει και ο Ilya. Γιατί ο Βοναπαρτισμός δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα καθεστώς στο οποίο το κράτος, ανεξάρτητα από οποιεσδήποτε φράξιες του κεφαλαίου, υπερασπίζεται με τη βία τα συμφέροντα της τάξης των μεγάλων καπιταλιστών συνολικά απέναντι στις απειλές από συγκεκριμένους καπιταλιστές ή συγκεκριμένες φράξιες αυτής της τάξης. Με αυτή την έννοια, συγκεκριμένοι καπιταλιστές χάνουν τώρα κέρδη εξαιτίας του πολέμου αλλά, μακροπρόθεσμα, ο πόλεμος εξυπηρετεί τα συμφέροντα της τάξης τους συνολικά.

Επιπλέον, ο πόλεμος μπορεί να στοχεύει στην επίλυση μερικών από τα προβλήματα του ίδιου του Βοναπαρτικού καθεστώτος. Ακριβέστερα, την διατήρησή του, την αναπαραγωγή του. Πώς μπορεί να υπάρξουν εγγυήσεις για την σταθερότητα αυτού του καθεστώτος; Συνήθως, η σταθερότητα αυτή απειλείται όταν ένας ηγεμόνας αντικαθίσταται από έναν άλλον32. Πώς μπορεί να εγγυηθεί κανείς την προσωποποιημένη εξουσία σε μια τέτοια περίοδο [όπως η τρέχουσα]; Ειδικότερα όταν υπάρχουν ταραχές παντού τριγύρω, όπως στη Λευκορωσία ή το Καζακστάν; Τα καθεστώτα αυτών των κρατών έχουν επιβιώσει χάρις στη βοήθεια του Πούτιν. Αλλά αν τέτοιες ταραχές συμβούν στην ίδια τη Ρωσία, ποιος θα μπορούσε να σώσει τον Πούτιν και το καθεστώς του; Ο πόλεμος είναι αναγκαίος για να εγγυηθεί την συνέχεια της εξουσίας έτσι ώστε ο τωρινός ηγεμόνας να μην σκοτωθεί από τους διαδόχους του. Το καθεστώς γίνεται τώρα πιο καταπιεστικό, κινητοποιείται πιο έντονα, είναι πιο ιδεολογικοποιημένο. Ο πόλεμος έχει σαν στόχο να το ενδυναμώσει”.

Σε κάθε περίπτωση, η κυβέρνηση του Πούτιν παίρνει ένα πολύ μεγάλο ρίσκο. Η πιθανότητα στρατιωτικής ήττας και οικονομικής καταστροφής εξαιτίας των άνευ προηγουμένου κυρώσεων θα ήταν απολύτως ολέθρια για το ρωσικό κεφάλαιο και τους πολιτικούς εκπροσώπους του. Η γενικευμένη εξαθλίωση, το βαρύ ανθρώπινο κόστος, που θα χτυπήσει το ρωσικό προλεταριάτο από την συνέχιση του πολέμου σε μια τέτοια περίπτωση, θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην απονομιμοποίηση της κυβέρνησης Πούτιν και σε μια κοινωνική εξέγερση εναντίον του πολέμου και των πολεμοκάπηλων καπιταλιστών, μιας και μπορούν να οδηγούσαν στην διάψευση της υπόσχεσης για “σταθερότητα” από την οποία αντλεί η κυβέρνηση του Πούτιν την νομιμοποίησή της33.

Πέρα από τον κίνδυνο της εσωτερικής αποσταθεροποίησης, η σοφδρή αντίδραση από το ΝΑΤΟ και την Ουκρανία τόσο στο στρατιωτικό επίπεδο, μέσα από την μαζική ανάπτυξη οπλικών συστημάτων υψηλής τεχνολογίας στην Ουκρανία, την ανάπτυξη δεκάδων χιλιάδων στρατιωτών στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και την επαναστρατιωτικοποίηση της Γερμανίας, όσο και στο οικονομικό επίπεδο, με τις άνευ προηγουμένου κυρώσεις που φτάνουν μέχρι το σημείο του παγώματος των αποθεμάτων της κεντρικής τράπεζας της Ρωσίας – ένα μέτρο που στο παρελθόν είχε εφαρμοστεί μόνο εναντίον του Αφγανιστάν με την κατάληψη της εξουσίας από τους Ταλιμπάν – έχουν επαναφέρει στην ατζέντα την πιθανότητα ενός πυρηνικού πολέμου ως μιας πιθανής έκβασης της σύγκρουσης στην Ουκρανία34. Το γεγονός ότι μια τέτοια εξέλιξη είναι εντελώς παράλογη όχι μόνο από την σκοπιά των αναγκών και της ζωής της ανθρωπότητας αλλά, επίσης, και από τη σκοπιά της συνολικής αναπαραγωγής του καπιταλιστικού κόσμου, δεν μπορεί να μας καθησυχάζει. Κανένας καπιταλιστής δεν θέλει τη ζημιά που φέρνει μια ύφεση, και όμως ο δίχως τέλος ανταγωνισμός οδηγεί σε κρίση και ύφεση. Με άλλα λόγια, η “κανονική” συμπεριφορά (εργαλειακά λογική συμπεριφορά) προκαλεί την “ανωμαλία” της κρίσης. Δεν μπορεί κάποιος να είναι λογικός σε έναν παράλογο κόσμο (Mattick). Το ζήτημα δεν διαφέρει στην περίπτωση του πολέμου. Η ασταμάτητη ώθηση για την κατάκτηση και διατήρηση πολιτικής και οικονομικής κυριαρχίας είναι το αποτέλεσμα και το συνολικό άθροισμα της αντικοινωνικής συμπεριφοράς που χαρακτηρίζει την κοινωνική ζωή στον καπιταλισμό35. Η αναγνώριση ότι ο πόλεμος μπορεί να είναι αυτοκτονικός, αναγνώριση που δεν είναι καν ομόφωνη, δεν εξαλείφει την τάση προς έναν καινούριο παγκόσμιο πόλεμο. Αυτοί που παίρνουν πολιτικές αποφάσεις, παίρνοντας απλά τις “σωστές” αποφάσεις που καθορίζονται από τις συγκεκριμένες ανάγκες των χωρών τους και την ασφάλεια των κοινωνικών δομών τους, είναι πιθανόν να καταστρέψουν τόσο τους εαυτούς τους όσο και ένα μεγάλο κομμάτι του κόσμου.

Η κατάσταση στην Ουκρανία

Για να δώσουμε μια ερμηνεία των πολιτικών εξελίξεων στην Ουκρανία μετά το 2013, είναι απαραίτητο, πρώτα και κύρια, και σε αυτή την περίπτωση, να παρουσιάσουμε μερικά βασικά οικονομικά δεδομένα. Πρώτα απ’ όλα, και σε αντίθεση με τη Ρωσία, η Ουκρανία δεν ανέκαμψε ποτέ πραγματικά μετά την πτώση της ΕΣΣΔ. Ο πληθυσμός της μειώθηκε από τα 53 στα 42 εκατομμύρια μεταξύ του 1990 και του 2021, ενώ το κατά κεφαλήν ΑΕΠ, σε σταθερές τιμές, μειώθηκε περίπου 30% την ίδια περίοδο! (δείτε το Γράφημα 3). Όπως δείχνει το γράφημα, το 1998, το κατά κεφαλήν εισόδημα είχε μειωθεί σχεδόν στο 1/3 του αντίστοιχου εισοδήματος το 1989. Αυτή είναι μια ακραία κοινωνική καταστροφή χωρίς προηγούμενο. Αν συγκρίνει κανείς την πορεία της ουκρανικής οικονομίας από το 1999 έως το 2008 με αυτήν της Ρωσίας, θα παρατηρήσει μια σχετικά ανάλογη πορεία: ήταν μια περίοδος ανάκαμψης βασισμένης σε μια αυξανόμενη παγκόσμια ζήτηση για τα προϊόντα της ουκρανικής βιομηχανίας (κυρίως προϊόντα μεταλλουργίας) οφειλόμενης στις ανοδικές παγκόσμιες τάσεις και την αύξηση της εσωτερικής κατανάλωσης μέσω της πιστωτικής επέκτασης (δηλαδή της αύξησης του δανεισμού των νοικοκυριών).

Γράφημα 3. Κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ουκρανία 1987-2020 [Πηγή: World Bank, Federal Reserve Bank of the United States, St. Louis Branch]

Μετά το 2008, η οικονομία της Ουκρανίας ακολούθησε μια εντελώς διαφορετική πορεία. Ήδη από το 2008, μετά την “πορτοκαλί” επανάσταση, η Ρωσία ασκούσε μεγάλη οικονομική πίεση στην Ουκρανία μέσω της τιμής του φυσικού αερίου, που αποτελεί έναν μείζονα παράγοντα κόστους για την ουκρανική οικονομία36. Αυτή η πίεση ήταν ένα πρώτο οικονομικό μέτρο για την αποτροπή της ουκρανικής προσέγγισης με το ευρω-ατλαντικό μπλοκ. Η χρηματοοικονομική κρίση του 2008 μετατράπηκε σε μια κρίση κρατικού χρέους στην Ουκρανία εξαιτίας μιας πτώσης των εξαγωγών που οδήγησε σε τραπεζική κρίση. Για να αντιμετωπίσει την κρίση χρέους, η ουκρανική κυβέρνηση πήρε από το ΔΝΤ ένα δάνειο 16,4 δις δολλαρίων στα τέλη του 2008 με την προϋπόθεση επιβολής ενός “προγράμματος σταθερότητας”, δηλαδή ενός προγράμματος “ματώματος” του προλεταριάτου (υποτίμηση του νομίσματος, κατάργηση των επιδοτήσεων και αύξηση των τιμών ενέργειας, μείωση των φόρων και διεύρυνση της φορολογικής βάσης, μη εφαρμογή της δέσμευσης για αύξηση στον κατώτατο μισθό, περιορισμούς στους μισθούς και τις συντάξεις στον δημόσιο τομέα κλπ.).

Το 2012 υπήρξε μια καινούρια αύξηση στο εμπορικό έλλειμα της Ουκρανίας οφειλόμενο στις φθίνουσες εξαγωγές μεταλλουργικών προϊόντων και τις χαμηλές τιμές, ενώ η Ουκρανία έπρεπε να αποπληρώσει το ΔΝΤ37. Η οικονομική κατάσταση της Ουκρανίας επιδεινώθηκε ακόμα περισσότερο το 2013 όταν η Ρωσία απαγόρευσε τις εισαγωγές από την Ουκρανία, “γονατίζοντας” τη βιομηχανία της, με στόχο να μπλοκάρει την υπογραφή μιας εμπορικής συμφωνίας με την ΕΕ. Με δεδομένο ότι το 25% των εξαγωγών της Ουκρανίας πήγαιναν στη Ρωσία, ο τότε πρόεδρος της Ουκρανίας Γιανουκόβιτς αναγκάστηκε να μην την υπογράψει38. Αυτό πυροδότησε την εξέγερση του Μαϊντάν, την πτώση του Γιανουκόβιτς, την άνοδο στην εξουσία του Ποροσένκο και, στη συνέχεια, την προσάρτηση της Κριμαίας από την Ρωσία και την απόσχιση των επαρχιών στο Ντονέτσκ και το Λουγκάνσκ39.

Η σύγκρουση με τη Ρωσία και τους φιλορώσους αυτονομιστές είχε σαν αποτέλεσμα μια πλήρη διάρρηξη των εμπορικών σχέσεων με την Ρωσία, που με τη σειρά της οδήγησε σε μια τεράστια ύφεση το 2014 και το 2015 (πτώση ΑΕΠ -6,5% και -9,8% αντίστοιχα). Η Ουκρανία απέφυγε την πλήρη οικονομική κατάρρευση μέσω της αναστολής των πληρωμών χρέους προς τη Ρωσία, ένα χρέος που δεν αποπλήρωσε ποτέ, καθώς και παίρνοντας ένα καινούριο δάνειο 17,5 δις δολλαρίων από το ΔΝΤ, που συνοδευόταν από ένα ακόμα σκληρότερο πρόγραμμα λιτότητας και ιδιωτικοποιήσεων που περιελάμβανε τα ακόλουθα: αύξηση στα ηλικιακά όρια συνταξιοδότησης, την διακοπή των επιδοτήσεων για τα καύσιμα, το ξεπούλημα αγροτικής και δασικής γης, πάγωμα του κατώτατου μισθού και διακοπή της αναπροσαρμογής του με βάση το κόστος ζωής, μείωση των επιδομάτων πρόνοιας και των συντάξεων μέσω της διακοπής της τιμαριθμικής αναπροσαρμογής, περιορισμό των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων, αύξηση των υπερωριών, απελευθέρωση της επιτήρησης των εργασιακών χώρων, μεγάλη αύξηση στις τιμές των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, πάγωμα στις επιθεωρήσεις εργασίας, μείωση στις εισφορές, μείωση του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων, το κλείσιμο εκατοντάδων (332) νοσοκομείων, την απόλυση 50.000 γιατρών, μείωση στην χρηματοδότηση της ανώτατης εκπαίδευσης και των πολιτισμικών θεσμών και την κατάργηση των επιδομάτων γέννησης και φροντίδας των παιδιών40. Επιπλέον, το ΔΝΤ ζήτησε από την κυβέρνηση να μην αυξήσει τους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων ως ένα “αποπληθωριστικό μέτρο”. Τέλος, αλλά όχι λιγότερο σημαντικό, το ΔΝΤ “συμβούλευσε” την “απελευθέρωση” της αγοράς γης η οποία είχε χαρακτηριστεί ως “ιδιαίτερα κατακερματισμένη” (με δεδομένο ότι το 14% του πληθυσμού εξακολουθούν να είναι μικροκτηματίες αγρότες) με σκοπο να “προαχθεί η ανάπτυξη” (δηλαδή η καπιταλιστική ιδιοκτησία και συσσώρευση).

Στη βάση όλων των παραπάνω, οι πραγματικοί μισθοί δεν έχουν αυξηθεί στην Ουκρανία εδώ και 12 χρόνια, ενώ οι τιμές έχουν αυξηθεί κατακόρυφα. Οι κοινωνικές δαπάνες, δηλαδή ο κοινωνικός μισθός, έχει μειωθεί κατά 20% από τον ετήσιο προϋπολογισμό του 2014, στο 13% σήμερα. Η μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού είναι φτωχοί και θα γίνουν ακόμα φτωχότεροι με τον πόλεμο. Οι λεγόμενοι “ολιγάρχες”, δηλαδή οι Ουκρανοί καπιταλιστές, έχουν συσσωρεύσει περισσότερο πλούτο από το 2014, καθώς η οικονομική ανισότητα έχει αυξηθεί, κάτι που είναι στην πραγματικότητα υποτιμημένο καθώς μεγάλο μέρος του πλούτου είναι κρυμμένο σε υπεράκτιους φορολογικούς παραδείσους.

Δεν αποτελεί λοιπόν έκπληξη ότι πριν τον πόλεμο, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, το 70% του πληθυσμού ήταν εξαγριωμένο με την αύξηση της ανισότητας, το 58% με την απώλεια θέσεων εργασίας (με ένα ποσοστό ανεργίας 10% παρά την τεράστια μετανάστευση στο εξωτερικό) και το 54% με τις παρεμβάσεις των Δυτικών στην διακυβέρνηση της Ουκρανίας41. Σύμφωνα με την Παγκόσμια Έκθεση Ευτυχίας των Ηνωμένων Εθνών, η Ουκρανία βρίσκεται στην 110η θέση στην κατάταξη των 149 χωρών όσον αφορά την ικανοποίηση των ανθρώπων για τη ζωή τους, πιο κάτω ακόμα και από τις πολύ φτωχές χώρες της υποσαχάριας Αφρικής.

Η μετά-Μαϊντάν πολιτική κατάσταση στην Ουκρανία και η εθνικιστική ριζοσπαστικοποίηση

Η εξέγερση του Μαϊντάν δεν οδήγησε σε καμμιά αλλαγή στην ταξική δομή της Ουκρανίας, ούτε είχε κάποιο ταξικό περιεχόμενο. Όπως εύστοχα διατυπώνει ο Volodymyr Ishchenko42, στην συνέντευξη του οποίου βασίζονται κυρίως οι επόμενες δύο ενότητες, ήταν μια έκφραση μιας κρίσης πολιτικής αντιπροσώπευσης, την οποία και αναπαρήγαγε. Εκτός από τον ανοργάνωτο λαό που συμμετείχε, και που ήταν καθαρά υπέρ μιας προσέγγισης με το ευρω-ατλαντικό μπλοκ με την ελπίδα ότι η Ουκρανία θα ακολουθούσε ένα μονοπάτι προς την καπιταλιστική ανάπτυξη παρόμοιο με αυτό της Πολωνίας μετά το αρχικό “σοκ”, η πρώτη από τις δύο οργανωμένες δυνάμεις που συμμετείχαν ήταν ένα σύνολο από ΜΚΟ και οργανώσεις των ΜΜΕ, που λειτουργούσαν περισσότερο ως επιχειρήσεις παρά ως συλλογικότητες αγώνα και οι οποίες λάμβαναν γεναιόδωρες οικονομικές δωρεές από τη Δύση. Αυτές οι οργανώσεις δημιούργησαν την εικόνα μιας υποτιθέμενης δημοκρατικής επανάστασης εναντίον μιας (πραγματικά ομολογουμένως) αυταρχικής κυβέρνησης. Από την άλλη, η δεύτερη οργανωμένη δύναμη συγκροτούνταν από ακροδεξιές ομάδες που ήταν καλά προετοιμασμένες και είχαν ισχυρή παρουσία στις διαμαρτυρίες. Καθώς το ουκρανικό κράτος ήταν αποδυναμωμένο και είχε χάσει το μονοπώλιο της βίας εξαιτίας της ίδιας της εξέγερσης αλλά επίσης και εξαιτίας της προσάρτησης της Κριμαίας και της αποσχιστικής στάσης στο Ντονμπάς, οι ακροδεξιές ομάδες ήρθαν να καλύψουν το κενό που δημιουργήθηκε αναλαμβάνοντας αστυνομικές και στρατιωτικές λειτουργίες του κράτους.

Οι χαμένοι της εξέγερσης ήταν συγκεκριμένα κόμματα και “ολιγάρχες”. Φυσικά, αυτοί οι καπιταλιστές γρήγορα επαναευθυγραμμίστηκαν και παρέμειναν στη λίστα Forbes, διατηρώντας τον έλεγχό τους πάνω σε κομβικούς τομείς της ουκρανικής οικονομίας. Οι χαμένοι της εξέγερσης περιλαμβάνουν επίσης το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ουκρανίας και την ευρύτερη αριστερά (πολιτικές οργανώσεις που στις περισσότερες περιπτώσεις συνδέονται με τη Ρωσία). Το ΚΚΟ απαγορεύτηκε το 2015 στη βάση των νόμων “αποκομμουνιστικοποίησης” που επέβαλε η κυβέρνηση Ποροσένκο. Το 2021 είχε λάβει το 13% των ψήφων. Το 2014 δεν μπήκε στο κοινοβούλιο εξαιτίας της απώλειας της Κριμαίας και του Ντονμπάς, περιοχές στις οποίες είχε τις περισσότερες δυνάμεις.

Μια αλλαγή που επήλθε από το Μαϊντάν ήταν η αποκατάσταση του κοινοβουλευτικού μοντέλου δημοκρατίας επί του προεδρικού μοντέλου. Ο Γιανουκόβιτς είχε εγκαθιδρύσει ένα προεδρικό μοντέλο δημοκρατίας όταν είχε εκλεγεί το 2010, εγκαταλείποντας το κοινοβουλευτικό μοντέλο που ήταν σε λειτουργία μετά την “Πορτοκαλί Επανάσταση”. Το 2014, μετά την πτώση του, ο πρόεδρος υποτίθεται ότι αποδυναμώθηκε ενώ ενισχύθηκε το κοινοβούλιο. Δεν άλλαξε, όμως, το σύστημα των “νεο-πατρώνων”, όπως αποκαλείται στις μετα-σοβιετικές σπουδές: με άλλα λόγια, άτυπα δίκτυα/κλίκες πατρώνων και πελατών που κυριαρχούν στην πολιτική. Τον Οκτώβριο του 2014, πέντε φιλο-Μαϊντάν κόμματα μπήκαν στο κοινοβούλιο και ο Ποροσένκο εκλέχθηκε πρόεδρος. Αυτά τα κόμματα είχαν την κοινοβουλευτική πλειοψηφία αλλά σύντομα ο συνασπισμός άρχισε να καταρρέει. Ο Ποροσένκο δεν ήθελε να πάει σε εκλογές επειδή το κόμμα του θα έχανε δυνάμεις. Έτσι η κυβέρνηση στηρίχτηκε σε μια κατά συνθήκην πλειοψηφία και κάθε φορά οι ψήφοι έπρεπε να εξασφαλιστούν.

Στην πολιτική σφαίρα δεν υπάρχει ισχυρή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις ακροδεξιές ομάδες και τις υποστηριζόμενες