Στην άκρη της Αυτοκρατορίας

Chuang τεύχος 2 – Editorial1

Το κείμενο σε pdf

Το παλάτι που χωρίζει στα δύο τον Ουρανό

Πυκνή, γκρίζα αιθαλομίχλη περνάει μέσα από έναν υψωνόμενο λαβύρινθο από πανομοιότυπες πολυκατοικίες, με έναν μισοζώντανο ωκεανό να αποτραβιέται από κάτω: άνθρωποι σκυμμένοι πάνω από καρότσια και σκούτερ, πρόσωπα καλυμμένα από σκοτεινές χειρουργικές μάσκες, συχνά κάτι λίγο περισσότερο από σιλουέτες που φωτίζονται από τον μουντό από την ομίχλη παλμό λαμπερών διαφημίσεων σε γιγάντιες σαν τοίχους οθόνες. Η αιθαλομίχλη είναι σαν ένα δέρμα τσιμέντου συγχωνευμένου μέσα από την εικόνα, σπασμένη εδώ κι εκεί από πρόσωπα με μάσκες ή το φευγαλέο μπλε γκλίτερ των κινητών που κρατιούνται ψηλά στον αέρα σαν εύθραυστοι φακοί. Αυτή η εικόνα – ή κάτι εξίσου γιγαντιαίων διαστάσεων και βάναυσο – είναι το φασματικό σχήμα που η Κίνα παίρνει σήμερα στη φαντασία του κοινού. Είναι οικεία επειδή αναδύεται σχεδόν αυτόματα μόλις αναφερθεί, με τον ίδιο τρόπο που οι τυλιγμένοι στην ομίχλη καρστικοί2 λόφοι και τα ήρεμα κανάλια του πίνακα shan shui3 μπορεί να έχουν αναδυθεί στο μυαλό προηγούμενων γενιών. Κι όμως, παρ’ όλα αυτά, μοιάζει κάπως δυσοίωνη, σαν να υπάρχει ένας τερατώδης, μετά δυσκολίας ορατός, γίγαντας που κρύβεται κάπου μέσα σ’ αυτό το αποπνικτικό νέφος, ελλοχεύοντας πάνω από τη μάζα των ανώνυμων ζωών που ανακατεύονται από κάτω.

Η πνιγμένη στο νέφος πόλη είναι το ένα μισό ενός ζευγαριού, το ταίρι του είναι οι απαστράπτουσες γραμμές των κτιρίων της πόλης που συμβολίζουν το “Κινέζικο Θαύμα”. Από κοινού ορίζουν όχι μόνο έναν συγκεκριμένο εθνικό χαρακτήρα αλλά μια πλανητική κρίση και τα πολλά φαντάσματα που επιστρέφουν για να στοιχειώσουν τον κόσμο σε μια εποχή άνευ προηγουμένου πολυτέλειας και απίστευτης κατάρρευσης. Παρ’ όλα αυτά, κατά κάποιο τρόπο, η εικόνα είναι επίσης συνεπής με κλασσικά θέματα. Στη διάρκεια της με βουδιστικές κλίσεις Δυναστείας Tang, θεωρούμενης επίσης ως του χρυσού αιώνα της κινέζικης ποίησης, υπήρχε ένα παρόμοιο ζευγάρωμα που συμβόλιζε τόσο την τεράστια ισχύ της δυναστείας όσο και την κρίση που οικοδομούνταν στην καρδιά της. Όμως, αντί της μαύρης αιθαλομίχλης και των γυαλιστερών πόλεων, οι ποιητές απεικόνιζαν μια πολιτισμική μάχη ανάμεσα στην “κόκκινη σκόνη(hongchen, 红尘) και τα ψυχρά, ειδυλλιακά βουνά, χρωματισμένα μπλε ή πράσινα. Τα αστικά, θνητά και βαρβαρικά σημειώνονταν με κόκκινα και κίτρινα, σε εικόνες που έφερναν στον νου ταυτόχρονα τη σκόνη που σηκωνόταν από την κυκλοφορία στους χωρίς λιθόστρωτο δρόμους στις σφύζουσες από κόσμο πόλεις και τις στροβιλιζόμενες αμμοθύελλες των ερημικών συνόρων, αξιοσημείωτα γνωρίσματα και τα δυο μιας δυναστείας που είδε μια χωρίς προηγούμενο αστικοποίηση (η οποία δημιούργησε μερικές από τις μεγαλύτερες πόλεις της εποχής εκείνης) και ραγδαία αυτοκρατορική επέκταση προς τα δυτικά κατά μήκος των δρόμων του μεταξιού που διέσχιζαν την έρημο της Κεντρικής Ασίας. Την ίδια στιγμή, το εύρος του όρου hongchen διευρύνθηκε. Μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει μικρές, φευγαλέες στιγμές λαγνείας ή την επέκταση της αυτοκρατορικής πολυτέλειας στο απόγειο της δυναστείας. Στην μέγιστη επέκτασή της, οι λέξεις απέκτησαν ένα κοσμολογικό χαρακτήρα, συμβολίζοντας τον εφήμερο κόσμο των θνητών.

Η αντίθετη σ’ αυτήν εικόνα, ήταν μια εικόνα μακρινών ψυχρών βουνών και οι ερημίτες αξιωματούχοι που τα κατοικούσαν. Αυτά ήταν, άλλωστε, ποιήματα συχνά γραμμένα από εύπορους “ερημίτες” που δεν ήταν πραγματικά ερημίτες, ζώντας σε μια “ερημιά” που με πολύ δυσκολία ήταν ερημιά, ενώ η ίδια η ποίηση ήταν μια αναψυχή της άρχουσας τάξης και ένας τρόπος εξασφάλισης αυτοκρατορικής αναγνώρισης4. Η επίκληση αγροτικών καλυβιών κρυμμένων στα πυκνά ορεινά πευκοδάση ήταν ένας τρόπος να δωθεί έμφαση στην καθαρή ματιά και την ηθική αγνότητα των ίδιων των ποιητών – ουσιώδη χαρακτηριστικά για επίδοξους συμβούλους. Παρόμοια, μπορούμε να φανταστούμε τους δημοσιογράφους του σήμερα κουρνιαγμένους σε κάποιο γραφείο στον απαστράπτοντα ορίζοντα της Σανγκάης, γράφοντας την πιο πρόσφατη ιστορία για το πόσο αχανής είναι η αιθαλομίχλη που μπορεί να φτάσει στον ωκεανό και να αγγίξει τις όχθες της Βόρειας Αμερικής. Όμως, η ίδια η πόλωση τέτοιων αντιδιαμετρικών ζευγών συχνά συσκοτίζει την αλήθεια που βρίσκεται πέρα από τις δύο διαστάσεις τους.

Μόνο οι πιο επιδέξιοι ποιητές μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν αυτούς τους πόλους για να “τριγωνοποιήσουν” αυτόν τον κόσμο πέρα από το καθαρά συμβολικό – και συχνά μόνο αφότου η τεράστια τραγωδία είχε αρχίσει ήδη να ξεσπά. Ο Du Mu5 (杜牧), που γεννήθηκε στον τελευταίο αιώνα της παρακμής της δυναστείας των Tang, προσφέρει ένα ζοφερό παράδειγμα. Ολόκληρη η ζωή του ήταν στη διάρκεια μιας αυτοκρατορίας που είχε πληγεί τρομερά από μια εξέγερση του An Lushan, αλλά δεν έχει ακόμα περάσει στην τελική κατάρρευση. Αντίθετα, ο αιώνας εκείνος ήταν ένας αιώνας αργής, επίμονης κρίσης – ένας κόσμος που είχε ήδη τελειώσει, στην οποία καθένας έμοιαζε να ξέρει ότι τα πράγματα είχαν τελειώσει και ότι η δόξα της αυτοκρατορίας δεν θα μπορούσε να ανακτηθεί, αλλά ήταν ανίκανος να φανταστεί οποιονδήποτε άλλο κόσμο που θα μπορούσε να έρθει. Αντίθετα, ολόκληρη η κουλτούρα ήταν μια κουλτούρα που είχε τα μάτια της στραμμένα πίσω, απολαμβάνοντας μια πολυτέλεια που ακόμα και τότε σάπιζε αργά, κινούμενη προς τα μπρος μόνο από την αδράνεια του imperium που συμβιβάζεται με τον θάνατό του. Το ποίημαPassing by Huaqing Palaceτου Du Mu συλλαμβάνει το αίσθημα με μια τριάδα μουσικών τετράστιχων6:

I

Από το Chang’an7 κοιτώντας πίσω προς τα κεντημένα στενά της πόλης

οι πολλές πύλες στη βουνοκορφή ανοίγουν μία-μία

Ένας καβαλλάρης σηκώνει κόκκινη σκόνη και η παλλακίδα χαμογελά

Κανένας άλλος δεν ξέρει ότι έρχεται για να της φέρει λίτσι8

 

II

Στο Xinfeng9, κίτρινη σκόνη σηκώνεται μέσα από τα πράσινα δέντρα

Αρκετοί καβαλλάρηδες έχουν γυρίσει από την αναζήτησή τους στο Yuyang

Το τραγούδι “Φορεσιά από ουράνια τόξα και φτερά” ακούγεται σε χίλες κορυφές

Μέχρι που τα πόδια που χορεύουν κάνουν κομμάτια την κεντρική πεδιάδα

 

III

Η μουσική και το τραγούδι έχουν αφήσει κάθε έθνος μεθυσμένο με ειρήνη

Το παλάτι που ορθώνεται σκίζει στα δυο το φως του φεγγαριού

Ο Lushan χορεύει σε έναν παράτολμο ρυθμό που χτυπάει ανάμεσα στα σύννεφα

Ο άνεμος φτάνει κάτω στις διαδοχικές κορυφές μεταφέροντας τον ήχο του γέλιου

 

Κάθε τετράστιχο απαιτεί μια μικρή μετάφραση στο συγκείμενο. Συνολικά το ποίημα κοιτάζει πίσω στη δυναστεία στην αυγή της εξέγερσης, υπό την βασιλεία του Αυτοκράτορα Xuanzong. Επρόκειτο για μια αυτοκρατορία στο απόγειο της παρακμής της, που απολάμβανε μια πολιτισμική αναγέννηση, καθοδηγούνη από μια ακμάζουσα μητρόπολη, με ένα σφύζον εμπόριο σε μια αχανή γεωγραφική έκταση. Παρά την οικιστική κρίση, η κοινωνία αποκοιμιζόταν στη γαλήνη. Ο Du Mu ξεκινά με ένα σύμβολο αυτοκρατορικής παρακμής: η ευνοούμενη παλλακίδα του αυτοκράτορα Xuanzong, η Yang Yuhuan, είχε λιγούρα για λίτσι, που δεν μπορούσε να ευδοκιμήσει στον άνυδρο Βορρά. Έτσι, ο Xuanzong κινητοποίησε πολύ κόσμο για να δημιουργήσει ένα δίκτυο με τους πιο γρήγορους καβαλλάρηδες για να μαζέψουν λίτσι από τον μακρινό νότο και να το μεταφέρουν στην Chang’an, την αυτοκρατορική πρωτεύουσα, πριν τα φρούτα καταστραφούν. Η ίδια η πόλη χαρακτηρίζεται ως στοιβαγμένη10 () και διακοσμημένη (), αλλά η κόκκινη σκόνη που σηκώθηκε από τους καβαλλάρηδες παίρνει έναν δυσοίωνο χαρακτήρα, σηματοδοτώντας κάτι πέρα από το απλό πολύβουο της μητρόπολης στο αποκορύφωμα της δόξας της.

Το επόμενο τετράστιχο δίνει έμφαση σ’ αυτή την υποψία, καθώς ένα άλλο ζευγάρι καβαλλάρηδων περιγράφεται να σηκώνει σκόνη επιστρέφοντας από το Yuyang, την επικράτεια του An Lushan11 και την τοποθεσία που σύντομα θα ήταν το επίκεντρο της εξέγερσης. Αυτοί οι καβαλλάρηδες είναι, στην πραγματικότητα, οι αυτοκρατορικοί αξιωματούχοι που στάλθηκαν από τον Xuanzong για να ελέγξουν την αφοσίωση του An Lushan. Δωροδοκημένοι από τον An, οι αξιωματούχοι γύρισαν με διαβεβαιώσεις ότι όλα ήταν ήρεμα. Έτσι ο Du Mu συνταιριάζει την επιστροφή των απεσταλμένων με το τραγούδισμα ενός δημοφιλούς τραγουδιού, πολύ γνωστού για τον ουράνιο ήχο του στους κόλπους της υψηλής κοινωνίας. Εν τω μεταξύ, το τραγούδι συνοδεύεται από μια εικόνα χορού, αλλά τώρα ακόμα πιο καθαρά δυσοίωνου: είναι ένας χορός που τραντάζει () την κεντρική πεδιάδα σύμβολο της ίδιας της δυναστείας και, κυρίως, τοποθεσία των πιο βίαιων μαχών της εξέγερσης. Η καταστροφή, όμως, παραλείπεται. Το τελευταίο τετράστιχο κάνει ένα άλμα προς τα μπρος, σε μια γλυκόπικρη σειρά εικόνων, αναγνωρίσιμων μόνο από εκείνους που έχουν επιβιώσει από την καταστροφή: μια ψεύτικη ειρήνη έχει εμπεδωθεί καθώς ο An Lushan χορεύει για τον αυτοκράτορα. Ο χώρος του ποιήματος προσδιορίζεται τώρα από έντονη ανισότητα, το φεγγάρι χωρίζεται στα δύο από το παλάτι, το γέλιο της επιλήσμονος άρχουσας τάξης κατεβαίνει από τις κορυφές και τα ξύλινα τείχη της πόλης στον αναγνώστη – αντηχώντας μπροστά στον χρόνο στον ίδιο τον Du Mu, που ζει στα συντρίμμια αυτού του κόσμου που έχει τελειώσει.

Το ποίημα, συνεπώς, ξεπερνά το παραδοσιακό ζευγάρωμα της κόκκινης σκόνης και των μεγαλόπρεπων, στολισμένων από τα σύννεφα βουνών, τόσο συνηθισμένου στην χρυσή εποχή πριν από την εξέγερση. Αντίθετα, ο Du Mu χρησιμοποιεί αυτές τις έντονες αντιθέσεις για να εντοπίσει12 την καταστροφή που ελλοχεύει πίσω από την σκόνη και τα σύννεφα – έστω κι αν το πραγματικό εύρος της [της καταστροφής] είναι τόσο ασύλληπτο από την δική του θέση (σε μια δυναστεία που έχει καταρρεύσει αλλά δεν έχει ακόμα τελειώσει) και μπορεί να επικοινωνηθεί μόνο μέσω της παράλειψης. Κάτι από αυτήν παραμένει στον σύγχρονο πολλαπλασιασμό της αιθαλομίχλης και του ορίζοντα της πόλης. Ο εναλλάξ εκστατικός και αποκαλυπτικός τόνος τέτοιων εικόνων καμουφλάρει την πραγματικότητα κάτω από μια υπεραπλουστευμένη πολικότητα, ακόμα κι όταν αυτή η πολικότητα μοιάζει να σηματοδοτεί την κρίση και την ανισότητα της δικής μας εποχής. Από τη μια πλευρά, αυτές οι εικόνες λειτουργούν σαν ένα οριενταλιστικό φάντασμα, παρόμοιο με το κυβερνοπάνκ Τόκυο των προηγούμενων δεκαετιών αλλά επαναεικονιζόμενο, τώρα, στο πλαίσιο μιας αποκαλυπτικής κλματικής αλλαγής. Από την άλλη, η σταθερή αναπαραγωγή σχεδόν ταυτόσημων εικόνων καλύπτει τον κόσμο που στην πραγματικότητα τελειώνει με ένα θέαμα του ίδιου του χαμού του – όχι μόνο είναι πιο εύκολο να φανταστεί κανείς το τέλος του κόσμου από το τέλος του καπιταλισμού, αλλά η ατέλειωτη πλημμύρα αποκαλυπτικών φαντασιών συχνά συσκοτίζει τους βαθιά πεζούς μηχανισμούς της παρακμής. Και, όπως το ποίημα του Du Mu, η εικόνα περιέχει ένα περίεργο είδος άπειρης παλινδρόμησης. Η σκόνη που σηκώνεται από τους καβαλλάρηδες και τα σύννεφα που περιπλέκουν τη φιγούρα του An Lushan που χορεύει είναι, αμφότερα, με τον δικό τους τρόπο το καθένα, το φάντασμα της επερχόμενης εξέγερσης. Παρόμοια, ο τερατώδης γίγαντας που κρύβεται από την αιθαλομίχλη είναι, στην πραγματικότητα, η ίδια η αιθαλομίχλη: ένα αδιάστατο, συγκεκριμένο κενό, που καταναλώνει ακόμα και την εικόνα και, συνεπώς, κρύβει την πραγματικότητα στην πρώτη ματιά.

Το Φασματικό και το Υλικό

Προσφέρουμε μια απλή υπόθεση: ότι η ίδια η πολικότητα της σύγχρονης Κίνας μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να εντοπίσουμε, όσο μακριά κι αν είναι, ένα μονοπάτι που οδηγεί σε έναν κόσμο πέρα από τη μαύρη αιθαλομίχλη, την κόκκινη σκόνη και το κρύο, τις απαστράπτουσες πόλεις αυτού εδώ του κόσμου. Αυτό συμβαίνει γιατί η Κίνα, και τα πολλά ερωτήματα που θέτει, παίζουν έναν αντιφατικό ρόλο τόσο για την κυρίαρχη ιδεολογία του “δεν υπάρχει εναλλακτική”-καπιταλισμού όσο και για τις προοπτικές μιας κομμουνιστικής αντίθεσης στον κόσμο όπως υπάρχει αυτή τη στιγμή. Προς το παρόν, όλες οι προσπάθειες να εστιάσουμε στο “Κινεζικό Ζήτημα” τείνουν σε ένα είδος μη τελεσίδικης ομίχλης. Ούτε οι αυτεπάγγελτοι μαρξιστές ούτε οι σχολιαστές του συρμού μοιάζουν ικανοί να καταλήξουν σε οποιαδήποτε ανάλυση ούτε για το τι είναι ακριβώς η Κίνα. Το αποτέλεσμα είναι ένας ατέρμονος πολλαπλασιασμός συχνά χιουμοριστικών οξύμωρων και αντιστροφής ρόλων. Η Wall Street Journal διαλέγει τα θεωρητικά απομεινάρια των Μπουχάριν, Λένιν και CLR James13, ανακηρύσσοντας την κινεζική οικονομία μια ποικιλία “κρατικού καπιταλισμού”14. Στο μεταξύ, ακόμα και μαρξιστές με, κατά τα άλλα, διαίσθηση, αποδέχονται στα γρήγορα είτε το θετικό αφήγημα του κινεζικού κράτους για την ίδια την “win-win” ηγεμονική του επέκταση είτε την δεινή εικόνα που ζωγραφίζουν τα γεράκια των ΗΠΑ, τα οποία οραματίζονται την ανάδυση ενός νέου Ψυχρού Πολέμου15. Τέτοιες αναλύσεις αντιστρέφονται και αναδιπλώνονται μεταξύ τους τάχιστα μέχρι να αναχθούν σε αδιευκρίνιστα σχήματα κρυμμένα στον καπνό των κοινοτοπιών και των καλά διαλεγμένων επενδυτικών αριθμών.

Όμως, αυτό δημιουργεί επίσης ένα είδος αναλυτικού ανοίγματος: το κινεζικό ζήτημα, αν προσεγγιστεί έξω από τα όρια της ιδεολογίας ή της ορθοδοξίας, με μια αυστηρά μαρξιστική μέθοδο που επιδιώκει να καταλάβει τους βασικούς νόμους κίνησης του κόσμου όπως αυτός υπάρχει, προσφέρει ένα χωρίς προηγούμενο παράθυρο στο μέλλον αυτού του κόσμου, τον οποίο ονομάζουμε υλική κοινότητα του κεφαλαίου16. Στο κεντρικό άρθρο του παρόντος τεύχους, η “κόκκινη σκόνη” αλλάζει χρήση από την κλασσική της προέλευση για να περιγράψει αυτή την υλική κοινότητα, μια ταιριαστή περιγραφή για τον τρόπο παραγωγής στο οποίο οτιδήποτε στέρεο λιώνει σε αέρα. Αλλά αυτό που λιώνει σε αέρα δεν εξαφανίζεται πραγματικά· αντίθετα, συσσωρεύεται στην κρίση, σε σκουριασμένες ζώνες17 μουμιοποιημένης εργασίας, σε αναβράζουσες ταραχές και ανατραπέντα καθεστώτα. Η δυσοίνωνη αιθαλομίχλη που εγκλείει αυτές τις πόλεις είναι, λοιπόν, ένα είδος ζωντανής απεικόνισης της ίδιας της μετάβασης, σαν να πρόκειται για την ίδια τη φασματική μορφή του κεφαλαίου που ανοίγει λεηλατώντας τον δρόμο του στην επιφάνεια μιας κούφιας γης. Αν τα επίπεδα του νέφους στο Πεκίνο μειώνονται επιτέλους, αυτό απλά σημαίνει ότι αυτή η χωρίς σχήμα τερατωδία έχει κατέβει αλλού: τώρα στο Ανόι, τώρα στην Ντάκα, τώρα στο Ντας ες Σαλάμ και το Λάγκος. Η εικόνα της πνιγμένης από το νέφος πόλης, λοιπόν, σηματοδοτεί την επέκταση της υλικής κοινότητας και συμβολίζει τον τρόπο που αυτή η επέκταση, και οι σχέσεις παραγωγής που την κινούν, συσκοτίζονται από τις πραγματικές αφαιρέσεις που οι ίδιες γεννούν18.

Το βασικό, καθοριστικό γνώρισμα της υπαγωγής στην υλική κοινότητα του κεφαλαίου είναι η καθυπόταξη της παραγωγής και όλων των συνακόλουθων χαρακτηριστικών της ζωής στις πρωταρχικές απαιτήσεις τέτοιων πραγματικών αφαιρέσεων. Μεταξύ των πιο σημαντικών από αυτές είναι η ανάγκη της αξίας να συσσωρεύεται συνεχώς, εννοιολογικά αποδιδόμενη ως η “κοινή λογική” ότι η οικονομική ανάπτυξη πρέπει να αυξάνεται διαρκώς και ότι οποιαδήποτε παύση ή πτώση στους ρυθμούς ανάπτυξης θα προκαλέσει μια οικονομική και κοινωνική κρίση μαζικών διαστάσεων. Αυτή δεν είναι απλά μια πεποίθηση που έχει ο κόσμος, ούτε είναι μια δυναμική που κινείται από την “απληστία” των καταναλωτών ή των καπιταλιστών. Είναι μια πραγματική αφαίρεση επειδή ένας ολόκληρος αστερισμός υλικών δυνάμεων παράγει πραγματικά αποτελέσματα σύμφωνα με αυτή τη λογική της, άσχετα από τα συστήματα πεποιθήσεων ή την ηθική αγνότητα των ανθρώπων που στελεχώνουν τέτοια συστήματα. Η υλική κοινότητα του κεφαλαίου είναι μια “υλική” κοινότητα ακριβώς εξαιτίας αυτής της αντιστροφής μεταξύ υποκειμένου και αντικειμένου. Δεν είναι η ανθρώπινη κοινότητα αλλά, αντίθετα, μια κοινότητα στην οποία η λογική μηχανής του κεφαλαίου έχει αποκτήσει έναν αυτόνομο χαρακτήρα. Tο πρωταρχικό κινούν σ’ αυτή την κοινότητα δεν είναι, συνεπώς, οι μάζες των ανθρώπων, ούτε οι ηγέτες ούτε καν οι πολιτισμικοί ή θρησκευτικοί θεσμοί αλλά το εν εξελίξει κεφάλαιο. Οτιδήποτε άλλο καταλήγει σε μια απλά υλική διαμεσολάβηση για το φασματικό κύκλωμα της συσσώρευσης.

Επικράτειες

Μέσα στην αντεστραμμένη λογική αυτού του συστήματος, η αιθαλομίχλη μοιάζει να χτίζει αρκετά κυριολεκτικά αυτή την πόλη. Η κίνησή της πάνω στην επιφάνεια της γης καθορίζει τις καινούριες τοποθεσίες βιομηχανικής ισχύος, με τις μάζες των ανθρώπων που συνωστίζονται κάτω από αυτήν εμφανίζονται τώρα ως κάτι ελάχιστα περισσότερο από αποφύσεις του κεφαλαίου. Παρά την πραγματικότητά του, όμως, το φασματικό σχήμα του κεφαλαίου εξακολουθεί να είναι μια αφαίρεση – και αφαιρείται από την δραστηριότητα ανθρώπινων όντων. Παρ’ όλο που ο ωκεανός της ανθρωπότητας κάτω από την αιθαλομίχλη ίσως μοιάζει σαν μια επέκτασή της, τότε, το φάσμα του κεφαλαίου στην πραγματικότητα γαντζώνεται στους ανθρώπους σαν ένα παράσιτο, και η εργασία λειτουργεί όχι ως το φυσικό του άκρο αλλά, αντίθετα, ως ένα κακοταιριασμένο προσθετικό μέλος. Το κίνητρο του κεφαλαίου είναι η εξοικειώσει την ανθρωπότητα στην κυριαρχία του, αλλά η ίδια η ανορθολογικότητα της οικονομίας διασφαλίζει ότι αυτή εξοικείωση/εξημέρωση θα είναι πάντα ελλιπής: η ανθρωπότητα θα είναι πάντα ταυτόχρονα απαιραίτητη και περιττή για τη λογική της συσσώρευσης19. Στο παρόν τεύχος προσπαθούμε να χαρτογραφήσουμε την μετατοπιζόμενη, φασματική ομίχλη της επεκτεινόμενης υλικής κοινότητας του κεφαλαίου και τις μάζες που είναι σε αναβρασμό εντός της.

Εστιάζοντας σ’ αυτό, ανοίγουμε το τεύχος με το άρθρο Κόκκινη Σκόνη”, δεύτερο στη σειρά τριών άρθρων για την οικονομική ιστορία της Κίνας, επικεντρώνοντας στις λεπτομέρειες του τρόπου με τον οποίο το σοσιαλιστικό αναπτυξιακό καθεστώς κατέρρευσε και γιατί οι περιοχές, οι πληθυσμοί και οι βιομηχανικές δομές που το συνέθεταν μεταφέρθηκαν τόσο άμεσα στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα. Στο άρθρο αυτό διηγούμαστε όχι μόνο τις κρίσεις στο εσωτερικό, που οδήγησαν στο να καταπιεί την Κίνα η κόκκινη σκόνη του κεφαλαίου, αλλά και τις παγκόσμιες κρίσεις στο καπιταλιστικό σύστημα που έκαναν δυνατό ένα τέτοιο άνοιγμα. Το ένα δεν μπορεί να γίνει κατανοητό χωρίς το άλλο, και κανένα δεν μπορεί να αποτυπωθεί σωστά χωρίς μια ολοκληρωμένη αντίληψη των βασικών νόμων κίνησης του καπιταλισμού και των τρόπων με τους οποίους αυτοί επαναδιαμορφώνουν τις περιοχές ώστε να ταιριάζουν στη συσσώρευση της αξίας20.

Αυτή η εδαφική διάσταση είναι ένα κεντρικό θέμα σ’ ολόκληρο το τεύχος. Πώς καταλαβαίνουμε τον ρόλο των συνόρων, των εθνών και των κρατών που τα επιτηρούν όταν το κεφάλαιο έχει αναπτυχθεί τόσο ώστε να περικλείει ολόκληρο τον κόσμο; Δεν υπάρχει πλέον ένα “εκτός” του συστήματος και συνεπώς ούτε πραγματική “περιφέρεια”, παρ’ όλα αυτά οι ιεραρχίες που επιβάλλονται από τον περίπλου του κεφαλαίου στην υδρόγειο όχι μόνο έχουν βαθύνει, αλλά και ενδιπλωθεί στον εαυτό τους. Αδιανόητα, στο παρελθόν, καθεστώτα λιτότητας, που επιφυλάσσονταν μόνο για τις αποικίες χρέους του παγκόσμιου νότου, επιβάλλονται σήμερα στην Ελλάδα, την Ισπανία και τα φτωχότερα μέρη των Ηνωμένων Πολιτειών. Δεν υπάρχει πλέον οποιοδήποτε σύνορο να διαχωρίζει την υλική κοινότητα του κεφαλαίου από κάτι άλλο και, παρ’ όλα αυτά, τα σύνορα πολλαπλασιάζονται εντός της με έναν χωρίς προηγούμενο ρυθμό, συνοδευόμενα από νέες, ακόμα πιο περίπλοκες μορφές αποκλεισμού. Χωρίς αντίπαλο τώρα, οι ουσιώδεις νόμοι κίνησης αυτής της υλικής κοινότητας γίνονται αδιαμφισβήτητοι: το κεφάλαιο πρέπει να θέσει όρια στον εαυτό του, διαρκώς διαφοροποιούμενο, ξεπερνώντας και πέφτοντας ξανά στους κύκλους της κρίσης, πολέμου και τρόμου στους οποίους ευδοκιμεί.

Γυρνάμε λοιπόν εδώ σ’ εκείνη την παλιότερη έννοια κόκκινης σκόνης ως σηματοδοτούσας το προχωρημένο σύνορο ενός ιμπέριουμ, υπαινισσόμενη, ίσως, την κατάρρευσή του. Από τη μια πλευρά, η οικονομική μας ιστορία εξετάζει την τελευταία μεγάλη επέκταση του συνόρου της υλικής κοινότητας, μετά την οποία το καπιταλιστικό σύστημα πραγματικά εμπερικλείει την τεράστια πλειοψηφία του παγκόσμιου πληθυσμού. Από την άλλη, προσφέρουμε δυο “παράθυρα” στις σύγχρονες συνοριακές περιοχές της Κίνας, κάθε μια γραμμένη από φίλους του πρότζεκτ μας: το ένα, Eternal Enemiesαπό τον J. Frank Parnell, προσφέρει μια λεπτομερή ιστορία του αντικινεζικού αισθήματος στο γειτονικό Βιετνάμ. Οι μεταβαλλόμενες αντιλήψεις για την Κίνα έχουν τα ίχνη τους σε αρχαίες αφετηρίες, μέσα από πολέμους και επαναστάσεις του εικοστού αιώνα, για να καταλήξουν στη δίνη των συγκρούσεων της σύγχρονης εποχής σε βιομηχανικές περιοχές του Βιετνάμ και κατά μήκος της Νότιας θάλασσας της Κίνας που επιβοηθούνται από θεωρίες συνομωσίας στο διαδίκτυο. Το άλλο, Spirit Breaking”, από τον Adam Hunerven, προσφέρει μια από τις πιο προσεκτικές απεικονίσεις της ζωής των Ουιγούρων21 στην Xinjiang, δίνοντας με λεπτομέρειες τις βάρβαρες τακτικές του κράτους σε αυτό που μπορεί να περιγραφεί μόνο ως ένα καθεστώς απαρτχάιντ, κατοχής και εποικισμού στην κινεζική Κεντρική Ασία. Η έμφαση εδώ δίνεται στην αφήγηση των τρόπων με τους οποίους το κράτος έχει επεκτείνει την πρόσβασή του/its reach στην καθημερινή ζωή, προσπαθώντας να επαναδιαμορφώσει την ουσία των τοπικών τρόπων ζωής και να “σπάσει το πνεύμα” του πληθυσμού. Ο συνδυασμός αυτών των δύο άρθρων προσφέρει μια ενδιαφέρουσα αντίστιξη/αντίθεση, το ένα απεικονίζοντας τις αντιλήψεις για το κινεζικό κράτος σε ένα έθνος διαχωρισμένο από την Κίνα αλλά με μια ουσιαστική κοινή πολιτισμική γενεαλογία, και το άλλο απεικονίζοντας την συστηματική καταπίεση της ζωής εντός των συνόρων της Κίνας δικαιλογούμενης με όρους μιας εθνικής συνέχειας και στοχοποιώντας έναν πληθυσμό με χαρακτηριστικά μη-κινεζική πολιτισμική παράδοση.

Τέλος, κολυμπάμε πίσω στη μαύρη αιθαλομίχλη την ίδια σε μια προσπάθεια να αισθανθούμε το σχήμα του καπιταλισμού και της κρίσης στον πυρήνα της Κίνας σήμερα. Στο παρόν τεύχος προσφέρουμε ένα πρωτότυπο άρθρο επιπρόσθετα στην οικονομική μας ιστορία, μια πρωτότυπη συνέντευξη και μια μετάφραση. Το άρθρο μας “Picking Quarrels” βλέπει λεπτομερειακά τον μεταβαλλόμενο χαρακτήρα των αγώνων στην Κίνα, αντλώντας από τα καλλίτερα δεδομένα που είναι διαθέσιμα ώστε να προσφέρει μια επικαιροποιημένη εικόνα της ταξικής σύγκρουσης στη χώρα στα πιο πρόσφατα χρόνια. Την ίδια στιγμή, το άρθρο εστιάζει επίσης στην επικίνδυνη διαδικασία της ίδιας της συλλογής δεδομένων, λέγοντας την ιστορία των Lu Yuyu και Li Tingyu22, που φυλακίστηκαν για την αρχειοθέτηση και την ανάλυση αυτών των δεδομένων από τα οποία αντλούμε στοιχεία εδώ. Μ’ αυτόν τον τρόπο ελπίζουμε να εξισορροπήσουμε την δομική ανάλυση μεγάλης-κλίμακας με μια ανάλυση της προσωπικής πάλης που βρίσκεται πίσω από αυτούς τους αριθμούς.

Όπως με όλα τα τεύχη, προσπαθούμε επίσης να προσφέρουμε μερικές σε πρώτο πρόσωπο οπτικές για τα γεγονότα αυτά με την μορφή συνεντεύξεων και μεταφράσεων. Η συνέντευξη που περιλαμβάνουμε εδώ, A State Adequate to the Task”, είναι ιδιαίτερα εκτεταμένη και προσφέρει ουσιαστικές ιστορικές πληροφορίες που διαφωτίζουν τόσο την οικονομική ιστορία όσο και την ανάλυση της σύγχρονης ταξικής πάλης μέσα στην Κίνα. Η συνέντευξη γίνεται με τον Lao Xie, έναν Κινέζο θεωρητικό με λεπτομερή κατανόηση του μαρξισμού και ενδιαφέρον για τις αδιαμεσολάβητες ταξικές συγκρούσεις που λαμβάνουν χώρα στην Κίνα (και τον κόσμο γενικότερα), και την ικανότητα να αποβάλλει τη στολή των νεκρών επαναστάσεων προς όφελος μιας με καθαρή ματιά ανάλυσης του παρόντος. Μιλάμε με τον Lao Xie σχετικά με την αντίληψή του για τη σύγχρονη ταξική δομή της χώρας, το πρότζεκτ της κρατικής οικοδόμησης που έχει αναλάβει η διακυβέρνηση του Σι Τζινπίνγκ, το φάσμα των αντιπολιτευτικών πολιτικών που είναι αυτή τη στιγμή ενεργές και τις προοπτικές του κινέζικου προλεταριάτου.

Η τελευταία μας μετάφραση, “The Awakening of Lin Xiaocao”, προσφέρει μια διαφορετική προοπτική, δίνοντας μια σε πρώτο πρόσωπο άποψη της μεγαλύτερης ακολουθίας αγώνων αυτής της δεκαετίας απεικονίζοντας επίσης τα εγγενή όρια της πολιτικής του “εργατικού κινήματος” στην Κίνα σήμερα. Με την ικανότητά της ως μιας απεργιακής αφήγησης, η ανάλυση είναι απαράμιλλη στην λεπτομερειακότητά της και έχει ασκήσει σε κάποιο βαθμό επιρροή μέσω της διάδοσής της σε διάφορους οργανωτικούς κύκλους στις εργοστασιακές περιοχές της Κίνας. Αντιπροσωπεύει, λοιπόν, τόσο μια ανάλυση επί τόπου όσο και ένα παράδειγμα του τύπου ανάλυσης που προάγεται από τους εργάτες ακτιβιστές της χώρας. Περιλαμβάνουμε και τον δικό μας πρόλογο στο κομμάτι αυτό, σχετίζοντας το περιεχόμενό του με τη δική μας ανάλυση του γεγονότος που περιγράφεται, και των ευρύτερων ζητημάτων που εξετάζονται και στο προηγούμενο άρθρου και την συνέντευξη.

Λαμβάνοντάς τα από κοινού, τα τρία αυτά άρθρα προσφέρουν ένα παράθυρο σε ένα δεύτερο είδος συνόρου: του πιθανού συνόρου ανάμεσα σ’ αυτόν τον κόσμο και σε οτιδήποτε ακολουθεί. Όπως και ο Du Mu, υπάρχουμε σε μια εποχή επεκτεινόμενης, μακρόσυρτης καταστροφής, γεννημένης πολύ μετά την αρχή της κρίσης αλλά δεν είμαστε ακόμα βέβαιοι για την τελική της έκβαση. Και όπως ο ποιητής, η δουλειά μας αποπειράται να δώσει σάρκα στις δικές μας υποψίες για το επερχόμενο τέλος της αυτοκρατορίας. Αναγνωρίζουμε, όμως, επίσης ότι το άκρο της αυτοκρατορίας μπορεί, στιγμιαία, να φωτιστεί καλλίτερα μέσα από την παράλειψη. Στα γραπτά μας, λοιπόν, αποπειρόμαστε όχι τόσο να κάνουμε σκληρές – και αναπόφευκτα λανθεασμένες – προβλέψεις για το άμεσο μέλλον αλλά, αντίθετα, να συλλάβουμε τον τόνο του παρόντος και να σκιαγραφήσουμε τα δομικά όρια που αυτή η στιγμή θέτει στην ιστορική αλληλουχία/cascade. Γιατί οποιαδήποτε σταθερή ημερομηνία μπει σε μια τεράστια αλληλουχία κοινωνικής και περιβαλλοντικής κατάρρευσης είναι απλά μια ακαδημαϊκή προσπάθεια να συμπιεστούν δεκαετίες φθοράς σε μια και μόνο χρονιά. Η αλήθεια είναι ότι δεν ακούμε ακόμα τους ήχους του επερχόμενου πολέμου, απλά μια ασαφή ηχώ του δυναμικού του κρυμμένου στον παράτολμο ρυθμό της μουσικής που κατεβαίνει από το παλάτι, και στον εξεγερτικό/riotous χορό μιας εποχής μεθυσμένης με ειρήνη. Αλλά βλέπουμε, επίσης, και τις ρωγμές που ανοίγουν κάτω από αυτά τα πόδια που χορεύουν, καθώς η γη αρχίζει να γκρεμίζεται.

1 Στμ. Μεταφρασμένο από εδώ: http://chuangcn.org/journal/two/editorial.

2 Στμ. Ο όρος καρστικός (που προέρχεται από τη γερμανική karst που με τη σειρά της προέρχεται από το όνομα της περιοχής Kras στη Σλοβενία) χρησιμοποιείται στη γεωλογία και αναφέρεται στη διάβρωση και αποσάθρωση πετρωμάτων από το νερό. Για παράδειγμα, καρστικοί σχηματισμοί είναι τα σπήλαια με σταλακτίτες και σταλαγμίτες.

3 Στμ. Shan shui (κυριολεκτικά: “βουνό-νερό”) αναφέρεται σε ένα στυλ παραδοσιακής κινεζικής ζωγραφικής που περιλαμβάνει ένα σκηνικό ή φυσικό τοπίο με τη χρήση βούρτσας και μελάνης αντί των μέσων πιο συμβατικών πινάκων. Βουνά, ποτάμια και συχνά καταρράκτες κυριαρχούν σ’ αυτή την μορφή τέχνης η οποία επηρέασε και το ομώνυμο είδος ποίησης Shanshui, ή “ποίησης τοπίου”.

4 Για περισσότερα σχετικά με την ακριβή φύση της ερημιτικής παράδοσης στην κινεζική λογοτεχνία, δείτε την Εισαγωγή στο άρθρο μας Red Dust, που περιλαμβάνεται στο παρόν τεύχος.

5 Στμ. Du Mu, κορυφαίος Κινέζος ποιητής στα τέλη της δυναστείας Tang. Είναι περισσότερο γνωστός για τα λυρικά και ρομαντικά τετράστιχά του.

6 Δεν έχουμε υπόψιν μια συνεπή, ποιοτική μετάφραση αυτού του ποιήματος στα Αγγλικά. Ως εκ τούτου η μετάφραση που ακολουθεί [στμ. Στα Αγγλικά] είναι δική μας (αν και πρέπει να σημειωθεί ότι δεν είμαστε επαγγελματίες στη μετάφραση αρχαίας κινεζικής ποίησης). Θα πρέπει να ληφθεί ως ένα τυχαίο κολλάζ από άμεσες μεταφράσεις και υπάρχοντα αποσπάσματα και δεν είναι σχεδιασμένη ως μια προσπάθεια να συλληφθούν οι αρχικές (μη μεταφράσιμες, πιστεύουμε) λυρικές ποιότητες των τετράστιχων, αλλά αντίθετα ως μια προσπάθεια να δωθεί έμφαση στον γλυκόπικρο τόνο που υποτείνει το νόημα του κομματιού.

7 Στμ. Chang’an: αρχαία πρωτεύσουσα περισσότερων από δέκα δυναστειών στην κινεζική ιστορία, γνωστή σήμερα ως Xi’an. Το όνομα Chang’an σημαίνει “Αιώνια Ειρήνη” στα κλασσικά κινεζικά καθώς χρησιμοποιούνταν επανηλειμμένα από νέους Κινέζους ηγεμόνες. Μετονομάστηκε προσωρινά σε “Σταθερή Ειρήνη” στη διάρκεια της σύντομης δυναστείας Xin. Στην εποχή της δυναστείας των Μινγκ, μια καινούρια οχυρωμένη πόλη με το όνομα Xi’an, που σημαίνει “Δυτική Ειρήνη”, χτίστηκε στη θέση της παλιάς πόλης, όνομα το οποίο διατηρεί μέχρι σήμερα.

8 Στμ. Στα αγγλικά: lychee, τροπικό δέντρο που φυτρώνει στις επαρχίες Guangdong και Fujian της νοτιοανατολικής Κίνας.

9 Στμ. Πόλη της σημερινής Ταϊβάν.

10 Στμ. Στο αγγλικό κείμενο: heaping.

11 Στμ. An Lushan, Κινέζος στρατηγός της εποχής της δυναστείας Τανγκ γνωστός κυρίως ως υποκινητής της ομώνυμης εξέγερσης. Με καταγωγή από την Σογδιανή και την φυλή των Göktürk, αναρριχήθηκε στην στρατιωτική προβολή υπερασπιζόμενος τα νοτιοανατολικά σύνορα της δυναστείας Tang από τους Khitans και άλλες απειλές. Προσκλήθηκε αρκετές φορές στην Chang’an, την πρωτεύουσα της δυναστείας, και κατάφερε να αποκτήσει την εύνοια του καγκελάριου Li Linfu και του Αυτοκράτορα Xuanzong. Αυτό του επέτρεψε να συγκεντρώσει σημαντική στρατιωτική ισχύ στην νοτιοανατολική Κίνα. Μετά τον θάνατο του Li Linfu, η αντιπαλότητά του με τον στρατηγό Geshu Han και τον καγκελάριο Yang Guozhong δημιούργησε στρατιωτικές εντάσεις μέσα στην αυτοκρατορία. Το 755, ο An Lushan, μετά από 8 με 9 χρόνια προετοιμασίας ξεκίνηση την ομώνυμη εξέγερση, ανακηρύσσοντας τον εαυτό του σε ηγεμόνα μιας νέας δυναστείας των Yan.

12 Στμ. Στο αγγλικό κείμενο: triangulate, αποδίδουμε τον όρο ως εντοπισμό με βάση την τεχνική σημασία του ως διαδικασίας εντοπισμού μιας τοποθεσίας μέσω του σχηματισμού τργώνων προς αυτήν από γνωστά σημεία.

13 Στμ. Cyril Lionel Robert James, γνωστός και με το συγγραφικό όνομα J. R. Johnson: ιστορικός, δημοσιογράφος, σοσιαλιστής από το Τρινιντάντ, το έργο του οποίου έχει ασκήσει μεγάλη επίδραση στο θεωρητικό, κοινωνικό και ιστοριογραφικό πλαίσιο. Θεωρείται μια πρωτοπόρα και με επιρροή φωνή στη μετα-αποικιοκρατική βιβλιογραφία. Ακάματος πολιτικός ακτιβιστής, ο James είναι ο συγγραφέας του έργου Παγκόσμια Επανάσταση (1937) που εξιστορεί την ιστορία της Κομμουνιστικής Διεθνούς και προκάλεσε σημαντικές αντιπαραθέσεις στους τροτσκιστικούς κύκλους. Το 1938 έγραψε τα έργα Haitian Revolution και Οι Μαύροι Ιακωβίνοι. Δείτε σχετικά και το: “Μαύροι ξεβράκωτοι και φιλόδοξα ανδρείκελα” στο ιστολόγιό μας: https://inmediasres.espivblogs.net/blacksansculotes.

14 Stanley Lubman, “China’s State Capitalism: the Real World Implications,” The Wall Street Journal, 1η Μαρτίου 2012, https://blogs.wsj.com/chinarealtime/2012/03/01/chinas-state-capitalism-the-real-world-implications.

15 Έχουμε απαντήσει σε έναν αριθμό τέτοιων παρανοήσεων σ’ αυτό το τεύχος του περιοδικού, καθώς και αλλού στο ιστολόγιό μας. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι το άρθρο μαςScenarios of the Coming Crisis”, 22 Ιουνίου 2016, διαθέσιμο στο: http://chuangcn.org/2016/06/scenarios-of-the-coming-crisis.

16 Ο όροςυλική κοινότητα του κεφαλαίουχρησιμοποιήθηκε πθο συστηματικά από τον Jacques Camatte, εκδότη του περιοδικού των αριστερών κομμουνιστών Invariance. Αρχικά μέλος του International Communist Party και ακόλουθος του Amadeo Bordiga, ηγέτη του Ιταλικού Κομμουνισικού Κόμματος στις αρχές του, ο Camatte έγραψε εκτενώς στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και στις αρχές αυτής του 1970 σχετικά με τα τότε πρόσφατα ανακαλυφθέντα γραπτά του Μαρξ. Λίγο αργότερα, όμως, ο Camatte ήρθε σε ρήξη με τον μαρξισμό, διατυπώνοντας μια σειρά θεωρητικών θέσεων που επηρέασαν αργότερα διάφορες αναρχο-πριμιτιβιστικές τάσεις. Για περισσότερα σχετικά με μερικές από τις αντιπαραθέσεις που προέκυψαν από την ευρωπαϊκή υπεραριστερά, δείτε το Endnotes, τεύχος 1. Για μια επισκόπηση του έργου του Καμμάτε συγκεκριμένα, δείτε: Chamsy el-Ojeili, “’Communism…is the affirmation of a new community’: Notes on Jacques Camatte”, Capital & Class, Volume 38, Issue 2, 2014. σσ. 345 – 364.

17 Στμ. Στο πρωτότυπο rust belts, πιθανή αναφορα στην περιβόητη Red Rust Belt, την πάλαι ποτέ και τώρα παρηκμασμένη καρδιά της βαριάς βιομηχανίας των ΗΠΑ.

18 Αυτό το είδος αφαίρεσης είναι “πραγματικό” σε αντίθεση με το “ιδεατό” επειδή δεν λαμβάνει χώρα στα μυαλά των συμμετεχόντων. Παράγεται από τις ενέργειές τους – δεν είναι σε καμμιά απολύτως περίπτωση ζήτημα φαντασίας – αλλά, παρ’ όλα αυτά, παράγει ένα συνακόλουθο αποτέλεσμα αφαίρεσης, τέτοιο όπως η ικανότητα εξίσωσης μη συμμετρούμενων εμπορευμάτων με ένα καθολικό μέτρο, το χρήμα, που το ίδιο ενσωματώνει κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας αφαιρούμενο μέσω των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και την συμπλήρωση του εμπορευματικού κυκλώματος στην ανταλλαγή. Όλα αυτά προφανω γεννούν παράγωγες μορφές “εννοιολογικής αφαίρεσης”, που διαμορφώνουν την αντίληψη της οικονομικής πραγματικότητας, αλλά που είναι πλήρως εξαρτημένα και με κανέναν τρόπο αναγκαία για την συνέχιση της λειτουργίας της πραγματικής αφαίρεσης. Σήμερα υπάρχει ένα φάσμα χρήσεων του όρου “πραγματική αφαίρεση”. Με την πιο αυστηρή έννοια, όπως επιχειρηματολογήθηκε αρχικά από τον Alfred Sohn-Rethel, εφαρμόζεται μόνο στη διαδικασία ανταλλαγής. Αλλά είναι επίσης εύλογο να ισχυριστούμε ότι η ανταλλαξιμότητα δρα ως η βάση για μια ολόκληρη σειρά δευτερευόντων πραγματικών αφαιρέσεων που τελικά ριζώνονται σ’ αυτή τη διαδικασία. Είναι σ’ αυτό το δευτερεύον επίπεδο που πραγματική αφαίρεση δρα ως ένα υλικό υπόστρωμα που θέτει συνθήκες στη λογική της ιδεολογίας.

19 Στμ. Αυτή είναι η θεμελιώδης αντίφαση του κεφαλαίου, στην πραγματικότητα είναι ο πυρήνας της ανάλυσης για τους πλεονάζοντες πληθυσμούς αρκετών εκφράσεων του ρεύματος της κομμουνιστικοποίησης. Με τα λόγια του Μαρξ: “Το ίδιο το κεφάλαιο είναι η κινούμενη αντίφαση: προσπαθεί να περιορίσει τον χρόνο εργασίας στο ελάχιστο, ενώ από την άλλη μεριά τοποθετεί τον χρόνο εργασίας σαν μοναδικό μέτρο και πηγή του πλούτου”. Μαρξ, Κ. (1990α). Grundrisse, Βασικές Γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, Τόμος Β’. Αθήνα: Στοχαστής, σελ. 539.

20 Στμ. Δηλαδή να γίνουν κατάλληλες ζώνες συσσώρευσης.

21 Στμ. Ουιγούροι: τουρκογενής εθνική ομάδα που ζει στην Ανατολική και Κεντρική Ασία. Σήμερα, οι Ουιγούροι ζουν κυρίως στην αυτόνομη επαρχία της Σιντσιάνγκ (Xinjiang) (αναφέρεται και ως ανατολικό Τουρκιστάν) στην Κίνα και ιδιαίτερα (σε ποσοστό 80%) στο νοτιοδυτικό τμήμα της επαρχίας, το λεκανοπέδιο Ταρίμ. Από το 2014, οι Ουιγούροι στην Σιντσιάνγκ έχουν υποστεί εκτεταμένο έλεγχο και περιορισμούς όσον αφορά τη θρησκευτική, πολιτιστική και κοινωνική ζωή τους ενώ από το 2016, ένας αριθμός Ουιγούρων, που εκτιμάται πάνω από ένα εκατομμύριο, κρατούνται σε στρατόπεδα “αναμόρφωσης” στην Σιντσιάνγκ, που δημιουργήθηκαν από την κυβέρνηση του Σι Τζινπίνγκ. Οι έγκλειστοι κρατούνται διαρκώς για ένα ελάχιστο 12 μηνών ανάλογα με την επίδοσή τους στα τεστ κινεζικής ιδεολογίας. Παρά τις διαμαρτυρίες διαφόρων οργανώσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα, ακόμα και σήμερα 1 στους 10 Ουιγούρους πιστεύεται ότι κρατείται στα στρατόπεδα αυτά “αναμόρφωσης”.

22 Στμ. Ζευγάρι Κινέζων ακτιβιστών που για πολλά χρόνια δημοσίευαν καθημερινά στο διαδίκτυο, με τον τίτλο “No News”, στοιχεία για αγώνες και διαμαρτυρίες στην Κίνα οι οποίες ήταν αόρατες από τα καθεστωτικά μέσα. Συνελλήφθησαν τον Ιούνιο του 2016 με τις κατηγορίες της “πρόκλησης ταραχών”. Ένα χρόνο αργότερα ο Ly Yuyu καταδικάστηκε σε φυλάκιση 4 ετών, Το ζευγάρι βραβεύτηκε το 2016 με το βραβείο της οργάνωσης “Ρεπόρτερ χωρίς Σύνορα” για τη δημοσιογραφία από πολίτες.

Εφιάλτης στην Downing Street

του Gabriel Levy1

το κείμενο σε pdf

“Ο Μπόρις Τζόνσον μπορεί να γίνει πιο ακραίος καθώς τα προβλήματά του συσσωρεύονται. Τώρα έχει μια κοινοβουλευτική πλεοψηφία, αλλά τα θεμελιώδη προβλήματα με τη στρατηγική του για το Brexit – από τη σκοπιά του κεφαλαίου – εξακολουθούν να παραμένουν: ο βοράς της Ιρλανδίας η Σκωτία, η οικονομία”.

 

Μέχρι που είδα το exit poll από τις κοινοβουλευτικές εκλογές στο Ηνωμένο Βασίλειο το απόγευμα της Πέμπτης, διατηρούσα μια ελπίδα ότι θα υπήρχε ένα κοινοβούλιο χωρίς πλειοψηφία, που είτε θα οδηγούσε τον Μπόρις Τζόνσον να “σπαρταρά” πάλι κάτω από μια πλειοψηφία της αντιπολίτευσης είτε θα οδηγούσε σε έναν συνασπισμό υπό τους Εργατικούς είτε σε μια κυβέρνηση μειοψηφίας.

Δεν ήμουνα ο μόνος. Οι δημοσκοπήσεις ήταν πολύ οριακές και εκατομμύρια άνθρωποι έδιναν, τουλάχιστον, την εντύπωση ότι ήταν αναποφάσιστοι μέχρι την τελευταία στιγμή.

Αυτό δεν συνέβη. Υποστήκαμε μια ήττα. Εδώ είναι μερικές σκέψεις σχετικά μ’ αυτήν.

1. Ο ξενοφοβικός λαϊκισμός του Μπόρις Τζόνσον δούλεψε

Προφανώς υπήρχαν πολλοί λόγοι που οι ψηφοφόροι από την εργατική τάξη είτε ψήφισαν υπέρ των Τόρις είτε δεν πήγαν να ψηφίσουν Εργατικούς. Αλλά είναι εξίσου καθαρό ότι εν μέσω φόβου και απόγνωσης, που έχουν προκαλέσει τα χρόνια των πολιτικών λιτότητας, τα στάνταρ του βιωτικού επιπέδου που διαρκώς χειροτερεύουν και η ανεργία, η δαιμονοποίηση από τους Τόρις των “ξένων” (από την ηπειρωτική Ευρώπη, μετανάστες, Μουσουλμάνοι κοκ.) είχε μια απήχηση. Ας μην προσπαθήσουμε να προσποιηθούμε κάτι άλλο.

Το σύνθημα “Get Brexit Done” (“Πραγματοποιήστε το Brexit”) ήταν το τελευταίο σε μια σειρά που δεν περιλαμβάνει μόνο το “Take Back Control” (“Να πάρουμε πίσω τον έλεγχο”) αλλά και το “Lock Her Up2 (“Κλειδώστε την”) του Ντόναλντ Τραμπ και το “Build That Wall” (“Χτίστε το Τείχος”).

Τρεις μέρες πριν τις εκλογές, ο Τζόνσον επέστρεψε στην καρδιά του μηνύματός του για το Brexit, παραπονούμενος ότι οι υπήκοοι των άλλων χωρών της ΕΕ “μεταχειρίζονται βασικά το ΗΒ σαν να είναι μέρος της δικής τους χώρας”· ότι δεν υπήρχε “απολύτως κανένας έλεγχος” πάνω σ’ αυτό το αίσχος.

Νομίζω ότι μέρος της πολιτικής επιτυχίας του Τζόνσον έγκειτο στην σύνδεση του “Get Brexit Done” με την αντίληψη ότι το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος ήταν η “βούληση του λαού”. Φίλοι οι οποίοι ψηφοθηρούσαν υπέρ των Εργατικών έλεγαν πώς υποστηρικτές της παραμονής στην ΕΕ [Remainers] έλεγαν ότι – αν και ήταν πολύ λυπημένοι και ανησυχούσαν στην σκέψη ενός ΗΒ που εγκαταλείπει την Ευρώπη – πίστευαν ότι ένα δεύτερο δημοψήφισμα θα ήταν κάπως αντιδημοκρατικό.

Αυτοί οι φίλοι ανέφεραν επίσης μια κόπωση με το “όλο πράγμα του Brexit” – αντανακλώντας, και πάλι, την επιτυχία της ισχυρής εκστρατείας της δεξιάς και των ΜΜΕ που παρουσίαζαν το Brexit σαν ένα απλό καθήκον, που ματαιωνόταν από ένα αποκρουστικό Κοινοβούλιο. “Το Κοινοβούλιο εναντίον του λαού”.

2. Ο Τζόνσον μπορεί να γίνει πιο ακραίος καθώς συσσωρεύονται τα προβλήματά του

Δεν με πείθει το επιχείρημα ότι τώρα που ο Τζόνσον έχει μια μεγάλη πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο μπορεί να χαλαρώσει τους δεσμούς του με τη δεξιά πτέρυγα (European Research Group, κλπ.), και να αποκαλυφθεί ως ένα φιλελεύθερος, για-όλο-το-έθνος Τόρις.

Καταρχάς, δεν είναι ένας πολιτικός αρχών ή ιδεολογίας. Συγκρίνετέ τον με την Μάργκαρετ Θάτσερ, την τελευταίο πρωθυπουργό των Τόρυδων που μετατόπισε με θεμελιώδη τρόπο την πολιτική κατάσταση στο ΗΒ. Αυτή πίστευε σε πράγματα: την ανάγκη να συντριβούν τα συνδικάτα· τη νεοφιλελεύθερη οικονομία· ότι “δεν υπάρχει κάτι τέτοιο όπως η κοινωνία”. Αυτές οι πεποιθήσεις υποκινούσαν τις πράξεις της.

Ο Τζόνσον δεν είναι το ίδιο. Όποια φιλελεύθερα πράγματα μπορεί να είπε ως δήμαρχος του Λονδίνου, μετά την εκστρατεία του δημοψηφίσματος για το Brexit η ατζέντα του καθορίζεται από τον Dominic Cummings, το ERG και την ακροδεξιά. Στον βαθμό που έχει μια ιδεολογία, αυτή διαμορφώνεται από αυτή την Αγγλική εθνικιστική πτέρυγα του Συντηρητισμού. Και δεν είναι ότι ο Τζόνσον έχει οποιοδήποτε πρόβλημα να αγκαλιάσει αυτή την ιδεολογία: όλοι έχουμε ακούσει τις ατάκες του που φανερώνουν ρατσισμό, Ισλαμοφοβία και περιφρόνηση για την εργατική τάξη.

Επιπλέον, επειδή ο Τζόνσον έχει τώρα μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία, τα θεμελιώδη προβλήματα με την στρατηγική του για το Brexit – από τη σκοπιά του κεφαλαίου – εξακολουθούν να παραμένουν.

Πρώτον, ο βοράς της Ιρλανδίας. Η κύρια τροπολογία που εισήγαγε ο Τζόνσον στην συμφωνία για το Brexit με την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ένα τελωνειακό σύνορο ανάμεσα στη Βόρεια Ιρλανδία και το υπόλοιπο του ΗΒ, που η Τερέζα Μέι δεν αποδεχόταν. Όταν ο Τζόνσον λέει ότι δεν θα υπάρχουν έλεγχοι, λέει και πάλι ψέμματα.

Οι έξι κομητείες – όπου το τοπικό κοινοβούλιο3 είναι κλειστό εδώ και σχεδόν τρία χρόνια, και στις οποίες τα φιλο-ΕΕ κόμματα πήραν σχεδόν διπλάσιες ψήφους από τους Δημοκράτες Ενωσιακούς4 την τελευταία εβδομάδα, και όπου το εμπόριο με τον νότο ανθίζει – ξεγλιστράνε από τον έλεγχο της Βρετανίας, Για όλους εμάς που είμαστε αντίθετοι με την αυτοκρατορική κληρονομιά της Βρετανίας αυτά είναι καλά νέα. Αλλά δεν έχουμε δει ακόμα πώς θα αντιμετωπίσει το κόμμα των Τόρυδων την αυξανόμενη απειλή της ιρλανδικής ενότητας.

Δεύτερον, η Σκωτία. Οι Τόρυδες κατέστησαν σαφές το Σαββατοκύριακο ότι δεν θα συναινούσαν στην απαίτηση των Σκωτσέζων εθνικιστών για ένα δεύτερο δημοψήφισμα. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Υποθέτοντας ότι το ΗΒ εγκαταλείπει την ΕΕ στις 31 Ιανουαρίου, ο λαός της Σκωτίας θα βρεθεί να κουβαλά το οικονομικό βάρος μιας πολιτικής με την οποία δεν έχουν συμφωνήσει.

Θα κινηθούν προς ένα κίνημα ανεξαρτησίας κατά το παράδειγμα της Καταλωνίας; Θα υπάρξει οργάνωση πάνω σε ταξικές γραμμές; Ο χρόνος θα δείξει. Όπως και να εξελιχθούν τα πράγματα, αυτό θα αποτελέσει μια μείζονα πρόκληση για την κυβέρνηση.

Τρίτον, η οικονομία. Ο Michael Gove λέει ότι θα γίνει διαπραγμάτευση για μια εμπορική συμφωνία με την ΕΕ μέχρι το τέλος του 2020. Α, ώστε έτσι; Μέσα σε λίγες ώρες από το εκλογικό αποτέλεσμα της Πέμπτης, ο Γάλλος πρόεδρος Εμμανουέλ Μακρόν είπε ότι “μια πολύ φιλόδοξη συμφωνία” θα απαιτούσε και μια “πολύ φιλόδοξη κανονιστική σύγκλιση” – το αντίθετο από αυτό που θέλουν ο Johnson και ο Gove. Η Άγκελα Μέρκελ, η Γερμανίδα καγκελάριος, είπε ότι το ΗΒ θα είναι “ένας ανταγωνιστής στην πόρτα μας, τώρα που δεν είναι πλέον ενσωματωμένο στην εσωτερική αγορά”.

Καθώς ο Τζόνσον προεδρεύει σε ένα ΗΒ σε πτωτική πορεία, αντιμέτωπο με επιθετικούς καπιταλιστές ανταγωνιστές και μια οικονομία που χτυπιέται άγρια από το Brexit – και δεμένη με τα δεσμά των ίδιων των υποσχέσεών του για δαπάνες – ο ίδιος θα επιτεθεί [lash out].

Η πρόκληση είναι η οργάνωση και οικοδόμηση κινημάτων που θα μπορέσουν να αντισταθούν και να απαντήσουν αποτελεσματικά.

3. Οι αιτίες της ήττας των Εργατικών πάνε δεκαετίες πίσω

Φυσικά, οι άμεσες αιτίες της εκλογικής ήττας των Εργατικών συμπεριελάμβαναν το πολιτικό αδιέξοδο του Brexit. Ακόμα κι έτσι, η μεγάλη αποτυχία των Εργατικών, κατά την άποψή μου, δεν είναι η φετινή χρονιά αλλά η διετία 2016-2017.

Οι Εργατικοί δεν αμφισβήτησαν τη βάση του δημοψηφίσματος του Ιουνίου του 2016· δεν επέμειναν ότι είχε έναν συμβουλευτικό μόνο ρόλο· και “δεσμεύτηκαν να σεβαστούν το αποτέλεσμα” χωρίς να τονίσουν τις συνέπειες. Τον Φεβρουάριο του 2017, τα τρία τέταρτα του κοινοβουλευτικού Εργατικού Κόμματος ψήφισαν για την ενεργοποίηση του Άρθρου 505, προσυπογράφοντας έτσι πχ. την ιδέα ότι το ζήτημα των συνόρων με την Ιρλανδία θα εηαφανιζόταν ως διά μαγείας.

Οι περισσότεροι βουλευτές του Εργατικού Κόμματος συντάχθηκαν λοιπόν με τους Τόρυδες στην συνθηκολόγηση με τον μύθο του Nigel Farage ότι το δημοψήφισμα ήταν “η θέληση του λαού”. Δεν άφησαν περιθώριο στους εαυτούς τους να προτείνουν μια αντιστροφή της διαδικασίας. Η άποψή μου δεν είναι ότι οι Εργατικοί θα έπρεπε να αγνοήσουν το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, αλλά ότι αποδεχόμενοι, καταρχάς, ότι το τόσο πολύπλοκο ζήτημα της σχέσης του ΗΒ με την Ευρώπη θα μπορούσε να λυθεί με αυτό – που, όπως έχουμε δει, δεν μπορούσε – επέτρεψαν στην σταυροφορία αυτή της “θέλησης του λαού” να αποκτήσει ορμή [gather steam].

Από τη στιγμή που οι Εργατικοί εγκλωβίστηκαν στην τρέλα του Φεύγουμε/Μένουμε, ήταν πια πολύ αργά. Έχοντας αποδεχτεί τη γελοία λογική του δημοψηφίσματος, η μόνη διέξοδος από αυτό το μπέρδεμα των Μέι/Τζόνσον που θα μπορούσαν να προτείνουν ήταν…ένα άλλο δημοψήφισμα.

Αλλά μια πολύ πιο σημαντική αιτία της ήττας των Εργατικών – η αποσύνδεση των Εργατικών από τη βάση των ψηφοφόρων τους στην εργατική τάξη και η παρακμή των οργανώσεων μέσα από τις οποίες αυτή η σύνδεση διαμεσολαβούνταν – ξεδιπλώθηκε σε πολύ μεγαλύτερες χρονικές κλίμακες.

Οι ηχηρές εκλογικές νίκες των Εργατικών το 1945 και το 1964 χτίστηκαν πάνω σε δεκαετίες οργάνωσης στους χώρους δουλειάς και στις κοινότητες. Στις περιοχές της εργατικής τάξης, το Εργατικό Κόμμα ήταν στενά συνδεδεμένο με τα συνδικάτα, συλλόγους, ενώσεις ενοικιαστών· εμπλεκόταν σε ένα ευρύ φάσμα πολιτικής και κοινοτικής δραστηριότητας.

Καθώς ο θατσερισμός επιτέθηκε άγρια στην εργατική τάξη τη δεκαετία του 1980, οι δεσμοί αυτοί εξασθένησαν, Οι σχέσεις άλλαξαν. Το εργατικό κίνημα πέρασε σε παρακμή· η σοσιαλδημοκρατία σαν μια μορφή κοινωνικού ελέγχου παρήκμασε. Στη δεκαετία του 1990, ο Μπλερισμός μετέτρεψε το Εργατικό Κόμμα σε έναν εκλογικό μηχανισμό όλο και πιο απόμακρο από αυτή τη βάση. Όπως έγραψε και ο Aditya Chakrabortty σ’ αυτό το εμβριθές άρθρο το Σαββατοκύριακο:

Παράθεση:

Ενώ οι μεγαλόσχημοι του κόμματος έβαλαν το εκτόπισμά τους, οι ανθρακωρύχοι και οι εργοστασιακοί εργάτες, οι εργάτες της χαλυβουργίας και οι εργάτες στα ναυπηγέια εξαφανίστηκαν. Μαζί τους έξαφανίστηκε και η κουλτούρα του Εργατικού Κόμματος: οι επιθετικοί επόπτες των συνδικάτων6, οι αυτοοργανωμένες ενώσεις, οι περισσότερες από τις τοπικές εφημερίδες.

 

O κυνισμός απέναντι στους πολιτικούς γενικά, και τους πολιτικούς των Εργατικών πιο συγκεκριμένα, ενισχύθηκε στις περιοχές της εργατικής τάξης που εγκαταλείφθηκαν από τον Μπλερ και οι οποίες, στη συνέχεια, λεηλατήθηκαν από την οικονομική κρίση του 2008-2009.

Πήρε χρόνο για να “περάσει” αυτή η διαδικασία στα εκλογικά αποτελέσματα. Πρώτα ήρθε η Σκωτία. Στο δημοψήφισμα του 2014 για την ανεξαρτησία, οι Εργατικοί κάλεσαν σε ψήφο υπέρ της Ένωσης. Στις γενικές εκλογές του 2015, το Εργατικό Κόμμα σαρώθηκε από τη Σκωτία: οι Σκωτσέζοι Εθνικιστές πήραν 56 έδρες, σε σύγκριση με τις έξι του 2010 – και μετατράπηκαν από τους “Tartan Tories”, που όλοι τους θεωρούσαν, σε κάποιο είδος σοσιαλδημοκρατών εθνικιστών.

Αυτή η μετατόπιση, που ήρθε πριν από το δημοψήφισμα του 2016 για το Brexit, έκανε σχεδόν αδύνατο για τους Εργατικούς να κερδίσουν μια απόλυτη πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο.

Στον βορρά της Αγγλίας, δεν υπάρχει κόμμα που να μπορεί να εκτοπίσει τους Εργατικούς όπως έκανε το S7NP. Αυτές οι ψήφοι που πήγαν στους Τόρυδες αυτή τη φορά περιμένουν εκεί να τις διεκδικήσει κάποιος στο μέλλον.

4. Δεν έχει να κάνει με τον Jeremy Corbyn

Φίλοι που έκαναν προεκλογικό αγώνα για τους Εργατικούς – και που ήταν στο πλευρό του Corbyn εναντίον της δεξιάς πτέρυγας των Εργατικών – είπαν ότι οι ψηφοφόροι δεν πείστηκαν από αυτόν. Ο κόσμος “δεν τον είδε ως έναν ισχυρό ηγέτη”· η θέση του σχετικά με το Brexit μπέρδεψε τον κόσμο· “δεν τον εμπιστεύτηκαν”.

Για να το ξεκαθαρίσουμε αυτό, ίσως αξίζει να διαχωρίσουμε τον πραγματικό Jeremy Corbyn από το τέρας “Jeremy Corbyn” που δημιούργησε η δεξιά πτέρυγα των Εργατικών και τα ΜΜΕ. Ο πραγματικός Jeremy Corbyn, όπως όλοι μας, είναι πολύπλοκος: ένας αριστεριστής με αρχές, που αγωνίστηκε ενάντια στο ρεύμα για δεκαετίες, αγκαλιάζοντας σκοπούς ενάντια στον ρατσισμό και υπέρ της κοινωνικής δικαιοσύνης πολύ πριν αυτού γίνουν δημοφιλείς και ο οποίος, επίσης, όπως και αρκετοί άλλοι από τη γενιά του, επηρεάστηκαν έντονα από τον Σταλινισμό και πιθανόν, ως αποτέλεσμα αυτού, υιοθέτησαν απόψεις πχ. σχετικά με τη Συρία τις οποίες βρίσκω απεχθείς.

Ήταν, επίσης, πάντα σε μια πολύ μικρή μειοψηφία στην κοινοβουλευτική ομάδα των Εργατικών. Τα περιθώρια ελιγμών που είχε ήταν πάντα πολύ περιορισμένα – και υποθέτω ότι: (1) η κριτική από την αριστερή πτέρυγα των Εργατικών για το τι “έπρεπε να είχε κάνει” (που συνήθως σημαίνει την στροφή στη συγκεκριμένη πολιτική αυτού που ασκεί την κριτική) θα ενταθεί τώρα, και (2) μεγάλο μέρος αυτής της κριτικής θα χάσει την ουσία. Από την άλλη πλευρά, το τέρας “Jeremy Corbyn”, που δημιουργήθηκε από τη δεξιά πτέρυγα των Εργατικών και τα ΜΜΕ, έκανε τη δουλειά του, με ένα χωρίς προηγούμενο κυνήγι μαγισσών για μια μεγάλη χρονική περίοδο.

Όταν ψηφοφόροι μου είπαν ότι δεν εμπιστεύονται τον Corbyn, ή ότι δεν μπορούν να τον καταλάβουν, επρόκειτο γι’ αυτό το τέρας που μιλούσαν ή τον πραγματικό Corbyn; Το τέρας ήταν εκεί. Αλλά εκεί ήταν και ο πραγματικός Corbyn, πιστεύω, ιδιαίτερα επειδή ερμήνευε αυτό το “καινούριο είδος πολιτικής του” ως κάτι που όχι μόνο απέφευγε την προσωπική κακομεταχείριση αλλά επίσης (προφανώς) απέφευγε και τις πολλές ευθείες επιθέσεις στους Τόρυδες πολιτικούς, οι οποίοι, βέβαια, τις άξιζαν. Στην τηλεόραση φάνηκε σαν έναν ηλικιωμένος που θα έπρεπε καλλίτερα να ήταν στον “κλήρο” του, γιατί αυτό είναι μέρος αυτού που ο ίδιος ήταν.

Τι να κάνουμε, λοιπόν, τώρα; Ένα πράγμα είναι ξεδιαλέξουμε από αυτό το “καινούριο είδος πολιτικής”, που ήταν τόσο ελπιδοφόρο και έφερε, τα τελευταία πέντε χρόνια, στο Εργατικό Κόμμα τόσες χιλιάδες νέους, και κάποιους όχι τόσο νέους, ανθρώπους.

Κατά παράδοξο τρόπο, μερικά από τα πράγματα που έκαναν στα μάτια των δεξιών του Εργατικού Κόμματος τον Corbyn ένα ”παθητικό” – η άρνησή του για προεδρικού τύπου ψέμματα και προσέλκυση της προσοχής, η ικανότητά του (τόσο ασυνήθιστη μεταξύ πολιτικών) να λέει μια πρόταση σαν να την εννοεί – είναι αυτά που τον έκαναν δημοφιλή ανάμεσα στα νεαρά μέλη των Εργατικών καταρχήν. Το να είναι κανείς “εκλέξιμος” δεν είναι πάντα το ίδιο με το να κάνει αυτά που πρέπει για την οικοδόμηση ενός κινήματος. Αλλά η εμπιστοσύνη, πιστεύω, είναι κάτι διαφορετικό: ως κίνημα, δεν έχουμε τίποτα χωρίς την εμπιστοσύνη των κοινοτήτων στις οποίες ζούμε.

Ας ξανασκεφτούμε αυτό το “καινούριο είδος πολιτικής”, ας κρατήσουμε την ανθρωπιά, την σύνδεση με τα κοινωνικά κινήματα, τις ριζοσπαστικές κοινωνικές και περιβαλλοντικές πολιτικές και ας απορρίψουμε ό,τι απέτυχε – πολλά από τα οποία, υποψιάζομαι, μπορεί να έχουν να κάνουμε περισσότερο με την κοινοβουλευτική ομάδα του Εργατικού Κόμματος συνολικά.

Αυτό, για μένα, δεν αφορά μόνο το Εργατικό Κόμμα (του οποίου δεν είμαι μέλος). Αν και οι εκλογές μπορεί να είναι σημαντικές – και αυτές οι τελευταίες είχαν την αίσθηση ότι είναι πολύ σημαντικές – είναι μόνο ένας από τους τρόπους με τους οποίους αλλάζει ο κόσμος. Η ανάπτυξη των κοινωνικών κινημάτων, η συνένωση των δράσεων για το κλίμα με αυτές για την κοινωνική δικαιοσύνη, η διαμόρφωση του διεθνισμού στην πράξη, η ανάδυση νέων μορφών εργατικής οργάνωσης – επειδή εκείνες οι παλιές μορφές με τις οποίες οι Εργατικού συνήθιζαν να συνδέονται πρέπει να ξεπεραστούν, όχι να επαναληφθούν – όλα αυτά είναι πολύ σηματικά.

GL, 16 Δεκεμβρίου 2019

1 Στμ. Μεταφρασμένο από εδώ: https://libcom.org/news/nightmare-downing-street-16122019.

2 Στμ. Σύνθημα των οπαδών του Τραμπ κατά της Χίλαρυ Κλίντον στην εκστρατεία για τις προεδρικές εκλογές το 2016.

3 Στμ. Στο πρωτότυπο: devolved parliament. Devolution ονομάζεται η εκχώρηση αρμοδιοτήτων και εξουσιών από την κεντρική κυβέρνηση ενός κυρίαρχου κράτους σε ένα υπο-εθνικό επίπεδο, για παράδειγμα περιφερειακό ή τοπικό. Αυτό σημαίνει ότι οι τοπικές περιοχές αποκτούν έναν μεγαλύτερο βαθμό αυτονομίας χωρίς όμως την ομοσπονδιοποίηση του κράτους. Είναι ο τρόπος που στο Ηνωμένο Βασίλειο η κεντρική κυβέρνηση έχει επιλέξει για την παραχώρηση σχετικής αυτονομίας στα συνιστώντα μέρη του Ηνωμένου Βασιλείου πλην της Αγγλίας, δηλαδή τη Σκωτία, την Ουαλία και τη Βόρεια Ιρλανδία, ενώ αυτό το καθεστώς έχει θεσπιστεί και για το Λονδίνο.

4 Στμ. Democratic Unionists: Το Δημοκρατικό Ενωτικό Κόμμα (Democratic Unionist Party) είναι το μεγαλύτερο πολιτικό κόμμα στη Βόρεια Ιρλανδία και μαζί με το Ενωτικό Κόμμα του Άλστερ, είναι τα δύο μεγαλύτερα κόμματα της Ιρλανδίας που τάσσονται υπέρ της παραμονής της Βόρειας Ιρλανδίας στο Ηνωμένο Βασίλειο.

5 Στμ. Αναφέρεται στο Άρθρο 50 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης που θεσπίστηκε με τη Συνθήκη της Λισσαβόνας την 1η Δεκεμβρίου του 2009 και με το οποίο εισήχθη για πρώτη φορά μια διαδικασία για την εκούσια αποχώρηση ενός κράτους-μέλους από την ΕΕ. Η κυβέρνηση του ΗΒ, υπό την Τερέζα Μέι, επικαλέστηκε το Άρθρο 50 στις 29 Μαρτίου 2017 ώστε να ξεκινήσει και τυπικά η διαδικασία του Brexit.

6 Στμ. Στο πρωτότυπο: bolshy (από το bolshevik) union stewards.

7 Στμ. SNP, Σκωτσέζικο Εθνικό Κόμμα (Scottish National Party), εθνικιστικό, σοσιαλδημοκρατικό κόμμα στη Σκωτία που υποστηρίζει την ανεξαρτησία της Σκωτίας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με βάση τις πρόσφατες εκλογές του Δεκεμβρίου στο ΗΒ αποτελεί την τρίτη πολιτική δύναμη στο ΗΒ (και πρώτη στη Σκωτία) πίσω από το κόμμα των Συντηρητικών και τους Εργατικούς.

Οι χρήσεις της Καταστροφής

Out of the Woods1,2

το κείμενο σε pdf

 

Η κλιματική αλλαγή είναι εδώ. Στο μέσο της καταιγίδας μια ευκαιρία αναδύεται να έρθουμε σε ρήξη με τον καπιταλισμό και τη φαύλη ανισότητά του. Ας την αρπάξουμε όσο έχουμε τη δυνατότητα. Οι εναλλακτικές είναι αδιανόητες.

Ποιο είναι αυτό το συναίσθημα που ξεφυτρώνει στη διάρκεια τέτοιων καταστροφών;” ρωτά η Rebecca Solnit3 στο βιβλίο της, γραμμένο το 2009, A Paradise Built in Hell. Εξετάζοντας τις ανθρώπινες αντιδράσεις σε σεισμούς, πυρκαγιές, τρομοκρατικές επιθέσεις και τυφώνες στη διάρκεια του τελευταίου αιώνα, η Solnit ισχυρίζεται ότι η κοινά αποδεκτή ιδέα ότι οι καταστροφές αποκαλύπτουν τις χειρότερες πλευρές στην ανθρώπινη φύση είναι εσφαλμένη. Δείχνει, αντίθετα, πώς μπορούμε να δούμε σε πολλά τέτοια γεγονότα “ένα συναίσθημα βαρύτερο από την ευτυχία αλλά βαθιά θετικό”, μια ελπίδα με σκοπό και αποφασιστικότητα που γαλβανίζει αυτό που αποκαλεί “κοινότητες καταστροφών”. Όταν η κυρίαρχη κοινωνική τάξη αποτυγχάνει προσωρινά, ένα πλήθος “εξαιρετικών κοινοτήτων”, συγκροτημένων μέσα από την συλλογικότητα και την αλληλοβοήθεια, ξεφυτρώνουν ως απάντηση (τα παραδείγματα της Solnit περιλαμβάνουν τον Τυφώνα Κατρίνα, την 11η Σεπτεμβρίου και τον σεισμό στην Πόλη του Μεξικού το 1985). Για κάποιες φευγαλέες στιγμές, ξεχνάμε τις κοινωνικές μας διαφορές και βοηθάμε ο ένας την άλλη. Δυστυχώς, όταν η καταστροφή έχει περάσει, αυτές οι κοινότητες υποχωρούν. Με τους όρους του βιβλίου A Paradise, το “μεγάλο σύγχρονο καθήκον”, με το οποίο είμαστε αντιμέτωποι, είναι η αποτροπή αυτής της υποχώρησης, “η ανάκτηση αυτής της εγγύτητας και του σκοπού χωρίς κρίση ή πίεση”. Δεδομένης της συμφοράς του υπερθερμαινόμενου πλανήτη μας, αυτό το καθήκον γίνεται όλο και πιο επιτακτικό. Πώς θα ξηλώσουμε τις κοινωνικές τάξεις που κάνουν τις καταστροφές τόσο καταστροφικές, κάνοντας, την ίδια στιγμή, συνηθισμένη την εξαιρετική συμπεριφορά που εκμαιεύουν;

Το επιχείρημα της Solnit ακούγεται αληθινό ακόμα κι αν κάποιος είναι λιγότερο αισιόδοξος απ’ ό,τι είναι η ίδια σχετικά με την εγγενή αξία της κοινότητας. Στις κολάσεις του παρόντος, βρίσκουμε τα εργαλεία να χτίσουμε άλλους κόσμους, καθώς και βασανιστικές εκλάμψεις κάποιου πράγματος που συχνά σκεφτόμασταν ως αδύνατο. Αυτό δεν είναι λόγος για πανηγυρισμούς, ούτε καν για αισιοδοξία. Είναι, όμως, ένας λόγος για ελπίδα.

Για να πραγματοποιηθεί, όμως, αυτή η ελπίδα πρέπει να πάμε πέρα από την εμπειρική εστίαση της Solnit στο τι συμβαίνει ως απάντηση σε συγκεκριμένα καταστροφικά γεγονότα και να συλλάβουμε τον χαρακτήρα της καπιταλιστικής καταστροφής. Αυτή δεν είναι απλά μια σειρά από τονισμένες ημερομηνίες και ονόματα τοποθεσιών – Katrina, Harvey και Irma, 1755, 1906 και 1985 — αλλά μια συνεχιζόμενη συνθήκη. Για πολλούς, το συνηθισμένο είναι μια καταστροφή. Οποιαδήποτε συνεκτική απάντηση σε μια τέτοια συνεχή καταστροφή θα πρέπει να είναι, ανάλογα, ευρέως διαδεδομένη και ανθεκτική για να πετύχει. Η οικοδόμηση του παραδείσου στην κόλαση δεν είναι αρκετή: πρέπει να δουλέψουμε εναντίον την κόλασης και να πάμε πέρα από αυτήν. Περισσότερο από κοινότητες καταστροφής χρειαζόμαστε τον κομμουνισμό της καταστροφής.

Σίγουρα, ζητώντας έναν κομμουνισμό της καταστροφής δεν υπονοούμε ότι το ξέσπασμα όλο και πιο συχνών οικο-κοινωνικών εφιαλτών θα παραγάγει με κάποιο τρόπο αναπόφευκτα και πιο ώριμες συνθήκες για τον κομμουνισμό. Δεν μπορούμε να υιοθετήσουμε τη διεστραμμένη μοιρολατρεία του “όσο το χειρότερο, τόσο το καλλίτερο” ούτε να περιμένουμε κάποιον τελικό τυφώνα για να παρασύρει την παλιά τάξη. Επισημαίνουμε, μάλλον, ότι ακόμα και οι πιο μεγάλης κλίμακας και οι πλεόν τρομακτικές από αυτές τις ασυνήθιστες καταστροφές μπορούν να διακόψουν την συνηθισμένη καταστροφή που, τον περισσότερο καιρό, είναι πολύ τεράστια για να την κατανοήσουμε πλήρως. Αυτές είναι στιγμές διακοπής που, αν και φρικιαστικές για την ανθρώπινη ζωή, μπορούν επίσης να σημάνουν την καταστροφή και για τον καπιταλισμό.

Ο κομμουνισμός της καταστροφής δεν είναι χωρισμένος από τους υπάρχοντες αγώνες. Μάλλον τονίζει την επαναστατική διαδικασία της ανάπτυξης της συλλογικής μας ικανότητας να αντέχουμε και να ευδοκιμούμε: ένα κίνημα μέσα, ενάντια και πέρα από αυτή την συνεχιζόμενη καπιταλιστική συμφορά. Πώς μπορούν τα πολυάριθμα πρότζεκτ που δημιουργούν μικρο-παραδείσους στην κόλαση να αποκτήσουν συνοχή ως κάτι περισσότερο από εφήμερες κοινότητες; Ο “κομμουνισμός της καταστροφής” προσθέτει ένα διευκρινιστικό επίθετο στο, ήδη μακράς διάρκειας, πρότζεκτ που αγωνίζεται ενάντια στο κράτος και το κεφάλαιο και υπερχειλίζει τα όριά τους. Προσανατολίζει το κίνημα μιας συλλογικής δύναμης που, αν και γίνεται απτό στη διάρκεια εξαιρετικών καταστροφών, ήταν πάντα εκεί, ιδιαίτερα σε μέρη και ανάμεσα σε ομάδες που έχουν βιώσει την κατάσταση της συνηθισμένης καταστροφής για εκατοντάδες χρόνια. Η κλιματική αλλαγή κάνει τις δεξιότητες, που είναι κεντρικές στους αγώνες αυτούς, εντελώς ανάγλυφες.

Καταστροφικός καπιταλισμός, το Κεφάλαιο ως καταστροφή

Ο γεωγράφος Neil Smith ισχυρίστηκε πειστικά ότι δεν υπάρχει κάτι τέτοιο όπως μια φυσική καταστροφή. Το να ονομάζουμε καταστροφές ως “φυσικές” καλύπτει το γεγονός ότι αυτές είναι εξίσου τόσο προϊόν πολιτικών και κοινωνικών διαιρέσεων όσο και κλιματικών ή γεωλογικών δυνάμεων. Αν ένας σεισμός καταστρέψει τις πλημμελώς κατασκευασμένες και κακά συντηρημένες κατοικίες του κόσμου με χαμηλό εισόδημα σε μια πόλη αλλά αφήνει όρθια τα καλοχτισμένα σπίτια των πλουσίων, το να κατηγορείς τη φύση αφήνει απλά τα κράτη, τους κατασκευαστές και τους ιδιοκτήτες των άθλιων σπιτιών (για να μην αναφέρουμε την καπιταλιστική οικονομία που παράγει, καταρχάς, τέτοιες ανισότητες) να τη γλιτώνουν. Οι καταστροφές είναι πάντα “συμπαραγωγές” στις οποίες φυσικές δυνάμεις, όπως οι τεκτονικές πλάκες και καιρικά συστήματα, δουλεύουν μαζί με κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις.

Ο τρόπος με τον οποίο εξαιρετικές καταστροφές επισυμβαίνουν, λοιπόν, δεν μπορεί να διαχωριστεί από τις συνθήκες της συνηθισμένης καταστροφής στις οποίες αυτές ξεσπούν. Ήταν ο τυφώνας Μαρία, κατηγορίας 4, που κατέστρεψε την αμερικάνικη αποικία του Πουέρτο Ρίκο, αφήνοντας τους κατοίκους του χωρίς φρέσκο νερό: ένα καταστροφικό συμβάν. Αλλά το να σταματήσουμε το αφήγημα εκεί συσκοτίζει το γεγονός ότι, πριν από τον τυφώνα, “το 99,5% του πληθυσμού του Πουέρτο Ρίκο προμηθευόταν νερό από κοινοτικά συστήματα ύδρευσης κατά παράβαση του Νόμου για το ασφαλές πόσιμο νερό”, ενώ “το 69,4% των κατοίκων του νησιού εξυπηρετούνταν από πηγές νερού που παραβίαζαν τα πρότυπα υγιεινής του αυτού του ίδιου νόμου”, σύμφωνα με μια αναφορά του Natural Resources Defense Council. Ούτε θα έπρεπε τέτοια καταστροφικά γεγονότα να επισκιάσουν πιο αργά κινούμενες καταστροφές, όπως αυτές του Flint, στην πολιτεία του Michigan, όπου δεκαετίες παραμέλησης και βιομηχανικής μόλυνσης του περιρρέοντος ποταμού Flint και των Μεγάλων Λιμνών έχουν, παρόμοια, αφήσει την εργατική τάξη, κατά πλειοψηφία κοινότητες Μαύρων και Λατίνων, χωρίς καθαρό νερό. Εύκολα αγνοήσιμες, επειδή δεν έχουν τη θεαματική δύναμη ενός τυφώνα ή ενός σεισμού, τέτοιες παρατεταμένες καταστροφές θολώνουν το όριο ανάμεσα στην καταστροφή-ως-συμβάν και την καταστροφή-ως-συνθήκη. Αυτό που για κάποιους έρχεται ως ξαφινκό και αναπάντεχο τίναγμα, για πολλούς άλλους είναι ζήτημα μιας εντεινόμενης καθημερινής πραγματικότητας.

Η οικοδόμηση του παραδείσου στην κόλαση δεν είναι αρκετή: πρέπει να δουλέψουμε εναντίον την κόλασης και να πάμε πέρα από αυτήν. Περισσότερο από κοινότητες καταστροφής χρειαζόμαστε τον κομμουνισμό της καταστροφής”.

Η κλιματική αλλαγή αυξάνει σημαντικά τη συχνότητα και τη δριμύτητα τέτοιων αργά ή γρήγορα κινούμενων καταστροφών. Η παγκόσμια υπερθέρμανση σημαίνει ότι μια αυξανόμενη ποσότητα ενέργειας κυκλοφορεί στην ατμόσφαιρα και πάνω από την επιφάνεια των ωκεανών. Για παράδειγμα, όταν οι θερμοί ωκεανοί δημιουργούν βαρομετρικούς σχηματισμούς4 χαμηλής πίεσης, θερμική ενέργεια, υπό την επίδραση της περιστροφής της Γης, μετατρέπεται στην κινητική ενέργεια που χαρακτηρίζει τους στροβιλιζόμενους τυφώνες και τις τροπικές καταιγίδες. Υψηλότερες θερμοκρασίες παραουν περισσότερη ενέργεια, η οποία πρέπει να “εκδηλωθεί” κάπου (η ενέργεια δεν μπορεί να καταστραφεί: μπορεί μόνο να αλλάξει μορφή). Η φυσική αυτής της διαδικασίας είναι διαβολικά πολύπλοκη και δύσκολο να μοντελοποιηθεί, παρ’ όλα αυτά είναι δυνατόν να γίνουν προβλέψεις. Η πιο πρόσφατη έκθεση της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Κλιματική Αλλαγή του ΟΗΕ υποδεικνύει ότι η κλιματική αλλαγή θα διαταράξει τις προμήθειες φαγητού και νερού, θα καταστρέψει σπίτια και υποδομές και θα επιφέρει ξηρασίες και πλημμύρες, κύματα καύσωνα και τυφώνες, κύματα θυελλών και ανεξέλεγκτες πυρκαγιές. Πρόοδοι στη λεγόμενη επιστήμη της απόδοσης αιτίων5 και η αντίστοιχη γνώση που έχει συλλεχθεί από την παγκόσμια αύξηση της θερμοκρασίας κατά έναν μόλις βαθμό Κελσίου, που έχει ήδη συμβεί, έχουν καταστήσει εφικτή την ποσοτικοποίηση της συμβολής της κλιματικής αλλαγής σε μεμονωμένα ακραία καιρικά φαινόμενα. Μπορούμε τώρα να συνδέσουμε την παγκόσμια υπερθέρμανση με καταστροφές όπως το ευρωπαϊκό κύμα καύσωνα του 2003 και το αντίστοιχο κύμα καύσωνα στη Ρωσία το 2010, το καθένα από τα οποία σκότωσαν χιλιάδες ανθρώπους, για να μην αναφέρουμε τις αμέτρητες καταιγίδες, πλημμύρες και άλλα καιρικά φαινόμενα.

Ότι η κλιματική αλλαγή είναι κατασκεύασμα του ανθρώπου (ή, μάλλον, του καπιταλισμού), υπογραμμίζει περαιτέρω την αδυναμία διαχωρισμού των καταστροφικών συμβάντων από τις καταστροφικές συνθήκες. Η σχέση μεταξύ των δύο είναι αμφίδρομη: οι συνθήκες προκαλούν συμβάντα τα οποία, με τη σειρά τους, παγιώνουν αυτές τις συνθήκες. Ο στόχος του έθνους-κράτους, στη διάρκεια και στον άμεσο απόηχο εξαιρετικών καταστροφών είναι, συνήθως, μάλλον η επιβολή της τάξης παρά η παροχή βοήθειας στους επιζώντες και γι’ αυτό τον λόγο καταστροφικά γεγονότα γενικά επιδεινώνουν την υποκείμενη καπιταλιστική καταστροφή. Στον σεισμό του 1906 στο Σαν Φρανσίσκο, στάλθηκε ο στρατός. 50 με 500 επιζώντες σκοτώθηκαν και οι αυτοοργανωμένες προσπάθειες έρευνας, διάσωσης και πυρόσβεσης διακόπηκαν. Οι προσπάθειες του ίδιου του κράτους για να διαχειριστεί την καταστροφή φάνηκαν να είναι μια δύναμη αποδιοργάνωσης, που κατέστρεψε μορφές αυτοοργάνωσης που είχαν δημιουργηθεί “απο τα κάτω”. Μια παρόμοια κατασταλτική εστίαση σε “πλιατσικολόγους” (δηλαδή επιζώντες) σημάδεψε και την αντίδραση του κράτους των ΗΠΑ στην περίπτωση του τυφώνα Κατρίνα στη Νέα Ορλεάνη. Στις 4 Σεπτεμβρίου του 2005, στη γέφυρα Danziger, εφτά αστυνομικοί άνοιξαν πυρ εναντίον μιας ομάδας μαύρων που προσπαθούσε να διαφύγει από την πλημμυρισμένη πόλη, σκοτώνοντας δύο άτομα και τραυματίζοντας σοβαρά τέσσερα ακόμα. Η δολοφονία μαύρων επιζώντων που έψαχναν ασφάλεια, απεικονίζει τα μέσα με τα οποία το κράτος προσπαθεί να αποκλείσει τις χειραφετητικές δυνατότητες που μπορεί, πιθανόν, να εμφανιστούν στη διάρκεια τέτοιων καταστροφών. Σε τέτοιες καταστάσεις, το κράτος δεν επιδιώκει τίποτα άλλο από μια επιστροφή στην καταστροφική κανονικότητα για τους φτωχούς, τους μετανάστες και τους μαύρους. Τέτοιες ενέργειες είναι αντίθετες στις συστάσεις ακόμα και των καθιερωμένων κοινωνιολόγων των καταστροφών. Στη δεκαετία του 1960, για παράδειγμα, ο Charles Fritz, στρατιωτικός στρατηγικός αναλυτής που μεταλλάχθηκε σε κοινωνιολόγο, επιχειρηματολογούσε με δηκτικότητα ότι το στερεότυπο του διάχυτου αντικοινωνικού ατομισμού και επιθετικότητας που “ακμάζει” στη διάρκεια καταστροφών δεν στηρίζεται στην πραγματικότητα. Παρατήρησε, επίσης, με οξυδέρκεια ότι η διάκριση ανάμεσα στις καταστροφές και την κανονικότητα μπορεί “πολύ βολικά να παραβλέπει τις πολλές πηγές έντασης, καταπόνησης, σύγκρουσης και δυσαρέσκειας που είναι ενσωματωμένες [sic] στη φύση της καθημερινής ζωής”.

Οι καταστροφικές μηχανορραφίες του κράτους και του κεφαλαίου δεν σταματούν σε χωρικά και χρονικά εντοπισμένα γεγονότα αλλά κλιμακώνονται από το επίπεδο της γειτονιάς σ’ αυτό του πλανήτη. Όπως έχουν καταδείξει συγγραφείς όπως η Ναόμι Κλάιν και ο Todd Miller, εξαιρετικές καταστροφές χρησιμοποιούνται για να επιμηκύνουν, ανανεώσουν και να επεκτείνουν τις συνηθισμένες καταστροφές της λιτότητας, της ιδιωτικοποίησης, της στρατιωτικοποίησης, της αστυνόμευσης και των συνόρων. Αυτός είναι ο καπιταλισμός της καταστροφής: ένας φαύλος κύκλος στον οποίον συνήθεις συνθήκες καταστροφής παροξύνουν τα εξαιρετικά γεγονότα καταστροφών που, με τη σειρά τους, εντείνουν τις αρχικές συνθήκες. Τα καταστροφικά γεγονότα επιτρέπουν στο κράτος να εφαρμόζει αυτό που η Κλάιν αποκαλεί “δόγμα του σοκ”. Αυτή η διαδικασία περιλαμβάνει την εκ νέου ανάπτυξη των κατεστραμμένων οικιστικών και ενεργειακών υποδομών και των υποδομών διανομής σε νεοφιλελεύθερα πρότυπα· τον αποκλεισμό των φτωχών μέσω των τιμολογίων από το ηλεκτρικό ρεύμα ή το καθαρό νερό· τον εξαναγκασμό τους να μετακινηθούν σε τοποθεσίες ακόμα πιο ευάλλωτες στην κλιματική αλλαγή· και τη φυλάκισή τους αν προσπαθήσουν να αντισταθούν ή να διασχίσουν τα σύνορα για να ξεφύγουν από αυτή την αβίωτη κατάσταση. Στους μήνες που ακολούθησαν τον τυφώνα Μαρία, το Πουέρτο Ρίκο βίωσε περαιτέρω ιδιωτικοποίηση, επιδείνωση των εργασιακών συνθηκών και την άφιξη των “πράσινων” αποικιοκρατών: οι υποτιθέμενοι καλοπροαίρετοι όπως ο Elon Musk, που κρύβουν τις πιο πρόσφατα υπερ-καπιταλιστικά τους εγχειρήματα πίσω από ένα λεπτό λούστρο περιβαλλοντικής αποκατάστασης. Η ιστορία του Flint είναι παρόμοια, μέχρι ακόμα και το σημείο των προσφορών του Musk για την επίλυση των ζητημάτων σχετικά με τις υποδομές.

Δυνάμεις που δρουν για τα συμφέροντα του κράτους και του κεφαλαίου παρουσιάζονται, φυσικά, σε έναν αριθμό μορφών. Ακτιβιστές από την Common Ground Collective, που πρόσφεραν επείγουσα περίθαλψη μετά τον τυφώνα Κατρίνα, παρενοχλούνταν πολύ έντονα όχι μόνο από ρατσιστές μπάτσους αλλά και από οπλισμένους λευκούς ντόπιους που άδραξαν την ευκαιρία να παίξουν ένα σενάριο μετα-αποκαλυπτικής Συντέλειας με τη σιωπηρή αποδοχή και, μερικές φορές, την ενεργή διευκόλυνση της αστυνομίας.

Επιβίωση εν αναμονή της Επανάστασης

Αυτό που μας διδάσκει η μελέτη καταστροφικών γεγονότων και συνθηκών είναι ότι η κλιματική αλλαγή δεν είναι απλά μια ακούσια συνέπεια της καπιταλιστικής παραγωγής αλλά μια κρίση της κοινωνικής αναπαραγωγής (ένας όρος που αναφέρεται στις αυτοδιαιωνιζόμενες κοινωνικές δομές που κάνουν εφικτή την καθημερινή και διαχρονική για κάθε γενιά επιβίωση διατηρώντας, την ίδια στιγμή, τις ανισότητες). Η αναγνώριση αυτού του γεγονότος δεν μας δίνει απλά μια καινούρια οπτική στο πρόβλημα αλλά δείχνει, επίσης, και προς μια πηγή ελπίδας. Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι οι ζωές των φτωχών, των στερημένων και των αποικιοκρατούμενων δεν διαμορφώνονται μόνο από την καταστροφή. Περιλαμβάνουν, σε κάθε φάση, μορφές επιβίωσης και διατήρησης, συχνά με τη μορφή γνώσεων και δεξιοτήτων που περνούν σε κάθε γενιά. Όπως επιμένει ο φιλόσοφος Kyle Powys Whyte της φυλής Potawatomi6, οι αυτόχθονες λαοί είναι αρκετά εξοικειωμένοι με την καταστροφή, με τη μορφή των εκατοντάδων χρόνων επιχειρούμενης αποικιοκρατικής κυριαρχίας, και έχουν αναπτύξει, στη διάρκεια αυτών των εκατοντάδων χρόνων, τις δεξιότητες για να αντισταθούν και να επιβιώσουν στις συνηθισμένες και τις εξαιρετικές καταστροφές. Εν τω μεταξύ, η μαρξίστρια-φεμινίστρια Σύλβια Φεντέριτσι έχει δείξει πώς ο καπιταλισμός έχει επί μακρόν επιχειρήσει, ανεπιτυχώς, να ξεριζώσει βίαια όλες τις μη-καπιταλιστικές μορφές επιβίωσης. Στο δοκίμιό της Women, Globalization, and the International Women’s Movement(Γυναίκες, Παγκοσμιοποίηση και το Διεθνές Γυναικείο Κίνημα), γραμμένο το 2001, ισχυρίζεται ότι “αν η καταστροφή των μέσων συντήρησής μας είναι εντελώς αναγκαία για την επιβίωση των καπιταλιστικών σχέσεων τότε αυτό πρέπει να είναι το πεδίο του αγώνα μας”.

Ένας τέτοιος αγώνας ξέσπασε μετά τον σεισμό του 1985 στην Πόλη του Μεξικού, όταν οι ιδιοκτήτες και οι κερδοσκόποι ακινήτων είδαν μια ευκαιρία για να ξεσπιτώσουν, επιτέλους, ανθρώπους που ήθελαν να ξεφορτωθούν για πολύ καιρό. Οι προσπάθειές τους να κατεδαφίσουν σπίτια, που παρείχαν μικρές αποδόσεις από την ενοικίαση, και να τα αντικαταστήσουν με ακριβά πολυώροφα συγκροτήματα κατοικιών είναι ένα ξεκάθαρο παράδειγμα καπιταλισμού της καταστροφής επί τω έργω. Παρ’ όλα αυτά, οι εργάτες/εργάτριες ένοικοι αντέδρασαν αντιστεκόμενοι με μεγάλη επιτυχία. Χιλιάδες ένοικοι έκαναν πορεία προς το Εθνικό Μέγαρο, απαιτώντας από την κυβέρνηση να πάρει την ιδιοκτησία των κατεστραμμένων σπιτιών από τους ιδιοκτήτες που τα κατείχαν, με σκοπό την τελική απόδοσή τους στους ενοίκους τους. Ως απάντηση, περίπου 7000 ιδιοκτησίες κατασχέθηκαν. Εδώ, λοιπόν, βλέπουμε ότι εξαιρετικές καταστροφές δεν δημιουργούν απλά χώρο για το κράτος και το κεφάλαιο, ώστε να παγιώσουν την εξουσία τους, αλλά δημιουργούν χώρο και για αντίσταση σ’ αυτές τις ίδιες μορφές: ένα “δόγμα του σοκ της αριστεράς”, για να υιοθετήσουμε τη φράση του Graham Jones. Η συνηθισμένη καταστροφή, που είναι ο καπιταλισμός μπορεί, στην πραγματικότητα, να διακοπεί από αυτά τα συμβάντα τα οποία, αν και φρικιαστικά για την ανθρώπινη ζωή, φέρνουν επίσης στιγμιαία καταστροφή για τον καπιταλισμό. Σε ένα δοκίμιο του 1988 με τίτλο “The Uses of an Earthquake”, ο Harry Cleaver προτείνει ότι αυτό είναι ιδιαίτερα πιθανό στην κατάρρευση της διοικητικής ικανότητας και της κυβερνητικής εξουσίας που ακολουθεί τέτοιες εξαιρετικές καταστροφές. Αυτή η κατάρρευση είναι, ίσως, ακόμα πιο πιθανή σε μέρη που η κυβερνησιμότητα στηρίζεται στην επιτήρηση, σε “έξυπνα” δεδομένα και τεχνολογίες της πληροφορίας.

Αυτό που για πολλούς έρχεται σαν ένα ξαφνικό και απρόσμενο ταρακούνημα για άλλους είναι ένα ζήτημα μιας καθημερινής πραγματικότητας που εντείνεται”.

Ο Cleaver παρατηρεί επίσης τη σημασία των ιστοριών συλλογικής οργάνωσης σε γειτονιές που έχουν επηρεαστεί από τον σεισμό. Οι επιζήσαντες είχαν οργανωτικούς δεσμούς, μια κουλτούρα αλληλοβοήθειας και προσδοκίες αλληλεγγύης. Οι ένοικοι ήξεραν ότι είχαν ο καθένας τη στήριξη των άλλων εξαιτίας των μεταξύ τους σχέσεων από το παρελθόν. Αυτό το σημείο είναι κρίσιμο επειδή μας επιτρέπει να καταλάβουμε την κοινότητα της καταστροφής όχι απλά ως μια αυθόρμητη αντίδραση σε εξαιρετικές καταστροφές αλλά, μάλλον, ως εμφάνιση, στο προσκήνιο, καθημερινών αγώνων για την επιβίωση και υπόγειων πρακτικών αλληλοβοήθειας. Η εμπειρία τους να οργανώνονται εναντίον των συνηθισμένων καταστροφών του καπιταλισμού άφησε τους ένοικους καλά εφοδιασμένους ώστε να αντιμετωπίσουν μια εξαιρετική καταστροφή.

Πράγματι, προϋπάρχουσες σχέσης υποστήριξης έχουν υπάρξει πολύ αποτελεσματικές στη διατήρηση κοινοτήτων στον απόηχο του τυφώνα Μαρία. Τα Centros de Apoyo Mutuo7 [Κέντρα Αμοιβαίας Υποστήριξης] είναι ένα αποκεντρωμένο δίκτυο που αντλεί από γνωστές ομάδες, κέντρα και πρακτικές και το οποίο έχει διανείμει φαγητό, έχει καθαρίσει μπάζα και ξανάχτισε τις υποδομές του νησιού. Και τα έχει κάνει αυτά πιο γρήγορα, και με μεγαλύτερη προσοχή στις ανάγκες των κατοίκων, σε σχέση με δίκτυα διεθνούς βοήθειας και επιμελητείας. Μέσα από ένα είδος “φτιάξτο μόνος σου”8, ή “τέχνης φτιάξτο με ό,τι έχεις εύκαιρο”, κέντρα αλληλοβοήθειας επιδεικνύουν ότι μη-ειδικοί μπορούν γρήγορα να μάθουν και να μοιραστούν εργαλεία και δεξιότητες ώστε να επιβιώσουν. Και κάνοντάς το αυτό, δημιουργούν επίσης νέες μορφές αλληλεγγύης και συλλογικής ζωής πέρα από την επιβίωση.

Οι καταιγίδες αυτές πέρασαν σαρωτικά και έχουν καταστρέψει πολλά πράγματα”, λέει ο Ricchi, ένα μέλος του δικτύου, με βάση τις ΗΠΑ, “Mutual Aid Disaster Relief”. “Αχρηστεύοντας το δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας και κόβοντας την πρόσβαση στο φαγητό και το νερό, άφησαν το νησί του Borikén [η λέξη των αυτόχθονων Taíno9 για το Πουέρτο Ρίκο] στο σκοτάδι. Αλλά, μέσα σ’ αυτό το σκοτάδι, αμέτρητοι Boricuas ξύπνησαν και έμειναν ξύπνιοι μέχρι αργά και ξύπνησαν ξανά το πρωί, κάνοντας τη δουλειά της αναπαραγωγής της ζωής”.

Αυτή η ζωή δεν είναι μόνο πεζή: ομάδες οργανώνουν πάρτυ, μαθήματα χορού και συλλογικές κουζίνες έτσι ώστε οι ορίζοντες της κοινότητας να ανοίξουν, ίσως, και πέρα από την απόγνωση.

Με μια συμβατική και στενά οικονομική έννοια υπάρχει σπάνη σ’ αυτές τις καταστάσεις, παρ’ όλο που ειναι μια σπάνη που αμφισβητείται από μια αφθονία κοινωνικών δεσμών. Παρ’ όλα αυτά, εξαιρετικές καταστροφές μπορούν να μας ωθήσουν να αναγνωρίσουμε ότι η σπάνη είναι, μάλλον, μια κοινωνική σχέση παρά ένα απλό αριθμητικό γεγονός: ο τρόπος που διανέμονται τα αγαθά και οι πόροι καθορίζει ποιος μπορεί να τα χρησιμοποιήσει. Μετά τον τυφώνα Σάντυ, μια “σπάνη” εργαλείων ξεπεράστηκε όχι μέσω της παραγωγής ή της απόκτησης περισσότερων τέτοιων αλλά μέσω μιας νέας οργάνωσης. Δημιουργήθηκαν “βιβλιοθήκες εργαλείων” ως εναλλακτική στις εξατομικευμένες, εμπορευματοποιημένες κοινωνικές σχέσεις που κυριαρχούν την καπιταλιστική κοινωνία. Μας έδειξαν ότι δεν θα έπρεπε να βιαστούμε τόσο πολύ να συνδέσουμε την κλιματική αλλαγή με την αυξανόμενη σπάνη.

Μετανάστευση λόγω καταστροφών

Οι κοινότητες συχνά καθορίζονται από τον περιορισμό τους σε μια συγκεκριμένη γεωγραφική θέση κι αυτές που αναφέραμε παραπάνω σίγουρα ταιριάζουν σ’ αυτό το κριτήριο: ανταποκρίνονται σε εξαιρετικές καταστροφές στους τόπους που αυτές οι καταστροφές συμβαίνουν. Παρ’ όλα αυτά, η κλιματική αλλαγή αναγκάζει, φυσικά, ανθρώπους να μετακινούνται από τόπο σε τόπο οπότε η οργάνωση ενάντια στα καταστροφικά τους αποτελέσματα απαιτεί, επίσης, ερτύτερες κοινότητες αλληλεγγύης. Ο αριθμός των ανθρώπων που αυτή τη στιγμή ταξινομούνται ως “αναγκαστικά μετατοπισθέντες” ανέρχεται, σύμφωνα με τους αριθμούς του ΟΗΕ, σε 68,5 εκατομμύρια. Το 2050 η πρόβλεψη είναι ότι θα υπάρχουν 200 εκατομμύρια άνθρωποι που θα είναι “περιβαλλοντικά εκτοπισμένοι”: εξαναγκασμένοι να μετακινηθούν εξαιτίας των καταστροφών, τόσο συνηθισμένων όσο και εξαιρετικών, που προκαλεί η παγκόσμια υπερθέρμανση. Αυτό αντιστοιχεί, για να το κάνουμε εντελώς σαφές, σε 1 στους 50 ανθρώπους στον κόσμο.

Αυτή τη στιγμή, πολλοί άνθρωποι έχουν εκτοπιστεί εσωτερικά, με ένα μικρό μόνο τμήμα τους να ταξιδεύει στην Ευρώπη, τη Βόρεια Αμερική ή την Αυστραλία. Όμως, καθώς το κλίμα αποσταθεροποιείται και οι συνθήκες χειροτερεύουν, πολλά από τα μέρη, που χρησιμεύουν τώρα ως καταφύγια, θα γίνουν μη κατοικήσιμα. Το ταξίδι σε μεγαλύτερα γεωγραφικά πλάτη και η διάσχιση των συνόρων των πλουσιότερων εθνών, που τα κατέχουν, θα γίνει, λοιπόν, όλο και πιο σημαντική για τους ανθρώπους. Το να ζει κανείς εκεί τον καθιστά λιγότερο ευάλωτο στα καταστροφικά γεγονότα, αν μη τι άλλο επειδή τα πλουσιότερα έθνη παραμένουν καλλίτερα εξοπλισμένα — τουλάχιστον οικονομικά — για να καταπραΰνουν τις συνέπειές τους. Η τάση παγκόσμιας μετακίνησης προς τον Βορρά είναι πιθανόν να εντείνει και τις προσπάθειες υπεράσπισης αυτών των ζωνών: το εντυπωσιακά αυτο-περιγραφόμενο “περιβαλλοντικο-στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα” σχεδιάζει ήδη καινούριες μορφές βίας για την υπεράσπιση των συνόρων. Κοινοτικές προσπάθειες ενάντια σε μια τέτοια βία θα διαμορφώσουν μερικούς από τους πιο σημαντικούς αγώνες ενάντια στην κλιματική καταστροφή.

Καθώς γράφουμε αυτά, αρκετές εγκαταστάσεις της ICE [Immigration and Customs Enforcement] σε ολόκληρες τις ΗΠΑ είναι υπό αποκλεισμό10, ως μέρος μιας πανεθνικής προσπάθειας να διακοπούν οι επιχειρήσεις σύλληψης και απέλασης. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, διαμαρτυρόμενοι κατάφεραν να ακυρώσουν τις προσπάθειες της κυβέρνησης να επεκτείνει τις διατάξεις σχετικά με τη μετανάστευση στα σχολεία ως μέρος της πολιτικής της του “εχθρικού περιβάλλοντος”. Στη Γλασκώβη τη δεκαετία του 1990, ένα “σχήμα κολλητών”11 που έφερνε μαζί μετανάστες, οι οποίοι είχαν φθάσει πρόσφατα στο Ηνωμένο Βασίλειο, με ντόπιους είχε τόσο μεγάλη επιτυχία που κοινότητες εργατών έφτασαν να παρεμποδίζουν επιδρομές που στόχευαν στην απέλαση των νέων φίλων και γειτόνων τους. Κατά την άποψή μας, αυτές είναι επίσης κοινότητες καταστροφής και δεν είναι λιγότερο σημαντικές από αυτές στην μετά-το-1985 Πόλη του Μεξικού ή την μετά-τον-τυφώνα-Κατρίνα Νέα Ορλεάνη.

Αυτές οι κοινότητες καταστροφής, λοιπόν, είναι εκλάμψεις ελπίδας: μικρόκοσμοι ενός κόσμου που διαμορφώνεται αλλιώς. Κοινωνική αναπαραγωγή ενορχηστρωμένη όχι μέσω της μισθωτής εργασίας, των εμπορευμάτων, της ατομικής ιδιοκτησίας και όλης της βίας που συνδέεται μ’ αυτά αλλά μέσα από την φροντίδα, την αλληλεγγύη και το πάθος για ελευθερία. Το συνηθισμένο, επιμένουν, δεν είναι δεδομένο.

Παράδεισος εναντίον Κόλασης

Η ελπίδα είναι ζωτική παρ’ όλα αυτά, αρκετά συχνά, μας σκοτώνει κιόλας. Χρειαζόμαστε περισσότερους μικρόκοσμους, αν μη τι άλλο επειδή τέτοια πειράματα μπορεί να είναι πολύτιμα και για το κεφάλαιο. Εδώ είναι σημαντικό να παρατηρήσουμε ότι το κεφάλαιο δεν είναι ομοιογενές: αυτό που είναι καλό για κάποιους καπιταλιστές είναι κακό για άλλους και αυτό που είναι κακό για μεμονωμένους καπιταλιστές, για μια σύντομη περίοδο, μπορεί να είναι καλό για το κεφάλαιο μακροπρόθεσμα. Συνεπώς, ενώ οι κοινότητες καταστροφής μπορεί να φέρουν κακά νέα για κάποιους κρατικούς παράγοντες και παράγοντες του κεφαλαίου, άλλοι παράγοντες του κράτους και του κεφαλαίου μπορεί να προσπαθήσουν να εξορύξουν αξία από αυτές. Όπως μας υπενθυμίζει ο Ashley Dawson, το Υπουργείο Εσωτερικη Ασφάλειας των ΗΠΑ επαίνεσε τις αναρχικής επιρροής προσπάθειες ανακούφισης του Occupy Sandy μετά τον τυφώνα που σάρωσε τη Νέα Υόρκη το 2012. Κάνοντας τόσο καλά αυτό που οι δυνάμεις του κράτους και της αγοράς δεν μπορούσαν, τα πρότζεκτ του Occupy διατήρησαν την κοινωνική ζωή, δίνοντας στις δυνάμεις αυτές κάτι για να επανακαταλάβουν, από τη στιγμή που θα αποκαθίστατο το προηγούμενο στάτους κβο. Και, όντως, το έκαναν, χωρίς κανένα άμεσο κόστος για το κράτος.

Φυσικά, ένας τέτοιος απολογισμός είναι μερικός και αποτυγχάνει να συλλάβει την παιδαγωγική αξία των κοινοτήτων καταστροφής. Στην μεγαλύτερη ισχύ της, αυτή η αξία είναι ταυτόχρονα αρνητική και θετική: το εμφατικό “ναι” σ’ αυτούς τους διαφορετικούς τρόπους ζωής κραυγάζει “όχι” στην συνηθισμένη καταστροφή του κεφαλαίου. Η κοινωνική αναπαραγωγή που καλλιεργείται είναι μια αλλαγή κατεύθυνσης: μια προσπάθεια να αναπαράγουμε τους εαυτούς μας διαφορετικά και να αντισταθούμε σε μια “επιστροφή στα συνηθισμένα”, που θα άφηνε τα σώματά μας και το οικοσύστημά μας εξαντλημένα.

Το βλέπουμε αυτό καθαρά σε πολλές από τις κοινότητες καταστροφής που ξεπηδούν ως απάντηση στα σύνορα. Όπως τόσο καταδεικνύει τόσο λαμπρά η Harsha Walia12 στο Undoing Border Imperialism [“Ακυρώνοντας τον Ιμπεριαλισμό των Συνόρων”], αυτές δεν βοηθούν απλά τον κόσμο να αμβλύνει τη βία των συνόρων αλλά και να αντισταθεί στην έννοια του ίδιου του συνόρου, όπως συνοπτικά έχει τεθεί στην ευρέως γνωστή απαίτηση “Όχι Σύνορα. Πραγματικά, αυτή η ίδια η φράση φέρνει στον νου την ταυτόχρονη κατάφαση και άρνηση στην οποία επιμένουμε: αντιτιθέμενοι σε μια όψη αυτού του κόσμου ενώ, ταυτόχρονα, περιγράφουμε γνωρίσματα του νέου. Αυτή είναι μια επιχείρηση ενάντια, καθώς και μέσα, στην κόλαση.

Μια τέτοια άρνηση θα πρέπει, αναμφίβολα, να προχωρήσει πέρα από την άνεση που συνδέεται με κυρίαρχες έννοιες κοινότητας. Όταν ήταν κανείς αντιμέτωπος μ’ αυτούς τους ρατσιστές μπάτσους και αυτόκλητους τιμωρούς, μετά τον τυφώνα Κατρίνα, η κολλεκτίβα Common Ground ενεπλάκη σε ένοπλη αυτοάμυνα, εμπνευσμένη από τους Μαύρους Πάνθηρες και άλλες ριζοσπαστικές ομάδες. Αυτές οι συγκρούσεις δεν υπάρχουν, επίσης, μόνο εξωτερικά: η CGC έπρεπε επίσης να αντιμετωπίσει με υποστηρικτές που έμοιαζαν να ενδιαφέρονται περισσότερο για έναν “τουρισμό της καταστροφής” παρά για τις προσπάθειές τους [της CGC] για ανακούφιση. Οι κοινότητες καταστροφής δεν θα είναι απελευθερωμένες από τον κυκεώνα της βίας που συνιστά την καθημερινή καταστροφή: μισογυνισμός, λευκή υπεροχή, ταξικές διακρίσεις, διακρίσεις με βάση την ικανότητα, ρατσισμός και πολυάριθμες τεμνόμενες μορφές καταπίεσης θα διαρρέουν, δυστυχώς, στην οργάνωσή τους. Οι κοινότητες καταστροφής θα πρέπει να μάθουν πώς να επιλύουν τα πράγματα διαφορετικά, κινητοποιώντας κοινωνικά εργαλεία και διαδικασίες λογοδοσίας που πολλοί ακτιβιστές αναπτύσσουν ήδη σήμερα.

Παράδεισος πέρα από την Κόλαση

Ο καπιταλισμός αισθάνεται άνετα με τις κοινότητες. Πολύ συχνά, ο όρος χρησιμοποιείται σαν ταμπέλα για την ανθεκτικότητα που ο ίδιος ο καπιταλισμός χρειάζεται για να επιβιώσει από τις συνηθισμένες και τις εξαιρετικές καταστροφές. Η κοινότητα ονοματίζει την συλλογικότητα απογυμνωμένη από κάθε μετασχηματιστική δύναμη.

Δεν μπορούμε να εγκαταλείψουμε την έννοια της κοινότητας συνολικά: μια τέτοια πρόταση θα ήταν αθεράπευτα ιδεαλιστική, δεδομένης της πολύ διάχυτης χρήσης του όρου. Αλλά να αναφερόμαστε σε κοινότητες καταστροφής, όπως αυτές τις οποίες συζητήσαμε παραπάνω, απλά ως “κοινότητες” σημαίνει να αρνούμαστε το δυναμικό τους, να τις προσδένουμε σε ένα παρόν στο οποίο είναι για πάντα αξιοθαύμαστες αλλά ποτέ μετασχηματιστικές.

Οπότε, επιμένουμε στον κομμουνισμό.

Εκεί που ο κομμουνισμός συχνά τίθεται στη βάση της υλικής αφθονίας που δημιουργήθηκε από την καπιταλιστική παραγωγή, ο κομμουνισμός της καταστροφής θεμελιώνεται στην αφθονία των κοινοτήτων της καταστροφής. Είναι μια κατάληψη των μέσων κοινωνικής αναπαραγωγής. Δεν μπορούμε, φυσικά, να περιμένουμε ότι κάθε αποτέλεσμα, που θα προκύψει, θα είναι άμεσα κομμουνιστικό (η ατομική ιδιοκτησία, για παράδειγμα, δεν καταργήθηκε σ’ εκείνες τις κοινότητες στην Πόλη του Μεξικού το 1985). Η χρήση από εμάς του όρου σηματοδοτεί την εκτεταμένη φιλοδοξία και επιχειρησιακότητα ενός κινήματος πέρα από συγκεκριμένες εκδηλώσεις, τη διάδοσή του στον χώρο και την συνεχιζόμενη ύπαρξή του πέρα από τις εξαιρετικές καταστροφές. Κατονομάζει τη φιλοδοξία να θεμελώσουμε τίποτα λιγότερο από ολόκληρο τον κόσμο πάνω στην αφθονία που βρίσκεται στην κοινωνική αναπαραγωγή της κοινότητας καταστροφής. Ως τέτοια, [η κοινότητα καταστροφής] πληροί τον ορισμό του κομμουνισμού που έχει δωθεί από τον Μαρξ: “το πραγματικό κίνημα που καταργεί την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων”.

Ο κομμουνισμός του κομμουνισμού της καταστροφής, λοιπόν, είναι μια παραβατική13 και μετασχηματική κινητοποίηση, χωρίς την οποία η εκδιπλωνόμενη καταστροφή της παγκόσμιας υπερθέρμανσης δεν μπορεί να και δεν θα σταματήσει. Είναι, ταυτόχρονα, ένα ξεδίπλωμα των πολλαπλών δομικών αδικιών που διαιωνίζονται και αντλούν ισχύ από την καταστροφή, και μια θέσπιση της διάχυτης συλλογικής ικανότητας να αντέχουμε και να ευδοκιμούμε σε έναν ραγδαία μεταβαλλόμενο πλανήτη. Είναι εξαιρετικά φιλόδοξος, απαιτώντας αναδιανομή των πόρων σε αρκετές κλίμακες· επανορθώσεις για την αποικιοκρατία και τη δουλεία· απαλλοτρίωση της ατομικής ιδιοκτησίας για τους αυτόχθονες λαούς· και την κατάργηση της χρήσης των ορυκτών καυσίμων, μεταξύ άλλων μνημειωδών σχεδίων. Προφανώς, δεν βρισκόμαστε ακόμα εκεί. Αλλά, όπως επισημαίνει ο Ernst Bloch, αυτό τοόχι-ακόμαείναι επίσης στο παρόν μας. Στις συλλογικές μας αντιδράσεις στην καταστροφή, βρίσκουμε ότι πολλά από τα εργαλεία, για την κατασκευή αυτού του νέου κόσμου, υπάρχουν ήδη. Όταν η Solnit μιλά γι’ αυτό το συναίσθημα, που είναι “πιο βαρύ από την ευτυχία”, το οποίο εμψυχώνει τους ανθρώπους στον απόηχο της καταστροφής, συλλαμβάνει “μια σύντομη λάμψη του ποιοι άλλοι είμαστε εμείς οι ίδιοι και του τι άλλο μπορεί να γίνει η κοινωνία μας”. Ανάμεσα στα ερείπια, μέσα στο τρομερό άνοιγμα της διακοπής, αγωνιζόμενοι ενάντια στις συνθήκες που παράγουν και επιδιώκουν να κεφαλαιοποιήσουν αυτή τη διακοπή, είμαστε κοντά στο να ολοκληρώσουμε την αλλαγή, στη γενίκευση της γνώσης ότι τα πάντα – και ο καθένας – μπορεί να μετασχηματιστεί. Με άλλα λόγια, στη συλλογική αντίδραση στην καταστροφή, έχουμε μια έκλαμψη του πραγματικού κινήματος που θα μπορούσε, ακόμα, να καταργήσει την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων.

1 Στμ. Μεταφρασμένο από εδώ: https://communemag.com/the-uses-of-disaster.

2 Η Out of the Woods είναι μια υπερατλαντική συλλογικότητα που γράφει εντός, εναντίον και πέρα από την καρδιά της οικοκτόνου αυτοκρατορίας. Διατηρούν έναν ημι-τακτικό ιστολόγιο στο Libcom και έχουν, επίσης, γράψει για το The New Inquiry, το The Occupied Times και το Base Magazine.

3 Στμ. Rebecca Solnit: Αμερικανίδα συγγραφέας και ακτιβίστρια, έχει εργαστεί σε εκστρατείες για το περιβάλλον και τα ανθρώπινα δικαιώματα από τη δεκαετία του 1980, ιδιαίτερα με το Western Shoshone Defense Project, στις αρχές της δεκαετίας του 1990, όπως περιγράφεται στο βιβλίο της Savage Dreams, καθώς και με ακτιβιστές ενάντια στον πόλεμο σ’ ολόκληρη την περίοδο της διακυβέρνησης Μπους. Έχει συζητήσει τα ενδιαφέροντά της σχετικά με την κλιματική αλλαγή και το έργο του 350.org και του Sierra Club, καθώς και για τα γυναικεία δικαιώματα, ιδιαίτερα τη βία κατά των γυναικών.

4 Στμ. Ο αγγλικός όρος στη μετεωρολογία είναι cells και αναφέρεται σε σχηματισμούς κυκλοφορίας των ατμοσφαιρικών μαζών.

5 Στμ. Μεταφράζουμε έτσι τον αγγλικό όρο attribution of recent climate change, μια προσπάθεια να διακριβωθούν επιστημονικά μηχανισμοί που ευθύνονται για την πρόσφατη παγκόσμια υπερθέρμανση και τις σχετιζόμενες κλιματικές αλλαγής στη Γη. Η προσπάθεια έχει εστιαστεί σε αλλαγές που παρατηρούνται στη διάρκεια της περιόδου της καταγραφής με όργανα των θερμοκρασιών, ιδιαίτερα τα τελευταία 50 χρόνια, που είναι η περίοδος κατά την οποία η ανθρώπινη δραστηριότητα έχει αναπτυχθεί γρηγορότερα από ποτέ και έχουν γίνει διαθέσιμες παρατηρήσεις για την ατμόσφαιρα πάνω από την επιφάνεια της Γης.

6 Στμ. Οι Pottawatomi είναι ένας αυτόχθονας λαός της Βόρειας Αμερικής στην περιοχή των Μεγάλων Πεδιάδων (της τεράστιας πεδινής περιοχής ανατολικά των Βραχωδών Ορέων που εκτείνεται από τις κοιλάδες του ποταμού Mackenzie στον Καναδά μέχρι το νότιο Τέξας), του πάνω τμήματος του ποταμού Μισσισίπι και της δυτικής περιοχής των Μεγάλων Λιμνών. Παραδοσιακά μιλούν τη γλώσσα Potawatomi, ένα μέλος της οικογένειας γλωσσών Algonquian. Τον 19ο αιώνα εκτοπίστηκαν από τις περιοχές τους στις Μεγάλες Λίμνες προς τα δυτικά και σήμερα είναι κυρίως εγκατεστημένοι στη Νεμπράσκα, το Κάνσας και την Οκλαχόμα (παλιότερα Ινδιάνικη περιοχή). Μερικές ομάδες επιβίωσαν στις Μεγάλες Λίμνες και αναγνωρίζονται σήμερα ως φυλές.

7 Στμ. Να σημειώσουμε εδώ ότι η έννοια της αλληλοβοήθειας αναπτύχθηκε από τον αναρχικό Πιοτρ Κροπότκιν, ο οποίος στο βιβλίο του “Αμοιβαία Βοήθεια: ένας παράγοντας στην εξέλιξη” διερεύνησε τη χρησιμότητα της συνεργασίας ως μηχανισμού επιβίωσης μέσα στα ζώα, προκειμένου να εξουδετερώσει τη σύλληψη της εξέλιξης ως έναν έντονο ανταγωνισμό για την επιβίωση μεταξύ των ατόμων που παρείχε η θεωρία του κοινωνικού δαρβινισμού.

8 Στμ. Στο πρωτότυπο: bricolage, γαλλική λέξη για ένα DIY (“do-it-yourself”) “φτιάξτο μόνος” πρότζεκτ, την κατασκευή ή δημιουργία ενός έργου από ένα φάσμα πραγμάτων που τυχαίνει να είναι διαθέσιμα ή ένα έργο που κατασκευάζεται χρησιμοποιώντας μικτά μέσα ή υλικά.

9 Στμ. Taíno ονομάζεται ένας αυτόχθονας λαός της Καραϊβικής. Την εποχή της επαφής με τους Ευρωπαίους στα τέλη του 15ου αιώνα, ήταν οι κύριοι κάτοικοι στο μεγαλύτερο τμήμα των νησιών Κούβα, Ισπανιόλα (σήμερα Δομινικανή Δημοκρατία και Αϊτή), Τζαμάικα, Πουέρτο Ρίκο, Μπαχάμες και Μικρές Αντίλλες. Ήταν ο πρώτος λαός από τον Νέο Κόσμο που συνάντησε ο Κολόμβος κατά το ταξίδι του το 1492. Η γλώσσα που μιλούσαν είναι η Taíno, γλώσσα της οικογένειας Arawakan. Υπάρχουν και σήμερα ομάδες ανθρώπων που ταυτίζονται ως Taíno, ιδιαίτερα μεταξύ των Πορτορικάνων, των Κουβανών, των Τζαμαϊκανών και των Δομινικανών τόσο στα νησιά όσο και στις ηπειρωτικές Ηνωμένες Πολιτείες.

10 Στμ. ICE, Immigration and Customs Enforcement, Υπηρεσία Μετανάστευσης και Τελωνείων, η διαβόητη υπηρεσία του Υπουργείου Εσωτερικής Ασφάλειας των ΗΠΑ, υπεύθυνη για την εφαρμογή των αντιμεταναστευτικών πολιτικών των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι αποκλεισμοί που αναφέρει το κείμενο αφορούν ένα κύμα αποκλεισμών και καταλήψεων εγκαταστάσεων της ICE σ’ ολόκληρες τις ΗΠΑ από το κίνημα αλληλεγγύης με τους μετανάστες που εκδηλώθηκε το καλοκαίρι του 2018. Μπορείτε να δείτε περισσότερα σχετικά στο κείμενο: “Η εποχή των ‘Παγετώνων’ τελείωσε: σκέψεις πάνω στους αποκλεισμούς της ICE, των CrimeThinc. εδώ: https://inmediasres.espivblogs.net/againstice.

11 Στμ. Αποδίδουμε έτσι το buddy scheme, ένα σύστημα, εφαρμοζόμενο ιδιαίτερα στη Βρετανία, σύμφωνα το οποίο ένας νέος εργαζόμενος συνδέεται με έναν άλλο συγκεκριμένο εργαζόμενο με περισσότερη εμπειρία, στον οποίο μπορεί να απευθυνθεί για βοήθεια, συμβουλές ή εκπαίδευση.

12 Στμ. Η Harsha Walia είναι ακτιβίστρια και συγγραφέας με καταγωγή από τη Νότια Ασία που ζει στο Βανκούβερ του Καναδά, στις μη-παραδομένες περιοχές του Coast Salish της Βρετανικής Κολούμπια του Καναδά. Είναι γνωστή για την οργανωτική της δουλειά με την πρωτοβουλα No One Is Illegal, την επιτροπή Women’s Memorial March της 14ης Φεβρουαρίου, το Downtown Eastside Κένρτρο Γυναικών και αρκετές πρωτοβουλίες για τη δικαιοσύνη στη στέγαση στο Downtown Eastside.

13 Στμ. Στο πρωτότυπο: transgressive.

Για την απο-πολιτικοποίηση

του Asad Haider1,2

το κείμενο σε pdf

Η παγκόσμια κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε χαρακτηρίζεται από την αυξανόμενη πολιτικοποίηση των κοινωνικών κινημάτων, μια πλημμυρίδα νέων ανθρώπων κατευθύνονται προς την πολιτική, αλλά και μια όξυνση της επίγνωσης των παγίδων που κρύβουν οι πολιτικοί θεσμοί εντός του στάτους κβο. Ο ισχυρισμός, επομένως, θα φανεί κάπως παραδοξολογικός. Προτείνω ότι η κατάστασή μας θα πρέπει να γίνει κατανοητή όχι μόνο με όρους μιας επαναναδυόμενης ριζοσπαστικής πολιτικής αλλά, επίσης, και δίνοντας προσοχή στη βλαβερότητα του αντίθετού της: το πλαίσιο της αποπολιτικοποίησης.

Τι είναι η αποπολιτικοποίηση; Ποιο είναι το αποτέλεσμά της στην ανάπτυξη των κινημάτων και των οργανώσεων; Πώς μπορούν να πολεμηθούν οι τάσεις αποπολιτικοποίησης;

Η αποπολιτικοποίηση έχει ως παγκόσμια και ιστορική της συνθήκη την αποτυχία των επαναστάσεων του 20ου αιώνα και την κλειστότητα της επαναστατικής μορφής του κόμματος και της μετεπαναστατικής μορφής του σοσιαλιστικού κόμματος-κράτους. Υπάρχουν επίσης και τοπικές και πιο σύγχρονες συνθήκες, στις οποίες θα επανέλθουμε αργότερα.

Ας είμαστε ξεκάθαροι όσον αφορά τις επιτυχίες αυτών των επαναστάσεων: η ανατροπή των παλιών καθεστώτων, η εκδίωξη των ιμπεριαλιστών και η εκκίνηση διεθνών επαναστατικών διαδικασιών. Όπως το θέτει ο Alain Badiou, οι επαναστάσεις παρακινούνταν από την “κομμουνιστική υπόθεση”, η οποία λέει: “ο υπάρχων κόσμος δεν είναι αναγκαίος”. Δεν είναι αναγκαίο η ανθρώπινη ζωή να είναι υποταγμένη στο κράτος και την αγορά.

Παρ’ όλα αυτά, καμμιά από αυτές τις επαναστάσεις δεν κατάφερε να προχωρήσει στη μετάβαση σε ένα άλλο είδος κοινωνίας. Η σοσιαλιστική οικοδόμηση δεν μας έδωσε τον κομμουνισμό.

Δυστυχώς, οι περισσότερες από τις προσπάθειες να αντιμετωπίσουμε αυτή την ιστορία αποτυχίας είναι διάφορες μορφές άρνησης. Υπάρχει η συνήθης φιλελεύθερη άποψη που λέει ότι οποιαδήποτε προσπάθεια να αλλάξουμε τον κόσμο θα καταλήξει σε καταστροφή, συνεπώς το πρότζεκτ του σοσιαλισμού είναι καταδικασμένο από την αρχή. Και αυτή η ίδια άποψη επαναλαμβάνεται, ουσιαστικά, από συγκεκριμένες αριστερίστικες απόψεις καθαρότητας που ασκούν κριτική στα σοσιαλιστικά πειράματα από την πλεονεκτική θέση ενός φανταστικού κόσμου: ενός κόσμου στον οποίο κάποιος άλλος ήταν επικεφαλής και πήρε καλλίτερες αποφάσεις, ή έναν κόσμο στον οποίο μια επανάσταση έγινε σε μια άλλη χώρα με κάποιον άλλο τρόπο.

Αλλά δεν μπορούμε να ξαναγράψουμε την ιστορία επιλεκτικά· πρέπει να αντιμετωπίσουμε την ιστορία έτσι όπως συνέβη. Πρέπει να μπορέσουμε να καταλάβουμε ταυτόχρονα ότι οι μεγάλες επαναστάσεις του 20ου αιώνα ήταν μείζονα γεγονότα στην ανθρώπινη ιστορία, που άλλαξαν θεμελιακά το τι ήταν εφικτό, αλλά και ότι οι προσπάθειες που έγιναν, ως συνέπεια αυτών των επαναστάσεων, κατέληξαν σε αποτυχία.

Η πολιτική υπάρχει σε συγκεκριμένες ακολουθίες που έχουν μια αρχή κι ένα τέλος· φτάνουν σε ένα τέλος όταν οι υπάρχουσες διαδικασίες και σκοποί των πολιτικών έχουν εξαντληθεί. Σ’ αυτή τη στιγμή [του τέλους] υπάρχουν δυο κίνδυνοι.

Ο πρώτος είναι αν το τέλος μιας πολιτικής ακολουθίας γίνεται κατανοητό ως ένδειξη της ματαιότητας και της διαφθοράς του όλου χειραφετητικού σχεδίου, που σημαίνει διάφορες μορφές προδοσίας.

Ο δεύτερος, αν υπάρχει μια επιμονή στη συνέχιση αυτού του είδους πολιτικής που προσιδιάζει σε μια ιστορική κατάσταση που δεν υπάρχει πια, κάτι που ανάγει την πολιτική σε καθαρή νοσταλγία και ευσεβή πόθο.

Μπορούμε να τα περιγράψουμε αυτά ως διάφορες μορφές αποπολιτικοποίησης. Το ιστορικό πλαίσιο της αποπολιτικοποίησης δεν είναι μια περίοδος, που είναι η έκφραση μιας συνολικότερης ιστορικής προόδου – είναι μάλλον η συνέπεια της αρχής και του τέλους μια συγκεκριμένης διαδικασίας, και τόσο η αρχή όσο και το τέλος είναι ενδεχομενικά φαινόμενα. Πρέπει να τονίσουμε αυτή την πραγματικότητα αν θέλουμε να δούμε την αποπολιτικοποίηση ως κάτι που μπορεί να ξεπεραστεί: το τέλος της επαναστατικής στιγμής δεν ήταν προδιαγεγραμμένο αλλά το αποτέλεσμα πράξεων, ατυχημάτων, “περιστάσεων”.

Μέσα στο ιστορικό πλαίσιο της αποπολιτικοποίησης, η κομμουνιστική υπόθεση βγήκε από την οπτική, ακόμα και μεταξύ σοσιαλιστών. Πολλοί σύγχρονοι σοσιαλιστές πιστεύουν ότι αυτός ο κόσμος είναι “αναγκαίος”. Μια πολύ ισχυρή σοσιαλιστική άποψη διακηρύσσει ότι το κράτος και η αγορά είναι αναγκαία και ότι η ανθρώπινη ζωή δεν μπορεί να νοηθεί πέρα από αυτά. Αυτό είναι το πιο σοβαρό ζήτημα για τους σοσιαλιστές σήμερα. Δεν είναι μια αντιπαράθεση σχετικά με τον “ρεφορμισμό”, που υπό τους παρόντες πολιτικούς περιορισμούς είναι πολύ δύσκολο να ορίσει κανείς. Είναι μια θέση για την αναγκαιότητα της υπάρχουσας πραγματικότητας.

Αναμφισβήτητα, οι σοσιαλιστές αντιπαρατίθενται για ζητήματα στρατηγικής που άπτονται αυτού του ζητήματος: για το αν θα συμμετάσχουν στις εκλογές, για το αν θα αφιερώσουν πόρους στην οργάνωση κοινοτήτων, για το αν θα σχηματίσουν συνασπισμούς με άλλες ομάδες. Αυτά τα ερωτήματα προσιδιάζουν σε συγκυρίες, και οι παράμετροί τους είναι ιδαίτερα ασυνήθιστες στις Ηνωμένες Πολιτείες, στις οποίες ο σοσιαλισμός είναι ιδιαίτερα αδύναμος.

Αυτός είναι ο λόγος που είναι σημαντικό ότι πολύς κόσμος εισήχθη στο όνομα “σοσιαλιστής”, στο πλαίσιο των πρόσφατων αστικών εκλογών. Δεν υπάρχει κάτι λάθος σχετικά μ’ αυτό καθαυτό· αντιπροσωπεύει ένα βήμα προς τα μπροστά. Η παρουσία σοσιαλιστών στις εκλογές έπαιξε τον ρόλο της “ομιλίας μέσα από το παράθυρο”, όπως είπε το γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα: πέρασαν ένα μήνυμα στον κόσμο μέσα στον χώρο στον οποίο η κυρίαρχη ιδεολογία έχει περιορίσει την πολιτική (τις εκλογές).

Την ίδια στιγμή, αυτή είναι η τοπική και σύγχρονη συνθήκη της αποπολιτικοποίησης. Οι όροι της πολιτικής τίθενται από το κράτος. Η αποτυχία των Δημοκρατικών να αποτρέψουν την κρίση στο κόμμα τους, με την εκλογή Τραμπ, διέλυσε τις πολιτικές προσδοκίες. Αντέδρασαν προσωποποιώντας τον εχθρό στο σώμα του Τραμπ, επιτρέποντάς του να απορροφήσει τη στάση της αντιπολίτευσης και συνεπώς να περικλείσει κάθε άλλη αντιπολιτευτική στάση. Το να είναι κανείς μέλος της “Αντίστασης” ήταν για κάποιο διάστημα μια πρόταση χωρίς περιεχόμενο· τώρα, ακόμα και η προσποίηση της αντίστασης έχει δώσει τη θέση της σε έναν οπορτουνισμό που είναι τόσο δειλός όσο και άχρηστος. Παραμένει να δούμε αν η διαφωνία που αντιπροσωπεύεται από τον Σάντερς θα μπορέσει να συνεχίσει, αντέχοντας το συντριπτικό θεσμικό βάρος αυτού του οπορτουνισμού. Αυτό που είναι φανερό, ιδιαίτερα στο φως της πρόσφατης εκλογικής τύχης του Εργατικού Κόμματος στο Ηνωμένο Βασίλειο, είναι ότι αν η μαζική πολιτική οργάνωση εξαντλείται η ίδια σε μια μοναδική εκλογική εκστρατεία, ο σοσιαλισμός θα εμπλακεί σε μια ζοφερή πάλη για επιβίωση στη διάρκεια της δεύτερης θητείας του Τραμπ.

Κάποιοι ερμηνεύουν αυτό το σενάρια ως ένα κάλεσμα για περισσότερο ριζοσπαστισμό, υιοθετώντας, συνεπώς, μια θέση πέρα από τη σοσιαλιστική, χρησιμοποιώντας ακόμα και τη λέξη “κομμουνιστής”. Αλλά ακόμα και η στάση ενός εντονότερου ριζοσπαστισμού δεν σημαίνει απαραίτητα τη διατήρηση της κομμουνιστικής υπόθεσης. Τέτοιες διακηρυγμένες απόψεις μπορεί να εξακολουθούν να υπάρχουν δίπλα-δίπλα με μια εντελώς συναισθηματική επένδυση στην αναγκαιότητα του υπάρχοντος κόσμου. Θα ταυτοποιήσω τέσσερις μορφές συναισθηματικής επένδυσης, αν και μπορεί να υπάρχουν και άλλες:

  1. Την ευθυγράμμιση με φράξιες που καθορίζονται και κυβερνώνται στο υψηλότατο γραφειοκρατικό επίπεδο, το οποίο περιχαράσσει πολιτικές απόψεις και ενέργειες.
  2. Τον σχηματισμό μιας πολιτικής ιδεολογίας στη βάση ad hoc απόψεων – συναισθηματικά καθορισμένων, ή στη βάση του ποιος έχει αυτές τις απόψεις ή τις αντίθετές τους, μάλλον, παρά ορθολογικά – κάτι που κάνει υποτελή κάθε ουσιαστική πολιτική ή στρατηγική συζήτηση.
  3. Την χρήση των κοινωνικών μέσων για την παρουσίαση3 των πολιτικών απόψεων, βγάζοντας εσωτερικά ζητήματα αριστερών οργανώσεων στα εργαλεία των ΜΜΕ του εχθρού και υπομομεύοντας την ελευθερία σκέψης και συζήτησης εντός αυτών των οργανώσεων (θα προσθέσω, αν και αυτή τη στιγμή δεν είναι δυνατόν να αναπτύξω αυτό το σημείο, ότι αυτή η παρουσίαση απόψεων λειτουργεί με μια ταχύτητα που δεν μπορεί να ευθγραμμιστεί με τις διαδικασίες που απαιτεί η πολιτική οργάνωση).
  4. Εμμονή με πολιτικές και κοινωνικές ταυτότητες που δεν είναι στην πραγματικότητα διαφορετικές μεταξύ τους. Κάποιος μπορεί είτε να εκθειαστεί είτε να καταδικαστεί για μια συγκεκριμένη ταυτότητα, η οποία είναι προφανώς διακριτή όταν σχετίζεται με κοινωνικά αποδιδόμενες κατηγορίες όπως η φυλή ή το φύλο, αλλά είναι επίσης ενεργή στην αμφισβήτηση πολιτικών ταμπελών που δεν αναφέρονται σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη πολιτική διαδικασία – όροι όπως “σοσιαλιστής” ή “κομμουνιστής” γίνονται, οι ίδιοι, κάτι ελάχιστα περισσότερο από ταυτότητες των οποίων το περιεχόμενο αστυνομεύεται.

Με τι απομένουμε λοιπόν όταν η κομμουνιστική υπόθεση δεν διατηρείται;

Ας ονομάσουμε την θέση που παραμένει διαθέσιμη “προσαρμογή”. Μπορεί να σημαίνει τροποποίηση, προσαρμογή των πραγμάτων μέσα στις παραμέτρους της υπάρχουσας κατάστασης. Σημαίνει, όμως, επίσης και την προσαρμογή κάποιου στον κόσμο που υπάρχει.

Στις οργανώσεις, η διαδικασιολογία4 είναι η κύρια μορφή προσαρμογής. Αφού η δημοκρατία είναι η κυρίαρχη άποψη, η διαδικασιολογία σημαίνει μια φορμαλιστική αφοσίωση στη δημοκρατία που δεν αναγνωρίζει την αυτοοργάνωση ως μια αρχή με νόημα. Οι σύγχρονες οργανώσεις είναι ανεξάρτητες από οποιοδήποτε κόμμα-κράτος και η κρατική εξουσία δεν διακυβεύεται. Έτσι, αυτό που απομένει ως διακύβευμα είναι η συνέπεια της εσωτερικής γραφειοκρατίας της οργάνωσης, η οποία ελέγχει τη ροή της επικοινωνίας, την εκταμίευση των χρημάτων και υπαγορεύει, σε διάφορους βαθμούς, αποφάσεις που καθορίζονται από αντιπροσώπους οι οποίοι αντιπροσωπεύουν συμφέροντα διαφόρων φραξιών σχετικά με πολιτικές θέσεις. Σε μια μικρής κλίμακας επανάληψη του κοινοβουλευτισμού, η υποτιθέμενη δημοκρατική διαδικασία λήψης αποφάσεων είναι το πεδίο της μεσίτευσης των διαφόρων ομάδων συμφερόντων.

Γιατί απομένουμε μόνο με την προσαρμογή, με την κομμουνιστική υπόθεση να αποκλείεται, φαινομενικά, εκ των προτέρων;

Θα δώσω τρεις λόγους.

  1. Δεν έχουμε μετάδοση της υπόθεσης. Στην ιστορία του Κομμουνιστικού Κόμματος στην Αλαμπάμα της δεκαετίας του 1930 – που την εποχή εκείνη ήταν ένας μυστικός ένοπλος πυρήνας σχεδόν αποκλειστικά με μαύρα μέλη – ο Robin D.G. Kelley μας λέει για έναν “’μεγαλύτερο’ σύντροφο” που ακούστηκε να λέει σε έναν νεαρό στρατολογημένο: “Δεν υπάρχει κανείς μας εδώ που να γεννήθηκε Κομμουνιστής· το μάθαμε και δεν είναι εύκολο να το μάθει κανείς”. Παρά τις μεγάλες διαφορές στην τυπική εκπαίδευση, οι κομμουνιστές εδραίωσαν μορφές μετάδοσης: “το Κόμμα σχημάτισε ομάδες μελέτης που διάβαζαν έργα στην μορφή μπροσούρας, που περιελάμβαναν από το Negro Liberation του James Allen και το Τι να κάνουμε του Λένιν μέχρι το Κομμουνιστικό Μανιφέστο των Μαρξ και Ένγκελς. Μέχρι τα μέσα του 1934, η κομματική ομάδα του Bessemer είχε ορίσει ένα μισάωρο σε κάθε συνάντηση για μελέτη – δεκαπέντε λεπτά για ανάγνωση μεγαλόφωνα και δεκαπέντε λεπτά αφιερωμένα σε συζήτηση”. Το ότι οι όροι “σοσιαλιστής” και “κομμουνιστής” δεν προχωράνε σε κάτι περισσότερο από ταμπέλες ταυτοτήτων οφείλεται σε όχι μικρό βαθμό στην απουσία μετάδοσης – σε μια μορφή που η πολιτική εκπαίδευση μεταδίδεται στις συγκεκριμένες πλευρές μιας πολιτικής πρακτικής.
  2. Δεν παράγουμε εξισωτικές μορφές. Οι μορφές εξίσωσης είναι σπάνιες και προκύπτουν από πειράματα. Η γραφειοκρατική αντίληψη της οργάνωσης ανθίσταται στα πειράματα. Όπως λέει η Ρόζα Λούξεμπουργκ στην ανάλυσή της για τη μαζική απεργία: “Η δύσκαμπτη, μηχανική γραφειοκρατική αντίληψη δεν μπορεί να συλλάβει την πάλη παρά μόνο ως το προϊόν οργάνωσης σε ένα συγκεκριμένο στάδιο της δύναμής της. Αντίθετα, η ζωντανή, διαλεκτική εξήγηση κάνει την οργάνωση να αναδύεται ως προϊόν της πάλης”. Όταν η οργανωτική μορφή επιβάλλεται μηχανικά, σύμφωνα με την ύπαρξη μοντέλων που καθορίζονται από γραφειοκρατική νοσταλγία, τότε αποκλείει τη δυνατότητα της συλλογικής μορφής δράσης που αντιπροσωπεύει την ίση ικανότητα καθενός για σκέψη.
  3. Δεν συλλαμβάνουμε άλλους κόσμους. Για να χρησιμοποιήσουμε την διατύπωση του Sun Ra: “Υπάρχουν άλλοι κόσμοι για τους οποίους δεν σου έχουν πει”. Αυτοί είναι οι κόσμοι στους οποίους είναι δυνατός ένας υποκειμενικός προσανατολισμός: στους οποίους είναι δυνατόν να πάρει κανείς μια απόφαση για ένα γεγονός που φέρνει κάτι καινούριο. Αυτό είναι ακριβώς που είναι αδύνατον στον κόσμο του καπιταλισμού και του κοινοβουλευτισμού, που αυτή τη στιγμή περιορίζουν την ύπαρξή μας.

Η σύγχρονη αριστερά έχει βαλτώσει σε κυκλικές διαμάχες και διαμάχες που την εξασθενίζουν, οι υλικές συνέπειες των οποίων είναι αμφισβητήσιμες, και οι οποίες μόνο μοιάζουν να ενισχύουν το βιτριόλι που τις συνοδεύει. Αυτό που συσκοτίζεται, από την συναισθηματική ένταση αυτών των διαμαχών, είναι ότι στην απουσία ενός καθοδηγητικού πολιτικού προσανατολισμού, δεν ανιπροσωπεύουν κάτι περισσότερο από μορφές προσαρμογής στον υπάρχοντα κόσμο και, συνεπώς, μια επένδυση σ’ αυτό που υπάρχει. Είναι αδύνατο να δράσουμε πραγματικά μέσα σ’ αυτή τη συνθήκη αποπολιτικοποίησης. Ας επιβεβαιώσουμε, λοιπόν, την απόλυτη αναγκαιότητα να αναζωογονήσουμε και να μεταδώσουμε την υπόθεση ότι αυτός ο κόσμος δεν είναι αναγκαίος. Υπό την καθοδήγηση αυτής της υπόθεσης μπορούμε, ίσως, να αρχίσουμε να καθορίζουμε ποιοι νέοι τρόποι πολιτικής είναι δυνατοί.

 

1 Στμ. Μεταφρασμένο από εδώ: https://www.viewpointmag.com/2019/12/16/on-depoliticization.

2 Ο Asad Haider είναι συντάκτης του Viewpoint και συγγραφέας του βιβλίου Mistaken Identity: Anti-Racism and the Struggle Against White Supremacy (Verso, Spring 2018).

3 Στμ. Στο πρωτότυπο: performance.

4 Στμ. Στο πρωτότυπο: proceduralism, η απόδοση έμφασης, η εστίαση στις διαδικασίες.

Δέκα σημειώσεις για την επαναστατική προοπτική

Barbaria1

το κείμενο σε pdf

Οι σημειώσεις αυτές σκοπεύουν να ανταποκριθούν σε δυο ιστορικές ανάγκες μέσα από τις οποίες επαναστατικές μειοψηφίες έχουν σκεφτεί τα καθήκοντά τους. Από τη μια πλευρά, ο κομμουνισμός είναι ένα πραγματικό κίνημα που καταργεί την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων. Όταν μιλάμε για την επανάσταση, την τάξη ή το κόμμα, μιλάμε για πραγματικότητες που ανδύονται μέσα από τις αντιφάσεις του κεφαλαίου, από τα ίδια τα θεμέλια της καπιταλιστικής κοινωνίας, από κοινωνικούς ανταγωνισμούς που αναπτύσσονται, όπως το ηφαιστειακό μάγμα, από τη σταθερή συσσώρευση υλικών και κοινωνικών αντιθέσεων. Αυτές οι αντιθέσεις προκαλούν τη σύγκρουση ανάμεσα στις τάξεις, η οποία συμβαίνει πολύ πιο γρήγορα στα ίδια τα γεγονότα απ’ ό,τι στο μυαλό των πρωταγωνιστών της. Με άλλα λόγια, το είναι προηγείται της συνείδησης. Από την άλλη, επαναστατικές μειοψηφίες έχουν πάντα προσπαθήσει να αναλύσουν και να κατανοήσουν την ιστορική περίοδο, με την παγκόσμια και διεθνή έννοιά της, στην οποία βρίσκονται.

Αυτό είναι που σκοπεύουμε να κάνουμε στο παρόν ημι-επεξεργασμένο υλικό, στο οποίο ισχυριζόμαστε ότι μπαίνουμε σε μια νέα περίοδο ανόδου της ταξικής πάλης, μια περίοδο που χαρακτηρίζεται από την ανάκτηση της ιστορικής εμπειρίας του προλεταριάτου μέσω μιας εντατικοποίησης της ταξικής πάλης.

1) Η επανάσταση είναι ένα φυσικό γεγονός, ένας κοινωνικός ιονισμός, μια έκφραση μέσω γεγονότων που συγκροτεί την τάξη στη διαδικασία ενίσχυσής της ως ένα κόμμα. Η πραγματική διαδικασία είναι αυτή που μπορεί να την συνδέσει [την επανάσταση] με το ιστορικό της νήμα και της επιτρέπει να επανασυνδεθεί με το κομμουνιστικό της πρόγραμμα.

2) Από την άλλη πλευρά, το να γίνει η επανάσταση κομμουνισμός, δηλαδή καθολική ανθρώπινη κοινότητα, είναι η μόνη ρεαλιστική δυνατότητα για την αποφυγή της ανθρώπινης και πολιτισμικής κατάρρευσης στην οποία θέλει να μας οδηγήσει το κεφάλαιο.

3) Είναι σημαντικό να τοποθετήσουμε αυτή τη δυνατότητα στην ιστορική περίοδο της ταξικής πάλης. Η επανάσταση δεν θεσπίζεται από την απλή επιθυμία ή βούληση ενός κόμματος, αλλά είναι ακριβώς η τάξη που συγκροτείται ως τέτοια. Από αυτή την άποψη, είναι σημαντικό να ξεχωρίσουμε τις εξαιρετικές ιστορικές στιγμές στις οποίες η κοινωνική ειρήνη του καπιταλισμού, ο φετιχισμός του για το εμπόρευμα και τη δημοκρατία, η συγκρότησή του σε αντεπαναστατική δύναμη διαρρηγνύεται με έναν γενικευμένο και βαθύ τρόπο.

Αυτές οι επαναστατικές περίοδοι (που δεν μπορούν να διαχωριστούν από την αντεπανάσταση που προετοιμάζουν άμεσα οι δυνάμεις του κεφαλαίου) εκφράστηκαν σε τρία επαναστατικά κύματα στα οποία το προλεταριάτο προσπάθησε να καταστρέψει την ταξική κοινωνία, μέσω της διαδικασίας της συγκρότησης της σε τάξη και κόμμα. Ένα πρώτο κύμα από το 1848 μέχρι το 1851 που επιτέθηκε σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή ήπειρο και έζησε την αποκορύφωσή του στους αγώνες του παριζιάνικου προλεταριάτου τον Ιούνιο του 1848, και αναλύθηκε τόσο καλά από το κόμμα μας σε κείμενα όπως Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία ή Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη (υπήρξαν επίσης και προηγούμενες απόπειρες όπως αυτές του 1930 στη Γαλλία ή το κίνημα των Λουδιτών στο Ηνωμένο Βασίλειο και πολλές άλλες ακόμα). Το δεύτερο επαναστατικό κύμα ήταν του 1917-1923 το οποίο είχε προηγούμενες στιγμές στις μαζικές απεργίες του 1904-1905 στο Βέλγιο, τη Γερμανία, την Ολλανδία και ιδιαίτερα, τη Ρωσία, ή την επανάσταση στο Μεξικό το 1910. Αυτό το δεύτερο κύμα τελείωσε με το προλεταριάτο στα οδοφράγματα του Μαΐου του 1937 στη Βαρκελώνη· και, τέλος, το τρίτο επαναστατικό κύμα που διατρέχει τις δεκαετίες του 1960 και του 1970 και τελείωσε όταν το προλεταριάτο στην Πολωνία ηττήθηκε το 1980.

4) Ο εντοπισμός αυτών των περιόδοων γενίκευσης και επέκτασης της προλεταριακής πάλης στη διαδικασία συγκρότησης της τάξης, ρήξης με τον φετιχισμό του εμπορεύματος και της δημοκρατίας, είναι πολύ σημαντικός. Από την μια πλευρά, μας τοποθετεί σε πραγματικές διαδικασίες που συμβαίνουν, της φυσικής συγκρότησης της τάξης και, από την άλλη, μας βοηθούν να αποφύγουμε τον τυπικό βολονταρισμό της αριστεράς του κεφαλαίου.

Αυτές είναι στιγμές στις οποίες η εξατομίκευση και ο διαχωρισμός των πολιτών διαρρηγνύονται, στις οποίες οι προλετάριοι τείνουν να ενωθούν και να αγωνιστούν για τα άμεσα και ιστορικά συμφέροντά τους, στις οποίες αρχίζουν να εφαρμόζουν τις ίδιες πρακτικές και τις ίδιες εμπειρίες που εφάρμοσαν τα ταξικά αδέλφια τους σε άλλες εποχές και τόπους. Αυτό είναι που πραγματικά μπορεί να μας επιτρέψει (και χωρίς καμμιά θεία επιφοίτηση) να ξαναπιάσουμε το προγραμματικό νήμα του παρελθόντος και να το βαθύνουμε. Είναι αυτό που μας επιτρέπει να καταλάβουμε το άχαρο καθήκον που οι κομμουνιστές και οι επαναστατικές μειοψηφίες αναλαμβάνουν σε καιρούς αντεπαναστατικούς, όταν πηγαίνουμε κόντρα στο ρεύμα της τάξης μας. Στις στιγμές ανόδου της τάξης, συγκρότησης και ενίσχυσης του προλεταριάτου, υπάρχει μια αντιστροφή της πράξης όταν εκατομμύρια προλετάριοι είναι πρωταγωνιστές του κομμουνιστικού προγράμματος, που γίνεται κατανοητό ως πραγματικές θέσεις και όχι ως ιδεολογικές αρχές.

5) Είναι σημαντικό να τοποθετήσουμε τις αντεπαναστατικές περιόδους, περιόδους φυσικής και ιδεολογικής ήττας του προλεταριάτου που μοιάζουν να το κατανικούν οριστικά και που έχουν προκαλέσει αναμφισβήτητες συνέπειες πάνω του. Όμως, η επανάσταση, ως μια έκφραση του κομμουνισμού στην εποχή του κεφαλαίου, επιστρει και εγείρετα ξανά και ξανά σαν Προμηθέας. Είναι σημαντικό να καταλάβουμε και να βιώσουμε τον ακανόνιστο χαρακτήρα της προλεταριακής πάλης, που σαν τον παλιό τυφλοπόντικα περνά τον περισσότερο χρόνο του σκάβοντας βαθιά μέσα στην κρούστα/κατακάθια του κεφαλαίου, ώστε να μην πέσει στις επανερχόμενες διαρκώς σοσιαλδημοκρατικές ιδεολογίες που αρνούνται, στην καιρό της κοινωνικής ειρήνης, τη δυνατότητα της επανάστασης και την πραγματικότητα της τάξης…Εν ολίγοις, την ψευδή αιωνιότητα του κεφαλαίου.

6) Πρέπει να αναλύσουμε την ιστορική ιδιαιτερότητα κάθε ιστορικής περιόδου και των διαφορετικών φάσεών της. Για παράδεγμα, μιλώντας για αντεπαναστατικές περιόδους, η τωρινή στιγμή δεν είναι η ίδια με τις δεκαετίες του 1940 και του 1950 στον 20ο αιώνα, που ήταν η ιστορική στιγμή κατά την οποία η τάξη μας ήταν εξαιρετικά αποδομημένη εξαιτίας των υλικών αποτελσμάτων διαφόρων αντιθέσεων και αστικών διχοτομιών: φασισμός, Μπολσεβικισμός/Σταλινισμός, Δυτικές δημοκρατίες, Τριτοκοσμισμός κλπ. Τη δεκαετία του 1960 υπήρξε ένα τρίτο επαναστατικό κύμα τα αποτελέσματα του οποίου φάνηκαν σε ολόκληρη τη δεκαετία του 1970. Τη δεκαετία του 1980, αν και σε ένα επίπεδο χαμηλότερης έντασης, υπήρξαν σημαντικά στοιχεία της ταξικής πάλης (για παράδειγμα οι αγώνες στην περιοχή της Ισπανίας το διάστημα 1986-1987 ή το λεγόμενο Caracazo2 στη Βενεζουέλα) που υποχώρησαν στη δεκαετία του 1990 και που μπορούν επίσης να παρατηρηθούν στην κρίση ή τη διάλυση πολλών επαναστατικών μειοψηφιών εκείνης της περιόδου. Εν πάσει περιτπώσει, δεν είναι ένα συγκρίσιμο φαινόμενο (παρά τον δημοκρατικό κρετινισμό εκείνης της περιόδου) με αυτό των δεκαετιών του 1940 και 1950.

Γενικά, μπορούμε να μιλήσουμε για συμπυκνωμένες περιόδους επανάστασης και αντεπανάστασης, τέτοιες όπως αυτές που περιγράψαμε μέχρι τώρα, και φάσεις μικρότερης έντασης της ταξικής πάλης και της επανάστασης. Στην πρώτη περίπτωση μπορούμε να βρούμε τα παραδείγματα της περιόδου ανάμεσα στο 1864 και το 1871, όταν η τάξη έτεινε να οργανωθεί σε κόμμα μέσα από την Πρώτη Διεθνή, η οποία φτάνει στο αποκορύφωμά της το 1871 με την Παρισινή Κομμύνα. Ένα παράδεγμα αντεπαναστατικής υποτροπής θα ήταν ολόκληρη η περίοδος της δεκαετίας του 1990 στον 20ο αιώνα: αν και η ταξική πάλη ήταν ακόμα ζωντανή, το προλεταριάτο βρισκόταν σε μια γενικά δυσμενή κατάσταση. Συνοπτικά, έχουμε συμπυκνωμένες διαδικασίες επαναστατικών ανόδων, αντεπαναστατικές περιόδους που προκύπτουν από την φυσική και ιδεολογική ήττα του προλεταριάτου και μεταβατικές περιόδους (καθοριστικές περιόδους), στις οποίες η αυτοδραστηριότητα και η ταξική πάλη ανακτώνται και που μπορούν να προετοιμάσουν πιο έντονες επαναστατικές στιγμές. Γενικά, η επανάσταση και η αντεπανάσταση είναι πάντα πιο έντονες. Και, πάνω απ’ όλα, η επανάσταση τείνει να συγχρονίζεται όλο και περισσότερο σε παγκόσμια κλίμακα.

7) Για μας, η τάξη έχει έναν διπλό καθορισμό που παρουσιάζουμε ξεχωριστά για λόγους ευκολίας. Το προλεταριάτο “αιωρείται στον ρεύμα του αέρα”, επειδή η αναπαραγωγή του δεν είναι εγγυημένη μέσα από τους υλικούς δεσμούς με τη ζωή, και το προλεραριάτο είναι μια τάξη που συγκροτείται στο κίνημα που αντιτίθεται σ’ αυτόν τον κόσμο. Είναι δράση και δραστικότητα/ικανότητα [ενεργεία και δυνάμει] με έναν αδιαχώριστο τρόπο. Μιλάμε για το ίδιο κίνημα, που η σοσιαλδημοκρατία διαχωρίζει σε οικονιμία και πολιτική, στην τάξη διεαυτήν και την τάξη καθεαυτήν3. Η επισφαλής θέση του, το γεγονός ότι μετεωρίζεται στον “αεραγωγό” αν αποτύχει να πουλήσει την εργατική του δύναμη, συνεπάγεται έναν ανταγωνισμό απέναντι στο κεφάλαιο, την κατηγορική αντίθεσή του. Υπάρχει, λοιπόν, ένας ανταγωνισμός ανάμεσα στις ανθρώπινες ανάγκες και τις κατηγορίες του κεφαλαίου. Αυτό είναι που μας κάνει να ισχυριζόμαστε με έμφαση ότι το είναι του προλεταριάτου, ως επιβεβαίωση των ανθρώπινων αναγκών του, είναι η άρνηση των κατηγοριών του κεφαλαίου, ως επιβεβαίωσης της ανθρώπινης κοινότητας. Αυτός είναι ο λόγος που ο κομμουνισμός είναι ένα πραγματικό κίνημα.

8) Μ’ αυτή την έννοια, είναι σημαντικό να πολεμήσουμε τις ιδεολογίες της ήττας που εκφράζουν έναν αντεπαναστατικό ρόλο σήμερα, είτε μέσω της άρνηση της ύπαρξης του προλεταριάτου και της πρότασης μιας αδύνατης αφαίρεσης σ’ αυτόν τον κόσμο, είτε ανάγοντας την τάξη σε έναν απλό τροχό του κεφαλαίου – που αγωνίζεται εναντίον του αλά δεν θα το αρνηθεί ποτέ – ή ανάγοντάς το σε μια ακόμα πραγματικότητα μεταξύ άλλων, ώστε ο γενικός αγώνας να θεωρείται ως ένα άθροισμα ειδικότερων και συγκεκριμένων αγώνων: ταξικοί αγώνες, φεμινιστικοί αγώνες, περιβαλλοντικοί αγώνες, αντιρατσιστικοί αγώνες κλπ.

Αυτές οι ιδεολογίες τείνουν να συγχέουν την άμεση φάση με την ιστορική διαδικασία και, πάνω απ’ όλα, ανάγουν την επανάσταση σε ένα ιδεολογικό γεγονός, καθαρής πεποίθησης ή ατομικής επιλογής, και όχι σε μια υλική και φυσική πραγματικότητα που αναδύεται από την μη αναστρέψιμη αντίθεση ανάμεσα στις ανθρώπινες ανάγκες και το κεφάλαιο.

Η τάξη η συγκροτημένη σε κόμμα δεν γεννιέται από μια βολονταριστική επιλογή ή από ένα στατιστικό και κοινωνιολογικό σύνολο, αλλά από την υλική διαδικασία της επιβεβαίωσης ως τάξης, που παίρνει το ιστορικό νήμα και τις θέσεις που την ισχυροποιούν ώστε να επιτελέσει το καθήκον της.

9) Είμαστε στην ιστορική στιγμή της εξάντλησης του κεφαλαίου ως μιας κοινωνικής σχέσης, επειδή φτάνει ιστορικά τα εσωτερικά όρια της ανάπτυξής του. Το κεφάλαιο, από τους εσωτερικούς του μηχανισμούς, θα καταστρέφει όλο και περισσότερους προλετάριους σε έναν κόσμο πλεονάζουσας ανθρωπότητας.

Αυτό δίνει έναυσμα και θα εντατικοποιήσει όλο και πιο έντονες διαδικασίες ταξικής πάλης. Μια ψευδώς κατανοούμενη πραγματικότητα προσπαθεί να μας κάνει να πιστέψουμε ότι ζούμε σε έναν κόσμο χωρίς επαναστάσεις και εξεγέρσεις. Αρκεί να στρέψουμε το βλέμμα μας από τη Ρουμανία μέχρι την Αλβανία, από την Αλγερία στο Ιράκ, από τη Βολιβία στο Εκουαδόρ, από την Αργεντινή στην Οαχάκα για να δούμε την ένταση των εξεγέρσεων και των επαναστάσεων που έχουν ταξιδέψει σ’ ολόκληρο τον πλανήτη τα τελευταία 25 χρόνια. Για να μην αναφέρουμε τις έντονες διαδικασίες ταξικής πάλης που συνέβησαν το 2011 στον Αραβικό κόσμο, ακριβώς τη στιγμή που στην κυβέρνηση βρίσκονταν αρκετοί Σοσιαλδημοκράτες διακηρύσσοντας το τέλος των επαναστάσεων. Ο παλιός μας τυφλοπόντικας απολαμβάνει να εκπλήσσεια αυτές τις μετριότητες-προφήτες.

Συνεπώς, βασιζόμενοι σ’ αυτούς τους πρόσφατους αγώνες που εκδηλώθηκαν στις αρχές της χιλιετίας στη Λατινική Αμερική και αυτούς τους πιο διαδεδομένους του κύκλου 2008-2013 (εξεγέρσεις λόγω πείνας, Ελλάδα, Αραβικός κόσμος…), ισχυριζόμαστε ότι η αρχή μιας μετάβασης έρχεται σε ρήξη με την ιστορικά δυσμενή περίοδο της δεκαετίας του 1990.

Το άμεσο μέλλον θα είναι, συνεπώς, αυτό της έντονης ταξικής πάλης. Είναι κάτι που έχει παρατηρηθεί για αρκετούς μήνες σε περιοχές όπως η Κίνα, το Ιράν, το Ιράκ, το Κουρδιστάν, η Αϊτή…Και που πιο πρόσφατα περνά επίσης μέσω της Γαλλίας – με το κίνημα των κίτρινων γιλέκων -, την Ουγγαρία ή την Τυνησία. Είναι μια ταξική πάλη τεμαχισμένη και διαχωρισμένη, προς το παρόν, από το ιστορικό νήμα του παρελθόντος της, της προοπτικής της και του προγράμματός της. Αυτό είναι το μεγάλο δράμα της εποχής μας: το χάσμα ανάμεσα στην ένταση της πάλης και της ρήξης της με το προηγούμενο ιστορικό νήμα4. Κάτι ανάλογο, και ακόμα ισχυρότερο, βιώθηκε τη δεκαετία του 1950, όταν η σταλινική αντεπανάσταση έμοιαζε ως μια καταστροφή χωρίς τέλος. Σήμερα, αυτό που μπορούμε να δούμε, γενικά, είναι μια απουσία μιας κομμουνιστικής προοπτικής, μια αποκήρυξη/απάρνηση της δυνατότητας της καθολικής ανθρώπινης κοινότητας. Κι όμως, παρ’ όλα αυτά, ο παλιός κομμουνιστής τυφλοπόντικας συνεχίζει να σκάβει τον δρόμο του. Το έκανε ακόμα και καταστρέφοντας όλα τα καπιταλιστικά κράτη που στην Ανατολική Ευρώπη είχαν γίνει βασικοί πρωταγωνιστές της αντεπανάστασης.

Η κατανόηση αυτής της ιδιορρυθμης φάσης της ταξικής πάλης είναι ουσιώδης. Το προλεταριάτο παρά την ιστορική τομή/κενό πάντα ξαναξεκινά την ιστορική του εμπειρία. Και συμβαίνει η συγκρότησή του σε τάξη να μην είναι μια φωτισμένη εφεύρεση αλλά να γεννιέται στο έδαφος της καπιταλιστικής κοινωνίας. Βιώνουμε μια μεταβατική φάση με το τέλος μιας στιγμής αντιστροφής της ροής των προλεταριακών αγώνων (μετά το κύμα του 2008-2013) και επανεκκίνησης/εκ νέου έναρξης του διεθνούς κύκλου αγώνων. Αυτή η διαδικασία είναι μια μάχη· είναι η μάχη για την συγκρότηση της τάξης σε κόμμα. Το να αποκρυσταλλώσουμε αυτή τη διαδιακασία ώς κάτι ήδη δεδομένο, ως μια α πριόρι ήττα, είναι απλά εγκληματικό, και αυτό είναι που όλα τα ρεύματα του σοσιαλδημοκρατικού καταστροφισμού θα κάνουν πάντα.

Σήμερα ζούμε μια φάση σεχταρισμού ως επαναστατικές μειοψηφίες, μια απομόνωση παρόμοια μ’ αυτήν που βίωναν μερικοί σύντροφοι τον 19ο αιώνα αλλά με τα βαρίδια των αντεπαναστάσεων του 20ου αιώνα. Ζούμε μια απομόνωση των ταξικών θέσεων του προλεταριάτου, ενός προλεταριάτου που παλεύει αλλά υποφέρει από τη δυσκολία της εμβάθυνσης των άμεσων και ιστορικών αναγκών του, συχνά εκτρέποντας τους αγώνες του από την πληθώρα μοντέρνων και μεταμοντέρνων ιδεολογιών.

Παρ’ όλα αυτά, είμαστε πεποισμένοι ότι στα επαναστατικά κύματα που θα επανεμφανιστούν σε ένα όχι πολύ μακρινό μέλλον, το προλεταριάτο θα χρειαστεί να παλέψει ενωμένο για την ταξική του προοπτική, για να την εμβαθύνει, για να αναπτύξει μια αντιστροφή της πράξης του με την οποία οι ιστορικές του ανάγκες, η κατάργηση του Κράτους και της μισθωτής εργασίας, θα είναι όλο και περισσότερο στο προσκήνιο. Και πρόκειται για το ότι ο αγώνας για τον κομμουνισμό δεν είναι απλά ένας αγώνας ανάμεσα στους άλλους, αλλά αναδύεται από τη φύση και από το βαθύ είναι του προλεταριάτου, μια φύση που είναι ταυτόχρονα και επαναστατική και εκμεταλλευόμενη. Και ο μόνος τρόπος που το προλεταριάτο πρέπει να παλέψει ενάντια στην εκμετάλλευσή του είναι η συσχέτιση, η αλληλεγγύη, η αυτοδραστηριότητα, η συγκρότησή του σε τάξη και κόμμα για την κατάργηση του κεφαλαίου. Έτσι ήταν τα πράγματα και έτσι θα είναι και πάλι. Οι επαναστατικές μειοψηφίες του παρόντος έχουν την ευθύνη να είναι ένα πλήρως ενεργό κομμάτι της τάξης μας στις αποφασιστικές στιγμές της σύγκρουσης που θα λάβει χώρα, πολεμώντας χωρίς κανένα συμβιβασμό για να επαναοικειοποιηθεί και να αναπτύξει το πρόγραμμά της η τάξη μας.

10) Συνοψίζοντας, ζούμε σε μια μετέωρη περίοδο στην οποία η επανεκκίνηση της ιστορικής εμπειρίας του προλεταριάτου συνυπάρχει, μέσω εξεγέρσεων και ανταρσιών που απλώνονται από το 2011 μέχρι τις σημερινές, με τις αντεπαναστάσεις και της ήττες που αντιπροσωπεύουν μια τομή/ασυνέχεια στην μεταδιδόμενη εμπειρία και σε ένα κλείσιμο του μελλοντικού ορίζοντα των προσδοκιών. Οι συνεχιζόμενες εξεγέρσεις συνιστούν τα οχήματα επικοινωνίας ανάμεσα στην τρέχουσα εμπειρία και τις διαδικασίες της συγκρότησης του προλεταριάτου σε τάξη και στις επαναστάσεις του μέλλοντος.

1 Στμ. Μεταφρασμένο από εδώ: http://barbaria.net/2019/11/14/ten-notes-about-the-revolutionary-perspective.

2 Στμ. Caracazo (η σφαγή του Καράκας) – είναι το όνομα που έχει δωθεί στο κύμα διαμαρτυριών, ταραχών, λεηλασιών, πυροβολισμών και αιματοκυλίσματος που άρχισαν στις 27 Φεβρουαρίου του 1989 στην πρωτεύουσα της Βενεζουέλας, Καράκας και στις γύρω πόλεις, https://en.wikipedia.org/wiki/Caracazo.

3 Στμ. Στη μαρξική ορολογία η “τάξη καθεαυτήν” ορίζεται ως η κατηγορία ανθρώπων που έχουν μια κοινή σχέση με τα μέσα παραγωγής και η “τάξη διεαυτήν” ορίζεται ως ένα στρώμα που οργανώνεται για την ενεργή επιδίωξη κάποιου σκοπού. Η εργατική τάξη λοιπόν για να χειραφετηθεί θα πρέπει εκτός από τάξη καθεαυτήν – δηλαδή μια αντικειμενικά καταπιεζόμενη και εκμεταλλευόμενη τάξη – να συγκροτηθεί και σε τάξη διεαυτήν, παλεύοντας ενεργά για τη χειραφέτησή της.

4 Στμ. Μήπως η κατανόηση αυτής της ρήξης απαιτεί να δούμε τη βαθιά διαδικασία αναδιάρθρωσης του κεφαλαίου και, συνεπώς, και της ταξικής πάλης από το 1970 και μετά;

Εδαφικές Συνελεύσεις: αυτόνομες δομές δημιουργημένες από την αγωνιζόμενη κοινότητα

από το hacialavida1

το κείμενο σε pdf

Σύντροφια με τα οποία έχουμε επαφή μας έστειλαν αυτό το κείμενο στο email μαζί με το ακόλουθο μήνυμα και μια εκδοχή σε pdf για εκτύπωση, την οποία μπορείτε να κατεβάσετε από τον σύνδεσμο στο τέλος του άρθρου:

Διαδίδουμε αυτό το κείμενο σχετικά με τον χαρακτήρα των εδαφικών συνελεύσεων και του στρατηγικού τους ρόλου στην ταξική πάλη. Πάνω απ’ όλα, στοχεύουμε στι διάχυσή του στις ίδιες τις συνελεύσεις, οπότε ενθαρρύνουμε την εκτύπωσή του από οποιαδήποτε άτομα ή ομάδες που αισθάνονται ότι είναι πολιτικά κοντά σε ό,τι περιγράφεται εδώ.

Το γόνιμο έδαφος της εξέγερσης στη Χιλή έφερε ως έναν από τους βασικούς της καρπούς τις εδαφικές συνελεύσεις, στιγμές αυτόκλητων συνάθροισης από κατοίκους σ’ ολόκληρη τη χώρα, ως καναλιού για την επίλυση των άμεσων αναγκών τις πάλης και της διάδοσής της. Σ’ αυτές συζητιούνται διαλεκτικά τα μέτρα, ο ορίζοντας και τα αιτήματα αυτού του κινήματος. Σε πολλές περιπτώσεις, με έναν ισχυρό αντιθεσμικό και αντικομματικό χαρακτήρα. Οι συνελεύσεις αντανακλούν, με έναν εμβρυακό τρόπο, την πραγματική ανάγκη του προλεταριάτου να δώσει στον εαυτό του όργανα εξουσίας που να αντιπροσωπεύουν την τάξη, που υπερασπίζονται και επιβάλλουν τις ανάγκες του μέχρι τελευταίας ανάσας, χωρίς συμβιβασμούς με την πολιτική τάξη.

Αυτές οι οργανώσεις, ακόμα στα σπάργανα, καταδεικνύουν το αίσθημα και την αναγκαιότητα να επιδράσουμε άμεσα στην πραγματικότητα, να αμφισβητήσουμε την κυριαρχία στη ζωή μας από το Κράτος και το κεφάλαιο, μιας και στην πράξη, η συλλογική οργάνωση για την επίλυση των προβλημάτων μας και για την εμβάθυνση του αγώνα, εκφράζει μια αντιπαράθεση/διένεξη με το Κράτος για τον έλεγχο και την κατεύθυνση της ζωής στην κοινωνία. Συνεπώς, είναι απαραίτητο οι συνελεύσεις αυτές να θεωρούν τον εαυτό τους αυτόνομο, απευθύνοντας/κατευθύνοντας τον διάλογο προς τους ίδιους τους εκμεταλλευόμενους και όχι προς τους γραφειοκρατική θεσμικότητα/θεσμοποιημένη γραφειοκρατία: αυτό που διακυβεύεται είναι τα ίδια τα συμφέροντα της τάξης και είναι βλέποντας τα όριά τους που θα ανακτήσουμε όλα όσα χάσαμε, όχι διαμεσολαβώντας ανάμεσα στη βάση και το Κράτος.

Όντας ένα όργανο της γειτονιάς, οι συνελεύσεις είναι εμβαπτισμένες στην καθημερινή ζωή της περιοχής, οπότε η λειτουργίας τους είναι το βασικό τους όπλο. Η ικανότητά τους να διευρύνουν τις ανάγκες της πάλης, όπως ο εφοδιασμός, η αυτοάμυνα, η υγεία, η μετακίνηση, οι επικοινωνίες, η αλληλεγγύη με τους φυλακισμένους κλπ. θα είναι η δύναμη που θα τους προσδώσει νομιμοποίηση.

Μ’ αυτή την έννοια, οι συνελεύσεις είναι η αυτόνομη έκφραση της κοινότητας που αυτοοργανώνει τις ανάγκες και τον αγώνα της ενάντια στο Κράτος και το κεφάλαιο. Αυτός είναι ο λόγος που η λειτουργία τους ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ να εξαντληθεί στην προβολή αιτημάτων ή στην συντακτική συνέλευση. Καταλαβαίνουμε ότι πολύς κόσμος πιστεύει ακόμα στις σοσιαλδημοκρατικές ιστορίες2 και ότι το Κράτος μπορεί να λύσει τα άμεσα προβλήματά τους, αλλά ξέρουμε ότι αυτό δεν θα συμβεί, στην πραγματικότητα, η επισφάλεια θα παροξυνθεί. Είναι εντελώς ουσιώδες τη στιγμή που θα αρχίσει το επαναστατικό ξέσπασμα, αυτό το πρελούδιο να έχει εξυπηρετήσει στο να αντληθούν τα καλλίτερα μαθήματα: δυναμώστε τις συνελεύσεις και τον αυτόνομο χαρακτήρα τους, που είναι ο κύριος θρίαμβός μας μέχρι τώρα.

Αυτός ο νέος κύκλος αγώνων, που μόλις εγκαινιάστηκε, θα είναι μακρύς. Η εξέγερση που πλημμύρισε τη Χιλή τις πρόσφατες βδομάδες είναι ακόμα σε εξέλιξη και τίποτα δεν φαίνεται να προμηνύει ότι θα τελειώσει. Το κουτί της Πανδώρας της κοινωνικής επανάστασης άρχισε να ανοίγει και το καθήκον της δημιουργίας εδαφικοποιημένης ισχύος έχει μπει στην ατζέντα. Αυτό έχει σημάνει συναγερμό σ’ ολόκληρη την πολιτική τάξη, από την αριστερά μέχρι τη δεξιά όλοι οι αστικοί θεσμοί έχουν κινήσει τα νήματά τους για να ακυρώσουν ή να αφομοιώσουν αυτές τις αυτόνομες στιγμές οργάνωσης. Η βασική τους στρατηγική είναι να τραβήξουν το κίνημα προς τα στενά πλαίσια της πολιτικής αντιπροσώπευσης, για τα οποία διαθέτει τα “συμβούλια” που θα συστηματοποιήσουν τα αιτήματα και θα “σηκώσουν” τις φωνές διεκδίκησής τους. Εδώ το Κράτος είναι ο μοναδικός συνομιλητής και οι δυνατότητες διαλόγου αρχίζουν και τελειώνουν στις λύσεις που μπορεί αυτό να μας δώσει. Ας μην αφήσουμε τις συνελεύσεις να γίνουν οι ιμάντες μεταφοράς του Κράτους.

Ξέρουμε ότι οποιαδήποτε προσπάθεια εξανθρωπισμού του κεφαλαίου θα εξελιχθεί σε μια παγκόσμια καπιταλιστική κρίση, που φέρνει μαζί της μια περιβαλλοντική κρίση η οποιά, για πολλούς ειδικούς, περιλαμβάνει την τελική κρίση του καπιταλισμού. Από την Ελλάδα μέχρι το Εκουαδόρ, αριστερές κυβερνήσεις έπρεπε να υποκύψουν στις απαιτήσεις της Παγκόσμιας Τράπεζας και να επιβάλλουν μέτρα λιτότητας που επισφαλοποιούν τους ίδιους όπως πάντα: την εργατική τάξη. Η σοσιαλδημοκρατία θα είναι πάντα το “καλό πακέτο”3 που θα φροντίζει για τις εγγυήσεις του ΔΝΤ και της εθνικής αστικής της τάξη απέναντι σε οποιοδήποτε κάθε άλλο συμφέρον.

Μέχρι τώρα, αυτό το κείμενο έχει ξεδιπλωθεί κυρίως στους δρόμους, οι αυθόρμητες διαμαρτυρίες στον δρόμο έχουν παραλύσει τη χώρα κυρίως μέσα από τις συγκρούσεις με την αστυνομία και τη διακοπή της καπιταλιστικής κυκλοφορίας. Οδοφράγματα, cacerolazos4, λεηλασίες και φωτιές είναι ένα μέρος από το προλεταριακό οπλοστάσιο για την αντιπαράθεση με την εξουσία. Το περιεχόμενό του είναι “ενάντια σε όλα”, ενάντια σ’ ολόκληρο το σύστημα που μας σκοτώνει αργά. Το κίνημα των συνελεύσεων καλείται να είναι αυτό που θα δώσει περιεχόμενο στις διαμαρτυρίες στον δρόμο, που βάζει στο τραπέζι τις πραγματικές λύσεις στις ανάγκες των ανθρώπων και που εμψυχώνει, επίσης, τις στάσεις και τις αξίες που κάνουν εφικτό έναν καινούριο τρόπο ζωής: η αλληλεγγύη, το πνεύμα της κοινότητας, η αλληλοβοήθεια και αμοιβαία φροντίδα και η εξεγερτική επίθεση θα είναι η πανωλεθρία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

Είναι, όμως, αναγκαίο και ΕΠΕΙΓΟΝ οι συνελεύσεις αυτές να επεκταθούν στους χώρους δουλειάς, πρωτίστως στους στρατηγικούς παραγωγικούς τομείς. Να εγκαταστήσουν τη ριζική αμφισβήτηση του καπιταλιστικού τρόπου ζωής μέχρι τις έσχατες συνέπειες και ο παραγωγικός ορίζοντας να μετατοπιστεί από την άπειρη κεφαλαιοποίηση στην ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών. Ιστορικά παραδείγματα όπως αυτό των Cordones industriales5 ή των Comandos Comunales είναι ίσως ζωτικής σημασίας για να καταλάβουμε τον δρόμο που παίρνουμε. Καμμιά αλλαγή δεν θα είναι εφικτή αν οι εργάτες δεν έχουν τον έλεγχο των μέσων βιοπορισμού και παραγωγής στα χέρια τους, αν δεν ξεφορτωθούμε τον πλούτο που δημιουργούμε για να αποφασίσουμε τι και για ποιον παράγουμε. Δεν έχει να κάνει με το να μάθουμε να διακυβερνούμε και να αυτοδιαχειριζόμαστε το κεφάλαιο, έχει να κάνει με τη δημιουργία ενός καινούριου τρόπου ζωής. Ολόκληρη η οικονομία εξαρτάται από μας και θα κλονιστούν όταν καταλάβουν ότι το συνειδητοποιήσαμε.

Η ιστορία μάς δείχνει ότι το Κράτος, ως μορφή εγγύησης των συνθηκών ζωής, θα είναι πάντα μια μορφή εγγύησης της κυριαρχίας μιας τάξης πάνω στις άλλες, που διαιωνίζει τον καπιταλισμό. Με αλλαγή ή όχι συντάγματος, το Κράτος θα διασφαλίζει πάντα τη διαιώνιση της εκμετάλλευσης, αφήνοντας άθικτες τις πραηματικές βάσεις των πάντων, την ατομική ιδιοκτησία και τη μισθωτή εργασία. Στο απόγειο αυτού του αγώνα, πάμε να δημιουρήσουμε τα δικά μας κατάλληλα εργαλεία για να ξεμπερδέψουμε με τα υπάρχοντα και να σφυρηλατήσουμε έναν καινούριο κόσμο. Το πρελούδιο για την επανάσταση έχει ήδη ξεκινήσει.

ΟΛΗ Η ΕΞΟΥΣΙΑ ΣΤΙΣ ΕΔΑΦΙΚΕΣ ΣΥΝΕΛΕΥΣΕΙΣ!!!

2 Στμ. Στο πρωτότυπο: cantinelas.

3 Στμ. Στο πρωτότυπο: paco bueno.

4 Στμ. Cacerolazo ή casserole, διαμαρτυρία με κατσαρόλες, είναι μια μορφή λαϊκής διαμαρτυρίας στην οποία οι διαμαρτυρόμενοι κάνουν έντονο θόρυβο χτυπώντας κατσαρόλες, τηγάνια και άλλα κουζινικά σκεύη για να τραβήξουν την προσοχή. Πρωτοεμφανίστηκε στη Νότια Αμερική (ιδιαίτερα, στη Χιλή και την Αργεντινή – το κίνημα διαμαρτυρίας εναντίον του Αλλιέντε πριν την ανατροπή του είναι γνωστό ως κίνημα της κατσαρόλας) αλλά έχει εμφανιστεί και σε άλλες χώρες. Αυτό που είναι ιδιάζον σ’ αυτόν τον τύπο διαμαρτυρίας είναι ότι ο κόσμος μπορεί να διαμαρτυρηθεί και από τα ίδια τα σπίτια του, πετυχαίνοντας έτσι έναν πολύ μεγάλο βαθμό υποστήριξης και συμμετοχής.

5 Στμ. Cordón Industrial, Βιομηχανικά Κορδόνια, όργανο λαϊκής εξουσίας και εργατικής δημοκρατίας που εγκαινιάστηκε για πρώτη φορά στη Χιλή από την ανεξάρτητη δραστηριότητα της εργατικής τάξης ως μέσο πίεσης προς την κυβέρνηση Αλλιέντε για την κοινωνικοποίηση ενός αριθμού επιχειρήσεων που αρνούνταν να δεχτούν τα εργατικά δικαιώματα. Η δημιουργία τους επεκτάθηκε και επιταχύνθηκε ως απάντηση στο σαμποτάζ και τις απεργίες που οργάνωναν οι εργοδοτικές οργανώσεις στην προσπάθεια αποσταθεροποίησης της κυβέρνησης Αλλιέντε. Κάθε κορδόνι ήταν μια ομάδα εργοστασίων που συντόνιζε τα καθήκοντα των εργατών στην ίδια ζώνη. Τη στιγμή του πραξικοπήματος που ανέτρεψε τον Αλλιέντε και την κυβέρνηση της Λαϊκής Ενότητας είχαν δημιουργηθεί και ήταν λειτουργικά 31 τέτοια κορδόνια.

Παγκοσμιοποίηση και προλεταριάτο (Μέρος 2) – πώς το χρέος και οι νόμοι εγγυώνται τους χαμηλούς μισθούς;

από το Agitations1,2

το κείμενο σε pdf

Είδαμε στο 1ο μέρος ότι στις δεκαετίες του 1980 και 1990 οι καπιταλιστές ενσωμάτωσαν στην αλυσίδα συσσώρευσής τους μάζες εργατών και εργατριών από τον Τρίτο Κόσμο. Θα δούμε τώρα πώς η παγκοσμιοποίηση δομείται με την χρέωση των φτωχών χωρών και την παρεμπόδιση της κυκλοφορίας των προλετάριων ώστε να δημιουργούνται ζώνες άθλια πληρωνόμενης εντατικής εργασίας.

Το τέλος του παλιού συμβιβασμού ανάμεσα στις τάξεις

Αυτό που συνέβαινε στις βιομηχανοποιημένες χώρες πριν την παγκοσμιοποίηση ήταν ο φορντισμός. Ο φορντισμός είναι τόσο ένα μοντέλο για την οργάνωση της παραγωγής όσο και ένας κοινωνικός συμβιβασμός. Εμφανίζεται στις Ηνωμένες Πολιτείες στη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και εξαφανίζεται με την αναδιάρθρωση-παγκοσμιοποίηση που ξεκίνησε τη δεκαετία του 1980. Ο φορντισμός είναι η εδραίωση μιας γραμμής συναρμολόγησης που χρησιμοποιεί πολλές μηχανές μαζί με μια απο-εξειδίκευση και έναν αυξημένο καταμερισμό της εργασίας, που καθιστά εφικτή μια τεράστια παραγωγή με πολύ χαμηλό κόστος.Έτσι, πολλά προϊόντα που κατασκευάζονται από τους προλετάριους είναι τώρα προσβάσιμα σ’ αυτούς (σπίτια, αυτοκίνητα κλπ.).

Ο φορντικός συμβιβασμός (συμβιβασμός, όπως καταλαβαίνουμε, ανάμεσα στους εργάτες/εργάτριες και τους καπιταλιστές) είναι λοιπόν μια σχετική ισοδυναμία ανάμεσα σ’ αυτό που παράγεται και σ’ αυτό που κατανώνεται από το προλεταριάτο για την αναπαραγωγή της εργατικής του δύναμης3. Δεν μπορούμε να μπούμε εδώ στις λεπτομέρειες της κρίσης του φορντισμού, απλά ας θυμόμαστε ότι η κρίση της δεκαετίας του 1970 κατέστησε αυτό το μοντέλο ξεπερασμένο. Και η παγκοσμιοποίηση κατέστησε την ισοδυναμία, που αναφέραμε παραπάνω, εντελώς παρωχημένη για το κεφάλαιο.

Έτσι, μαζί με την κρίση του φορντισμού, οι καπιταλιστές μετέφεραν ένα μέρος των βιομηχανιών του κέντρου (Ευρώπη, ΗΠΑ, Ιαπωνία) προς την περιφέρεια (ιδιαίτερα την Ασία). Αλλά ο διεθνής καταμερισμός της εργασίας στην εποχή της παγκοσμιοποίησης δεν είναι σε καμμιά περίπτωση ένα φυσικό φαινόμενο: είναι καρπός μιας ασύμμετρης δόμησης ανάμεσα στις χώρες του κέντρου και της χώρες της περιφέρειας μέσω του…χρέους.

Κρατικό χρέος και χαμηλοί μισθοί

Στη διάρκεια της δεκαετίας του 1970, οι Δυτικές τράπεζες, τονωμένες από το χρήμα του πετρελαίου, αύξησαν τον δανεισμό προς τις αναπτυσσόμενες χώρες. Πολλές φτωχές χώρες δανείστηκαν για να αγοράσουν μηχανικό εξοπλισμό απαραίτητο για την εκβιομηχάνισή τους. Οι χώρες αυτές θέλουν να πετύχουν μια ισχυρή εθνική παραγωγική ικανότητα ώστε να μην εξαρτώνται πλέον από τις εισαγωγές από τις πρώην αποικιακές δυνάμεις.

Αλλά έρχεται η κρίση του δεύτερου μισού της δεκαετίας του 1970 και, ιδού, το 1982 το Μεξικό γίνεται η πρώτη χώρα που ανακοινώνει ότι δεν είναι σε θέση να αποπληρώσει τα χρέη της.

Έτσι, στις αρχές της παγκοσμιοποίησης, ένα ιδιαίτερο στοιχείο είναι οι διαπραγματεύσεις για τη διαγραφή ενός μέρους του χρέους των χωρών του Τρίτου κόσμου. Αυτό είναι ένα από τα βασικά στοιχεία της αναδιάρθρωσης της καπιταλιστικής οικονομίας.

Πώς γίνεται αυτό;

Πράξη 1: Μια ομάδα ειδικών του ΔΝΤ (δηλαδή μια ομάδα υπερφιλελεύθερων οικονομολόγων) αποβιβάζονται σε μια χώρα. Κάνουν μια έκθεση που υποδεικνύει πόσο μέρος του χρέους μπορεί να παραγραφεί και, το πιο σημαντικό, τι πρέπει να γίνει ώστε να αποκατασταθεί η τοπική οικονομία.

Πράξη 2: Αυτές οι διαπραγματεύσεις είναι ανάμεσα στο ΔΝΤ, την Παγκόσμια Τράπεζα και το ενδιαφερόμενο κράτος. Συμφωνούν από κοινού για τις αναγκαίες οικονομικές μεταρρυθμίσεις. Αυτά είναι τα περιβόητα “Προγράμματα Δομικών Προσαρμογών”.

Πράξη 3: Οι κυβερνήσεις παίρνουν ακραία μέτρα λιτότητας σε βάρος των προλετάριων και των μικρών αγροτών. Σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, ιδιαίτερα στη Λατινική Αμερική, θα χρειαστεί όλη η τεχνογνωσία των στρατιωτικών δικτατοριών στην αστυνόμευση για να καταπιεί ο λαός το “χάπι”.

Και ποιες είναι αυτές οι “δομικές προσαρμογές”;

Για να διαγραφούν τα χρέη τους, τα κράτη του Τρίτου κόσμου λεηλατούνται από το ΔΝΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα, που είναι πλέον σε μια θέση ισχύος ώστε να επιβάλουν τις δομικές προσαρμογές. Αυτές είναι:

  • Ιδιωτικοποίηση της οικονομίας: ιδιαίτερα με μέτρα απορρύθμισης της τιμής της εργατικής δύναμης και κατάργησης των συλλογικών συμβάσεων. Καθώς και με μειώσεις στα κοινωνικά επιδόματα.

  • Η επιβολή και γενίκευση ενός υψηλού ΦΠΑ.

  • Ευνόηση της εκβιομηχάνισης της γεωργίας μέσω της απαλλοτρίωσης των μικρών καλλιεργειών και της προαγωγής της εξαγωγής των αγροτικών προϊόντων.

  • Εγκατάλειψη όλων των προστατευτικών μέτρων.

  • Σε γενικές γραμμές, προαγωγή της εξαγωγής βασικών προϊόντων (κυρίως αγροτικών προϊόντων και ορυκτών πρώτων υλών) Η παραγωγή περιορίζεται σε έναν συγκεκριμένο αριθμό απλών προϊόντων που απαιτούν περισσότερο άμεση εργασία παρά μηχανές, σε αντίθεση με τις μεσαίες ή προχωρημένες βιομηχανίες.

  • Για τον δημόσιο τομέα: μείωση του εργατικού δυναμικού, μείωση των μισθών, μείωση του κόστους εξοπλισμού, δραστική μείωση των προϋπολογισμών των κοινωνικών πολιτικών (υγεία, παιδεία, στέγαση…). Αυτό σημαίνει ότι το ΔΝΤ προήγαγε απλά και ξεκάθαρα το κλείσιμο από τα κράτη συγκεκριμένων σχολείων και νοσοκομείων!

  • Ιδιωτικοποίηση των δημόσιων επιχειρήσεων.

Με άλλα λόγια, πρόκειται για το τέλος του σχεδίου ανάπτυξης των χωρών του Τρίτου κόσμου με βάση το μοντέλο των Δυτικών χωρών. Με άλλα λόγια, της δημιουργίας ενός συστήματος συσσώρευσης εθνικού και αυτόνομου κεφαλαίου, στο οποίο η παραγωγή θα καταναλωνόταν από τον τοπικό πληθυσμό4. Το τέλος του φορντισμού στη Δύση είναι επίσης και το τέλος του μοντέλου της εθνοκεντρικής, αυτοδύναμης ανάπτυξης για της αναπτυσσόμενες χώρες5. Υπό την πίεση του χρέους οι αναπτυσσόμενες χώρες πρέπει να εγκαταλείψουν την εκβιομηχάνιση και την ανάπτυξη μηχανικού εξοπλισμού. Η ανάπτυξη βασίζεται, τότε, στο εξαιρετικά χαμηλό κόστος της εργασίας6.

Ενώ ένας αριθμός των φτωχών χωρών είχε νικήσει πρόσφατα τον αποικιακό ζυγό και επιδίωκε να χειραφετηθεί από τον ιμπεριαλισμό μέσα από την εθνική απελευθέρωση, το χρέος πιέζει εκ νέου για την αναδιάρθρωσή του σύμφωνα με φιλελεύθερα πρότυπα.

Το χρέος υποχρεώνει τις περισσότερες χώρες να δεχτούν την απορρύθμιση των όρων πώλησης της εργατικής δύναμης εις βάρος των εργατών.

Έτσι, στον φάκελό της για “Τα εργαστήρια της εκμετάλλευσης” η Le Monde Diplomatique του Ιανουαρίου του 1997 έγραψε:

Όταν οι χώρες του Νότου αναγκάζονται, από τους πλούσιες πιστωτές τους, να εξάγουν για να αποπληρώσουν τα χρέη τους, είναι δύσκολο να δούμε πώς θα μπορούσαν να απεμπολήσουν το μοναδικό συγκριτικό πλεονέκτημα που έχουν [δηλαδή το χαμηλό κόστος εργασίας]”7,8.

Αφού είναι το σταθερό κεφάλαιο (μηχανές, πρώτες ύλες) που ευθύνεται για το χρέος είναι, τότε, το μεταβλητό κεφάλαιο (οι μισθοί) που αναγκαστικά θα υποστεί την πίεση. Οι χώρες της περιφέρειας μπορούν να παράγουν κυρίως μέσω της απόσπασης απόλυτης υπεραξίας: αυτός που βασίζεται στο μεταβλητό κεφάλαιο αποτυγχάνει να εξοπλιστεί με σταθερό κεφάλαιο.

Αφού έχουμε δει τις συνέπειες του χρέους, ας δούμε και ένα άλλο κεντρικό μοχλό της παγκοσμιοποίησης: την απορρύθμιση της κινητικότητας9.

Το χρέος αλλά και ο νόμος εγγυώνται ότι οι μισθοί μειώνονται ακόμα περισσότερο

Όπως είδαμε πιο πριν, τα “προγράμματα δομικών προσαρμογών” επιβάλουν την ελεύθερη κίνηση του κεφαλαίου. Κεφάλαιο που προηγουμένως φορολογούνταν ή υπέκειτο σε ρυθμίσεις και περιορισμούς, τώρα, με την παγκοσμιοποίηση, κινείται ελεύθερα μεταξύ των παγκοσμίων ζωνών ελεύθερου εμπορίου. Όμως, αυτός ο φιλελευθερισμός υπάρχει μόνο για το κεφάλαιο: οι εργάτες δεν επωφελούνται από την ελεύθερη μετακίνηση αλλά, αντίθετα, βρίσκονται αντιμέτωποι με μέτρα περιορισμού της μετανάστευσης από τη δεκαετία του 197010.

Αυτή η αποσύνδεση ανάμεσα στα “υπερκινητικά κεφάλαια” και τους “εργάτες που δεν είναι ελεύθεροι να κυκλοφορούν” είναι η αιτία του ανταγωνισμού ανάμεσα στους προλετάριους11. Για να προσελκύσουν κεφάλαια, οι προλετάριοι θα πρέπει να δεχτούν ακόμα χαμηλότερους μισθούς. Αυτός ο εκβιασμός υπάρχει μόνο και μόνο επειδή υπάρχει απαγόρευση αναζήτησης ενός καλλίτερου μισθού κάπου αλλού12. Είναι αυτή η κούρσα του χαμηλότερου μισθού που ονομάζεται “κοινωνικό dumping”. Αντίθετα με ό,τι ισχυρίζονται οι Λε Πεν, Zémours και άλλοι εθνικιστές, οι περιορισμοί στη μετανάστευση και η επιτήρηση των συνόρων, μακράν του να αποτελούν μέτρα “αντιπαγκοσμιοποίησης”, συμβαδίζουν, αντίθετα, με την ελεύθερη κίνηση των κεφαλαίων και την υπερεκμετάλλευση των εργατών.

Η ελεύθερη μετακίνηση των κεφαλαίων εκφράζεται με μια άνιση δυνατότητα επενδύσεων μεταξύ των χωρών. Στις αναπτυγμένες χώρες οι εκροές του δείκτη FDI (Άμεσες Επενδύσεις στο Εξωτερικό, Investissements Directs à l’Étranger) είναι ξεκάθαρα μεγαλύτερες από τις εισροές (87,3% εκροές έναντι 58,6% εισροών) ενώ στις αναπτυσσόμενες χώρες η εθνική κατάσταση είναι η αντίστροφη (11,4% έναντι 36%)13.

Η τεχνολογική ανισομέρεια ζευγαρώνει με την χωρική ανισότητα

Η αδυναμία των χωρών της περιφέρειας να παράγουν τεχνολογία αιχμής, ή να εισάγουν αρκετή τέτοια ώστε να φτάσουν τα στάνταρ παραγωγικότητας του κέντρου, ενθαρρύνει τη διατήρηση των μισθών σε ακόμα πιο χαμηλό επίπεδο.

Σε μια παγκόσμια αγορά στην οποία υπάρχουν περισσότεροι εργάτες από εργασία, η απορρύθμιση της κινητικότητας προς όφελος του κεφαλαίου επιτρέπει στο κεφάλαιο να οργανώνει το κοινωνικό dumping σε παγκόσμιο επίπεδο. Το κεφάλαιο σταματά να εξελίσσεται σε περιορισμένες εθνικές περιοχές για να κινηθεί εκεί που η εργατική δύναμη είναι λιγότερο ακριβή. Έτσι το μερίδιο των μισθών στο παγκόσμιο εισόδημα μειώθηκε από το 65% στο 60% μεταξύ του 1990 και του 201014 παρά την αύξηση του ποσοστού των εργαζομένων στον παγκόσμιο πληθυσμό (από το 33% στο 42% μεταξύ του 1992 και του 2012 σύμφωνα με τον ΔΟΕ, τον Διεθνή Οργανισμό Εργασίας).

Η παγκοσμιοποίηση είναι ένα “ταρακούνημα” που αναδομεί το κεφάλαιο (συγκεντροποιώντας το), την εργασιακή διαδικασία (επανενσωματώνοντας την απόλυτη υπεραξία ως κινητήρια δύναμή της) και τον χώρο, δημιουργώντας μια ζωνοποίηση ασύμμετρων αλληλεξαρτήσεων15.

Σ’ αυτή την δυναμική της φιλελεύθερης αντεπανάστασης που είναι η παγκοσμιοποίηση, τα κράτη που βγήκαν από την αποικιοκρατία αναγκάζονται να απορρυθμίσουν τους τρόπους πώλησης της εργατικής δύναμης εναντίον του προλεταριάτου ώστε να προσελκύσουν κεφάλαια. Έτσι, οι ισχυρές ανισοτιμίες που προκύπτουν από την αποικιοκρατία διατηρούνται και εντείνονται, το προλεταριάτο στην περιφέρεια είναι παγιδευμένο σε μια μέγγενη μεταξύ χρέους, αδυναμίας να εξοπλιστεί και εμποδίων στην κυκλοφορία του. Ο διεθνής καταμερισμός της εργασίας, επικεντρωμένος στις εξαγωγές, οργανώνει, έτσι, τις χωρικές διαζεύξεις που εγγυώνται την αποσύνδεση μεταξύ των μισθών και της παραγωγικότητας.

2 Άρθρο που δημοσιεύθηκε αρχικά στον ιστότοπο: https://swaggcocos.wordpress.com.

3 Αυτό που λέμε εδώ είναι πολύ απλοποιημένο και συνεπώς μόνο εν μέρει σωστό· σε όλες τις χώρες στις οποίες κυριάρχησε ο φορντισμός ένα μεγάλο μέρος του προλεταριάτου ήταν αποκλεισμένο από έναν τέτοιο συμβιβασμό. Κυρίως εργάτες, συχνά μετανάστες, που οι βιωτικές και εργασιακές συνθήκες γι’ αυτούς ήταν εξαιρετικά επισφαλείς και σημαδεμένες από την υπερεκμετάλλευση.

4 Στμ. Από τις “εθνικές ζώνες συσσώρευσης” στο παγκοσμιοποιημένο δίκτυο.

5 Στμ. Και προφανώς αυτά τα δύο συνδέονται.

6 Στμ. Για παράδειγμα, σχετικά με τη σύνδεση του τέλους του φορντισμού και του μοντέλου της “αυτοδύναμης” ανάπτυξης: το εξαιρετικά χαμηλό κόστος εργασίας στις αναπτυσσόμενες χώρες είναι αναγκαία συνθήκη για να διατηρηθεί το σχετικά υψηλό κόστος της εργατικής δύναμης στις αναπτυγμένες χώρες της Δύσης μετά το τέλος του φορντικού συμβολαίου. Στη Δύση το κόστος εργασίας καθηλώνεται αλλά δεν μειώνεται δραματικά (τουλάχιστον μέχρι το ξέσπασμα της κρίσης του 2007-2008) ένα μέρος δε της μη-αύξησης καλύπτεται από τον ιδιωτικό δανεισμό των νοικοκυριών. Προφανώς, λέγοντας Δύση, η περίπτωση της Ελλάδας έχει αρκετές ιδιομορφίες, θεωρούμενη συνολικά στη διάρκεια των τελευταίων 45 χρόνων της καπιταλιστιστικής αναδιάρθρωσης, που συμπίπτει με τη “Μεταπολίτευση”, η οποία είναι, από συγκεκριμένες απόψεις η ελληνική εκδοχή της αναδιάρθρωσης στην οποιία διατηρούνται ακόμα στοιχεία “αναπτυσσόμενης” χώρας. Στη Δύση μηχανισμοί μείωσης του εργατικού κόστους είναι βέβαια η διάδοση της επισφάλειας, η εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης των μεταναστών κλπ.

7 Προσπερνάμε το γεγονός ότι η Le Monde Diplomatique ξεχνά πως στις χώρες της περιφέρειας υπάρχουν επίσης καπιταλιστές και ότι δεν είναι κάτω από την πίεση μερικών πιστωτών που μπαίνουν στη διαδικασία να εκμεταλλεύονται τους προλετάριους.

8 Στμ. Το σχόλιο αυτό είναι ενδεικτικό ότι τα συντρόφια του Agitations, αν και σε μερικά σημεία μοιάζει έτσι (πχ. το ζήτημα του “εξαναγκασμού” των χρεωμένων χωρών να αποδεχτούν τις δομικές προσαρμογές), δεν υιοθετούν τη λογική της “Χρεοκρατίας”, τόσο προσφιλή στην αριστερά και στην ευρύτερη λαϊκιστική θεώρηση της κρίσης, όπως ξέρουμε και από τα καθ’ ημάς (επιτροπές λογιστικού ελέγχου και τα αστέρια οικονομολόγοι του ΣΥΡΙΖΑ έχτισαν καριέρα πάνω στο ζήτημα).

9 Στμ. Πολιτικές ποινικοποίησης, ελέγχου και αποτροπής της μετανάστευσης.

10 Θυμηθείτε ότι ένα μείζον τμήμα της μετανάστευσης σε μεγάλες αποστάσεις ήταν εξαναγκαστικό τον 18ο αιώνα (σκλαβιά, αποικίες ποινικών, στρατιωτικές αποικίες). Έγινε σχεδόν ελεύθερη τον 19ο αιώνα ενώ σχεδόν ενθαρρύνθηκε τη δεκαετία του 1960. Τότε, η διηπειρωτική μετανάστευση περιορίστηκε από την κρίση της δεκαετίας του 1970 για να απαγορευτεί τελικά για ένα μεγάλο τμήμα του παγκόσμιου προλεταριάτου.

11 Στμ. Η παρατήρηση είναι εξαιρετικά κρίσιμη γιατί, όπως σχολιάζουμε και στην επόμενη υποσημείωση, η εργατίστικη αντίληψη βλέποντας στους μετανάστες προλετάριους απλά μια πηγή φτηνής εργατικής δύναμης και όχι αυτό που είναι το κρίσιμο, δηλαδή την αιτία όξυνσης του ανταγωνισμού μεταξύ των προλετάριων, αποτυγχάνει να δει την πραγματικότητα των ενδοπρολεταριακών ανταγωνισμών και διαιρέσεων που είναι καθοριστικό στοιχείο της συγκρότησης της τάξης στην φάση αυτή του αναδιαρθρωμένου καπιταλισμού. Αυτή η δυσκολία για την εργατίστικη αντίληψη συνδέεται βέβαια με την “αγιογράφηση” της εργατικής τάξης ως μιας λίγο-πολύ ομοιογενούς πραγματικότητας. Έτσι η αντίληψη αυτή δεν μπορεί να δει ότι ο ανταγωνισμός που παράγεται από τον εκβιασμό που ασκείται στο προλεταριάτο μέσα από τον έλεγχο της κινητικότητας των μεταναστών (δηλαδή αυτό που λέμε “παρανομοποίηση” των μεταναστών, που είναι η πηγή της δυνατότητας υπερεκμετάλλευσής τους) δεν “ρίχνει” απλά τα μεροκάματα, αλλά έχει ως πολύ απτές υλικές συνέπειες βαθιές διαιρέσεις εντός του προλεταριάτου, κορυφαία έκφραση των οποίων είναι η όξυνση του ρατσισμού και του εθνικισμού στις χώρες της Δύσης, που δεν αποτελούν γνωρίσματα μόνο των “μικροαστών” αλλά εκφράζονται και από μεγάλα κομμάτια της ντόπιας εργατικής τάξης, ακόμα και μεταναστών εργατών που έχουν ενσωματωθεί στον εθνικό κορμό αυτών των χωρών.

12 Στμ. Ακριβώς. Γι’ αυτό και είναι ελλιπής και προβληματική η εργατίστικη θέση που βλέπει απλά όλους τους μετανάστες ως δυνάμει φτηνή εργατική δύναμη. Τα αναπτυγμένα κράτη επιβάλουν αντιμεταναστευτικές νομοθεσίες για να πετυχαίνουν μια λεπτή συνθήκη ημιπερατότητας των συνόρων τους όσον αφορά την ελευθερία κίνησης του προλεταριάτου, δηλαδή να επιτρέπουν την αναζήτηση καλλίτερου μισθού μόνο σε όσους μετανάστες προλετάριους χρειάζεται ώστε αφενός να διατηρείται ο εκβιασμός στους ντόπιους προλετάριους αλλά και ταυτόχρονα να διατηρείται το χαμηλό κόστος της εργατικής δύναμης στην περιφέρεια. Οι μετανάστες προσπαθούν να ξεφύγουν από τις συνθήκες υπερεκμετάλλευσης στην περιφέρεια και να πάνε από τις περιοχές χαμηλότερης αξίας της εργατικής τους δύναμης σ’ αυτές υψηλότερης. Αυτή η δυναμική είναι, όμως, μια δομική αντίφαση του αναδιαρθρωμένου κεφαλαίου σε κρίση (αφού όπως είπαμε πριν πρέπει να υπάρχει μια πολύ λεπτή “ισορροπία” στις διαφορές της αξίας της εργατικής δύναμης, ώστε να μην τείνουν να εξισωθούν, τάση που, στην πραγματικότητα, δεν είναι παρά η άλλη όψη της τάσης για την εξίσωση των ποσοστών κέρδους) που συναρθρώνεται ακριβώς πάνω στην έννοια των πλεοναζόντων προλεταριακών πληθυσμών και ενός πολυεθνικού προλεταριάτου με έντονες εσωτερικές διαιρέσεις και ανταγωνισμούς. Οι αντιμεταναστευτικές πολιτικές των κρατών δεν είναι, λοιπόν, παρά η διαχείριση από την πλευρά του Κράτους, με νομικά και κυριολεκτικά όπλα, της προσπάθειας του κεφαλαίου να αντιστρέψει την τάση εξίσωσης των ποσοστών κέρδους (που είναι αναγκαστικά προς τα κάτω). Κράτος και κεφάλαιο στοχεύουν, μέσω φίλτρων διαλογής και ελέγχου της μετακίνησης των προλετάριων, στην εντατικοποίηση του ανταγωνισμού μεταξύ των προλετάριων για τις τιμές πώλησης της εργατικής τους δύναμης, διατηρώντας επαρκείς διαφορές στις τιμές αυτές, και συνεπώς στην όξυνση των αντιθέσεων και διαιρέσεων εντός του προλεταριάτου.

13 Οι αριθμοί είναι για το 2004 και προέρχονται από τη Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη (CNUCED, Παγκόσμια έκθεση επενδύσεων, 2005 (στα Αγγλικά).

14 Οι αριθμοί από τη μελέτη του Stockammer Why have wage shares fallen?” (“Γιατί έχει πέσει το μερίδιο των μισθών;”) για τον ΔΟΕ.

15 Στμ. Αντί των απλουστευτικών επικλήσεων του ιμπεριαλισμού, αυτό που έχουμε είναι ένα πλέγμα, ένα δίκτυο ζωνών συσσώρευσης σε σχέση ασύμμετρης αλληλεξάρτησης.

Παγκοσμιοποίηση και προλεταριάτο (Μέρος 1) – η αναδιάρθρωση του καπιταλισμού

από το Agitations1

το κείμενο σε pdf

Στο τέλος του 20ου αιώνα, ο καπιταλισμός έχει αναδομηθεί, επεκτείνοντας το ελεύθερο εμπόριο σε μια κλίμακα άγνωστη μέχρι τώρα: αυτήν ολόκληρου του κόσμου. Καθώς κολυμπάμε σε μια παγκόσμια εξαγωγική οικονομία, ας δούμε από πιο κοντά γιατί και πώς συνέβη η παγκοσμιοποίηση.

Ένα παγκόσμιο σύστημα εκμετάλλευσης

Στη δεκαετία του 1970, το τέλος της λαμπρής τριακονταετίας άρχισε να γίνεται σοβαρά αισθητό. Ενώ ο φορντιστικός συμβιβασμός εγγυώνταν στους εργάτες ένα βιωτικό επίπεδο που ακολουθούσε τα ωφέλη από την αύξηση της παραγωγικότητας στον κλάδο τους, αυτό το μοντέλο έγινε παρωχημένο. Αυτή είναι η κρίση: τα ποσοστά κέρδους είναι καθηλωμένα, η ενέργεια κοστίζει περισσότερο, με λίγα λόγια η απεριόριστη ανάπτυξη του καπιταλισμού στη διάρκεια της λαμπής τριακονταετίας ξεμένει από “καύσιμο” στις βιομηχανοποιημένες χώρες.

Όμως, στα τέλη της δεκαετίας του 1980, η πτώση του σοβιετικού μπλοκ έβαλε τέλος στη διαίρεση του κόσμου σε δυο ξεχωριστές περιοχές συσσώρευσης (καπιταλιστική εναντίον της “σοσιαλιστικής”). Είναι ένα θεόσταλτο δώρο για τους καπιταλιστές των χωρών του κέντρου: ενώ, από την κρίση κι ύστερα, ήταν λιγότερο κερδοφόρο να συνεχίσουν να παράγουν και να πουλάνε μεταξύ των πλουσίων χωρών (ΗΠΑ, Δυτική Ευρώπη και Ιαπωνία), αναδιοργάνωσαν την εργασιακή διαδικασία για να την επεκτείνουν σε μια κλίμακα άγνωστη μέχρι τότε, αυτήν ολόκληρου του κόσμου.

Με την πτώση της ΕΣΣΔ, η οικονομία της αγοράς κατακτά και τα τελευταία εδάφη στα οποία συναντούσε αντίσταση· ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής μεταβάλλεται, έτσι, σε ένα παγκόσμιο σύστημα εκμετάλλευσης. Είναι αυτό που τώρα είναι κοινά γνωστό ως παγκοσμιοποίηση.

Η δεκαετία του 1990 ήταν μια φιλελεύθερη αντεπανάσταση: ήταν η πένθιμη κωδωνοκρουσία για τις εθνικές και προστατευτικές αγορές: σ’ ολόκληρο τον κόσμο τώρα δουλεύουμε και πουλάμε για εξαγωγές. Μεταξύ του 1990 και του 2010 ο αριθμός των προλετάριων που ενσωματώθηκαν άμεσα στο κύκλωμα της παγκόσμιας συσσώρευσης (με άλλα λόγια, που δουλεύουν σε έναν εξαγωγικό τομέα) αυξήθηκε κατά 190% στις αναδυόμενες χώρες και κατά 46% στις πιο αναπτυγμένες2. Η Γαλλία πολλαπλασίασε τις εισαγωγές προϊόντων κατασκευασμένων στις αναπτυσσόμενες χώρες κατά 2,5 φορές μεταξύ του 1989 και του 20033.

Η ανάδυση ενός παγκόσμιου προλεταριάτου και μιας παγκόσμιας αγοράς συνοδεύεται από μια αύξηση της μισθωτής εργασίας. Το ποσοστό των μισθωτών στον παγκόσμιο πληρθυσμό αυξήθηκε από το 33% στο 42% μεταξύ του 1992 και του 20124. Παράλληλα, το ποσοστό των ξένων άμεσων επενδύσεων (FDI) αυξάνει εκρηκτικά προς το τέλος της δεκαετίας του 1980. Σύμφωνα με την CNUCED5, πρακτικά διπλασιάστηκε από το 1986 μέχρι το 2000.

Η αναδιάρθρωση της οικονομίας, με την επέκτασή της σε παγκόσμια κλίμακα, αναδιοργανώνεται σε αρκετά σημεία. Από τη μια πλευρά, οι καπιταλιστές αυξάνουν τις παραγωγικές δυνατότητες εξοπλιζόμενοι με πιο αποτελεσματικές μηχανές: πρόκειται για την συγκέντρωση του κεφαλαίου. Στη συνέχεια, συγχωνεύουν τις εταιρείες ώστε να φτιάξουν μεγα-πολυεθνικές: αυτή είναι η συγκεντροποίηση του κεφαλαίου. Τέλος, οργανώνουν την εργασία σε μια παγκόσμια κλίμακα: αυτός είναι ο παγκόσμιος καταμερισμός εργασίας. Ας τα δούμε όλα αυτά από λίγο πιο κοντά:

Η συγκέντρωση και η συγκεντροποίηση του κεφαλαίου

Μετά τον φορντικό συμβιβασμό, τα αφεντικά χρησιμοποίησαν την υψηλή συγκέντρωση του κεφαλαίου: επένδυσαν περισσότερα σε αποτελεσματικές μηχανές, κάτι που επιτρέπει στους εργαζόμενους να παράγουν περισσότερο στον ίδιο εργάσιμο χρόνο. Αυτή η τάση ενισχύεται ακόμα περισσότερο στις πλούσιες χώρες στη διάρκεια της παγκοσμιοποίησης6.

Συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, συγχώνευση των πολυεθνικών αλλά, πάνω απ’ όλα, ένας πλανητικός καταμερισμός εργασίας: η αντίθεση Κέντρο/Περιφέρεια

Σ’ αυτή τη συγκέντρωση του κεφαλαίου πρέπει να προστεθεί και η συγκεντροποίησή του: το 2007 οι συγχωνεύσεις και εξαγορές ανήλθαν σε 4.500 δισεκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως, από τα οποία τα 3.400 δισεκατομμύρια στις ΗΠΑ και την Ευρώπη7. Αυτή η συγκεντροποίηση εταιρειών οδηγούν στην συγκεντροποίηση και του ανθρώπινου και του υλικού τους κεφαλαίου: οι συγχωνεύσεις αυτές εξαφανίζουν τους πλεονάζοντες (με άλλα λόγια τους προλετάριους: τις περισσότερες φορές, μετά την συγχώνευση δυο εταιρειών, δεν υπάρχει ανάγκη για δύο άτομα για το ίδιο καθήκον). Όσο πιο συγκεντροποιημένο είναι το κεφάλαιο τόσο περισσότερο κέρδος μπορεί να παράγει με λιγότερους απασχολούμενους. Στην ίδια χρονιά, το 2007, ο ρυθμός ανάπτυξης παγκόσμια ήταν 5,2% αλλά το ποσοστό αύξησης του αριθμού των απασχολούμενων ήταν μόνο 1,6%8.

Μετά την αποαποικιοποίηση, οι φτωχές χώρες δανείστηκαν για την εκβιομηχάνισή τους και για να υλοποιήσουν τα οικονομικά αναπτυξιακά τους σχέδια: αγόρασαν μηχανήματα (μέσα παραγωγής) από τις βιομηχανοποιημένες χώρες9. Αυτό το σύστημα, που εφαρμόστηκε στην μετααποικιοκρατική περίοδο, μπήκε σε κρίση στο τέλος της δεκαετίας του 1970: ο δανεισμός των περιφερειακών χωρών για την επιδότηση της εισαγωγής μέσων παραγωγής από τις χώρες του ΟΑΣΑ έγινε αδύνατος. Οι τιμές των μηχανημάτων αυξάνονται και οι χώρες, που δανείζονταν για να τα εισάγουν, κατέστησαν μη αξιόχρεες. Αναγκάζονται να δεχτούν προγράμματα ελεύθερου εμπορίου με τις αναπτυγμένες χώρες. Όμως, η βιομηχανική παραγωγή των αναπτυγμένων χωρών είναι πολύ πιο ανταγωνιστική από αυτήν των χωρών της περιφέρειας, κάτι που διαλύει τις τοπικές αγορές των δεύτερων. Τρεις ζώνες διαμορφώνουν τον καινούριο παγκόσμιο χάρτη: Κέντρο, Περιφέρεια και Ζώνες Κρίσης.

Στην παγκοσμιοποίηση, που ακολουθεί αυτή την περίοδο, πέρα από τα κέρδη στην παραγωγικότητα, είναι και η επιμήκυνση της εργάσιμης μέρας που αποτελεί όλο και περισσότερο στόχο για την αύξηση της κερδοφορίας, η επιδείνωση των συνθηκών ζωής και εργασίας, η μείωση της ηλικίας εισόδου στην εργασία…με λίγα λόγια, προτιμούνται οι μέθοδοι που συνδέονται με την απόσπαση απόλυτης υπεραξίας.

Η σύσταση των χαμηλά αμοιβόμενων προλεταριακών στρατιών στον Τρίτο κόσμο συνόδευσε μεγάλες μετατοπίσεις από το κέντρο στην περιφέρεια στις δεκαετίες του 1980 και 1990. Αυτό έγινε εφικτό με την εξαφάνιση μέρους του αγροτικού πληθυσμού και την έξοδο από τις αγροτικές επαρχίες.

Έτσι, η ανταλλαγή βιομηχανικών αγαθών/πρώτων υλών μεταξύ του Κέντρου και της Περιφέρειας δίνει τη θέση της στην ανταλλαγή πιο διαφοροποιημένων προϊόντων και μέρος του παγκόσμιου “εργαστηρίου” μεταφέρεται από το Κέντρο στην Περιφέρεια.

Η παγκόσμια βιομηχανική παραγωγή δεν περιορίζεται μόνο στο κέντρο, επεκτείνεται (ιδιαίτερα στην Ασία) αλλά διατηρώντας ιδιαιτερότητες στην παραγωγή σύμφωνα με τις παλιές ζώνες. Σ’ αυτήν την πολυπολική περιοχή παραγωγής, οι κεντρικές χώρες διατηρούν την υψηλή τεχνολογία και τις περισσότερες από τις βιομηχανίες υψηλής απόδοσης, ενώ οι αναδυόμενες χώρες εξάγουν βιομηχανικά προϊόντα με μικρότερη προστιθέμενη αξία.

Οι πολυεθνικές εταιρείες αναπτύσσουν, στη συνέχεια, στρατηγικές κατάτμησης της παραγωγής ώστε να επωφεληθούν από τα πλεονεκτήματα κάθε χώρας στην οποία εγκαθίστανται. Γενικά αυτό σημαίνει έρευνα και τεχνογνωσία στο κέντρο και χαμηλό κόστος εργασίας στην περιφέρεια.

Αν ο παγκόσμιος καταμερισμός εργασίας διαδοθεί σ’ολόκληρο τον κόσμο, αυτός [ο κόσμος] δομείται πάνω σε μια άνιση ανταλλαγή:

Για παράδειγμα, η Ευρωπαϊκή Ένωση, χάρις στον υπερεξοπλισμό της σε υψηλή τεχνολογία και την αποτελεσματική της υποδομή, παράγει περισσότερα από την Κίνα αν και ο [ενεργός] πληθυσμός της Κίνας είναι 6 φορές μεγαλύτερος από αυτόν της Ευρώπης10. Παρά τις μεγάλες ξένες επενδύσεις, η Κίνα έχει ακόμα μια πολύ μικρή παραγωγικότητα. Είναι το χαμηλό κόστος της εργασίας στην Κίνα που γίνεται τροχοπέδη11. Οι καπιταλιστές κάνουν γρήγορα τα μαθηματικά τους: ένας στρατός χαμηλά αμειβόμενων εργατών είναι πιο κερδοφόρος από κοστοβόρες μηχανές12.

Έτσι οι χώρες του κέντρου παραμένουν πάντα ανταγωνιστικές. Για παράδειγμα, για τη Γερμανία οι εξαγωγές προϊόντων υψηλής ποιότητας που εξάγει αποτελούν το 53,8% των συνολικών εξαγωγών της και μόνο το 39,2% των εισαγωγών της, ενώ, μέσα στην ίδια την ΕΕ, σε μια περιφειακή χώρα, όπως η Ελλάδα, αυτή η αναλογία είναι 23,2% επί των εξαγωγών και 39,6% επί των εισαγωγών αντίστοιχα13.

Η παγκοσμιοποίηση είναι μια φιλελεύθερη αντεπανάσταση: αντιμέτωποι με την πτώση του ποσοστού κέρδους, οι καπιταλιστές αναδιαρθρώνουν σε παγκόσμιο επίπεδο τη διαδικασία παραγωγής προς όφελός τους. Η κατάργηση των δασμολογικών συνόρων επέτρεψε την αύξηση της μάζας των προϊόντων που πουλάνε, την ίδια στιγμή που επεκτείνει την εργασιακή δύναμη. Η ενσωμάτωση στην αλυσίδα της καπιταλιστικής συσσώρευσης των μαζών των εργατ(ρ)ιών του Τρίτου Κόσμου αντανακλάται στην γενίκευση της υποαμοιβόμενης εργασίας, που προορίζεται να παράγει για εξαγωγές.

Έτσι το τέλος του φορντισμού στις βιομηχανοποιημένες χώρες εγκαινιάζει το τέλος του μοντέλου ανάπτυξης των αναπτυσσόμενων χωρών με επίκεντρο τις ίδιες. Ο διεθνής καταμερισμός της εργασίας μετασχηματίζει τον κόσμο σε διαφορετικές περοχές/ζώνες της διαδικασίας παραγωγής και πώλησης: κέντρο, περιφέρεια και στην περιφέρεια της περιφέρειας, ζώνες κρίσης.

Θα δούμε πιο λεπτομερειακά στο επόμενο άρθρο πώς οι φτωχές χώρες έχουν αναγκαστεί να αναπτυχθούν μέσω του υπερ-φιλελευθερισμού και πώς η δομή του χρέους καθιστά άνισο το εμπόριο μεταξύ χωρών.

Λίγο λεξιλόγιο:

Όπως είδαμε παραπάνω, η αναδιάρθρωση του κεφαλαίου απαιτεί συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου στις χώρες του κέντρου ενώ οι χώρες της περιφέρειας δεν μπορούν να εξοπλιστούν τεχνολογικά οι ίδιες. Τέτοιες συγκεντρώσεις κεφαλαίου είναι καθοριστικές στην ακραία παγκόσμια πόλωση ανάμεσα στην απόλυτη υπεραξία (στην περιφέρεια) και στην σχετική υπεραξία (στο κέντρο)14. Ας ρίξουμε μια πιο προσεκτική ματιά:

Η κυριαρχία της σχετικής υπεραξίας

Είναι η εργασία και μόνο που κάνει τα εμπορεύματα να έχουν μια αξία που τους επιτρέπει να ανταλλαχθούν. Η εργασία γίνεται όμως πιο παραγωγική αν χρησιμοποιεί πιο παραγωγικές μηχανές. Ο εργάτης θα είναι τότε ικανός να παράγει περισσότερο στον ίδιο εργάσιμο χρόνο και κυρίως με τον ίδιο μισθό.

Για παράδειγμα, αν η Σάντρα παράγει κόκα-κόλα αξίας 30 ευρώ σε μια ώρα δουλειάς μ’ ένα σκατομηχάνημα και για έναν μισθό 10 ευρώ/ώρα, το αφεντικό της θα καταγράφει ένα κέρδος 30-10 = 20 ευρώ. Με μια πιο αποδοτική μηχανή, η Σάντρα θα μπορεί να παράγει κόκα-κόλα αξίας μέχρι 100 ευρώ αλλά ο μισθός της θα παραμείνει 10 ευρώ/ώρα. Έτσι το αφεντικό της θα αυξήσει το κέρδος του από τα 20 στα 90 ευρώ. Θα μιλάμε για σχετική υπεραξία.

Είναι φανερό ότι αυτά τα ωφέλη σε παραγωγικότητα προκύπτουν χάρις στα μηχανήματα και συνεπώς χρειάζονται όλο και λιγότερους εργάτες. Έτσι η βιομηχανική παραγωγή αυξήθηκε κατά 25% από το 1994 μέχρι το 2004 στην ευρωζώνη και κατά 40% στις ΗΠΑ ενώ οι θέσεις εργασίας στη βιομηχανία μειώθηκαν κατά 15% στη Γερμανία και τις ΗΠΑ και κατά 7,5% στη Γαλλία15.

ενσωματώνει την απόλυτη υπεραξία

Αν η εκμετάλλευση, όσον αφορά την απόσπαση σχετικής υπεραξίας, εντατικοποιείται στις πιο αναπτυγμένες χώρες, η παγκοσμιοποίηση ενσωματώνει επίσης και μορφές απόσπασης απόλυτης υπεραξίας. Αυτό οφείλεται στην αύξηση του χρόνου εργασίας χωρίς αύξηση στον μισθό.

Η Σάντρα που πληρώνεται 10 ευρώ/ώρα για την παραγωγή κόκα-κόλα αξίας 30 ευρώ θα πληρωθεί και πάλι 10 ευρώ για 2 ώρες δουλειάς, παράγοντας κόκα-κόλα αξίας 2 επί 30 = 60 ευρώ. Αυτό δίνει μια απόλυτη υπεραξία 60-10=50 ευρώ.

Σύμφωνα με τον ΟΑΣΑ, το 2009 σχεδόν το 60% του παγκόσμιου πληθυσμού δουλεύει στη μαύρη οικονομία16. Με άλλα λόγια σε μορφές εργασίας που εφαρμόζονται ιδιαίτερα σε καταστάσεις στις οποίες η εκμετάλλευση βασίζεται στην απόσπαση απόλυτης υπεραξίας. Σ’ αυτή την περίπτωση, οι καπιταλιστές παίζουν περισσότερο με τη διάρκεια του εργάσιμου χρόνου παρά με τα ωφέλη της παραγωγικότητας. Ένα άλλο σύμπτωμα της απόσπασης απόλυτης υπεραξίας είναι η εκμετάλλευση 168 εκατομμυρίων παιδιών σ’ ολόκληρο τον κόσμο17.

Με την απόσπαση σχετικής υπεραξίας η εξαφάνιση της ανθρώπινης εργασίας από την τεχνολογία οδηγεί στην πτώση του ποσοστού κέρδους, αφού μόνο η εργασία προσθέτει υπεραξία στα εμπορεύματα (δηλαδή μια αξία επιπλέον του κόστους παραγωγής που επενδύεται από τους καπιταλιστές). Η ενσωμάτωση ενός τμήματος ωφέλους απόλυτης υπεραξίας εξουδετερώνει εν μέρει αυτή την πτώση του ποσοστού κέρδους.

Για να προχωρήσετε περισσότερο:

La classe productrice de Plus-Value à l’échelle mondiale”, (“Η τάξη που παράγει την υπεραξία σε παγκόσμιο επίπεδο”), Gérard Bad, Echange n°146 και n°148, 2014. Τα άρθρα μπορούν να βρεθούν στο web εδώ κι εδώ.

2 Σύμφωνα με το ΔΝΤ (Διεθνές Νομισματικό Ταμείο).

3 C. Mathieu και H. Sterdyniak, “Délocalisation en France, Que faire?”, l’économie française 2007, FNSP/OFCE, La Découverte, 2006.

4 Αριθμοί του Διεθνούς Οργανισμού Εργασίας, ΔΟΕ (στα γαλλικά: OIT, Organisation internationale du Travail).

5 Στμ. CNUCED (Conférence des Nations unies sur le commerce et le développement) το ακρωνύμιο στα γαλλικά της Διάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη, η διάσκεψη στο πλαίσιο του ΟΗΕ που στοχεύει στην ανάπτυξη και άλλα συναφή ζητήματα στους τομείς του εμπορίου, της οικονομίας, της τεχνολογίας, των επενδύσεων και της αειφόρου ανάπτυξης.

6 Συνεπώς, αντισταθμίζουν την πτώση στα ποσοστά κέρδους αυξάνοντας την όγκο των εμπορευμάτων που παράγονται και πουλιούνται (τη μάζα του κέρδους): η μείωση της πτώσης των ποσοστών κέρδους απαιτεί μια αύξηση στην παραγωγή. Το αφεντικό δεν αυξάνει το ποσοστό κέρδους του (αφού δεν μεγαλώνει το κέρδος για κάθε μπουκάλι που πουλιέται) αλλά αυξάνει τη μάζα του κέρδους (τον αριθμό των μπουκαλιών που πουλήθηκαν).

7 Άρθρο στην εφημερίδα Le Monde.

8 Οι αριθμοί αυτοί προέρχονται από μια μελέτη που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Le Figaro στις 24 Ιανουαρίου 2008.

9 Υπάρχει μια άνιση ανταλλαγή επειδή το κέντρο εξάγει, χρησιμοποιώντας τα μέσα παραγωγής που έχει αναπτύξει, ένα κουτάκι κόκα-κόλα που η Σάντρα έφτιαξε σε 5 λεπτά σε μια από τις χώρες της περιφέρειας, οι οποίες, “ως επιστροφή”, εξάγουν μια κόκα-κόλα που κατασκευάστηκε σε 2 ώρες στο Κέντρο, κι αυτό στην ίδια τιμή με την κόκα-κόλα της Σάντρα. Επιπλέον, εξαγωγές από χώρες που επωφελούνται από την τεχνολογία του Κέντρου χρησιμοποιούνται κυρίως για την αποπληρωμή χρεών προς τους δανειστές από αυτές τις ίδιες χώρες του Κέντρου.

10 Ο [εργασιακά] ενεργός πληθυσμός στην ευρωζώνη είναι 159 εκατομμύρια έναντι 919 εκατομμυρίων στην Κίνα.

11 Στμ. Τροχοπέδη στην ανάπτυξη της παραγωγικότητας, εννοείται, ακριβώς επειδή, όπως γράφεται και στη συνέχεια: “ένας στρατός χαμηλά αμειβόμενων εργατών είναι πιο κερδοφόρος από κοστοβόρες μηχανές”.

12 Αυτός δεν είναι ο μόνος λόγος για τη χαμηλή παραγωγικότητα της Κίνας. Ακόμα και ο ίδιος ο μηχανολογικός εξοπλισμός που αναπτύσσεται μπορεί να είναι χαμηλής παραγωγικότητας αν τα προϊόντα που παράγονται δεν μπορούν να πουληθούν. Αυτή είναι μια κατάσταση υπο-κατανάλωσης στην οποία θα επιστρέψουμε στο τελευταίο επεισόδιο με τίτλο “Η κρίση της παγκοσμιοποίησης”.

13 M. Freudenberg και L. Fontagne, Frontière de recherche dans le commerce de l’intra-industrie, (“Η αιχμή της έρευνας στο ενδοβιομηχανικό εμπόριο”), Palgrave, 2002.

14 Στμ. Πρόκειται για τις ζώνες συσσώρευσης που χαρακτηρίζονται από τις διαφορές δυναμικού στις “ροές” κεφαλαίου-εργασίας, την τάση εξίσωσης του βαθμού εκμετάλλευσης, δηλαδή της απόσπασης υπεραξίας, αντίφαση που θεωρούμε ότι υπονομεύει την παραπέρα επέκταση του κεφαλαίου.

15 P. Artus et M-P. Virard, Le capitalisme est en train de s’autodétruire, (“Ο καπιταλισμός αυτοκαταστρέφεται”), Paris, La découverte, 2005, σσ. 22 και 27.

16 Έκθεση του ΟΑΣΑ που παρατίθεται σε ένα άρθρο της La Croix.

17 Η Έκθεση του ΔΟΕ για το 2013 που παρατίθεται στην Le Figaro.

Ο Μαρξ και η κριτική της πολιτικής οικονομίας (επεισόδιο 3)

από το Agitations1

το κείμενο σε pdf

Τρίτο και τελευταίο επεισόδιο της σειράς άρθρων που είναι αφιερωμένη στην κριτική της πολιτικής οικονομίας από τον Μαρξ (επεισόδιο 1 και επεισόδιο 2). Μέχρι στιγμής, έχει συζητηθεί μόνο η ανάλυση της θεωρίας της αξίας και της εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης στη διαδικασία της άμεσης παραγωγής. Τα συμπεράσματα των προηγουμένων επεισοδίων μπορούν να συνοψιστούν στα εξής δύο σημεία:

  • Η μορφή-εμπόρευμα είναι η ενότητα μιας αξίας χρήσης και μιας αξίας, αξίας που είναι έκφραση της αφηρημένης εργασίας.

  • Υπό τον καπιταλισμό, η υπερεργασία παίρνει τη μορφή υπεραξίας. Αυτή μπορεί να διακριθεί σε απόλυτη και σε σχετική υπεραξία.

Επιτρέψτε μας να προσθέσουμε ότι αυτή η δεύτερη πρόταση μάς υποδεικνύει ότι δεν μπορεί κανείς να καταλάβει πραγματικά την εκμετάλλευση υπό τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής χωρίς να εμπλέξει μια θεωρία της αξίας. Πραγματικά, η έννοια της υπεραξίας δεν δεικνύει τίποτα άλλο από την ιδιαίτερη φύση της αξίας που παράγεται από τους προλετάριους προς όφελος των καπιταλιστών. Αν, όμως, μείνουμε μόνο σε αυτές τις κατηγορίες, δεν μπορούμε να φτάσουμε σε μια πλήρη θεωρία της κοινωνικής ολότητας που συνιστά ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγς. Δεν μπορούμε να καταλάβουμε τις κατηγορίες με τις οποίες οι ίδιοι οι καπιταλιστές σκέφτονται τον κόσμο στον οποίο ζούν. Όπως έχουμε δει, οι διαδικασίες που περιγράφονται από την μαρξική θεωρία της αξίας λαμβάνουν χώρα “πίσω από την πλάτη των υποκειμένων” (δείτε Μέρος Ι). Για να ολοκληρωθεί η θεωρία σημαίνει, λοιπόν, να πάμε πίσω σ’ αυτό που συμβαίνει στη συνείδηση των πρωταγωνιστών, σημαίνει, για παράδειγμα, να κατανοήσουμε τις πραγματικότητες που συγκροτούν έννοιες που κινητοποιούνται από τους ίδιους τους καπιταλιστές, έννοιες όπως το “κόστος παραγωγής”, το “ποσοστό κέρδους” ή η “τιμή παραγωγής”. Τότε, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με καινούρια προβλήματα. Το πρώτο είναι ο λόγος ανάμεσα στο ποσοστό της υπεραξίας και το ποσοστό κέρδους. Το δεύτερο είναι αυτό του λόγου ανάμεσα στην αξία ανταλλαγής και την τιμή παραγωγής. Η επίλυση αυτών των δύο προβλημάτων θα μας οδηγήσει τελικά στην ανάλυση της τελευταίας κατηγορίας: αυτής του υπερκέρδους.

Ο ενδοκαπιταλιστικός ανταγωνισμός

Κόστος παραγωγής και ποσοστό κέρδους

Ο Μαρξ όρισε το κεφάλαιο ως μια διαδικασία αξιοποίησης της αξίας! Από μια δεδομένη ποσότητα χρήματος, ένα καπιταλιστής παίρνει μια μεγαλύτερη ποσότητα χρήματος. Αυτό είναι που υποδεικνύει το “κύκλωμα” Χ-Ε-Χ’ (χρήμα-εμπόρευμα-περισσότερο χρήμα). Όπως είδαμε προηγουμένως, αυτή την ποσότητα χρήματος, που είναι μεγαλύτερη από την ποσότητα χρήματος που καταβλήθηκε αρχικά, ο καπιταλιστής την αντλεί από την εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης. Τώρα, για να θέσει στην υπηρεσία του αυτή την εργατική δύναμη, με σκοπό την παραγωγή ενός συγκεκριμένου τύπου εμπορεύματος, ο καπιταλιστής δεν πρέπει μόνο να χρησιμοποιήσει ένα μέρος του κεφαλαίου του για την πληρωμή των μισθών, πρέπει να χρησιμοποιήσει και ένα άλλο μέρος για την πληρωμή των μέσων παραγωγής. Αυτά τα δύο μέρη (μισθοί και μέσα παραγωγής) αντιστοιχούν στην διαμέριση που είδαμε προηγουμένως ανάμεσα στο μεταβλητό και το σταθερό κεφάλαιο.

Για τον καπιταλιστή το ερώτημα αν είναι η εργατική δύναμη ή τα μέσα παραγωγής που είναι πηγή της υπεραξίας δεν έχει ενδιαφέρον. Γι’ αυτόν το μόνο ζήτημα είναι αν το κεφάλαιο που προκαταβάλει αρχικά θα του αποφέρει ένα σύνολο χρημάτων μεγαλύτερης αξίας. Αυτός είναι ο λόγος που ο Μαρξ λέει ότι η διαίρεση ανάμεσα σε σταθερό και μεταβλητό κεφάλαιο δεν χρειάζεται να υπάρχει για τον καπιταλιστή. Για να το πούμε με τεχνικούς όρους, ο καπιταλιστής δεν έχει καμμιά γνώση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου2, δηλαδή της διαφοράς ανάμεσα στο σταθερό κεφάλαιο, με άλλα λόγια τις μηχανές που φθείρονται σε έναν συγκεκριμένο αριθμό διαδικασιών στην παραγωγή και το κυκλοφορούν κεφάλαιο, με άλλα λόγια των μέσων παραγωγής που καταναλώνονται πλήρως σε μια και μόνη διαδικασία παραγωγής (πρώτες ύλες, καύσιμα κλπ.) και τους μισθούς.

Αν η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου δεν ενδιαφέρει τον καπιταλιστή, βλέπουμε τότε ότι δεν τον ενδιαφέρει ούτε η κατανομή της τιμής του εμπορεύματος σε c+v+s (σταθερό κεφάλαιο που μεταφέρεται στο εμπόρευμα + αξία που αντιστοιχεί στον μισθό + υπεραξία). Ο καπιταλιστής δεν διακρίνει στο πρϊόν το μέρος που αντιστοιχεί στο σταθερό κεφάλαιο c και αυτό που αντιστοιχεί στο μεταβλητό κεφάλαιο v, και τα δύο συντήκονται στην έννοια του κόστους παραγωγής.

Ποιο είναι λοιπόν το κόστος ενός εμπορεύματος; Δεν είναι άλλο από την αξία που ήταν απαραίτητη για να παραχθεί αυτό το εμπόρευμα. Αυτό το δεδομένο ενδιαφέρει τον καπιταλιστή για τον απλό λόγο ότι το κέρδος που αυτός αποκτά υποδεικνύεται από τη διαφορά ανάμεσα στο κόστος παραγωγής και την τιμή παραγωγής. Για τον καπιταλιστή, λοιπόν, η αξία του εμπορεύματος μοιράζεται σε κόστος παραγωγής + υπεραξία.

Στον βαθμό που ο καπιταλιστής δεν ενδιαφέρεται να ξέρει από πού προέρχεται πραγματικά η υπεραξία, θα συνδέσει αυτή την υπεραξία όχι μόνο με την αξία της εργατικής δύναμης αλλά με το σύνολο του προκαταβαλόμενου κεφαλαίου. Συνεπώς, η φόρμουλα που ενδιαφέρει τον καπιταλιστή δεν είναι αυτή που μετρά το ποσοστό της υπεραξίας (s/v), αλλά αυτή που συνδέει την υπεραξία με το συνολικό κεφάλαιο (s/C) και το οποίο ο Μαρξ ονομάζει ποσοστό κέρδους. Αν ανατμήσουμε τον τύπο του ποσοστού κέρδους, μπορούμε να δούμε ότι κρύβει μέσα του το ποσοστό υπεραξίας, αφού το συνολικό κεφάλαιο αντιστοιχεί στο άθροισμα του σταθερού (c) και του μεταβλητού (v) κεφαλαίου.

Ο τύπος του ποσοστού κέρδους (που εδώ ονομάζουμε p’) είναι λοιπόν:

p’=s/(c+v)

Ο Μαρξ λέει, λοιπόν, στη συνέχεια ότι το ποσοστό κέρδους είναι η “μυστικοποιημένη μορφή” του ποσοστού υπεραξίας, αφού κρύβει από τον καπιταλιστή το γεγονός ότι η υπεραξία προέρχεται μόνο από την εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης, της οποίας η αξία αντιπροσωπεύεται από το v (το μεταβλητό κεφάλαιο).

Γενικό ποσοστό κέρδους και τιμή παραγωγής

Οδηγούμαστε τώρα να προσεγγίσουμε ένα από τα πιο ακανθώδη σημεία της μαρξικής θεωρίας της αξίας, αυτό του μετασχηματισμού των ανταλλακτικών αξιών σε τιμές παραγωγής. Στον πρώτο Τόμο του Κεφαλαίου, ο Μαρξ μας έχει ήδη προειδοποιήσει ότι στην πραγματικότητα τα εμπορεύματα δεν πουλιούνται ποτέ στην αυστηρή τιμή τους αλλά ότι, για τις ανάγκες της θεωρητικής έκθεσης, ήταν απαραίτητο να ληφθούν η αξία και η τιμή ως ταυτόσημες. Όμως, από τη δεύτερη ενότητα του τρίτου Τόμου, ο Μαρξ οδηγείται να άρει αυτή την ταυτότητα. Θα δούμε, λοιπόν, τώρα το γιατί.

Όπως έχουμε δει, το ποσοστό του κέρδους προκύπτει από τον τύπο s/(c+v). Ένας τέτοιος τύπος μας λέει από την αρχή ότι όσο περισσότερο αυξάνεται το c σε σχέση με το v, τόσο χαμηλότερο είναι το ποσοστό κέρδους3. Συνεπώς, για τρία κεφάλαια ίσης αξίας που απασχολούν εργασία με το ίδιο ποσοστό υπεραξίας, αλλά εμπλέκονται σε κλάδους της παραγωγής με διαφορετική οργανική σύνθεση, θα βρεθούμε απέναντι σε τρία διαφορετικά ποσοστά κέρδους.

Κεφάλαιο

ποσοστό υπεραξίας

παραγώμενη αξία

ποσοστό κέρδους

Α. 80c+20v

100%

120

20%

Β. 70c+30v

100%

130

30%

Γ. 85c+15v

100%

115

15%

Ξέρουμε ότι οι κλάδοι της παραγωγής στους οποίους μπορούν να εμπλέκονται οι καπιταλιστές έχουν πολύ διαφοροποιημένη σύνθεση, για τον απλό λόγο ότι η αξία των μέσων παραγωγής, που είναι αναγκαία για την παραγωγή συγκεκριμένων εμπορευμάτων, είναι μεγαλύτερη για κάποιους κλάδους σε σχέση με κάποιους άλλους. Στον πίνακά μας, βλέπουμε ότι ο καπιταλιστής Β χρειάζεται περισσότερους εργάτες για μικρότερο σταθερό κεφάλαιο σε σχέση με τον Α, ενώ ο καπιταλιστής Γ χρειάζεται ακόμα λιγότερους. Για να το θέσουμε με τεχνικούς όρους, βλέπουμε ότι η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου Γ είναι μεγαλύτερη από αυτή των κεφαλαίων Α και Β.

Αυτό που επίσης δείχνει ο πίνακας είναι ότι οι καπιταλιστές που εμπλέκονται σε βιομηχανίες με υψηλή οργανική σύνθεση θα καταδικάζονταν σε χαμηλότερα ποσοστά κέρδους, αν τα παραγόμενα εμπορεύματα πουλιούνταν στην κανονική τους τιμή. Όμως, για τον Μαρξ, η ύπαρξη μιας τέτοιας ανισότητας, ανάμεσα στα ποσοστά κέρδους, δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς να θέσει υπό αμφισβήτηση την ίδια την ύπαρξη του καπιταλιστικού συστήματος.

Εν ολίγοις, τα εμπορεύματα δεν μπορούν να πουλιούνται στην τιμή τους χωρίς αυτό να οδηγήσει σε πολύ μεγάλες ανισότητες στα ποσοστά κέρδους, ανισότητες από τις οποίες ο καπιταλισμός δεν θα μπορούσε να επιβιώσει. Στην πραγματικότητα, οι καπιταλιστές προσελκύονται από τους κλάδους εκείνους της παραγωγής στους οποίους το ποσοστό κέρδους είναι το υψηλότερο δυνατό, και απωθούνται από εκείνους στους οποίους το ποσοστό κέρδους είναι χαμηλό. Αυτές οι διαρκείς μεταφορές κεφαλαίου οδηγούν σε μια τάση προς την εξίσωση των ποσοστών κέρδους. Επομένως, τα ποσοστά κέρδους κάθε κλάδου ανάγονται σε ένα γενικό ποσοστό κέρδους, που καθορίζεται από τον λόγο ανάμεσα στη συνολική υπεραξία που παράγεται από την εταιρεία και το σύνολο του κεφαλαίου που χρησιμοποιείται για την παραγωγή αυτής της υπεραξίας. Πώς είναι αυτό δυνατόν;

Ένα εμπόρευμα αντιστοιχεί σε μια κοινωνική ανάγκη, απαντά σε μια έγκυρη απαίτηση4. Όσο πιο σημαντική η κοινωνική ανάγκη, τόσο πιο πιθανό είναι ότι τα εμπορεύματα αυτά θα πουληθούν σε μεγάλες ποσότητες. Η αυξανόμενη ζήτηση μπορεί, λοιπόν, να ενθαρρύνει τους καπιταλιστές να αυξήσουν τις τιμές. Αντίστροφα, όταν η ζήτηση είναι μειωμένη, οι καπιταλιστές αναγκάζονται να κατεβάσουν τις τιμές των εμπορευμάτων του ώστε να μπορούν να βρουν αγοραστή. Οι τιμές των εμπορευμάτ&ome