Πράσινο είναι το χρώμα του δολλαρίου. Σχετικά με την Γκρέτα και την τεχνολογική μετάβαση

Από το blog Carbure1

το κείμενο σε pdf

Θα σώσει ο καπιταλισμός τον κόσμο;

Εδώ και τριάντα χρόνια, είμαστε μάρτυρες από τη μια πλευρά μιας αύξησης του πολιτικού και μηντιακού λόγου και αναλύσεων για τον επείγοντα χαρακτήρα των ζητημάτων της παγκόσμιας υπερθέρμανσης και της καταστροφής του φυσικού περοβάλλοντος και, από την άλλη, της αποτυχίας όλων των δράσεων που στόχευαν στην επιβολή περιορισμών στην οικονομική δραστηριότητα ώστε να περιοριστεί η ζημιά που προκαλείται. Ενώ όλοι συμφωνούν ότι πρέπει να γίνει κάτι, τίποτα σημαντικό δεν γίνεται, εκτός από τις ασταμάτητες εκστρατείες “ενδυνάμωσης” των ατόμων στις αναπτυγμένες χώρες, την αφαίρεση των πλαστικών ποτηριών από τις επιχειρήσεις και των πλαστικών τσαντών από τα ταμεία των σουπερμάρκετ, το επί πληρωμή παρκάρισμα στην πόλη και την φορολόγηση των καυσίμων. Όλα αυτά τα μέτρα υποτείνουν ότι το βάρος των διενεργούμενων δράσεων βασίζεται ποινικά μόνο στα μεμονωμένα άτομα. Επιπλέον, εμφανίζονται σαν εμπαιγμός μπροστά στην κλίμακα του προβλήματος, όταν δεν στοχεύουν απλά στο να γεμίσουν τα θησαυροφυλάκια του κράτους ή να παχύνουν τους καπιταλιστές κεντρίζοντας την οικονομική δραστηριότητα (ανανέωση του στόλου των αυτοκινήτων, τομέας ανακύκλωσης σκουπιδιών, περιβαλλοντικά πρότυπα για τα κτίρια κλπ.).

Όμως, τίποτα δεν φαίνεται να ενδιαφέρει περισσότερο την κοινή γνώμη από αυτά τα ερωτήματα: μπορεί ίσως να διακωμωδούμε την εξαφάνιση των ουραγκοτάγκων αλλά μια σημαντική αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη θα επηρέαζε εξ ορισμού τους πάντες, και οι συνέπειες αρχίζουν να γίνονται αισθητές. Γιατί, λοιπόν, σ’ έναν κόσμο που οι οικονομικές κρίσεις είναι παγκόσμιες – σαν τους πολέμους, και η διαχείρισή τους παγκόσμια, σε έναν κόσμο με θεσμούς όπως το ΔΝΤ, η Παγκόσμια Τράπεζα ή ο ΟΗΕ δεν καταφέρνουμε να συμφωνήσουμε σε παγκόσμιο επίπεδο, μιας και είναι ξεκάθαρο ότι απειλούμαστε όλοι και η συναίνεση μοιάζει γενική;

Η απάντηση που δίνεται σ’ αυτά τα ερωτήματα είναι συνήθως η εξής: υπάρχουν πολύ ισχυρά οικονομικά συμφέροντα που αντιτίθενται στη γενική θέληση και που φέρνουν τους πολίτες και το κράτος στη θέση να μην μπορούν να κάνουν τίποτα. Αυτός ο τρόπος σκέψης βασίζεται στην πίστη στην αντίθεση ανάμεσα στην πολιτική και την οικονομία και στην ιδέα ότι αυτό που ανήκει στην κοινωνία και αυτό που ανήκει στην οικονομία θα έπρεπε να είναι σημείο ανταγωνισμού, ανταγωνισμού που αυτή τη στιγμή είναι προς όφελος των οικονομικών εξουσιών, οι οποίες πρέπει να μπουν στη σωστή τους θέση, με άλλα λόγια να υπαχθούν στην κοινωνία, ενσαρκωμένης στο Κράτος. Ο τρόπος για να επιτευχθεί αυτό είναι ένας πολιτικός αγώνας να μετασχηματιστούν τα κράτη, που αυτή τη στιγμή πάσχουν από τη γάγγραινα της οικονομικής εξουσίας, ώστε τελικά να ταιριάξουν στην αληθινά δημοκρατική τους φύση που θα αντιπροσώπευε αποτελεσματικά το γενικό συμφέρον.

Αυτή η αντίληψη πραγμάτων, που είναι το αφήγημα πάνω στο οποίο βασίζεται η τρέχουσα πολιτική πάλη σχετικά με το ζήτημα του κλίματος, είναι προφανώς ψευδής, γιατί κατασκευάζεται ιδεολογικά πάνω στην υπόθεση ότι οι δημοκρατικοί θεσμοί είναι για να λύνουν τα προβλήματα που θέτει ο καπιταλισμός. Σύμφωνα μ’ αυτή την αντίληψη, το κράτος δεν αναλύεται ώς ένας συγκεκριμένος καπιταλιστικός παράγοντας, τα συμφέροντα του οποίου ταυτίζονται σε μεγάλο βαθμό με αυτά των μικρών ή μεγάλων επιχειρήσεων που υπάρχουν στο έδαφός του ή των οποίων τα κεφάλαια διέρχονται από τα εδάφη τους. Και δημοκρατία δεν είναι το σύστημα στο οποίο η υποτιθέμενη ισότητα μεταξύ των ατόμων υπάρχει για να εγγυάται την ελευθερία της επιχειρηματικότητας και να παρέχει ένα επαρκές πλαίσιο για τις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις. Και η δικαιοσύνη δεν χρησιμοποιείται για την προστασία της ατομικής ιδιοκτησίας αλλά για να φέρει αρμονία και ειρήνη μεταξύ των πολιτών. Η ίδια η κοινωνία δεν θεωρείται στην υποδούλωσή της στον καπιταλισμό, ούτε οι κοινωνικές σχέσεις από την οικονομική τους σκοπιά. Εδώ, στον μαγικό κόσμο της ιδεολογίας, οι καθηγητές δεν παράγουν μια εργατική δύναμη σύμφωνα με τα συγκεκριμένα πρότυπα τη στιγμή της καπιταλιστικής παραγωγής, μεταδίδουν γνώσεις. Εδώ, όταν το κράτος επενδύει σε υποδομές, δεν στοχεύει στην εξομάλυνση της ροής του κεφαλαίου αλλά στον εκσυγχρονισμό της χώρας. Ακόμα κι αυτοί που κοροϊδεύουν τα μεγάλα αφηγήματα, που εξυπηρετούν στη δικαιολόγηση της αποικιοκρατίας και της “εκπολιτιστικής της αποστολής”, καταπίνουν σήμερα λόγους για πράσινη ανάπτυξη ή βιώσιμη ανάπτυξη, ανοησίες που δεν έχουν άλλο νόημα από το να συνοδεύουν την καταστροφή εξομαλύνοντάς την.

Πρέπει να ειπωθεί καθαρά: η τάξη των καπιταλιστών, που προσδιορίζεται από τους άμεσους ιδιοκτήτες του κεφαλαίου, αυτοί που είναι υπεύθυνοι για τη διαχείριση του κεφαλαίου ή τα κράτη και οι κυβερνήσεις τους δεν μπορούν και δεν θα αναλάβουν την ευθύνη του μέλλοντος της ανθρωπότητας, δεν μπορούν να κάνουν το άθροισμα των ατομικών συμφερόντων ένα μεγάλο συλλογικό συμφέρον, όποιες κι αν είναι οι προθέσεις ή οι ιδέες των ατόμων που την συγκροτούν. Το ίδιο το γεγονός να μιλά κανείς για πράσινο καπιταλισμό ή ένα Πράσινο New Deal είναι ευθύς εξ αρχής μια ιδεολογική αντιστροφή: σημαίνει να προσποιείται κανείς ότι ο καπιταλισμός θα μπορούσε να έχει οποιαδήποτε θετική επίδραση στο φυσικό περοβάλλον όταν το πραγματικό ζήτημα είναι να αποφύγουμε μια πλανητική καταστροφή, και είναι γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο που δεν προκειται να συμβεί τίποτα.

Σε πιο θεμελιακό επίπεδο, όσον αφορά τη δραστηριότητα της καπιταλιστικής τάξης, θα πρέπει να διακρίνουμε δύο έννοιες, αυτήν της αιτιότητας, από τη μια, και αυτήν της ευθύνης, από την άλλη. Υπάρχει, στην πραγματικότητα, μια αιτιακή σχέση ανάμεσα στην καπιταλιστική συσσώρευση, που είναι η δραστηριότητα αυτής της τάξης, και την διατάραξη του κλίματος. Μπορούμε συνεπώς να θεωρήσουμε ότι η αστική τάξη είναι η αιτία της διατάραξης και πρέπει προφανώς να επιμείνουμε σ’ αυτό. Όμως, εκεί που υπάρχει ένα κενό που δεν μπορούμε να υπερβούμε και το οποίο, παρ’ όλα αυτά, αποτελεί ζήτημα και συνθήκη για την ίδια τη δυνατότητα ύπαρξης οικολογικών πολιτικών, πρέπει να κάνουμε αυτή την αιτιότητα μια ευθύνη, είτε με την ηθική είτε με την νομική έννοια.

Είναι μια ιδεολογική πάλη, επειδή η μπουρζουαζία θα προσπαθήσει να κρυφτεί πίσω από μια αφηρημένη αιτιότητα, αυτήν της οικονομίας, με την φετιχοποιημένη έννοια του όρου. Οι συγκεκριμένες ενέργειες των πρωταγωνιστών υπάρχουν τότε μόνο σ’ αυτό το οικονομικό πλαίσιο, που υποτίθεται ότι αποτελεί την απόλυτη συνθήκη τους. Οι οικονομικοί νόμοι, η αγορά και ο ανταγωνισμός γίνονται φυσικές και αντικειμενικές δυνάμεις των οποίων η λειτουργία είναι να “βγάζουν λάδι” την καπιταλιστική δραστηριότητα συνολικά, συμπεριλαμβανομένης και της αιτίας. Το “αυτόματον υποκείμενο” έρχεται να διασώσει τα ίδια τα πραγματικά υποκείμενα-καπιταλιστές. Από την άλλη πλευρά του ιδεολογικού πρίσματος, το ζήτημα της υποτιθέμενης ευθύνης των καπιταλιστών γίνεται ένα ζήτημα που έχει συνέπειες όχι μόνο ιδεολογικές αλλά και νομικές, όπως στην περίπτωση της αρχής “ο ρυπαίνων πληρώνει”.

Αντιμέτωποι μ’ αυτά τα ζητήματα, είναι σημαντικό να επιβεβαιώνουμε την απουσία ευθύνης της αστικής τάξης γιατί το να της αποδώσουμε ευθύνες θα σήμαινε να της απαγγείλουμε νομικές κατηγορίες από τις οποίες θα μπορούσε να απαλλαχθεί με την επιβολή κάποιων καλών πρακτικών που θα σκεφτόταν ή θα ήθελε να εφαρμόσει. Η τάξη των καπιταλιστών είναι αιτία της διατάραξης του κλίματος από την ίδια τη δραστηριότητά της και είναι απόλυτα ανεύθυνη γι’ αυτό γιατί η δική της δραστηριότητα είναι, και δεν μπορεί παρά να είναι, η συσσώρευση. Είναι, λοιπόν, σημαντικό, τόσο από πολιτική όσο και από μεθοδολογική σκοπιά, να μείνουμε μακριά από οποιανδήποτε κριτική στοχεύει στην καταγγελλία της “ανευθυνότητας” των καπιταλιστών και να τονίζουμε τη λογική και συνεπή φύση της δραστηριότητάς τους. Μια μη-ιδεολογική κριτική, χωρίς ηθικές, νομικές ή νομοθετικές στοχεύσεις πρέπει, αντίθετα, να εστιάσει στο να αναδείξει το νόημα και τη δυναμική της καπιταλιστικής δραστηριότητας, πέρα από την φετιχοποίησή της υπό τον όρο οικονομία, ως συγκεκριμένης και προσδιορισμένης δραστηριότητας μιας τάξης.

Το πραγματικό πρόβλημα για τους καπιταλιστές δεν είναι τόσο η επιβίωση της ανθρωπότητας ή οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου όσο η σπανιότητα των αποθεμάτων ορυκτών καυσίμων, ιδιαίτερα το στέρεμα των πιο προσβάσιμων πετρελαϊκών ζωνών. Στα επόμενα τριάντα χρόνια θα πρέπει να συμβούν μείζονες αλλαγές στην παραγωγή και κατανάλωση των ορυκτών καυσίμων ή, τουλάχιστον, να έχουν ξεκινήσει. Η γνώση για το ποιο θα είναι το ακριβές περιεχόμενο αυτών των μετασχηματισμών, ποια θα είναι η σημασία της εγκατάλειψης των ορυκτών καυσίμων (ας μην ξεχνάμε τον πόρο που αντιπροσωπεύει το σχιστολιθικό αέριο2, το οποίο αποτελεί αντικείμενο μαζικής εκμετάλλευσης για λιγότερο από είκοσι χρόνια), ποια θέση θα έχουν οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (οι οποίες επίσης καταλώνουν ορυκτούς πόρους, σπάνιες γαίες κλπ.) δεν είναι προσδιορίσιμη σήμερα, ούτε καν από τους ίδιους τους βιομήχανους. Το σίγουρο είναι ότι αυτά δεν θα εξαρτηθούν από την “κατάσταση του πλανήτη” και άλλες παραμέτρους, αλλά, ως συνήθως, από τον ανταγωνισμό, τις ευκαιρίες των αγορών, την κεφαλαιοποίηση που μπορεί να επιτευχθεί κλπ. Μπορούμε επίσης να πούμε, ώστε να βάλουμε στην οπτική μας και το ζήτημα της μεσοπρόθεσμης εγκατάλειψης των ορυκτών καυσίμων, ότι δεν τίθεται στα σοβαρά ζήτημα να μπει ένα τέρμα στην εναέρια και θαλάσσια κυκλοφορία και, άρα, να δολοφονηθεί το παγκόσμιο εμπόριο.

Οι πρωταγωνιστές σ’ αυτή την “μετατροπή” είναι πιο πιθανό ότι θα είναι οι ίδιες οι κύριες πετρελαϊκές εταιρείες, που δεν θα καθίσουν αδρανείς να βλέπουν τα έσοδά τους να λιγοστεύουν μέχρι να αντληθεί η τελευταία σταγόνα πετρελαίου: η βραχυπρόθεσμη λογική των καπιταλιστών δεν είναι τόσο βραχυπρόθεσμη ώστε να είναι τυφλή, ο ανταγωνισμός είναι εκεί για να τους ωθεί να σκεφτούν το μέλλον – με τον δικό τους τρόπο. Προς το παρόν, αυτοί οι μεγάλοι παίχτες συνεχίζουν να βγάζουν τεράστια κέρδη και να επενδύουν σε άλλα πρότζεκτ μόνο περιθωριακά. Όμως, εταιρείες όπως η Total αρχίζουν να σκέφτονται την έξοδό τους από την αποκλειστική εξάρτηση από το πετρέλαιο, χωρίς να εγκαταλείπουν τη εξόρύξη ορυκτών καυσίμων: το αέριο παραμένει μια εναλλακτική, στην οποία θα μπορούσαν να προστεθούν οι άλλες μορφές της λεγόμενης “καθαρής” ενέργειας, μορφές ανάμεσα στις οποίες, ας μην ξεχνάμε, είναι απαραίτητο να συνυπολογίζεται και η πυρηνική. Όπως και να χει, αυτή η “μετατροπή” θα επιβαρύνει πρώτα απ’ όλα τους φτωχότερους: “κλιματικές εξεγέρσεις” είναι πολύ πιθανόν να είναι εξεγέρσεις που θα συνδέονται με το κόστος της ενέργειας ή την αρπαγή της γης των αγροτών για παραγωγή ενέργειας “καθαρής” ή εναλλακτικής (βιοκαύσιμα, σχιστολιθικό αέριο, φάρμες ανεμογεννητριών ή φωτοβολταϊκών κλπ.) που θα φέρνουν στην επιφάνεια αυστηρά μιλώντας το “οικολογικό” ζήτημα, κάτι που μπορούμε ήδη να δούμε.

‘Ενα πράγμα είναι σίγουρο: αυτή η μετατροπή θα είναι το έργο των ίδιων των καπιταλιστών και δεν έρθει σε καμμιά ρήξη με τις παραγωγιστικές λογικές, απλά και μόνο επειδή αυτό το σημείο καμπής μπορεί να χρηματοδοτηθεί και να εφαρμοστεί από αυτούς που έχουν ήδη τα οικονομικά και βιομηχανικά μέσα. Ότι οι παλιοί μεγάλοι παίχτες της πετρελαιοβιομηχανίας είναι στην καλλίτερη θέση για να κάνουν ομαλή αυτή τη μετάβασηη οποία θα ήταν ακριβέστερο να την ονομάσουμε “τεχνολογική” μάλλον παρά “οικολογική” – παραμένει η πιο προφανής λύση, αλλά δεν αποκλείεται οι GAFAΜ3 να συμμετέχουν σ’ αυτό το “κίνημα” χρηματοδοτώντας την έρευνα, αν κι αυτό το κάνουν ήδη και οι κύριοι πρωταγωνιστές. Σε κάθε περίπτωση, έχουμε μόνο καπιταλιστές ως πρωταγωνιστές και κανένα “εναλλακτικό” σχέδιο δεν θα μπορέσει να συνεχιστεί αν δεν είναι κερδοφόρο. Το αν οι καπιταλιστές που τα πάνε καλά είναι αυτοί της Silicon Valley ή οι πλοιοκτήτες δεξαμενοπλοίων από το Τέξας δεν αλλάζει πολλά: είναι, σε κάθε περίπτωση, businees as usual. Ακόμα και η άμεση ή έμμεση χρηματοδότηση των πρότζεκτ από το Κράτος, με το Κεϋνσιανό στυλ, υπόκειται στην μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων, την ανάπτυξη των οποίων μπορεί να προάγει. Να ισχυρίζεται κανείς, όπως ο κάνει ο J. Rifkin4, ότι τα συνταξιοδοτικά funds θα χρηματοδοτήσουν σχέδια που δεν θα ήταν άμεσα κερδοφόρα, σημαίνει να υποθέτει ότι οι αποταμιευτές θα ενδιαφέρονταν για κάτι άλλο από την κερδοφόρα απόδοση των αποταμιεύσεών τους και ότι θα ήταν πρόθυμοι να την αφιερώσουν στη γενική ευτυχία των ανθρώπων, μάλλον, παρά στην πληρωμή των συντάξεών τους. Δεν θα είναι αυτοί που δικαιούνται σύνταξη αυτοί που θα σώσουν τον πλανήτη.

Επιπλέον, ούτε οι μεμονωμένες, ατομικές πρακτικές πρόκειται να σώσουν τον πλανήτη, ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι αυτές μπορούν να επεκταθούν σε όλα τα άτομα (κάτι που είναι ήδη ένα ριψοκίνδυνο στοίχημα), επειδή οι ατομικές στρατηγικές (που ποικίλουν από τη διαλογή των σκουπιδιών, μια ήδη διαδεδομένη πρακτική που έχει ενσωματωθεί στο παραγωγικό μηχανισμό, μέχρι τον βηγκανισμό) υποθέτουν, για να είναι αποτελεσματικές, την πλήρη άρνηση της καπιταλιστικής παραγωγής. Αλλά για να είναι συνεπής και να συνιστά μια ρήξη, μια τέτοια άρνηση πρέπει να επεκταθεί σε όλες τις πτυχές της ζωής: δεν είναι μόνο ζήτημα “καλής” κατανάλωσης αλλά, επίσης, να σταματήσουμε να δουλεύουμε, είτε στον παραγωγικό τομέα είτε όχι, καθώς κάθε κομμάτι συσσωρευμένου κεφαλαίου μετατρέπεται εκ νέου σε εργασία, με άλλα λόγια σε δαπάνη ενέργειας, κατανάλωση υλικών στην παραγωγή κλπ. Με την ίδια λογική, θα πρέπει επίσης να σταματήσουμε να πληρώνουμε οτιδήποτε, κάτι που, μέχρι νεωτέρας, αποδοκιμάζεται από τον νόμο. Ένα τέτοιο κίνημα σίγουρα θα επηρέαζε το σύνολο της ζωής όπως την ξέρουμε, γεγονός αναμφίβολα επιθυμητό, αλλά μια τέτοια ριζοσπαστικοποίηση μπορεί να γίνει μόνο από πολύ περιθωριακές ομάδες, με δράση καθοδηγούμενη από πολύ ισχυρές ιδεολογικές πεποιθήσεις. Δεν είναι εύλογο να περιμένουμε ότι μάζες ανθρώπων θα βυθίσουν εσκεμμένα τους εαυτούς τους και τις οικογένειές τους στη δυστυχία και την παρανομία, προκειμένου να τηρήσουν τα κατώτατα όρια άνθρακα. Μια τέτοια ρήξη μπορεί να προκληθεί μόνο από πολύ διαφορετικές πηγές και από μια κατεπείγουσα ανάγκη εντελώς διαφορετική από αυτήν της οικολογικής συνείδησης. Πρέπει να επαναληφθεί καθαρά, “στο μικροεπίπεδό μας” το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να ζούμε όπως απαιτεί από μας η κοινωνία: ο δρόμος, το ψυχιατρείο, η φυλακή ή το περιθώριο υπάρχουν για όσους επιμένουν να το κάνουν αυτό διαφορετικά. Στην πραγματικότητα μπορούν να υπάρχουν μόνο τοπικές αρνήσεις οι οποίες, ακόμα κι αν γενικεύονταν, θα αμφισβητούσαν πολύ συγκεκριμένους τομείς της παραγωγής και θα λειτουργούσαν σαν μια πρόσκληση για προσαρμογή. Πριν από σαράντα χρόνια, τα οργανικά προϊόντα προορίζονταν για μια ελίτ: σήμερα γεμίζουν τα ράφια των σουπερμάρκετ. Η μοίρα της βιομηχανικής πτηνοτροφίας, όμως, δεν έχει αλλάξει και τα φυτοφάρμακα εξακολουθούν να μολύνουν τα χωράφια της Beauce5.

Η Γκρέτα και ο κόσμος των ενηλίκων

Κι όμως, από τα βάθη αυτής της δόλιας και τετριμμένης κατάστασης, στην οποία θα θέλαμε να σώσουμε τον κόσμο με την μόνη συνθήκη αυτός να παραμείνει κερδοφόρος, αναδύεται ένας κόσμος αθωότητας. Αυτός της Greta Thunberg. Δεν πρόκειται για το πρόσωπο Γκρέτα, αλλά για το μηντιακό της άβαταρ6 και το ιδεολογικό εργαλείο που αυτό το άβαταρ είναι. Από αυτή την άποψη η Γκρέτα είναι, και όχι τυχαία, “παιδί”. Το παιδί-Γκρέτα είναι μια μορφή του Καλού, όπως οι μορφές που το θέαμα συνηθίζει να προσφέρει όταν μια κατάσταση φαίνεται να είναι ξεκάθαρα αφόρητη και αδιέξοδη. Η αποικιοκρατία είχε παλιότερα τον Δρ. Σβάιτσερ, η άθλια στέγαση τον Αββά Pierre7, ο Τρίτος Κόσμος την Μητέρα Τερέζα, η μαζική ανεργία μας έδωσε τον Coluche8 κοκ. Θα παρατηρήσει κανείς, προφανώς, την αφθονία των θρησκευτικών μορφών. Αλλά από δω και στο εξής, είναι η εγκόσμια καθαρότητα που ενσαρκώνει τις ηθικές εξεγέρσεις, χωρίς η λειτουργία αυτής της προσωποποίησης να έχει αλλάξει θεμελιωδώς. Πραγματικά, αυτές οι μορφές παράγονται πάντα τόσο από την ανάγκη που έχουμε γι’ αυτές, για να καταπραΰνουν την οδύνη της δικής μας αδυναμίας, όσο και με έναν τεχνικό και ενορχηστρωμένο τρόπο από τους πάντα ενεργούς κατασκευαστές των μηντιακών και πολιτικών αφηγημάτων. Όσο πιο ειλικρινείς είναι αυτές οι φιγούρες τόσο πιο χρήσιμες είναι κοινωνικά και τόσο πιο αποτελεσματικά εκπληρώνουν τη λειτουργία τους.

Προφανώς καμμιά από αυτές τις φιγούρες δεν βοήθησε ποτέ να επιλυθεί οποιοδήποτε από αυτά τα άλυτα “προβλήματα” – που δεν αποτελούν παρά αντίστοιχες εγγενείς αντιφάσεις σ’ αυτόν τον τρόπο παραγωγής – αντιφάσεις που αποτελούν την ίδια τη συνθήκη εμφάνισής τους. Προκύπτουν μόνο όταν αυτά τα “προβλήματα” επιτέλους σκάνε δημόσια ως τέτοια, με άλλα λόγια όταν το σκάνδαλο γίνεται τόσο προφανές που πρέπει να εκτεθεί, γι’ αυτόν που λυπάται και για τον παρηγορητή του, για να το μετανιώσει ξανά και ξανά, αφού δεν υπάρχει τίποτα άλλο που να μπορεί να κάνει. Είναι εκεί ακριβώς για να δώσουν μορφή στο σκάνδαλο και να διατηρήσουν το μονοπώλιο στην έκφρασή του. Στις μορφές αυτές, το σκάνδαλο εξαφανίζεται μέσα στην ίδια του την έκφραση.

Η Γκρέτα εκφράζει την προδομένη πίστη στην πρόοδο και τι πιο τραγικό από την προδοσία ενός παιδιού; Ίσως η προδομένη εμπιστοσύνη μιας τάξης, της μεσαίας τάξης, της οποίας το όνειρο για αέναη ευημερία, θεμελιωμένο πάνω στο μέλλον του καπιταλισμού, κινδυνεύει να μετατραπεί σε έναν εφιάλτη και η οποία όμως, όντας αυτή που είναι, δεν έχει να ελπίζει τίποτα περισσότερο από την αδύνατη επιστροφή στα όμορφα χρόνια.

Η Γκρέτα επαναλαμβάνει απλά αυτά που λένε οι ακαδημαϊκοί. Ενσαρκώνει την καθαρότητα, και οι ακαδημαϊκοί τη λογική. Το θεάμα αυτής της ιδανικής συνάντησης ανάμεσα στην ηθική καθαρότητα και τη λογική έχει κάτι να κινήσει. Αλλά αυτό είναι στημένες και όμορφες αναπαραστάσεις, οι οποίες περιλαμβάνουν αναγκαστικά μια επιστροφή στη γη.

Σύμφωνα με την κοινή λογική, ένας λόγος καθαρότητας και λογικής δεν μπορεί παρά να είναι μια άυλη φωνή, έξω από τις πραγματικές σχέσεις της κοινωνίας των πολιτών η οποία είναι, όπως ξέρουν όλοι, ο τόπος της μη-καθαρότητας και των παθών, πρώτα απ’ όλα εξαιτίας της φυσικής ιδιοτέλειας των ανθρώπων, απέναντι στην οποία δεν μπορεί να γίνει τίποτα. Είναι λοιπόν αρκετά φυσικό ότι αφού έχει σκουπιστεί ένα δάκρυ συναισθηματικής υγιεινής, θα είναι απαραίτητο να απευθυνθεί κανείς στην κοινή λογική, συγκεκριμένη και καθημερινή, για να μετριάσει όλη αυτή την παιδιάστικη καθαρότητα καθώς, ως γνωστόν, όλα τα πράγματα πρέπει να εξισσοροπούνται από το αντίθετό τους.

Όταν η Γκρέτα έχει τελειώσει το τραγούδι της με τους αγγέλους, είναι η φιγούρα του τίμιου εργαζόμενου, το ηθικό θεμέλιο της κοινωνίας των πολιτών, που η μπουρζουαζία δεν θα ξεχάσει να επιδείξει για να μετριάσει αυτά τα γενικά ξεσπάσματα συναισθημάτων, που πρέπει να αποκτήσουν μια πιο γήινη μορφή από τους ενήλικες ανθρώπους. Είναι επίσης οι ενήλικες στους οποίους απευθύνεται η Γκρέτα όταν εκφράζει ότι η εμπιστοσύνη της έχει προδωθεί, αφού είναι οι ενήλικες που κυβερνούν τον κόσμο, με τον ίδιο τρόπο που απευθύνεται και σ’ αυτούς που κυβερνούν, ζητώντας τους να τηρούν τις υποσχέσεις τους. Επειδή, όπως όλοι ξέρουμε, αυτός ο τρόπος παραγωγής είναι φτιαγμένος για να διατηρεί την ευτυχία και την ευημερία όλων, και ιδιαίτερα των μικρών παιδιών! Το παιδί-Γκρέτα, ως μια θεαματική μορφή, περιέχει την πατριαρχική μορφή του κυβερνήτη όχι μόνο ως συνομιλητή αλλά και ως του αρνητικού του – χωρίς το οποίο αυτή δεν είναι τίποτα. Αν ο ενήλικος Άνθρωπος είναι αυτάρκης, εμπεριέχοντας και συνοψίζοντας όλες τις πτυχές της ανθρωπότητας, το Παιδί μπορεί να είναι πλήρες και ώριμο μόνο διαμορφωνόμενο από μια ενήλικη αρχή: αυτός είναι ο λόγος που η Γκρέτα απευθύνεται στους ενήλικες, τους μεγάλους, αυτού του κόσμου.

Γιατί αυτός ο κόσμος δεν ανήκει στα παιδιά ή τους ακαδημαϊκούς αλλά σ’ αυτούς που δουλεύουν και σ’ αυτούς που διοικούν, μια τάξη της οποίας ο ενήλικας είναι ο εγγυητής. Γιατί, πέρα από την επί της αρχής ισότητα μεταξύ των ανθρώπων, η πραγματική κοινωνία πρέπει να είναι αναγκαστικά διαιρεμένη, υπάρχει το Πνεύμα, που είναι ένα, αλλά υπάρχει και το Σώμα, και το Σώμα, για τη μπουρζουαζία, είναι το κεφάλι και τα χέρια, ο Εργάτης και το Αφεντικό.

Η Γκρέτα μπορεί να εκφωνεί όσους λόγους καθαρότητας θέλει, η τελευταία κοιυβέντα, όμως, θα έρθει πίσω στον Ενήλικο Άνθρωπο και τους τίμιους εργάτες, που ο Θεός και το Κεφάλαιο έχουν θέσει υπό την προστασία τους. Η επιστροφή στην συνηθισμένη τάξη πραγμάτων – όπως και να έχει αυτή – περιέχεται στην ίδια την καθαρότητα της Γκρέτα, που παντού παρουσιάζεται ως ένα εξαιρετικό πρόσωπο, με άλλα λόγια όχι ως ένα πρόσωπο του κόσμου αυτού, που είναι ο κόσμος των ενηλίκων.

Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει λόγος να αντικρούουμε την Γκρέτα. Από τη μια, δεν αντικρούουμε ένα παιδί, το ακούμε με ένα χαμόγελο, και, από την άλλη, η τάξη του λόγου στη θέση που βρίσκεται μπολιάζει τον αντίπαλό της μόνο και μόνο με τον αιθέριο χαρακτήρα της, η καλή της πίστη είναι μια πρόσκληση στην κοινή λογική, τη λογική που δεν έχει μεγάλα λόγια και βρίσκεται με σεμνότητα στον τετριμένο και μετριοπαθή συμβιβασμό.

Ο ενήλικος, στον οποίο απευθύνεται η Γκρέτα διδακτικά, χέρι-χέρι με τον τίμιο εργαζόμενο (στον οποίο, παρεμπιπτόντως, η Γκρέτα σπανίως απευθύνεται), θα έχει τον τελευταίο λόγο, μιας και εναπόκειται σ’ αυτόν, που αποτελεί την κοινωνική πραγματικότητα του Ανθρώπου, και όχι στην αναγκαία αλλά εξαιρετικά ασαφή αρχή της ανθρωπότητας, να βρει λύσεις, και η Γκρέτα δεν λέει τίποτα διαφορετικό.

Μέσω της Γκρέτα, είμαστε όλοι εμείς, παιδιά του ενήλικου Ανθρώπου, δηλαδή των θεσμών και των κρατικών ηγετών, που απευθύνουμε τις επικρίσεις της. Είμαστε όλοι εμείς που παρουσιαζόμαστε ως αδύναμα και ατελή πλάσματα, απαιτώντας ένα μέλλον το οποίο θα έπρεπε να μας χαριστεί από τα έξω, από αυτούς που είναι υπεύθυνοι για καταστροφές που πηγαίνουν πολύ πιο πέρα από το ζήτημα του κλίματος. Η Γκρέτα είναι η θεαματική φιγούρα της πραγματικής μας αδυναμίας, η οποία χάρις στην καθαρότητά της προάγεται σε αρετή, όπως συμβαίνει καταρχήν με κάθε αγιότητα.

Η Γκρέτα αποδοκιμάζει τους κυβερνώντες για την αδράνειά τους και έτσι αυτό, που εν παρόδω εξαφανίζεται, είναι η θετική τους δράση, που είναι αδιαμφισβήτητα η αιτία της παρούσας κατάστασης: η φιγούρα του παιδιού τους απαλλάσσει από τη φιγούρα του εχθρού.

***

Ένα πράγμα είναι σίγουρο: η θεαματική μαζική προώθηση είναι σημάδι ότι χρειάζεται να βρεθεί ένας συμβιβασμός. Μια από τις προφανείς εκδηλώσεις αυτής της διερεύνησης για συμβιβασμό είναι αυτό που αποκαλείται “πράσινος καπιταλισμός”. Αυτός ο όρος δεν μπορεί παρά να έχει το νόημα της προαγωγής ενός συγκεκριμένου παραγωγικού τομέα ο οποίος μπορεί καταρχάς να είναι αρκετά ελκυστικός για το κεφάλαιο στην αναζήτησή του για παραγωγή αξίας. Η παραγωγή “πράσινων” προϊόντων για την κατανάλωση των πλουσίων είναι μια πλευρά. Αυτή η δυναμική μπορεί επίσης να συμπίπτει με μια κοινωνική επιλογή στην καρδιά της μητρόπολης: η απαγόρευση των αυτοκινήτων και άλλων ρυπογόνων δραστηριοτήτων, η αύξηση των αντιρυπαντικών φόρων και οι οικολογικοί ρυθμιστικοί περιορισμοί αντιστοιχούν στη δυναμική του κοινωνικού εξαγνισμού, ήδη επί τω έργω σε μεγάλα αστικά κέντρα, μια πολιτική που απαιτείται και ήδη προωθείται ενεργά από μεγάλα τμήματα της ανώτερης μεσαίας τάξης.

Επιπλέον, οι οικολογικοί περιορισμοί που επιβάλλονται σε αναδυόμενες χώρες, όπως η Κίνα, είναι ένα όπλο στον οικονομικό πόλεμο των Δυτικών δυνάμεων και ένας παράγοντας εξίσωσης των παγκόσμιων ποσοστών κέρδους. Η Κίνα έχει πιθανόν τα μέσα να πληρώσει για τη μετάβασή της, αλλά γι’ αυτούς που δεν μπορούν να φτάσουν τα νέα πρότυπα, η απαίτηση της “καθαρότητας” θα δυναμώσει περαιτέρω έναν άνισο καταμερισμό εργασίας, υποβιβάζοντας τις ρυπογόνες βιομηχανίες (και τις λιγότερο κερδοφόρες) σε φτωχές χώρες ώστε να εκχωρηθούν σε άλλες χώρες οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα. Το μέλλον που αναδύεται εδώ είναι αυτό των “καθαρών” πόλεων, που θα κατοικούνται από τα “πράσινα κολλάρα”, και μολυσμένων περιφερειών, στις οποίες οι βρώμικες τάξεις θα κάνουν τις βρωμοδουλειές.

Το μέλλον που η Γκρέτα διεκδικεί για τα παιδιά είναι, λοιπόν, μάλλον η έρευνα ενός μέλλοντος για τον καπιταλισμό, μέσα από το aggiornamento9 του κοινωνικού συμβολαίου που υποτίθεται ότι το συνδέει με την ανώτερη μεσαία τάξη, η οποία ψάχνει να βρει εγγυήσεις για το μέλλον της, την επιβίωσή της μέσα από την τωρινή καταστροφή. Όμως, δεν υπάρχει κανένα κοινωνικό συμβόλαιο, καμμιά υπόσχεση δεν έχει δωθεί ούτε πρόκειται να τηρηθεί. Προφανώς δεν θα υπάρξει καμμιά συντονισμένη επίλυση του “κλιματικού προβλήματος” ή, γενικότερα, του οικολογικού προβλήματος από το κεφάλαιο. Για να γίνει κάτι τέτοιο απαιτείται η κατάργηση της ίδιας της καπιταλιστικής παραγωγής, την οποία κανείς σ’ αυτή την κοινωνία δεν μπορεί ειλικρινά να επιθυμεί ούτε καν να φανταστεί, γιατί μια τέτοια υπέρβαση δεν μπορεί να βασιστεί σε καμμιά πτυχή της υπάρχουσας κοινωνικής ζωής. Ο “πράσινος καπιταλισμός” είναι μόνο ένα σλόγκαν που μπορεί να συνοδεύει τους τεράστιους μετασχηματισμούς που είναι σε εξέλιξη: ο καπιταλισμός δεν θα είναι ποτέ “πράσινος”, εκτός κι αν με το πράσινο εννοούμε το χρώμα του δολλαρίου – ή του γουάν, δεν έχει σημασία.

Αντιμέτωπες με την προφάνεια αυτών των αδιεξόδων, οι θεωρίες της κατάρρευσης και άλλες καταστροφολογίες παρουσιάζονται ως η ρεαλιστική, αν και κυνική, πλευρά αυτής της ίδιας αδυναμίας: είναι ζήτημα αποδοχής της καταστροφής, να αφεθεί κανείς στην όποια απειλή ή ακόμα και να βολευτεί σ’ αυτήν. Από την ακροδεξιά πτέρυγα των Αμερικάνων επιβιωτιστών μέχρι τους ακτιβιστές των ZAD10, κανείς έχει να αντιπαρατεθεί τόσο στον καταστροφισμό όσο και στην ανάπτυξη πρακτικών λύσεων προς εφαρμογή. Αλλά εδώ, ακόμα και οι αυτοί οι κυνικοί και αυτοί οι ρεαλιστές είναι αθεράπευτα αφελείς: οι θεωρίες της κατάρρευσης σχηματίζονται γύρω από την ιδέα της λιγότερο ή περισσότερο βάρβαρης εξαφάνισης των καπιταλιστικών σχέσεων πάνω σε ένα υπόβαθρο οικολογικής κρίσης, λες και ο “παλιός κόσμος” θα διαλυόταν για να δώσει τη θέση του στους πιο ευρηματικούς και οργανωμένους. Αλλά η οικολογική κρίση, όπως έχουμε δει, δεν σημαίνει το τέλος των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων ή τη χαλάρωση της κρατικής εξουσίας, το αντίθετο. Τα κύματα των ταραχών που ταρακουνούν τον κόσμο σήμερα δίνουν μια ιδέα του μέλλοντος: σκλήρυνση των πολιτικών καθεστώτων, άγρια καταστολή, “παρκάρισμα” όσων “περισσέυουν” και ενίσχυση των μέτρων λιτότητας είναι αυτά που μάλλον μας περιμένουν.

Ο καπιταλισμός δεν είναι μια τεχνολογική δομή που θα καταστεί τελικά παρωχημένη και θα σταματήσει εξαιτίας έλλειψης πρώτων υλών, είναι μια κοινωνική σχέση εκμετάλλευσης, δηλαδή μια σχέση ταξικής κυριαρχίας βασισμένη στην απόσπαση όλο και περισσότερης αξίας και η οποία θέλει να διατηρήσει τον εαυτό της, άσχετα από τις συνθήκες του καταστροφικού ή όχι υποβάθρου αυτής της κυριαρχίας. Η οικολογική καταστροφή και οι κοινωνικές διαταράξεις που κινδυνεύει να επιφέρει δεν συνιστούν μια αμφισβήτηση αυτής της σχέσης κυριαρχίας ως τέτοιας, εκτός κι αν θεωρήσουμε ότι η ουσία του κεφαλαίου συνίσταται σε μια καλή οργανωμένη ζωή: απλά έρχεται να προστεθεί στις συνθήκες της κρίσης. Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες, δεν είναι αδύνατο για κάποιους που κατέχουν γη να ασκούν την πρακτική της αειφόρου καλλιέργειας11 μεταξύ τους ή να αντλούν εισόδημα, στον βαθμό που μπορούν να πληρώνουν και το Κράτος δεν τους θεωρεί απειλή (κάτι που εγγράφει την απόλυτη περιθωριακότητά τους στη λίστα με τις αναγκαίες συνθήκες της ύπαρξής τους). Και εκτός από το ερώτημα της δυνατότητας αυτών των εμπειριών, κανείς μπορεί επίσης να αναρωτηθεί αν είναι και πολύ επιθυμητές: η σημασία της κληρονομικότητας της γης σ’ αυτό το είδος εναλλακτικών, καθώς μπορεί ήδη να υπάρχουν, και η εκμετάλλευση των πιο επισφαλών από τους μικροϊδιοκτήτες, μας δίνουν μια ιδέα της ταξικής δομής που αναδύεται σ’ αυτές. Η μεσαία τάξη δεν έχει ποτέ τίποτα άλλο από το να προσπαθεί να εξάγει, έστω και επισφαλώς, την κοινή συνθήκη: είτε ψηφίζει είτε φυτεύει λάχανα, δεν έχει αλλάξει ποτέ σε οποιαδήποτε καταστροφή. Δεν αποτελεί έκπληξη, λοιπόν, ότι ούτε την ύστατη στιγμή, σε μια τελική Ρομπινσονιάδα, δεν μπορεί να φανταστεί τίποτα άλλο από αυτό που ξέρει, και προτιμά να θεωρεί ότι η καταστροφή είναι αναπόφευκτη, από το να σκεφτεί την ανατροπή των κοινωνικών σχέσεων που την συγκροτούν ως τάξη.

Χρειάστηκε το “κατεπείγον του κλίματος” μετά από δυο αιώνες καπιταλισμού, που σημαδεύτηκαν από πολέμους, λιμούς, εκμετάλλευση, ενδημική φτώχεια και αιματηρή καταπίεση, για να ανακαλύψουμε “εμείς” ότι αυτός ο τρόπος παραγωγής δεν είναι τόσο φιλικός όσο αρχικά “εμείς” είχαμε φανταστεί. Είναι μόνο τώρα, που ο φόβος να επηρεαστούμε από τους “μπελάδες” της συσσώρευσης εμφανίζεται σ’ αυτούς που σκέφτονταν ότι είναι “ασφαλείς”, που “εμείς” σκεφτόμαστε ότι τα ωφέλη του καπιταλισμού μπορεί να συνεπάγονται κάποιες φορές ένα πολύ μεγάλο τίμημα. Όταν αυτές οι κακές πλευρές ήταν η μοίρα που επιφυλασσόταν μόνο για το προλεταριάτο, “συναινούσαμε” πρόθυμα σε κάποιες θυσίες, μιας και κινούμασταν προς τη σωστή κατεύθυνση. Τώρα, όμως, που “φοβόμαστε” ότι θα ζήσουμε εμείς οι ίδιοι τις αρνητικές συνέπειες της ανάπτυξης, θα “αντιδράσουμε” καλά. Γινόμαστε διαλεκτικοί και λέμε ότι η πρόοδος μπορεί να μην είναι τόσο θετική, ότι ίσως υπάρχει μια αντίθετη κίνηση. Αυτή η όψιμη ανακάλυψη υποδεικνύει αρκετά ποιοι είναι αυτό το “εμείς” και ποιες είναι οι προοπτικές τους. Ας τους αφήσουμε στον εσωτερικό τους μονόλογο, στο ενδότερο θέαμα από τη βάση του οποίου κουνάνε τη μαριονέτα για τον ίδιο τον εαυτό τους, μιμούνται τις ελπίδες και τους φόβους τους πριν κοιμηθούν και, πριν βρεθούμε παγιδευμένοι στα άσχημα όνειρα της ιδεολογίας, ας προσπαθήσουμε να δούμε την κατάσταση από μια ευρύτερη προοπτική.

***

Μέχρι τώρα, έχουμε συζητήσει τις επιβλαβείς πολιτικές συνέπειες της οικολογικής κριτικής όπως αυτή διαμορφώνεται σε μαζικό επίπεδο. Τώρα θα πρέπει να αναλάβουμε μια κριτική των θεωρητικών της προϋποθέσεων. Μια από τις προϋποθέσεις αυτές, για παράδειγμα, είναι η ιδέα ότι είναι αντιφατικό ένας τρόπος παραγωγής, που υποτίθεται ότι ικανοποιεί ανάγκες, να παράγει προϊόντα επιβλαβή για τους καταναλωτές. Ή, επίσης, η ιδέα ότι η ‘φύση” είναι ουσιώδης γι’ αυτόν τον τρόπο παραγωγής. Για να αποδομήσουμε αυτές τις προϋποθέσεις, θα προσπαθήσουμε να προσδιορίσουμε την συγκεκριμένη μορφή του καπιταλιστικού πλούτου. Γιατί η δύναμη που εμπλέκεται στην αλλοίωση του γήινου περιβάλλοντος δεν είναι ούτε η απληστία συγκεκριμένων καπιταλιστών, ούτε ο βραχυπρόθεσμος τρόπος σκέψης, ούτε η ηθική ιδιοτέλεια στην οποία υποτίθεται απαντά ένας Hans Jonas, ούτε οι παραγωγικές διαδικασίες ή οι ιδιαίτερα επιβλαβείς ουσίες, οι οποίες θα μπορούσαν να αντικατασταθούν αλλά, πρώτα απ’ όλα, η ίδια η καπιταλιστική συσσώρευση και η λογική της. Αυτό είναι ένας άλλος τρόπος για να πούμε ότι μόνο η καταστροφή του καπιταλισμού μπορεί να σταματήσει την εξελισσόμενη καταστροφή.

Σημειώσεις για τον πλούτο και την κατάργησή του

Σε όλες τις κοινωνίες που προηγούνται του καπιταλισμού, και για τις οποίες η κατηγορία του πλούτου είναι σχετική, αυτός ήταν κάτι ξεχωριστό. Αυτό το πλεονάζον προϊόν, που το ιδιοποιείται μια τάξη και διαχωρίζεται από την υπόλοιπη κοινωνία, πάνω στην οποία αυτή η τάξη κυριαρχεί, που υπερβαίνει τις ανάγκες της συνηθισμένης κατανάλωσης ή το απόθεμα αγαθών για μετέπειτα χρήση, ήταν πάντα μια πηγή μυστηρίου και σεβασμού, φόβου και δυσπιστίας κι αυτό συμβαίνει ακόμα και σήμερα.

Παρ’ όλα αυτά, καμμιά κοινωνία δεν μπόρεσε να βάλει αυτό το μυστήριο στην ίδια την καρδιά της λειτουργίας της όπως ο καπιταλισμός, ούτε να επεκτείνει την δική της αρχή πλούτου σε όλες τις στιγμές της κοινωνικής ζωής, υποβάλλοντάς της τις ανάγκες της συνηθισμένης κατανάλωσης ως ανάγκες της κοινωνικής παραγωγής, αναδιαμορφώνοντας τον κόσμο σύμφωνα με αυτή την συγκεκριμένη έννοια πλούτου, βυθίζοντάς την, ταυτόχρονα, σε μια δυστυχία χωρίς προηγούμενο.

Ο πλούτος, δηλαδή η άρχουσα τάξη, διαχωρισμένη από την υπόλοιπη κοινωνία με τους στρατούς και τα παλάτιά της, που κατέλαβε τα προϊόντα της εργασίας με τη λεηλασία και τον εκβιασμό και επιβλήθηκε στο εργατικό δυναμικό με τον καταναγκασμό, δεν είχε καταδικάσει σε εξαφάνιση οποιονδήποτε μπορούσε να ξεφύγει από αυτήν, όπως κάνει σήμερα η καπιταλιστική κοινωνία. Ο μισθός, το κέρδος και το νοίκι περικυκλώνουν τώρα τον κόσμο χωρίς να αφήνουν κανένα “παραθυράκι”.

Για το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας των ταξικών κοινωνιών, η παραγωγή των αξιών χρήσης από τους άμεσους καταναλωτές ήταν ο κανόνας. Σύμφωνα με τον τρόπο παραγωγής και τη μορφή των κοινωνικών σχέσεων, μπορούσε να διαμορφωθεί ένα γενικό σύστημα αναγκών, από το οποίο η άρχουσα τάξη έπαιρνε το μερίδιό της, με λιγότερο ή περισσότερο βίαιο τρόπο. Μ’ αυτή την παραγωγή, οι υποτελείς τάξεις φρόντιζαν για τη διατροφή τους, ήταν υπεύθυνες της δικής τους αναπαραγωγής, στον βαθμό που συνέχιζαν να παράγουν προς όφελος των πλουσίων. Το πλεονάζον προϊόν αποκτιόταν μέσα από επιπρόσθετη εργασία, από άμεση κλοπή ενός μέρους της παραγωγής, από ένα συγκεκριμένο είδος παραγωγής που προοριζόταν αποκλειστικά για εμπόριο κοκ. Εναπόκειτο, τότε, στην άρχουσα τάξη να αποσπάσει από το σύστημα αναγκών ένα λιγότερο ή περισσότερο σημαντικό κλάσμα των αγαθών για δική της χρήση ή αποθησαύριση.

Παρ’ όλα αυτά, το ίδιο το σύστημα αναγκών διατηρούσε μια σχετική ανεξαρτησία από την παραγωγή πλούτου. Για αιώνες είχε διατηρηθεί ένα αγροτοκτηνοτροφικό παραγωγικό σύστημα που, παρά τις πολλές παραλλαγές και εξελίξεις, παρέμεινε ουσιαστικά το ίδιο μέχρι τη βιομηχανική επανάσταση. Αυτό το σύστημα παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένο από τα φυσικά στοιχεία, στη βάση πρωτίστως μιας σύνθεσης μέσω των εργαλείων, της διαχείρισης της γης, του ελέγχου της επιλογής των ζώων κλπ. Αυτό το σύστημα ήταν η βάση για την επιβίωση σχεδόν ολόκληρης της ανθρωπότητας. Είναι αυτή η εμφάνιση καθολικότητας που τείνει να δίνει την εντύπωση “φυσικών” σχέσεων εντός των συστημάτων που προηγούνται του καπιταλισμού και αποτελεί αντικείμενο διαφόρων αντιδραστικών ονειροπολήσεων, των οποίων η ιδεολογία των “κοινών” είναι μια από τις πιο πρόσφατες εκφράσεις. Ο ίδιος ο Μαρξ μιλά για μια “φυσική βάση του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας” που θα βασιζόταν στα φυσικά προϊόντα (το άγριο ζώο θα αποκαλούσε φυσικά το κυνήγι τρόπο οργάνωσης, το φύτεμα, το μάζεμα των καρπών κλπ.) κάτι που δεν μπορούμε να υιοθετήσουμε. Σε σχέση μ’ αυτό, και εξαιτίας της καθολικότητας σήμερα του βιομηχανικού παραγωγικού συστήματος ο νεο-σοσιαλιστής προοδευτικός ονειρεύεται, συμμετρικά, έναν “πολυτελή κομμουνισμό”, μια έκφραση που στοχεύει να περάσει ως εκλέπτυνση της διαλεκτικής σκέψης ένα οξύμωρο “πιάτο”.

Ούτε η αφθονία ούτε η ανάγκη είναι φυσικά στοιχεία, παράγονται και καθορίζονται πάντα κοινωνικά: κάθε κοινωνία εδραιώνει κοινωνικά τι είναι ο πλούτος και η φτώχεια και, ομοίως – παίρνοντας ως δεδομένο ένα επίπεδο απλής επιβίωσης, κάτω από το οποίο δεν υπάρχει καν κοινωνία – ποιες είναι οι ανάγκες. Είναι απαραίτητο να επιμείνουμε σ’ αυτή την ιδέα: ακόμα και οι πιο πρωτόγονες κοινωνικές μορφές παραμένουν, πάνω απ’ όλα, κοινωνικές. Δεν υπάρχει καμμιά στιγμή στην ιστορία της ανθρωπότητας που να βρίσκεται σε μια κατάσταση υποτιθέμενης “φύσης” ούτε σε μια άμεση σχέση μ’ αυτήν. Οι πρακτικές σχέσεις του ανθρώπου με το περιβάλλον του διαμεσολαβούνται πάντα από την τεχνική και τη γλώσσα, οι οποίες υπάρχουν μόνο μέσα σε ένα σύνολο καθορισμένων κοινωνικών σχέσεων. Μπορούμε να μιλήσουμε με ζώα και να επικοινωνήσουμε μαζί τους, το κάνουμε πάντα όμως σε μια γλώσσα και ένα σύστημα ανθρώπινων αναπαραστάσεων, δηλαδή κοινωνικών. Η διαμεσολάβηση δεν είναι απαραίτητα ένα αξεπέραστο εμπόδιο, μπορεί να είναι και μια γέφυρα ανάμεσα σε στοιχεία που δίνονται ως διαχωρισμένα. Είναι γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο που έχουν υπάρξει διαφορετικοί τύποι σχέσεων με το φυσικό περιβάλλον, που αναπαράγουν τις ίδιες τις κοινωνικές σχέσεις: κοινωνίες που βασίζονται στην ιδιοποίηση και την εκμετάλλευση των ανθρώπων κάνουν το ίδιο με το έδαφος και με τα ζώα. Η απαλλοτρίωση της φύσης δεν είναι ποτέ “φυσική”. Ο τρόπος με τον οποίο τίθεται σήμερα το ζήτημα της “απελευθέρωσης των ζώων” υπάρχει ως τέτοιο επίσης εξαιτίας συγκεκριμένων προϋποθέσεων υπεράσπισης της ισότητας που προσιδιάζουν στην καπιταλιστική κοινωνία και βασίζεται στην υπόθεση ότι τα ζώα έχουν κι αυτά “δικαιώματα”, με άλλα λόγια θα έπρεπε να είναι αστικά υποκείμενα όπως όλοι.

Η απεικόνιση της πρωτόγονης ανθρωπότητας ως πεινασμένης και τρομοκρατημένης από τα στοιχεία της φύσης, που εργάζεται διαρκώς για να απελευθερωθεί από το φυσικό περιβάλλον, από τον έλεγχο της φωτιάς μέχρι την απόκτηση της ατμομηχανής, είναι μια καθαρή αστική φαντασία, σε μεγάλο βαθμό αποικιοκρατικής προέλευσης, που πέρασε και στον μαρξισμό, και την οποία πρέπει να αφήσουμε πίσω, όπως και όλους τους μύθους του προοδευτισμού. Ένα τέτοιο κράτος δεν υπήρξε ποτέ, πρώτον επειδή είναι δύσκολο να πεινάσει κανείς σε έναν κόσμο στον οποίο δεν υπάρχει ατομική ιδιοκτησία όπως και για τον απλό λόγο ότι κάθε ανθρώπινη κοινωνία είναι εξ ορισμού βιώσιμη. Ακόμα και τα πιο εχθρικά περιβάλλοντα, όπως οι πόλοι, έχουν επιτρέψει την ανάπτυξη ολόκληρων πολιτισμών, που δεν είναι λιγότερο πυκνοί κοινωνικά από τους άλλους. Επιπλέον, η απλή χρονολογία της εξέλιξης των ανθρώπινων κοινωνιών έρχεται σε αντίθεση με την ιδέα μιας διαρκούς αναζήτησης για πρόοδο: το 90% της ιστορίας της ανθρωπότητας απλώνεται στην Παλαιολιθική περίοδο. Η σταδιακή μόνιμη εγκατάσταση νομαδικών πληθυσμών, η κτηνοτροφία, η αστικοποίηση μπορούν να θεωρηθούν “ατυχήματα” – “ατυχήματα”, όμως, που δημιουργούν δυναμικές.

Αυτό που είναι “δεδομένο”, η “αρχή” του ανθρώπου, δεν είναι φύση αλλά μια καθορισμένη κοινωνική κατάσταση, η οποία είναι από την “αρχή” εγγενώς κοινωνική: δεν υπάρχει λευκή σελίδα στην αυγή της ανθρωπότητας.

Ο πολέμαρχος που λεηλατεί τα χωριά, ο φεουδάρχης που μαζεύει φόρους και απαιτεί αγγαρείες, ο pater familias της Ρωμαϊκής βίλας, όλοι αποσπούσαν από το κοινωνικό προϊόν και ιδιοποιούνταν εργατική δύναμη αλλά το έκαναν σαν να ιδιοποιούνται ένα εξωτερικό αντικείμενο. Κάθε ένας από αυτούς τους τρόπους κυριαρχίας μετασχημάτισε με τον δικό του τρόπο τις υπάρχουσες κοινωνικές πρακτικές που ιδιοποιούνταν, για να αποτελέσει αυτό που ο Μαρξ ονόμασε “τρόπο παραγωγής”. Όμως, ο καπιταλισμός μπορεί να θεωρηθεί κατά κάποιο τρόπο ως ο μόνος πραγματικός τρόπος παραγωγής.

Καθ’ όλη τη διάρκεια των ιστορικών εκδοχών της, η συντήρηση της εργατικής δύναμης κάτω από μια λιγότερο ή περισσότερο άμεση κυριαρχία, διατήρησε την αρχή του διαχωρισμού του πλούτου στην ίδια την καρδιά των τρόπων ιδιοποίησης της πλεονάζουσας εργασίας και του προϊόντος της. Όλες οι ταξικές κοινωνίες, μέχρι τον καπιταλισμό, βασίζονταν στην ιδιοποίηση ενός πλεονάζοντος προϊόντος ή πλεονάζουσας εργατικής δύναμης αλλά αυτή η ιδοποίηση γινόταν σε μια ξεχωριστή εργασιακή διαδικασία, έστω κι αν μπορούσε να καταλαμβάνει ολόκληρη τη ζωή του εργάτη, όπως στην περίπτωση της σκλαβιάς. Με τον καπιταλισμό η βίαιη απόσπαση της πλεονάζουσας εργασίας γίνεται στην ίδια την παραγωγική διαδικασία, χωρίς να είναι δυνατόν να διαχωριστεί ως τέτοια. Το σύστημα αναγκών και η παραγωγή υπεραξίας τείνουν να συγχέονται, με το πρώτο να επανακαθορίζεται εντελώς από την δεύτερη.

Στον κόσμο του κεφαλαίου, η παραγωγή υπεραξίας τείνει να γίνει το αποκλειστικό αντικείμενο ολόκληρης της κοινωνικής δραστηριότητας και το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων τείνουν να επαναδιαμορφωθούν ως σχέσεις παραγωγής, για να καθορίσουν συγκεκριμένες θέσεις στην καπιταλιστική κοινωνία. Από κει κι ύστερα, είναι μία και μοναδική τάξη που κυριαρχεί στην παραγωγική διαδικασία και την κυκλοφορία των αγαθών, που παράγει την ιδεολογία και ορίζει τους πολιτικούς κανόνες. Οι παλιές αντιθέσεις ανάμεσα στην τάξη των ευγενών, του κλήρου, των εμπόρων και των συντεχνιών έχουν εξαφανιστεί: όλες οι εντάσεις ανάμεσα στα τμήματα της τάξης των καπιταλιστών ενοποιούνται κάτω από την μία και μοναδική απαίτηση της συσσώρευσης και της άπειρης παραγωγής αξίας. Αυτό δεν εκμηδενίζει τις συγκρούσεις στο εσωτερικό της άρχουσας τάξης, αλλά περιορίζει την εμβέλειά τους στη διατήρηση του γενικού συστήματος παραγωγής αξίας.

Εδώ δεν πρόκειται πλέον για την κατοχή ενός προϊόντος αλλά για το να καταστεί οποιοδήποτε προϊόν φορέας της πραγμάτωσης επιπρόσθετης αξίας που θα επαναεπενδυθεί για την παραγωγή περισσότερης αξίας. Το σύστημα αναγκών για την παραγωγή αξιών-χρήσης, προορισμένων για κατανάλωση και την αναπαραγωγή του κοινωνικού συνόλου, έχει γίνει μια αποκλειστική παραγωγή εμπορευμάτων, απλών φορέων αξιών που περιμένουν να πραγματωθούν. Συνεπώς, το ζήτημα της χρησιμότητας των παραγόμενων αγαθών, όπως και αυτό της επιβλάβειάς τους ή του τρόπου παραγωγής τους, υπάγεται στην παραγωγή αξίας και γίνεται δευτερεύον (τα προϊόντα πρέπει να αγοραστούν) ή απουσιάζει (μερικές μορφές κατανάλωσης είναι απόλυτα επιβεβλημένες, όπως στην περίπτωση της κατανάλωσης ενέργειας, είτε “καθαρής” είτε όχι).

Αν και από ένα αφηρημένο σημείο κανείς δεν χρειάζεται όλα αυτά τα προϊόντα για να ζήσει, στην πραγματικότητα οι προλετάριοι χρειάζονται έναν μισθό, και συνεπώς αναγκάζονται να παράγουν αυτά τα προϊόντα – και να καταναλώνουν αυτά που έχουν τη δυνατότητα να αγοράσουν. Συνεπώς το προλεταριάτο είναι το πρώτο που δηλητηριάζει τον εαυτό του με υποκατάστατα και λαθραία προϊόντα και που απορροφά τα περισσότερα από τα δυσλειτουργικά αντικείμενα της βιομηχανικής παραγωγής. Αν η κατανάλωση των προλετάριων εξασφαλίζεται μέσα από τη μαζική παραγωγή, αυτό συμβαίνει γιατί πρώτον έχουν αποστερηθεί κάθε παραγωγική αυτονομία και, δεύτερον, αυτή η κατανάλωση φτηνών προϊόντων μειώνει την αξία της εργατικής τους δύναμης12. Αν η κατανάλωση των προλετάριων είναι η πιο ρυπογόνα, αυτό είναι εξαιτίας της άμεσης σύνδεσής της με την παραγωγή αξίας: την εκμετάλλευση. Η αρχή του πλούτου – η βίαιη απόσπαση της ανθρώπινης εργασίας – έχει αναδυθεί από τον διαχωρισμό ανάμεσα στην τρέχουσα παραγωγή αξιών χρήσης, που προορίζονται για την αναπαραγωγή της εκμεταλλευόμενης τάξης, και την ιδιοποίηση ενός πλεονάζοντος προϊόντος από την άρχουσα τάξη. Όλα συμβαίνουν σαν το προλεταριάτο να παράγει υπεραξία για τη δική του αναπαραγωγή, ώστε ο χαρακτήρας της υπερεργασίας να εξαφανίζεται στην διάρκεια αυτής της διαδικασίας και είναι μ’ αυτόν τον τρόπο που το προλεταριάτο αναπαράγει το σύστημα της υποταγής του.

Η ιδιοποίηση είναι εδώ στο υψηλότερο σημείο της, με τη διπλή έννοια της “κατάσχεσης” [seize] και της “απαλλαγής”13. “Απελευθερώνοντας” την εργατική δύναμη, ώστε να την ιδιοποιείται καλλίτερα, κάνοντας την εργατική δύναμη ένα εμπόρευμα, το οποίο κατέχει ο εργάτης χωρίς αλλά δεν έχει άλλη επιλογή από το να το πουλήσει στην τιμή που ορίζει ο αγοραστής, η αστική τάξη έκανε κάτι καλλίτερο από την ιδιοποίηση της εργατικής δύναμης ή των προϊόντων της σε σχέση με τα άλλα συστήματα κυριαρχίας: την περιέκλεισε στον ίδιο τον πυρήνα του δικού της συστήματος πλούτου. Αυτή η άρχουσα τάξη ξεφορτώθηκε την πασιφανή αρπακτική και παρασιτική φύση όλων των άλλων αρχουσών τάξεων πριν από αυτήν: είναι η ίδια η κυριαρχία που μοιάζει να παράγει τον πλούτο, σε τέτοιο βαθμό που να εξαφανίζεται ως ταξική κυριαρχία με την φετιχοποίησή της υπό τον όρο “οικονομία”, για να γίνει στο τέλος μια πολιτική οικονομία καθώς γίνεται κοινωνία. Από κι ύστερα, η εξουσία της άρχουσας τάξης δεν εμφανίζεται πλέον σαν μια εξωτερική δύναμη που βαραίνει πάνω στην κοινωνία και ακόμα και η αμφισβήτησή της γίνεται με τους ίδιους τους όρους πραγμάτωσης της παραγωγής αξίας: εργασία, μισθός, ανταλλαγή, ιδιοκτησία. Και όταν καταγγέλλονται ο παρασιτισμός ή το πλιάτσικο, πρόκειται πάντα για πράξεις μεμονωμένων ατόμων που σφετερίζονται καταχρηστικά έναν πλούτο ο οποίος θεωρείται ότι παράγεται αυθόρμητα από το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων και θα έπρεπε να επιστρέψει στην κοινωνία ως σύνολο. Είναι η κοινωνία στο σύνολό της που φετιχοποιεί τον εαυτό της ως παραγωγό του πλούτου, όλες οι σχέσεις μεταξύ ατόμων είναι αδιαμφισβήτητα οικονομικές σχέσεις και η εκμετάλλευση θα ήταν πιο όμορφη αν δεν υπήρχαν οι (πολύ) πλούσιοι14.

Η δυναμική της απεριόριστης συσσώρευσης, που είναι λανθάνουσα σε κάθε παραγωγή πλούτου (και η οποία υποβαλλόταν πάντοτε σε κριτική, ύβρις του πλούτου στην αρχαιότητα, καταδίκη της ενασχόλησης με το χρήμα για τον χριστιανικό και τον μουσουλμανικό κόσμο) έχει τώρα καταλάβει το σύνολο της παραγωγής, τα πιο συνηθισμένα προϊόντα αποκτιούνται από την ίδια φρενίτιδα όπως οι θησαυροί του Κροίσου και του Μίδα της ιστορίας. Αυτή η δυναμική, παρούσα από τις αρχές της αγοράς στον καπιταλισμό, έχει συνεχίσει να επιβεβαιώνεται με την επέκταση αυτού του ηγεμονικού πλέον τρόπου παραγωγής, με την αξία να γίνει αυτόνομη και αδιαχώριστη από την παραγωγική διαδικασία και την κοινωνία, αλλά συμμορφωνόμενη στις δικές της απαιτήσεις, αυτές της ατέλειωτης αύξησης. Όπως ο Μίδας, που μετασχηματίζει ό,τι ακουμπά σε χρυσάφι και πεθαίνει από την πείνα μέσα στον πλούτο, το κεφάλαιο μετασχηματίζει ό,τι ακουμπά σε εμπόρευμα και τώρα πεθαίνει.

Αυτή η δυναμική συσσώρευσης έχει εκδηλωθεί συγκεκριμένα με αυτό που αποκαλείται “παραγωγισμός”, ένα συνδυαστικό αποτέλεσμα ανταγωνισμού και χαμηλών ποσοστών κέρδους. Ενώ ο καπιταλισμός στην πρώιμη μορφή της αγοράς μεγιστοποιούσε τα κέρδη του κερδοσκοπώντας και παίζοντας με τις τιμές στις αγορές, ο καπιταλισμός στη βιομηχανική του φάση αντλεί ένα άμεσο κέρδος από την παραγώμενη υπεραξία, το οποίο στη συνέχεια θα πραγματωθεί στην αγορά. Όσο μεγαλύτερη η συσσώρευση του κεφαλαίου τόσο περισσότερο πρέπει να αυξηθεί το σταθερό κεφάλαιο και να μειωθεί το μερίδιο της ζωντανής εργασίας15. Η συσσώρευση του κεφαλαίου εμφανίζεται λοιπόν όχι μόνο ως “μια τεράστια συσσώρευση αγαθών” αλλά και ως μια γιγαντιαία παραγωγική κατανάλωση πρώτων υλών, ενέργειας κλπ. και, συνεπώς, ως μια τεράστια συσσώρευση σκουπιδιών, ρύπανσης κοκ.

Το ιστορικό αποτέλεσμα αυτής της δυναμικής αντανακλάται στην αδιάλλειπτη αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, στην συνεχή τεχνολογική καινοτομία, στην παγκόσμια επέκταση του εμπορίου και των επικοινωνιών, στην κυκλοφορία των προϊόντων και των ανθρώπων, στην χωρίς προηγούμενο αύξηση του πληθυσμού και τη μαζική ροή του εργατικού δυναμικού προς τα αστικά παραγωγικά κέντρα, μια δυναμική που η καπιταλιστική τάξη ονομάζει πρόοδο και η οποία σήμερα μοιάζει να αγγίζει τα υλικά όρια της επέκτασής της. Ο πλανήτης δεν μοιάζει πια αρκετά εύφορος για να τροφοδοτήσει τη δυναμική για πλούτο του καπιταλισμού, η ενεργειακή δαπάνη που απαιτείται για την παραγωγή και την κυκλοφορία έχει μεταβάλει το ίδιο το κλίμα, η βιομηχανική γεωργία καταστρέφει τις ίδιες της συνθήκες της αναπαραγωγής της, τοξικά και ραδιενεργά απόβλητα συσσωρεύονται και απλώνονται χωρίς να ξέρουμε τι να τα κάνουμε, οι μολυσμένες πόλεις σκοτώνουν αργά τους ίδιους τους κατοίκους τους. Η πιθανότητα μιας χωρίς προηγούμενο πλανητικής καταστροφής δεν είναι πια εντελώς του τύπου ενός αποκαλυπτικού παραληρήματος: χωρίς να δίνουμε βάση στις θεωρίες καταστροφολογίας, μπορούμε τώρα να υποθέσουμε απολύτως την ιδέα ότι οι συγκεκριμένες συνθήκες εξαφάνισης, λιγότερο ή περισσότερο μακροπρόθεσμα, της ανθρωπότητας, μέσω ενός ποιοτικού και μη-αναστρέψιμου μετασχηματισμού του ανθρώπινου περιβάλλοντος είναι διανοητές. Φυσικά γεγονότα, όπως σεισμοί ή τυφώνες, δεν είναι πλέον απλά “φυσικές καταστροφές” αλλά πυροδοτούν εκρηκτικές αλυσιδωτές αντιδράσεις. Αυτό συμβαίνει όταν, για παράδειγμα, εγκαθιστούμε στο περιβάλλον μας πυρηνικά εργοστάσια.

Παρ’ όλα αυτά, είναι λάθος να θεωρήσουμε ότι αυτή η κατάσταση, που μοιάζει τελικά να θέτει υπό αμφισβήτηση τις δυνατότητες επιβίωσης ολόκληρης της ανθρωπότητας, είναι πραγματικά ένα ζωτικό διακύβευμα για το κεφάλαιο. Από την μια πλευρά, τα τεράστια συμφέροντα που διακυβεύονται στη βιομηχανία των ορυκτών καυσίμων και περιλαμβάνουν όχι μόνο εταιρείες αλλά και κράτη και έχουν γεωστρατηγικές συνέπειες για ολόκληρες περιοχές του πλανήτη, αντιπροσωπεύουν τα ίδια όχι μόνο μια τροχοπέδη για ριζικές αλλαγές αλλά εγγυώνται, επίσης, ότι οι αναγκαίες αλλαγές θα πάνε στη σωστή κατεύθυνση, αυτή του κεφαλαίου. Και από την άλλη, είναι πιθανόν αυτή η ίδια η καταστροφή, στις διάφορες πτυχές της, να θεωρηθεί ως μια ευκαιρία για παραγωγή νέας αξίας για τους καπιταλιστές.

Πρόκειται για το ότι η ίδια η “φύση”, που προσφέρει τους πόρους της δωρεάν σε όσους θέλουν να τους αποσπάσουν, είναι ένας εχθρός της λογικής της παραγωγής αξίας που έχει το κεφάλαιο. Το κεφάλαιο μπορούσε να βασίζεται στις φυσικές διαδικασίες αποσπώντας μια συγκεκριμένη απόδοση που αποτελούσε και εγγύηση για μια επόμενη· αλλά η αξία προέρχεται πάντα από τον μετασχηματισμό των πρώτων υλών, είναι μόνο με την προσθήκη της εργατικής δύναμης που παράγεται η αξία. Η εργατική δύναμη, όμως, δεν είναι τίποτα αν δεν ταιριάζει σε ένα σύστημα αγοραπωλησίας. Αυτό που απλά προσφέρεται δεν έχει καμμιά αξία και όταν ένας καπιταλιστής αναλαμβάνει να εκμεταλλευτεί έναν φυσικό πόρο, δεν συναντά στον δρόμο του έναν σαμάνο που κάνει τις τελετουργικές εκκλήσεις στον Pachamama αλλά τον γαιοκτήμονα που θα παρουσιαστεί ο ίδιος ως μέρος της υπεραξίας που παράγεται με την μορφή μιας ετήσιας γαιοπροσόδου. Συνεπώς, η διάβρωση του εδάφους είναι σίγουρα άσχημα νέα για τις μάζες των ανθρώπων που ζούσαν από τη γεωργία για αιώνες αλλά, από τη σκοπιά του κεφαλαίου, η δυνατότητα μιας εντελώς βιομηχανοποιημένης γεωργίας είναι μια πολλά υποσχόμενη, εφικτή προοπτική που απλά επιβεβαιώνει μια γενική τάση της καπιταλιστικής παραγωγής. Έτσι, κάθε στάδιο μιας διαδικασίας καλλιέργειας, που έχει δοθεί από το παρελθόν, προσθέτει αξία στο τελικό προϊόν: αυτό που οι μέλισσες έκαναν πριν δωρεάν, αντικαθίσταται ως πλεονέκτημα από μια νέα τεχνική διαδικασία. Η καταστροφή που έχει επιφέρει η πρόοδος είναι η ίδιας ένας παράγοντας προόδου.

Σίγουρα, σ’ αυτή τη διαδικασία πολλοί καπιταλιστές ίσως καταστραφούν και δυνητικές καταστάσεις κρίσης πιθανόν να μην είναι πολύ ευάγωγες για τις επιχειρήσεις ή την κοινωνική ειρήνη, για να πούμε το λιγότερο. Αλλά οι πιο ισχυροί καπιταλιστές, που είναι αυτοί ακριβώς που οι αποφάσεις τους μετράνε, μπορούν εύλογα – και κυνικά – να ελπίζουν ότι θα παίξουν τον ρόλο τους. Και όσον αφορά το επιχείρημα ότι μα “και οι καπιταλιστές έχουν παιδιά”, θα πούμε απλά ότι για όσο είναι δυνατή η ζωή στη Γη, η τάξη των καπιταλιστών θα προσπαθήσει να την κάνει πιο ευχάριστη και ασφαλή μάλλον για την ίδια και όχι για την υπόλοιπη ανθρωπότητα.

Αν η διατάραξη του κλίματος, και οι άλλες καταστροφές σε εξέλιξη, θέτουν μια καινούρια κατάσταση για τον κόσμο των καπιταλιστών, δεν θα πρέπει να περιμένουμε ότι θα την αντιμετωπίσουν οι ίδιοι: η καταστροφή είναι ένα οικείο στοιχείο για το κεφάλαιο, και τις περισσότερες φορές είναι οι προλετάριοι που πληρώνουν το τίμημα. Η παλιά σοφία του Bordiga και του λαού έλεγε πάντα για τον πόλεμο: να γκρεμίσεις για να ξαναχτίσεις σημαίνει πάντα δουλειά. “Το κεφάλαιο δεν είναι πια προσαρμοσμένο στην κοινωνική λειτουργία του περάσματος της εργασίας της μιας γενιάς στις άλλες και στη χρήση των παλιότερων γενιών γι’ αυτό τον σκοπό. Δεν θέλει δημοπρατήσεις και συντήρηση αλλά γιγαντιαία κατασκευαστικά έργα: γι’ αυτό, οι φυσικοί κατακλυσμοί δεν είναι αρκετοί, το κεφάλαιο δημιουργεί, με μιαν αναπόφευκτη αναγκαιότητα, ανθρώπινους κατακλυσμούς και κάνει την μεταπολεμική ανοικοδόμηση ‘την υπόθεση του αιώνα’” (Bordiga, Human species and Earth’s crust, “Το ανθρώπινο είδος και ο φλοιός της Γης”).

Πρόκειται για μια “αναπόφευκτη αναγκαιότητα” επιμένει ο Bordiga: το αναπόφευκτο της καπιταλιστικής “προόδου” φαίνεται να επιβεβαιώνεται από την ίδια την καταστροφή, απέναντι στην οποία “εμείς” μοιάζει να μην μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Η τεχνολογία και η αξία, πιασμένες χέρι-χέρι, φαίνονται να επιβεβαιώνουν την αυτόνομη δύναμή τους και να αναπτύσσονται πέρα από τον έλεγχο των κοινωνικών πρωταγωνιστών, σύμφωνα με μια δική τους εσωτερική λογική16. Αλλά καμμιά από τις τεχνολογίες που παράγονται από το κεφάλαιο δεν είναι αποτέλεσμα μιας τέτοιας αφηρημένης δυναμικής: αυτό που αποκαλείται “πρόοδος” είναι το προϊόν της ταξικής πάληςκαι συχνά των αγώνων που έχουν ηττηθεί. Η απορρόφηση και αποβολή ζωντανής εργασίας στην παραγωγική διαδικασία, η τοποθέτηση των εργατών σε αποσπασματικά καθήκοντα που δεν επιτρέπουν καμμιά απόφαση στην όλη διαδικασία (που τώρα συναντάμε από το εργοστάσιο μέχρι το γραφείο μέσω του αλγορίθμου που κατανέμει τις διαδρομές στους διανομείς17), η κυριαρχία του κεφαλαίου επί της άμεσης διαδικασίας της παραγωγής, η διάλυση των συνδικάτων, η εξαφάνιση διαφόρων επαγγελμάτων και η απειλητική μονοπώλησή τους – όλα αυτά ήταν το πρώτο “ελατήριο” της τεχνολογικής προόδου. Η πρόοδος είναι ένας ταξικός πόλεμος.

Κάθε “τεχνολογικό” προχώρημα, είτε με όρους παραγωγικών εργαλείων είτε της οργάνωσης της εργασίας, επιτυγχάνεται μέσα από τους ταξικούς αγώνες, στη διάρκεια των οποίων η μπουρζουαζία επιδιώκει συγκεκριμένες στοχεύσεις απέναντι στο προλεταριάτο: να πετύχει τη μέγιστη παραγωγικότητα της εργασίας, να περιορίσει τον χρόνο για τη μεταφορά των προϊόντων, πετυχαίνοντας παράλληλα τη μέγιστη αξία κλπ., όλα αυτά με τη μεγαλύτερη δυνατή πειθαρχία και την εξάλειψη οποιασδήποτε δυνατότητας ενεργού ή παθητικού φρεναρίσματος από την πλευρά των προλετάριων. Πρέπει να σημειωθεί ότι κατά την περίοδο της ανόδου της εργατικής τάξης, οι νικηφόροι αγώνες θα μπορούσαν να έχουν το ίδιο αποτέλεσμα: η μείωση της διάρκειας της εργάσιμης ημέρας ωθεί στην αύξηση της παραγωγικότητας, η εκπροσώπηση των εργαζομένων συμμετέχει στον εξορθολογισμό της εργασιακής διαδικασίας και προωθεί την πειθαρχία των εργατικών συνδικάτων, ο καθορισμός ελάχιστου μισθού τείνει να ρευστοποιεί τις επενδύσεις συμβάλλοντας στην εξίσωση των ποσοστών κέρδους κλπ. Κάθε μεμονωμένη “πρόοδος” τείνει να επεκταθεί σ’ ολόκληρο το σύστημα, και υπόκειται στη λογοκρισία του όρου της κερδοφορίας, μέσω του ανταγωνισμού. Αυτές οι στιγμές πάλης στιγματίζονται από περιοδικά ξεσπάσματα κρίσεων που αμφισβητούν τους τρόπους της απόσπασης υπεραξίας, ορίζοντας κύκλους αγώνων. Είναι επειδή η αντίφαση – η πτώση του ποσοστού κέρδους – είναι μόνιμη που η πρόοδος είναι ασταμάτητη. Κανένα αόρατο χέρι της προόδου, καμμιά πραγμάτωση οποιουδήποτε πνεύματος της ιστορίας επί τω έργω: η δυναμική του κεφαλαίου είναι η ταξική πάλη.

Πνιγόμαστε σήμερα κάτω από τη μάζα του παραγόμενου “πλούτου”, ενσαρκωμένου είτε στη μορφή του κεφαλαίου είτε των αγαθών. Κι όμως, ποτέ δεν ήταν η πραγματική μιζέρια – δηλαδή, η κοινωνικά παραγόμενη ανικανότητα να εξασφαλίσει κανείς άμεσα την συντήρησή του – τόσο μεγάλη. Ο επανα-ορισμός του γενικού συστήματος αναγκών από την παραγωγή αξίας, που χαρακτηρίζει τον καπιταλισμό, συνεπάγεται κάτι ιδιαίτερο: τίποτα απ’ ό,τι παράγεται δεν είναι περισσότερο “πλούτος” απ’ ό,τι για τους πλούσιους. Η αφθονία φτηνών εμπορευμάτων, που έχει μειώσει το κόστος της αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης, δηλητηριάζει επίσης σίγουρα τους εργάτες, των οποίων η εργασία δηλητηριάζει τους ίδιους και τον υπόλοιπο κόσμο, όπως ακριβώς η αυξανόμενη παραγωγικότητα τους αποστερεί τελικά την απασχόλησή τους18 και αυτά τα ίδια τα προϊόντα που παράγουν. Αυτό το φαινομενικά χωρίς τέλος σύστημα συσσώρευσης φέρει την ίδια του την αντίφαση, που είναι η ύπαρξη του προλεταριάτου, το οποίο αναπαράγοντας τις συνθήκες παραγωγής αξίας παράγει την αέναη αμφισβήτηση της ίδιας της ύπαρξής του ως τάξης. Το ζήτημα λοιπόν του ξεπεράσματος του καπιταλισμού δεν προέρχεται ούτε από την εξάντληση των φυσικών πόρων ούτε από την “κατάρρευση” της παραγωγής, που είναι το απαραίτητο “φόντο”, αλλά, σ’ αυτό το πλαίσιο, πρόκειται πραγματικά για το ίδιο το ζήτημα της επανάστασης, που εξακολουθεί να τίθεται.

“Δεν είναι σίγουρο ότι ο κομμουνισμός θα τα καταφέρει καλλίτερα”

Η κατάργηση των τάξεων είναι επίσης και κατάργηση του πλούτου, ο οποίος εκφράζεται τόσο από τη δύναμη της γοητείας που ασκούν επάνω μας τα υλικά αντικείμενα όσο και από τη συγκεκριμένη δύναμή τους, η οποία δεν είναι παρά η υλική δύναμη μιας τάξης. Στην παρούσα φάση της ταξικής πάλης, η επαναστατική κατάληψη των μέσων παραγωγής δεν μπορεί πλέον να γίνει ως κοινωνικοποίηση αυτών των μέσων, αλλά είναι μέρος μιας διαδικασίας κομμουνιστικοποίησης η οποία εμπλέκει όλες τις πτυχές της κοινωνικές ζωής, για να τις αλλάξει. Αυτή η κατάληψη δεν είναι προϊόν ενός προλεταριάτου που θα διατηρούσε τη θέση του σε μια αμετάβλητη παραγωγική διαδικασία, αλλά αυτό μιας τάξης στη διαδικασία της αυτοκατάργησής της καθώς κατανικά όλες τις τάξεις. Στη διάρκεια αυτής της επαναστατικής διαδικασίας αν δεν υπάρχει πλέον πλούτος να διανεμηθεί αυτό συμβαίνει γιατί, πρώτον, καθένας μπορεί να τον αδράξει και, δεύτερον, γιατί κανείς δεν έχει την εξουσία να τον διανείμει, αποφασίζοντας τι πρέπει να επιστραφεί στον καθένα.

Η καπιταλιστική υλική παραγωγή είναι κανονικά μη-αφομοιώσιμη ως τέτοια, τόσο ως συνολική διαδικασία όσο και σε σχέση με το αποτέλεσμά της. Κάθε πτυχή της παραγωγής προϋποθέτει καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις, τον δικό τους καταμερισμό εργασίας: δεν υπάρχει κοινωνική ουδετερότητα της τεχνολογίας, και αυτό έχει υλικά αποτελέσματα. Αλυσίδες εφοδιασμού που εμπλέκουν την ανταλλαγή, τη δυσαναλογία μηχανών, που απαιτούν μια συνεχή παροχή ενέργειας, συντήρηση και επισκευή που περιλαμβάνει τη σύνδεση με τον αντίστοιχα παραγωγικό τομέα, η χωρική κατανομή στους εργασιακούς χώρους σε σταθμούς εργασίας που απαγορεύουν την επικοινωνία και την μετακίνηση, ο έμφυλος καταμερισμός στην εργασία, όλα αυτά θα είναι αδύνατον να διατηρηθούν στη διάρκεια της επαναστατικής κρίσης χωρίς να αποκατασταθούν οι καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις. Με άλλα λόγια, επανάσταση θα είναι εναντίον του ίδιου του μηχανισμού της καπιταλιστικής παραγωγής, η οποία προϋποθέτει το προλεταριάτο ως τέτοιο19.

Ο κοινωνικός χαρακτήρας της παραγωγής δεν μπορεί πια να συλληφθεί από το προλεταριάτο ως αυτό που καθιστά δυνατή την απελευθέρωσή του αλλά εμφανίζεται άμεσα ως αυτό που το καταπιέζει: ως κοινωνικές παραγωγικές σχέσεις20. Ο κοινωνικός χαρακτήρας της παραγωγής δεν είναι τίποτα άλλο παρά η αναγκαιότητα της πλεονάζουσας εργασίας και της υπεραξίας. Το αν αυτή η υπεραξία απορροφάται από μια τάξη ή από την “κοινότητα”, που συλλαμβάνεται ως μια εξωτερική οντότητα “υπεράνω” των άμεσων σχέσεων μεταξύ των ατόμων, δεν αλλάζει πολλά. Εν κατακλείδι, είναι στην επαναστατική στιγμή που πρέπει να καταργήσουμε την ανταλλαγή μέσα από την πρακτική του χαρίσματος, να κάνουμε την παραγωγή ένα στοιχείο υπαγόμενο στην επαναστατική πάλη, να ανοίξουμε τους χώρους παραγωγής για να καταργήσουμε τον διαχωρισμό μεταξύ των εργατών και των μη-εργατών κοκ.

Η επαναστατική πρακτική είναι άμεσα η δημιουργία νέων σχέσεων ανάμεσα στα άτομα, σχέσεις που το περιεχόμενό τους ποικίλει τόσο όσο και οι καταστάσεις στις οποίες αυτά εμπλέκονται. Αυτές οι σχέσεις αλλάζουν τον τρόπο παραγωγής όπως και αυτό που παράγεται: η παραγωγή και η κατανάλωση δεν συνδέονται πλέον μόνο με την άμεση δραστηριότητα των ατόμων που αγωνίζονται, δεν είναι κάτι περισσότερο από παράγοντες αυτοπροσδιορισμού των υποκειμένων, με άλλα λόγια [η παραγωγή και η κατανάλωση] καταργούνται ως οικονομικές κατηγορίες. Είναι αυτή η αφθονία, η αφθονία των σχέσεων μεταξύ των ατόμων, που προσιδιάζει στον κομμουνισμό, και όχι η ποσοτική αφθονία των παραγόμενων προϊόντων.

Όσον αφορά την “πολυτέλεια”, είναι προφανώς εξ ορισμού ασύμβατη με τον κομμουνισμό. Στο μέσο των μείζονων αναστατώσεων που θα φέρει η επαναστατική κρίση, και άσχετα από το αν κανείς έχει μια προτίμηση στον ασκητισμό, μάλλον, παρά στην κραιπάλη, είναι εξαιρετικά πιθανό ότι θα πρέπει να τα βγάλει πέρα με την σπάνη. Η έξοδος από αυτή τη σπάνη, που είναι μέρος του οπλοστασίου των εργαλείων καταστολής του Κράτους και του κεφαλαίου, θα είναι από μόνη της μια επαναστατική πρόκληση. Από την άλλη, μπορεί κανείς να σκεφτεί θετικά την πολυτιμότητα που αποκτούν τα υλικά αγαθά: είναι πολύτιμα επειδή είναι σπάνια. Αυτό δεν αποκλείει να τα ξοδεύουμε χωρίς να τα υπολογίζουμε, αρκεί να έχουμε συμφωνήσει ότι μπορεί να λείψουν και πάλι και ότι έχουμε αποκτήσει τα μέσα για να ανανεώσουμε αυτό το ξόδεμα, αν θέλετε. Κάποιος μπορεί ακόμα και να σκεφτεί τη γιορτή που μπορεί να αποτελέσει η ανεπανόρθωτη και οριστική εξαφάνιση αγαθών, η χωρίς επιστροφή κατανάλωσή τους. Και για να βάλουμε ένα τέρμα στις εικασίες, δεν απαγορεύεται ίσως να σκεφτούμε ότι μέχρι τώρα έχουμε εξαναγκαστεί να συσχετίζουμε την κοινή ευτυχία με την κατάσταση των παραγωγικών δυνάμεων, και ότι αυτό δεν έχει οδηγήσει παρά σε δεινά για όλους, στη δυστυχία της πλειοψηφίας των προλετάριων και σε μια χωρίς προηγούμενο συλλογική καταστροφή.

Όπως και να χει, εξαιτίας της ίδιας της φύσης του κινήματος αυτού, δεν χρειάζεται να αναρωτιόμαστε τι πρέπει να κάνουμε μετά την επανάσταση για τη ζημιά που προκάλεσε ο καπιταλισμός. Μια τέτοια στιγμή γενικής διαβούλευσης δεν θα υπάρξει: δεν θα υπάρξει κανένα Παγκόσμιο Συνέδριο των Σοβιέτ για να αποφασίσει κυρίαρχα τον δρόμο που θα ακολουθήσει ο πλανήτης και να τον επιβάλλει με πενταετή πλάνα και αριθμητικούς στόχους. Είναι αλήθεια ότι μέσα στην καπιταλιστική αναρχία η γραφειοκρατική φαντασίωση μοιάζει θελκτική, όμως δεν αποτελεί επιλογή.

“Τι θα κάνουμε με τα πυρηνικά εργοστάσια παραγωγής ενέργειας;”. Σήμερα δεν υπάρχει δημόσια συνάντηση στην οποία να τίθεται το επαναστατικό ζήτημα με έναν στοιχειωδώς συγκεκριμένο τρόπο και στην οποία να μην προκύπτει αυτό το ερώτημα. Το ίδιο το γεγονός ότι μοιάζει φυσικό και νόμιμο να προσπαθούμε να απαντήσουμε το ερώτημα αυτό λες κι “εμείς” (αλλά ποιοι είμαστε “εμείς”;) είμαστε επικεφαλής αυτού του κινήματος και της ομαλής λειτουργίας του, σαν να έπρεπε να δώσουμε εγγυήσεις στο προλεταριάτο πριν το ίδιο αναλάβει αποφασιστική δράση, στην πραγματικότητα δεν είναι καθόλου προφανές. Αυτός ακριβώς ο τρόπος να τίθενται ερωτήματα είναι τυπικός μιας ιστορικής στιγμής που ο κομμουνισμός θεωρούσε τον εαυτό του ως τον νόμιμο κληρονόμο του προηγούμενου τρόπου παραγωγής, ελέω της ιερής διαδοχής των τρόπων παραγωγής. Ο κομμουνισμός παρουσιαζόταν τότε ως η ολοκληρωμένη εκδοχή του ιστορικού κινήματος που ξεκίνησε από το κεφάλαιο: ο καπιταλισμός αλλά καλλίτερος, όπου όλα τα προβλήματα θα λύνονταν. Αλλά αν αφήσει κανείς στην άκρη κάθε τελεολογία, για να επικεντρωθεί στις εγγενείς αντιφάσεις του παρόντος και τη δυναμική που αυτές συνεπάγονται, αν κανείς τραβήξει στα όρια την έγνοια για μια μη-κανονιστική σκέψη, τότε δεν μπορεί να διατηρήσει τέτοιες αναπαραστάσεις.

Η επανάσταση δεν θα είναι η διάρρηξη από τη χρυσαλίδα του κεφαλαίου του κουκουλιού, ώστε να δώσει τη θέση της στην πολύχρωμη πεταλούδα του κομμουνισμού αλλά μια αιματηρή, χαοτική και, με πολλούς τρόπους, καταστροφική ρήξη με την παρούσα τάξη πραγμάτων. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ύπαρξη των πυρηνικών ηλεκτροπαραγωγικών σταθμών είναι ένα μείζον πρόβλημα, τόσο από οικολογική όσο και πολιτική σκοπιά, με όσα συνεπάγεται η κεντρικοποιημένη και κρατική διαχείριση, η εξειδικευμένη εργασία, και ο άλυτος χαρακτήρας του, ακόμα και υπό την παρούσα διαχείριση. Παρ’ όλα αυτά, από μια τεχνική άποψη21, δεν είναι βέβαιο ότι ο κομμουνισμός θα τα καταφέρει καλλίτερα. Στην πραγματικότητα, ο κομμουνισμός δεν σκοπεύει να λύσει κανένα πρόβλημα. Δεν είναι ζήτημα διόρθωσης των αδικιών του παρελθόντος ούτε εξασφάλισης των συνθηκών του μέλλοντος: το επαναστατικό κίνημα ξεδιπλώνεται εξ ολοκλήρου στο παρόν22.

Αυτό είναι ακριβώς που διακρίνει τη θεωρία της κομμουνιστικοποίησης, όπως είναι – ή θέλει να είναι – προϊόν των τωρινών συνθηκών της ταξικής πάλης, από θεωρίες που αντιστοιχούν σε συνθήκες που δεν υπάρχουν πια ή θεωρίες που θέτουν ουτοπικά τις ίδιες τις συνθήκες τους ως πλαίσιο της αφήγησής τους. Να σκεφτόμαστε τον κομμουνισμό σημαίνει να στοχαζόμαστε αυστηρά την ίδια την επαναστατική στιγμή και όχι να συλλαμβάνουμε την επαναστατική στιγμή σαν μια ιδιαίτερη στιγμή, διακριτή από την “κατασκευή των συνθηκών του κομμουνισμού”23, ή να κάνουμε την εξέγερση ένα πρόβλημα που λύνεται άμεσα από ένα υποκείμενο εμφανιζόμενο από το πουθενά. Ο κομμουνισμός δεν είναι τίποτα άλλο από αυτό που συμβαίνει όταν το κεφάλαιο εισέρχεται σε κρίση, και το κεφάλαιο τίθεται σε κρίση από τη δράση του προλεταριάτου και όλων όσων δεν “θέλουν να παραμείνουν αυτό που είναι”, γιατί δεν μπορούν πια. Πρακτικά αυτό σημαίνει την έκρηξη όλου αυτού του βόθρου που το κεφάλαιο κρατά υπό πίεση, κι αυτό δεν θα γίνει ήσυχα ή καθαρά. Για να το θέσουμε πιο κλασσικά, είναι αντιμετωπίζοντας όλα όσα έχουν ανατραπεί και τείνουν να αποκατασταθούν ξανά24, είναι σ’ αυτό ακριβώς το κίνημα, που ο κομμουνισμός μπορεί να υπάρξει, όχι σαν σχέδιο αλλά σαν δραστηριότητα.

Από αυτή την άποψη, να μιλάμε για το τι θα κάνει ή δεν θα κάνει ο κομμουνισμός στο μέλλον, χωρίς να καταδεικνύουμε τον αναγκαίο σύνδεσμο ανάμεσα στο επαναστατικό κίνημα και τον κομμουνισμό, χωρίς να παράγουμε θεωρητικά τον κομμουνισμό, είναι σαν να μιλάμε για το τίποτα, όπως είναι και το να μιλάμε μόνο για το επαναστατικό κίνημα χωρίς να το συνδέουμε με τις παρούσες συνθήκες, όπως αυτές είναι. Και καθώς το “τίποτα” δεν είναι δεσμευτικό, δεν προκαλεί έκπληξη ότι ένα τέτοιο είδος θεωρίας δεν αντιμετωπίζει κανένα πρόβλημα που να μην λύνεται στη στιγμή.

Ο κομμουνισμός, όπως φέρεται από την παρούσα περίοδο, δεν μπορεί να περιέχει καμμιά διαχειριστική συνιστώσα: η κατάργηση της ανταλλαγής και της αξίας συνεπάγεται την απουσία μέτρησης του χρόνου εργασίας ως ενός σοσιαλιστικού προτύπου για την διανομή του πλούτου. Ως εκ τούτου, οποιαδήποτε παγκόσμια διαβούλευση πάνω στο τι συνιστά “παραγωγή” καθίσταται αδύνατη. Είναι η ίδια η ιδέα του πλούτου που καταργείται με τον κομμουνισμό, η ιδέα ενός πλεονάζοντος προϊόντος που μπορεί κανείς να το ιδιοποιηθεί ξέχωρα από το σύνολο των σχέσεων μεταξύ των ατόμων. Ένα τέτοιο πλεόνασμα δεν μπορεί παρά να είναι η ανανέωση των ταξικών σχέσεων25, και η συνειδητή αποτροπή της δημιουργίας του είναι μια από τις πτυχές της επαναστατικής πάλης που πρέπει να διεξαχθεί. Χωρίς αυτό, το αποτέλεσμα της επαναστατικής κρίσης δεν θα είναι τίποτα άλλο από ένα καινούριο, λιγότερο ή περισσότερο βάρβαρο, άβαταρ του καπιταλισμού, και η ανανέωση άλλων μορφών ταξικής πάλης.

Κατά τα άλλα, αν κάτι πρέπει να γίνει, όπως ισχύει για καθετί, θα είναι το έργο ομάδων ατόμων που μπορούν εξίσου καλά να είναι πολύ εκτεταμένες, αποφασίζοντας ελεύθερα την κοινή τους δράση. Σ’ αυτή τη δράση, η “οικολογική συνείδηση” θα έχει μικρότερη θέση από το να υποφέρει άμεσα τις συνέπειες της καταστροφής που άφησε πίσω του το κεφάλαιο. Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορούμε να αποφασίσουμε εμείς γι’ αυτά τα άτομα, στο όνομα μιας κοινής ανθρωπότητας που θα μας έκανε εκ των προτέρων κύριους μιας δράσης που θα αναλάβουν άλλοι. Οι λόγοι δεν είναι καταρχάς ηθικοί, ακόμα κι αν η αρχή “δεν μπορούμε να αποφασίσουμε για τους άλλους” θα μπορούσε να είναι μέρος μιας κομμουνιστικής ηθικότητας – παρ’ όλο που, και γι’ αυτό ακόμα, το προλεταριάτο πρέπει πρώτα να αποφασίσει για λογαριασμό όλων την κατάργηση των τάξεων, χωρίς την οποία το “δεν αποφασίζουμε για τους άλλους” δεν είναι παρά μια φιλελεύθερη αρχή για τη διατήρηση των νόμων της αγοράς. Στην πραγματικότητα, όμως, οι λόγοι είναι πρωτίστως υλικοί. Όπως δεν είναι ο “άνθρωπος” που περπάτησε στο φεγγάρι, αλλά η ΝΑΣΑ, που χρηματοδοτήθηκε από την κυβέρνηση των ΗΠΑ, ούτε είναι η “ανθρώπινη δραστηριότητα” η αιτία της παγκόσμιας υπερθέρμανσης αλλά το κεφάλαιο και η κανονική του δράση, έτσι δεν θα είναι η ενοποιημένη, τελικά, από τον κομμουνισμό “ανθρωπότητα” – καθοδηγούμενη από καλλίτερους ηγέτες – που θα διορθώσει τη ζημιά που προκάλεσε το κεφάλαιο. Κι αυτό απλά επειδή οι υλικοί παράγοντες που κάνουν εφικτό να σκεφτόμαστε την “ανθρωπότητα” ως ένα κοινό αντικείμενο και εργαλείο για ένα Σχέδιο, με άλλα λόγια, η αστική ιδεολογία που βασίζεται στην ιδιοποίηση των μέσων παραγωγής και, συνεπώς, όλης της εργατικής δύναμης, θα έχει τότε εξαφανιστεί.

Θα παραμείνουν όλα αυτά τα σκατά που δημιουργήθηκαν από έναν τρόπο παραγωγής και την ιστορία του, που η κατάργηση των κοινωνικών σχέσεων σίγουρα δεν θα καταργήσει. Απογοητευτικό συμπέρασμα, αναμφίβολα, που μπορεί, ίσως, να φανεί και πρακτικά αντιφατικό. Αλλά δεν είναι δυνατόν να προχωρήσουμε πέρα από αυτή την παρατήρηση χωρίς την ίδια στιγμή να εισάγουμε ένα σύνολο καταστροφικών προϋποθέσεων. Η ταυτοποίησή τους ήταν το αντικείμενο του παρόντος άρθρου. Η αδυναμία προβολής συγκεκριμένων λύσεων για τα οικολογικά προβλήματα στην ιδέα του κομμουνισμού δεν είναι αποτέλεσμα μιας αντιφατικής θεωρίας ή μιας μοιρολατρικής “οπτικής”, είναι μια πραγματική αδυνατότητα και ένα όριο πάνω στο οποίο οποιαδήποτε σοβαρή, σύγχρονη θεωρία του κομμουνισμού πρέπει να αναγνωρίσει ότι σκοντάφτει.

Και για το τέλος, o ελέφαντας στο δωμάτιο26: παραμένει η ανάγκη για τη διατήρηση και τη διαιώνιση του ανθρώπινου είδους μετά την κατάργηση της παραγωγής; Θα αρκεστούμε εδώ να πούμε: όχι απόλυτα.

1 Στμ. Μεταφρασμένο από εδώ: https://carbureblog.com/2019/11/01/le-vert-est-la-couleur-du-dollar-a-propos-de-greta-et-de-la-transition-technologique.

2 Στμ. Στα αγγλικά shale gas: το φυσικό αέριο που εξάγεται από σχιστολιθικά πετρώματα, shale: σχιστόλιθος.

3 Στμ. GAFAM: αρκτικόλεξο των πέντε μεγάλων τεχνολογικών αμερικανικών εταιρειών που κυριαρχούν στον κυβερνοχώρο τη δεκαετία του 2010, Google, Amazon, Facebook, Apple και Microsoft. Οι τέσσερις εταιρείες χωρίς την Microsoft είναι γνωστές και ως The Big Four και με το ακρωνύμιο GAFA.

4 Στμ. Jeremy Rifkin: Αμερικάνος οικονομολόγος και κοινωνιολόγος, συγγραφέας, ομιλητής, πολιτικός σύμβουλος και ακτιβιστής. Το πιο πρόσφατο βιβλίο του, στο οποίο αναφέρεται υπαινικτικά και το κείμενο λίγο πιο πάνω, είναι το Green New Deal (2019).

5 Στμ. Beauce, περιοχή στη Βόρεια Γαλλία, ανάμεσα στους ποταμούς Σηκουάνα και Loire και μια από τις πιο παραγωγικές αγροτικές περιοχές της Γαλλίας. Το ίδιο το όνομά της πιστεύεται ότι προέρχεται από μια αρχαία γαλατική λέξη που σημαίνει πράσινος κάμπος, καλλιεργημένη πεδιάδα.

6 Στμ. Άβαταρ: όρος της ινδουιστικής φιλοσοφίας, που σημαίνει κυριολεκτικά την “κάθοδο” κυρίως με την έννοια της υλικής εμφάνισης ή ενσάρκωσης μιας θεότητας στη Γη. Στην κοινή χρήση σημαίνει και “προσωποποίηση”, “μορφή εμφάνισης”.

7 Στμ. Αββάς Pierre: (στα γαλλικά Abbé Pierre, Γάλλος καθολικός μοναχός, μέλος της αντίστασης στη διάρκεια του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου και αντιπρόεδρος του Λαϊκού Ρεπουμπλικανικού Κινήματος (MRP, γαλλικό χριστιανοδημοκρατικό κόμμα στη διάρκεια της Τέταρτης Δημοκρατίας). Το 1949, ίδρυσε το κίνημα Εμμαούς, με τον στόχο να βοηθήσει φτωχούς και άστεγους καθώς και πρόσφυγες αποκτώντας πολύ μεγάλη δημοφιλία (Αββάς είναι η γαλλική λέξη για τον ηγούμενο μιας μονής).

8 Στμ. Coluche: καλλιτεχνικό ψευδώνυνο του Michel Gérard Joseph Colucci, Γάλλου κωμικού και ηθοποιού, γνωστού για το αυθάδικο και ασεβές ύφος του χιούμορ του. Εκκεντρικός, ιδιόρρυθμος και ιδιαίτερα δημοφιλής, έφτασε να υποβάλλει υποψηφιότητα για τη γαλλική προεδρία στις εκλογές του 1980, υποψηφιότητα την οποία απέσυρε μετά από πιέσεις. Η αναφορά εδώ στο πρόσωπό του ως “άβαταρ” της ανεργίας έχει να κάνει με το ότι είναι ο ιδρυτής των “Εστιατορίων της καρδιάς” (Restaurants du cœur ή, συνήθως, Restos du cœur) φιλανθρωπικής οργάνωσηςμε 40.000 εθελοντές σε σχεδόν 2.500 εστιατόρια που σερβίρουν περίπου 600.000 μερίδες φαγητού την ημέρα.

9 Στμ. Aggiornamento: επικαιροποίηση, ανανέωση, ιταλικά στο πρωτότυπο.

10 Στμ. ZAD: zone à défendre: Ζώνη για Υπεράσπιση, γαλλικός νεολογισμός – μεταστροφή του “zone d’aménagement différé”, “περιοχή αναβαλλόμενης ανάπτυξης” – που αναφέρεται σε μια μαχητική κατάληψη ή σε μια αναρχική κομμούνα που έχει σαν στόχο να μπλοκάρει με υλικό τρόπο ένα αναπτυξιακό σχέδιο. Για μια κριτική του Carbure σχετικά με τις ZAD δείτε και το άρθρο “Ερωτήσεις και απαντήσεις σχετικά με το προλεταριάτο, τις εναλλακτικές και την κομμουνιστικοποίηση ‘εδώ και τώρα’”.

11 Στμ. Στο πρωτότυπο permaculture.

12 Στμ. Σύνδεση της “αγοραστικής” δύναμης με την τιμή της εργατικής δύναμης.

13 Στμ. Στο πρωτότυπο: “se rendre propre”.

14 Στμ. Η σοσιαλδημοκρατική, λαϊκιστική κριτική της κρίσης.

15 Στμ. Για τη σημασία της αναλογίας σταθερού και μεταβλητού κεφαλαίου, δηλαδή πάγιου κεφαλαίου και ζωντανής εργασίας και τη σχέση της με την αύξηση του πλεονάζοντος πληθυσμού, δείτε και την ανάλυση στο άρθρο του Surplus Club: “Παγιδευμένος σ’ ένα πάρτυ που κανείς δεν σε γουστάρει”, μεταφρασμένο εδώ: https://inmediasres.espivblogs.net/trapped_in_a_party.

16 Στμ. Ο φενακισμός/φετιχισμός της καπιταλιστικής τεχνο-επιστήμης.

17 Στμ. Στο πρωτότυπο: “qui se retrouve désormais de l’usine au bureau en passant par l’algorithme distribuant leurs courses aux livreurs”.

18 Στμ. Εξαιρετικά σημαντικό σημείο για να εξηγούμε πολύ άμεσα και κατανοητά ότι η πηγή της ανεργίας που μαστίζει τις αναπτυγμένες χώρες δεν είναι φυσικά η φτηνή εργατική δύναμη (πχ. οι μετανάστες), αλλά η αύξηση της παραγωγικότητας από την εντατικοποίηση της εκμετάλλευσης που καθιστά πλεονάζουσα την εργατική δύναμη, είτε του ντόπιου είτε του “ξένου” προλεταριάτου. Αυτό απαντά βέβαια και στην λανθασμένη λογική του εργατισμού που θεωρεί ότι οι μετανάστες πχ. είναι μια ανεξάντλητη πηγή φτηνής εργατικής δύναμης. Η δυναμική της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης δεν μειώνει απλά την τιμή της εργατικής δύναμης, την καθιστά όλο και περισσότερο περιττή. Έτσι μακροπρόθεσμα ακόμα και αυτή η “πηγή” φτηνής εργασίας πχ. οι μετανάστες, καθίσταται πλεονάζουσα. Ένα μικρό μόνο μέρος της είναι εκμεταλλεύσιμο. Αυτό σημαίνει να εξηγούμε και στους ντόπιους εργάτες ότι ακόμα και αν έφευγαν όλοι οι μετανάστες η κατάσταση της απασχολησιμότητάς τους δεν θα άλλαζε στην πραγματικότητα: η ένταση της εκμετάλλευσης και η αύξηση της παραγωγικότητας δεν θα έκαναν τίποτα άλλο από το να οξύνουν τον εσωτερικό ανταγωνισμό μεταξύ τους καθιστώντας και πάλι πλεονάζοντες τους περισσότερους. Ότι η πηγή της ανεργίας είναι η αύξηση της παραγωγικότητας και της έντασης της εκμετάλλευσης φαίνεται από την ποιότητα των θέσεων εργασίας που δημιουργιούνται όπου υπάρχει “ανάπτυξη”: επισφαλείς και χαμηλά αμοιβόμενες, εντατικοποιούν τους προλετάριους μέχρι εκεί που δεν πάει, έτσι που τελικά το ποσοστό των πλεοναζόντων να ξεπερνά κατά πολύ τις όποιες “νέες” θέσεις εργασίας.

19 Στμ. Με άλλα λόγια, η επανάσταση με την έννοια της κομμουνιστικοποίησης, και αντίθετα με ό,τι υπήρξε ως σχέδιο του επαναστατικού και εργατικού κινήματος τον 20ο αιώνα, δεν είναι η νικηφόρα επέλαση του προλεταριάτου και η αυτεπιβεβαίωσή του ως τάξης αλλά μια διαδικασία με την οποία το προλεταριάτο στρέφεται ενάντια στον ίδιο τον εαυτό του ως τάξης του κεφαλαίου, μια διαδικασία στην οποία το προλεταριάτο πρέπει να ηττηθεί, να αυτοκαταργηθεί, καταργώντας ταυτόχρονα και όλες τις τάξεις. Δείτε και την υποσημείωση που ακολουθεί.

20 Στμ. Εξαιρετικά σημαντικό. Δεν μπορούμε να προχωρήσουμε αν δεν καταστήσουμε εντελώς ξεκάθαρη τη ριζική διαφοροποίηση των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων και πώς αυτές αλλάζουν ριζικά τη θέση του προλεταριάτου: αυτό που φαινόταν ως θετική συνθήκη της απελευθέρωσης του προλεταριάτου – οι κοινωνικές παραγωγικές σχέσεις και η εργασία, το θετικό μέσα στην αρνητικότητα που συνιστά το προλεταριάτο – σήμερα δεν ορίζει παρά την πλήρη υπαγωγή του προλεταριάτου στο κεφάλαιο, το καθιστά μια τάξη του κεφαλαίου, είναι ο ορίζοντας της καταπίεσής του, κι αυτό σημαίνει ότι η μόνη προοπτική απελευθέρωσης για το προλεταριάτο είναι η πλήρης πραγμάτωση της αρνητικότητάς του: αυτοκατάργησή του ως τάξης μέσα από την κατάργηση όλων των τάξεων και του συνόλου των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων.

21 Στμ. Εδώ εύλογα πρέπει να αναρωτηθούμε: ποια είναι αυτή η “τεχνική” σκοπιά και μπορεί να αγνοηθεί;

22 Στμ. Εξαιρετικά λεπτή θέση που σηκώνει πολύ ανάλυση καθώς ουσιαστικά θέτει το ζήτημα της σχέσης του χρόνου και της χρονικότητας με την επανάσταση/κομμουνιστικοποίηση ως κίνηση και διαδικασία.

23 Στμ. Ιδιαίτερα σημαντική θέση. Με άλλα λόγια ο κομμουνισμός, όπως ακριβώς και ο καπιταλισμός, είναι διαλεκτική αυτοπροϋπόθεση! Ο κομμουνισμός, δηλαδή η επαναστατική ρήξη, θα συμβεί όταν είναι ήδη ώριμες οι “συνθήκες”-προϋποθέσεις του – αυτές δεν υπάρχουν ως μια διαχωρισμένη διαδικασία. Όπως ακριβώς το κεφάλαιο δεν δημιούργησε “εκ των προτέρων” τις κατάλληλες συνθήκες ύπαρξής του, η δημιουργία των προϋποθέσεών του ήταν η ανάδυση του ίδιου του κεφαλαίου, το ίδιο ισχύει και για τον κομμουνισμό. Για παράδειγμα, η αυτοκατάργηση του προλεταριάτου και η κατάργηση των τάξεων δεν είναι προϋπόθεση του κομμουνισμού, είναι ο κομμουνισμός. Γι’ αυτό και δεν νοούνται “μεταβατικά στάδια” κλπ. Αυτή, μπορούμε να πούμε, ότι είναι, με όλες τις αβεβαιότητες και αδυναμίες της, η μείζονα συνεισφορά της θεωρίας της κομμουνιστικοποίησης.

24 Στμ. Στο πρωτότυπο: “c’est en se confrontant à tout ce qui se défait et tend aussi à se refaire”.

25 Στμ. Ακούγεται ως ιδιαίτερα ισχυρή θέση που χρήζει συζήτησης. Είναι το πλεόνασμα που δημιουργεί τις ταξικές σχέσεις ή οι ταξικές σχέσεις παράγουν πλεόνασμα με έναν συγκεκριμένο τρόπο ιδιοποίησης;

26 Στμ. Στα αγγλικά στο γαλλικό κείμενο, “the elephant in the room”: παροιμιώδης αγγλική φράση που δηλώνει ένα μείζον πρόβλημα ή ένα αμφιλεγόμενο ζήτημα που είναι πασιφανές ότι υπάρχει αλλά αποφεύγεται ως αντικείμενο συζήτησης, ένα τεράστιο προφανές πρόβλημα που κάνουμε ότι δεν βλέπουμε, σαν να προσποιούμαστε ακριβώς ότι δεν βλέπουμε έναν ελέφαντα σε ένα δωμάτιο.

Στην πρώτη γραμμή στη Χιλή: Μέρος ΙΙΙ

έξι αναφορές από την εξέγερση1

το κείμενο σε pdf

 

IV. Μια μέρα στην εξέγερση

Καθώς είχα πρόσφατα φτάσει στη Χιλή, ήμουνα ήδη ερωτευμένος με το Σαντιάγο. Είχα βρει τόσα πολλά που με τραβούσαν. Υπήρχε ένα εκτεταμένο πρόγραμμα αναρχικών εκδηλώσεων και φυλλάδια για συγκεντρώσεις/πάρτι στους τοίχους και στοιβαγμένα στα γκισέ διαφόρων μαγαζιών υποκουλτούρας. Έφαγα την καλλίτερη φτηνή βήγκαν empanada2 που είχα φάει ποτέ, που τις έφτιαχνε και τις πουλούσε στον δρόμο ένας πανκ. Μπορείς βασικά να πάρεις οποιοδήποτε λεωφορείο τσάμπα αν απλά σκανάρεις την κάρτα σου και πάρεις μια πολύ διάφανη έκφρασξ ξαφνιάσματος ότι έχει αδειάσει από λεφτά. Απλά πες “με συγχωρείτε” πολύ ευγενικά στον οδηγί και πέρασε το χώρισμα…όπως κάνουν και όλα τα άλλα άτομα πίσω σου. Το γενικότερο πνεύμα εξέγερσης των κατοίκων του Σαντιάγο σε προσκαλούσε.

Άρχισα να ακούω από φίλους για τις ομάδες μαθητών που έμπαιναν χωρίς να πληρώνουν στο μετρό διαμαρτυρόμενοι για τις αυξήσεις στις τιμές των εισιτηρίων όπως και ιστορίες ότι αυτά γίνονται εδώ και μερικές μέρες στον έναν ή στον άλλο σταθμό. Εκείνο το απόγευμα, ήμουνα με έναν φίλο, τρέχοντας απλά για κάποια θελήματα, όταν ακούσαμε τον ήχο που δεν μπορείς να μπερδέψεις ενός μεγάλου πλήθους να φωνάζει και να ζητωκραυγάζει στον δρόμο. Τρέξαμε στο παράθυρο του κτιρίου στο οποίο βρισκόμαστε και κοιτάξαμε κάτω για να δούμε μόλις την ουρά μιας ομάδας από καμμιά κατοστή μαθητών που έτρεχαν προς έναν σταθμό του μετρό. Ο δρόμος ήταν βρεγμένος από αύρες που έριχναν νερό με διαλυμένα σ’ αυτό δακρυγόνα· ακόμα κι από μια τόσο μεγάλη απόσταση νιώσαμε το μικρό τσούξιμο στα πρόσωπά μας. Ήμουνα τόσο εντυπωσιασμένος με τους μαθητές εδώ, τη γενναιότητα, την αυτονομία τους.

Το επόμενο πρωί, σηκώθηκα και ξεκίνησα να ετοιμάζομαι για την ημέρα. Είχα σχέδια να δώσω μια εισαγωγική εξέταση για το σχολείο εκμάθησης Ισπανικών3 στο κέντρο της πόλης, σε μόλις δυο σταθμούς του μετρό. Στη διαδρομή, μετάνιωσα που δεν είχα πάρει τα ακουστικά μου και ονειροπολούσα για το πώς θα μπορούσε να είναι η ζωή μου εδώ, ενώ κάπως ανήσυχα τσέκαρα σε κάθε στάση να βεβαιωθώ ότι δεν θα έχανα την ανταπόκριση.

Εδώ είμαστε, Los Heroes, ωραία. Εντάξει…; Αλλάξτε για την κόκκινη γραμμή εδώ! Προς τα πού είναι η σωστή κατεύθυνση; Ώπα. Περίμενε…Σκατά!”.

Ανεβαίνοντας τις σκάλες, άκουσα τραγούδια των “Pacos culiados!” και δυνατούς θορύβους από σπασίματα και χτυπήματα. Ο υπεύθυνος του σταθμού προσπαθεί να κάνει μια αναγγελία από τα μεγάφωνα, αλλά δεν μπορώ να ακούσω τίποτα άλλο από εκατοντάδες ενθουσιώδεις φωνές.

Περπάτησα στο τέρμα του σταθμού, απέναντι από τη βασική γραμμή της αστυνομίας. Οι μπάτσοι έχουν πλήρη εξοπλισμό Ματατζήδων, κράνη, ασπίδες, γκλομπ. Μετανιώνω που δεν έχω φέρει έξτρα ρούχα, ούτε μάσκαμ ούτε πουκάμισο ή μπουφάν για να καλύψω το πρόσωπό μου. Υπάρχουν πάρα πολλές κάμερες. Πού να φανταστώ ότι θα συνέβαινε κάτι τέτοιο; Χτυπιέμαι που δεν πήρα μαζί μου τουλάχιστον το φουλάρι μου· ο καιρός είναι έτσι κι αλλις λίγο άστατος. Οι μαθητές είναι φανταστικοί. ΟΙ περισσότερες είσοδοι και οι περιστρεφόμενες πόρτες έχουν καταστραφεί και τώρα χρησιμοποιούνται είτε για να καταστραφεί περισσότερο ο σταθμός είτε για να πεταχτούν στους μπάτσους. Οι λίγες είσοδοι που παραμένουν κρατιούνται ανοιχτές καθώς οι μαθητές/φοιτητές αφήνουν τον κόσμο που απλά τρέχει να προλάβει το τραίνο να περάσει ελεύθερα, ζητωκραυγάζοντας κάθε φορά που κάποιος περνάει χωρίς να πληρώσει. Υπάρχουν παντού σπασμένα τζάμια, αλλά οι διαδηλωτές εξακολουθούν να τα μαζεύουν σε σωρό στην μια πλευρά με τα πόδια τους ώστε να μην τραυματιστεί κανείς αν πέσει. Μερικά παιδά βάζουν μάσκες με κόκκινη και λευκή ταινία που πιθανόν ξέμειναν από τον σταθμό στην προσπάθεια να ανακτήσει κάποια αμυδρή ομοιότητα ελέγχου μετά από προηγούμενες διαμαρτυρίες. Προσπαθώ για λίγο να βρω καμμιά τέτοια στο δάπεδο αλλά δεν μπορώ. Υπάρχει η οικεία μυρωδιά των σπρέυ και κοιτάζω πιο πέρα για να δω κάποιους να γράφουν βιαστικά ““EVADΑ4 στον τοίχο.

Είμαι τόσο γοητευμένος από τη στιγμή που ξεχνώ πως υποτίθεται ότι πρέπει να πάω σύντομα στη σχολή μου. Χέστο, είναι ανοιχτά ολόκληρο το απόγευμα – πόσο συχνά πέφτεις τυχαία σε τέτοιες εμπνευσμένες πράξεις εξέγερσης; Θα μείνω λίγο παραπάνω.

Είμαι γεμάτος αδρεναλίνη. Αρπάζω το κινητό μου και αρχίζω να γράφω σε μερικούς φίλους ώστε να ξέρουν τι γίνεται σε περίπτωση που τα πράγματα χειροτερέψουν. Επίσης τους λέω αν μπορούν να έρθουν. Τα χέρια μου τρέμουν.

Γαμώ το.
Τα πράγματα είναι άγρια
αυτός ο σταθμός καταστρέφεται – κόσμος συγκρούεται με την αστυνομία
χαχαχαχαχα
Πάρε υπεύθυνα ένα βίντεο!!
Θα σας δείξω μόλις γυρίσω πίσω
Κάποιος συλλαμβάνεται και όλοι
επιτίθετονται και την πέφτουν στους μπάτσους

Ο σταθμός γίνεται όλο και πιο ακυβέρνητος και η αστυνομία το ξέρει. Πρέπει να έχουν καλέσει ενισχύσεις γιατί περίπου 15 μπάτσοι ακόμα καταφτάνουν στην μοναδική έξοδο που υπάρχει προς τα έξω. Αρχίζουν να επιτίθενται ορμώντας και οπισθοχωρώντας από τη μια είσοδο στην άλλη, σε σχηματισμό, αρπάζοντας κάποιους μαθητές περιστασιακά και τραβώντας τους πίσω από τη γραμμή τους. Αυτό δεν γίνεται χωρίς μάχη. Φοιτητές στροβιλίζουν αντικείμενα στο μέρος τους και προσπαθούν να αρπάξουν τους φίλους τους από τα χέρια της αστυνομίας· αλλά για μερικούς άτυχους, είναι πολύ αργά.

Μόλις τη στιγμή που πιστεύω ότι η αστυνομία πρόκειται να πάρει το πάνω χέρι, ακούμε όλοι ένα βαθύ βουητό από την πιο κάτω πλατφόρμα. Για μια στιγμή, τα πάντα σταματάνε και κοιτάμε όλοι προς τις ράγες από κάτω. Βλέπω ένα μεγάλο πλήθος από φοιτητές με υψωμένες γροθιές, λίγο σε βηματισμό πορείας, λίγο τρέχοντας προς τις σκάλες. Οι μπάτσοι ενισχύθηκαν με 15, οι φοιτητές με εκατοντάδες. Όλοι αρχίζουν να λένε το σύνθημα “El pueblo unido jamas sera vencido!” (“Λαός ενωμένος, ποτέ νικημένος!”) καθώς έσπευδαν να πάρουν κι αυτοί μέρος στη μάχη.

Οι αψιμαχίες συνεχίζονται. Υπάρχει άλλη μια ασθενική προσπάθεια να γίνει μια αναγγελία από τα μεγάφωνα του σταθμού που κανείς δεν ακούει. Οι μπάτσοι επιτίεθενται μπρος-πίσω μέσα στον σταθμό κυνηγώντας τον κόσμο πάνω-κάτω στις σκάλες. Καθώς τρέχω προς τα κάτω σε κάποιες απενεργοποιημένες κυλιόμενες σκάλες, σκέφτομαι πόσο επικίνδυνο είναι αυτό. Ανησυχώ για τον κόσμο που μπορεί να ποδοπατηθεί, να πέσει με τα μούτρα στις σκάλες. Αυτοί οι μπάτσοι δεν δίνουν πραγματικά δεκάρα γι’ αυτά τα παιδιά. Τουλάχιστον, σκέφτομαι, μπορούμε όλοι να πάρουμε το επόμενο τραίνο – αλλά δεν έρχεται κανένα επόμενο τραίνο. Το άλλο τραίνο που είναι ήδη στον σταθμό κάθεται ακινητοποιημένο ήδη εδώ και αρκετή ώρα.

Σκατά, έκλεισαν ολόκληρη αυτή τη γραμμή! Αυτό είναι πραγματικά κατόρθωμα. Τα παιδιά το ήξεραν ήδη αυτό. Χορεύουν και πηδάνε ενώ φωνάζουν “Όποιος δεν πηδά είναι μπάτσος!”. Πηδάω κι εγώ. Πανηγυρίζουμε όλοι, όλοι όσοι έχω οπτική επαφή μαζί τους γελάνε και τα αυτιά τους, κι έτσι είμαι κι εγώ.

Τελικά, πρέπει όντως να πάω στη σχολή μου. Βρίσκω ένα άνοιγμα στις γραμμές των μπάτσων και γλιστράω. Βλέπω μερικούς μαθητές να κάνουν το ίδιο. Φτάνω στην είσοδο του σταθμού που φρουρείται από δυο μπάτσους που κρατάνε την πύλη. Γαμώ το, την πατήσαμε…Αλλά αφήνουν τους δυο πρώτους να περάσουν. Βλέπω ένα πλήθος ανθρώπων από την άλλη πλευρά. Α, εμποδίζουν τον κόσμο να μπει στον σταθμό. Θέλουν να τους βγάλουν όλους έξω. Τώρα αισθάνομαι ένοχος που θέλω να φύγω, και ειδικά με την άδεια των μπάτσων! Αρχίζω να αναρωτιέμαι πώς θα πάει η υπόλοιπη διαδήλωση;

Μόλις έφυγα από τις εισαγωγικές μου εξετάσεις και την εγγραφή στη σχολή, πήρα μερικά μηνύματα από άλλους φίλους:

Έι, είμαι στον λόφο της Santa Lucia
Ο σταθμός του μετρό έκλεισε οπότε ο κόσμος βγήκε στους δρόμους
Και τώρα πέφτουν δακρυγόνα.
Αμάν, τα πράγματα είναι άγρια.
Ανυπομονώ να σου πω τι έγινε στο Los Heroes σήμερα

Προσπαθώ να γυρίσω πίσω στο διαμέρισμά μου αλλά οι περισσότερες από τις γραμμές του μετρό είναι κλειστές. Πρέπει να περπατήσω αρκετά για να φτάσω σε μια στάση λεωφορείου που θα με πάει εκεί που πρέπει, και τελικά ανεβαίνω σε ένα λεωφορείο. Έχει πραγματικά πολύ ζέστη εδώ μέσα. Όλοι κάνουν αέρα και προσπαθούν να ανοίουν τα παράθυρα. Κολλάμε στην κίνηση που δεν πάει πουθενά. Αυτοκίνητα κορνάρουν, τίποτα δεν κουνιέται. Σκατά και πάλι! Κατεβαίνω και αρχίζω να περπατάω. Δεν μπορεί να μαι τόσο μακριά.

Περνάω μπροστά από έναν καλλιτέχνη δρόμου με μια κιθάρα και χαμογελάω. Με κοιτάζει, χαμογελώντας, και λέει “ΧΑΟΣ”. Συνεχίζω να περπατάω. Βλέπω ανθρώπους ν’ αρχίζουν να τρέχουν. Αρχίζω να τρέχω κι εγώ. Μου ρχεται μυρωδιά καμμένου. Και πάλι, η αδρεναλίνη ανεβαίνει. Μαθητές έχουν καταλάβει μια διασταύρωση, σταματώντας την κυκλοφορία. Ένα οδόφραγμα καίγεται. Προσπαθούν να κρατήσουν τη θέση τους καθώς ένα guanaco (ένα θωρακισμένο όχημα της αστυνομίας με κανόνι νερού επάνω του, που έχει πάρει το όνομά του από ένα ζώο όπως το λάμα που φτύνει) αρχίζει να κυνηγά τον κόσμο πάνω κάτω στους δρόμους με τον ισχυρό πίδακά του. Οι μαθητές δεν πτοούνται ακόμα κι όταν οι μπάτσοι ρίχνουν δακρυγόνα στο πλήθος για να το διαλύσουν. Οπλισμένα με πέτρες και τούβλα, τα παιδιά αρχίζουν να απανούν, Είναι ένα ιδαίτερο συναίσθημα να βλέπεις τους μπάτσους να αναγκάζονται να υποχωρήσουν ή, ακόμα καλλίτερα, να χάνουν την ψυχραιμία τους και να σκορπάνε άτακτα. Για σήμερα, οι μαθητές είναι οι νικητές.

Τελικά, συναντώ έναν φίλο μου. Συμμετέχουμε σε μια ομιλία στις 8μμ σε ένα κοινωνικό κέντρο κάπου στην περιφέρεια της πόλης που δεν εξυπηρετείται ιδιαίτερα από το μετρό ούτε καν από λεωφορεία. Καθώς προσπαθούμε μανιωδώς να εκπληρώσουμε τις υποχρεώσεις προς τους φίλους μας, ακούμε κάποιες αναφορές ότι το μετρό θα κλείσει για ολόκληρο το Σαββατοκύριακο. Όλοι είναι στους δρόμους. Και εννοώ όλοι. Κανείς δεν μπορεί να πάρει το μετρό· με όλη αυτή την κίνηση ο κόσμος περπατάει. Υπάρχει μια αίσθηση καρναβαλιού στον αέρα, ένας ηλεκτρισμός. Καθώς ο ήλιος βασιλεύει, η πόλη αρχίζει να ξυπνά.

Φτάνουμε στο κοινωνικό κέντρο, αλλά καθώς πλησιάζει 8 η ώρα, γίνεται φανερό ότι κανείς θα τα καταφέρει να έρθει. Μερικά άτομα που συμμετέχουν στον χώρο είναι εκεί για να καλωσορίσουν τους συντρόφους από το εξωτερικό για μια ομιλία σχετικά με το Εκουαδόρ, αλλά είναι φανερό ότι κανένας άλλος δεν πρόκειται να έρθει.

Αν και η γειτονιά δεν εξυπηρετείται καλά από τις τις υποδομές της πόλης, έχει μια μακρά και περήφανη ιστορία αυτοοργάνωσης και αντίστασης· υπάρχει άλλος ένας αναρχικός χώρος μερικά τετράγωνα πιο πέρα. Αποφάσισαν να ακυρώσουν τη μουσική εκδήλωση που ήταν για σήμερα. Πώς μπορεί να είμαστε τόσο ανόητοι να πιστέψουμε ότι θα μπορούσε να ρθει κανείς στην ομιλία χωρίς λεωφορεία, τραίνα και με τόση έξαψη στην ατμόσφαιρα;! Πραγματικά δεν έχουμε καταλάβει πόσο σημαντική και μοναδική είναι αυτή η κατάσταση σε μια χώρα με τέτοια παράδοση και ιστορία εξεγέρσεων.

Ενώ συζητάμε το αν πρέπει να ακυρώσουμε και τη δική μας εκδήλωση, δυο νεαρά αδέλφια μπαίνουν μέσα – και τα δυο κάτω από 10 χρονών. Το πιο μικρό χτυπά ένα παιχνίδι κουζινικών cacerolazo, ενώ το μεγαλύτερο κουβαλά μια μικρή πολυθρόνα. Πες ότι δεν πρόκειται να την κάψει! Κοιτάμε έξω από την πόρτα. Όντως την καίει. Υπάρχει ένα φλεγόμενο οδόφραγμα και γείτονες μαζεύονται κάτω στον δρόμο. Αυτό λήγει το ζήτημα: η ομιλία ακυρώνεται.

Όλοι κατεβαίνουμε στον δρόμο για να μαζευτούμε γύρω από τις φλόγες, να κοπανήσουμε τσουκάλια και τηγάνια και να μοιραστούμε μπύρες και συνθήματα με τους γείτονες. Ολόκληρες οικογένειες έχουν κατέβει. Έρχονται ενισχύσεις από το πουθενά με πίνακες, έπιπλα, σκουπίδια, ντενεκέδες…υπάρχει ακόμα κι ένας τύπος με ένα ολόκληρο ημιφορτηγό γεμάτο με σοβάδες που τα αδειάζει. Ευχαριστούμε!

Η φωτιά φουντώνει καθώς ο κόσμος κουβαλά περισσότερα σκουπίδια από τα σπίτια, τους κήπους και άδεια οικόπεδα. Αρχίζουμε να δεχόμαστε μηνύματα· κόσμος μοιράζεται στα κοινωνικά μέσα δικτύωσης μερικά πραγματικά τρελλά πράγματα που συμβαίνουν σε άλλες περιοχές της πόλης, οπότε αποφασίζουμε να ντυθούμε και να τριγυρίσουμε στην πόλη να δούμε τι άλλο συμβαίνει.

Μερικοί από την ομάδα μας περιμένουν ότι τα πράγματα θα είναι πιο ήρεμα βγαίνοντας από αυτή την φημισμένη για την εξεγερσιακότητά της γειτονιά. Κάνουν λάθος. Τα πράγματα είνα ακόμα πιο έντονα καθώς πλησιάζουμε την μεγάλη εμπορική λεωφόρο που διασχίζει την πόλη. Βλέπουμε καμμένα λεωφορεία, σημάδι πρόσφατων συγκρούσεων που περιλαμβάνουν καταιγισμό από πέτρες από τους διαδηλωτές και δακρυγόνων από τους μπάτσους. Η γειτονιά από την οποία περνάμε δεν είναι πολύ γνωστή για τη μαχητικότητά της, αλλά η νεολαία είναι εκεί έξω και έτοιμη να αντισταθεί στην αστυνομία.

Είναι πραγματικά αργά, περασμένα μεσάνυχτα. Έχω ήδη δει τρία διαφορετικά γεγονότα μαχών σήμερα. Έχω εξαντληθεί από τα χιλιόμετρα περπατήματος μέσα στην καιγόμενη πόλη μέσα σε μια σύγχυση. Τελικά ενδίδουμε και παίρνουμε ένα ταξί για να πάμε πίσω στο διαμέρισμα ενός φίλου· οι ταξιτζήδες πρέπει να έχουν την καλλίτερή τους σήμερα. Ο δικός μας είναι βιαστικός. Ξεγλιστά μέσα από οδοφράγματα που σιγοκαίγονται και άλλα υπολείμματα των ταραχών, μέχρι που δεν μπορούμε να προχωρήσουμε άλλο, μπλοκαρισμένοι σε μια σε εξέλιξη σύγκρουση μπάτσων και διαδηλωτών. Κλείσε το παράθυρο! Γρήγορα! Δακρυγόνο!

Εντάξει, άσε μας εδώ, υποθέτω”. Κατεβαίνουμε και το σκάμε μέσα από ένα στενό.

Ο φίλος που υποτίθεται θα συναντούσαμε αποκλείστηκε όλο το βράδυ στο διαμέρισμά του, ανυπομονώντας να βγει αλλά πολύ νευρικός για να πάει μόνος του – και καλά έκανε. Περπατάμε κι άλλο προς το κέντρο, στα παραδοσιακά σημεία συγκρουσης. Υπάρχουν θύλακες κόσμου που ρίχνει πέτρες και μπάτσων, παντού υπάρχου γκράφιτ· ο αέρας μυρίζει κάπνα και την πολύ οικεία αίσθηση τσουξίματος που προκαλείται από τα δακρυγόνα. Βλέπουμε το καμμένο κτίριο της εταιρείας ηλεκτρισμού. Είναι ένα εντυπωσιακό θέαμα, αλλά καθώς προχωρά η νύχτα εύχομαι να είχαμε μείνει στα περίχωρα. Αυτή η εξέγερση ξεπερνά τα παραδοσιακά μέρη και ο κόσμος πραγματικά αφυπνίζεται και αντιστέκεται στην αστυνομία σ’ ολόκληρη την πόλη, συμπεριλαμβανομένων των barrios που έχουν να δουν συγκρούσεις εδώ και πολύ καιρό. Δεν νομίζω ότι υπάρχει κανείς που να περίμενε κάτι τέτοιο.

Τελικά, ακούμε ότι ο πρόεδρος της Χιλής έχει κηρύξει μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης και ότι θα φτάσει το πρωί ο στρατός. Κανείς δεν ξέρει τι να περιμένει – κανείς δεν περίμενε κάτι τέτοιο αρχικά! Μα ο στρατός;! Αυτό φρικάρει πραγματικά πολλούς Χιλιανούς, ιδιαίτερα αυτούς που έχουν ζήσει τη δικτατορία.

Έχω χάσει την αίσθηση του χρόνου. Η ίδια η ζωή επιταχύνεται. Έχω την αίσθηση ότι αυτή η μέρα έχει κρατήσει βδομάδες. Θα έχω άραγε καν σχολή τη Δευτέρα; Και αν ναι, θα με νοιάζει;

Η υπόσχεση αυτής της εξέγερσης δεν είναι απλά τα συνθήματα, τα τραγούδια και τα γκράφιτ που βλέπουμε και ζητούν έναν καλλίτερο κόσμο – έναν κόσμο χωρίς καπιταλισμό, χωρίς εργασία, χωρίς κυβέρνηση, αστυνομία, εξουσία. Η υπόσχεση είναι κάτι που ζούμε – το γεγονός ότι οι ζωές μας μπορούν να είναι γεμάτες, μπορούν να είναι όμορφες, τόσο πληθωρικές να τις διαχειριστούμε εμείς οι ίδιοι. Παρασέρνομαι σαν ένας σπόρος στον άνεμο, έτοιμος να φυτέψω έναν καινούριο κόσμο στις στάχτες των παλιών Wal-Mart. Αυτή τη μέρα, η ζωή μου, οι ζωές όλων μας, αλλάζουν για πάντα. Μετά από αυτό το βράδυ, όλοι ξέρουμε ότι αυτή η κατάσταση δεν θα επιβραδυνθεί σύντομα – και ότι επίσης φρικτά πράγματα έρχονται. Οι εχθροί μας δεν θέλουν να έχουμε τις ζωές που μας αξίζουν.

1 Στμ. Μεταφρασμένο από εδώ: https://crimethinc.com/2019/10/24/on-the-front-lines-in-chile-accounts-from-the-uprising.

2 Στμ. Empanada: είδος πίτας.

3 Στμ. Στο αγγλικό κείμενο Spanish Immersion School.

4 Στμ. “ΑΠΟΦΥΓΕΤΕ”, στα ισπανικά.

Στην πρώτη γραμμή στη Χιλή Μέρος ΙΙ

έξι αναφορές από την εξέγερση1

το κείμενο σε pdf

II. Μια ανώνυμη αναφορά από το Σαντιάγο, 21 Οκτωβρίου 2019

Κάνω αυτή την ανακοίνωση με την πρόθεση να διαδώσω τα νέα σχετικά μ’ αυτό που συμβαίνει στην περιοχή που ζω – την περιοχή που κυριαρχείται από το κράτος της Χιλής, και ιδιαίτερα την πρωτεύουσα. Τις πρόσφατες μέρες, το χιλιάνικο κράτος έχει δείξει το αληθινό του πρόσωπο – αυτό που πραγματικά είναι – βγάζοντας ολόκληρη την αστυνομία και τον στρατό στους δρόμους για να καταστείλει τις διαμαρτυρίες και τις κινητοποιήσεις που έχουν φθάσει ήδη σε πανεθνικό επίπεδο.

Άνθρωποι απαγάγονται και δολοφονούνται· γυναίκες βασανίζονται και βιάζονται. Μέχρι τώρα είμαστε αντιμέτωπο με έναν απροσδιόριστο αριθμό από απώλειες: επίσημα δώδεκα, αλλά ξέρουμε ότι ο αριθμός είναι πολύ μεγαλύτερος, καθώς αρκετός κόσμος έχει τραυματιστεί σοβαρά από πυροβολισμούς των μπάτσων και των στρατιωτών.

Για να θέσουμε κάπως το πλαίσιο: πριν από δύο εβδομάδες περίπου, ξεκίνησαν μαζικές διαμαρτυρίες ως αποτέλεσμα της σταγόνας που ξεχείλισε το ποτήρι, ένα ποτήρι γεμάτο με πολύχρονες απαιτήσεις στην προκειμένη περίπτωση. Αιτήματα σχετικά με την υγεία, την εκπαίδευση, το σύστημα συγκοινωνιών, και το σύστημα προμηθειών [supply system], που τυπικά έχει να κάνει με ένα βάναυσο νεοφιλελεύθερο σύστημα που εφαρμόστηκε με τη δικτατορία.

Η σταγόνα που έκανε το ποτήρι να ξεχειλίσει ήταν η αύξηση στο κόστος των εισιτηρίων και η αύξηση στο κόστος βασικών υπηρεσιών, συγκεκριμένα του ρεύματος. Ξεκίνησε με περιπλανώμενα πλήθη μαθητών σε σταθμούς του μετρό, κυρίως στο κέντρο της πόλης. Σιγά σιγά, τα πλήθη που διαμαρτύρονταν στις περιστεφόμενες εισόδους των σταθμών άρχισαν να έχουν ανθρώπους από κάθε κομμάτι του πληθυσμού, ανθρώπους κάθε ηλικίας να ανεβάζουν την ένταση και να παίρνουν υπό τον έλεγχό τους τους σταθμούς του μετρό του Σαντιάγο, επιτρέποντας σε όλους να παίρνουν τον υπόγειο χωρίς να πληρώνουν. Μέσα στις επόμενες μέρες, αυτό οδήγησε στην παρουσία ειδικών αστυνομικών δυνάμεων [carabineros] στους σταθμούς, για να τους φυλάσσουν και για να καταστείλουν αυτές τις διαδηλώσεις.

Οι αρχές απέτυχαν. Ο κόσμος εξακολουθούσε να πηδά πάνω από τις περιστρεφόμενες και να καταλαμβάνει τους σταθμούς του μετρό· τότε, την Παρασκευή, 18 Οκτωβρίου, η διαμαρτυρία πήρε πιο ριζοσπαστικό χαρακτήρα, αναμετρώμενη/ξεκαθαρίζοντας με τα αιώνια σύμβολα του κεφαλαίου: σουπερμάρκετ, τράπεζες, φαρμακεία, δημόσια μέσα μεταφοράς, σταθμούς του μετρό. Περίπου 45 σταθμοί του μετρό καταστράφηκαν, με 20 από αυτούς να έχουν καεί. Αυτό συνέβη κυρίως στα περίχωρα της πόλης, στις poblaciones [γειτονιές στην περιφέρεια της πόλης όπου μένει κόσμος που ζει στο περιθώριο του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού].

Την Παρασκευή, κηρύχθηκε κατάσταση έκτακτης ανάγκης· ο στρατός περιπολούσε ήδη στους δρόμους, αλλά οι ενέργειες και οι δράσεις δεν σταμάτησαν. Άνθρωποι συνέχισαν να κατεβαίνουν στους δρόμους, στήνοντας οδοφράγματα σ’ αυτούς – οι δρόμοι παρέμειναν ανεξέλεγκτοι εκείνη την ημέρα. Το Σάββατο, 20 Οκτώβρη, διατάχθηκε απαγόρευση κυκλοφορίας για τη διάρκεια της νύχτας, κατάσταση πολιορκίας. Αρχικά, εξαγγέλθηκε ότι θα κρατούσε από τις 10 το βράδυ μέχρι τις 7 το πρωί, στη συνέχεια επεκτάθηκε να αρχίσει από τις 7 το βράδυ. Παρ’ όλα αυτά, περισσότερες ενέργειες έγιναν από τον κόσμο στη διάρκεια της βραδιάς: κόσμος συνέχισε να κατεβαίνει στους δρόμους, ενώ ο στρατός άρχισε να μπαίνει στις και όχι μόνο στο Σαντιάγο, καθώς τώρα ήταν εφτά οι πόλεις που βρίσκονταν σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, τρεις από αυτές μάλιστα σε κατάσταση πολιορκίας, με την επιβολή απαγόρευσης κυκλοφορίας.

Η αστυνομία και ο στρατός ρίχνουν πραγματικά πυρά, χτυπώντας βίαια τον πληθυσμό, πυροβολώντας οποιονδήποτε βρίσκεται στο πέρασμά τους. Υπάρχουν πολλά βίντεο σε κοινωνικά δίκτυα για βασανιστήρια, κρατήσεις και απαγωγές· υπάρχουν αναφορές ακόμα και για βιασμούς. Πολύ έντονη καταστολή εφαρμόζεται ενάντια στις poblaciones που ιστορικά οργανώνονταν και αντιστέκονταν πριν τη δικτατορία· εκεί γίνονται έφοδοι της αστυνομίας, μια διαδικασία πολιτικής δίωξης που ξέρουμε ότι δεν θα περιοριστεί, την οποία προσπαθεί να διευθύνει η κυβέρνηση.

Ο φασίστας/δεξιός πρόεδρος Sebastián Piñera, διακήρυξε σε μια συνέντευξη τύπου ότι “είμαστε” σε πόλεμο, ότι υπάρχει ένας “εσωτερικός εχθρός” πίσω από όλες αυτές τις οργανώσεις. Υπάρχει προσπάθεια να καταδειχτούν συγκεκριμένες υπάρχουσες πολιτικές οργανώσεις, αλλά ξέρουμε ότι αυτό είναι ένα αισχρό ψέμα· ο κόσμος αυτοοργανώνεται χωρίς ηγέτες, οριζόντια και αλληλέγγυα.

Απειλούν να κόψουν το νερό και το ρεύμα, σπέρνουν τον φόβο, απειλούν τον κόσμο. Η παρουσία του στρατού στους δρόμους εξυπηρετεί τον ίδιο σκοπό, το άδειασμα των σταθμών του μετρό και των λεωφόρων στις οποίες μαζεύεται ο κόσμος για να διαμαρτυρηθεί.

Δεν ξέρουμε πώς θα πάει όλο αυτό, δεν ξέρουμε τι δολοφονίες και εξαφανίσεις θα ακολουθήσουν. Αλλά αυτό δεν είναι κάτι καινούριο γι’ αυτή την περιοχή. Πριν από σαράντα χρόνια, το τοπίο δεν ήταν διαφορετικό. Ξεκινήσαμε διαφορετικά, αλλά δεν ξέρουμε πώς θα τελειώσουν τώρα τα πράγματα.

Υπάρχει ένα ανοιχτό κάλεσμα για το άπλωμα των ταραχών, αναζητώντας χειρονομίες και κινήσεις αλληλεγγύης από ολόκληρο τον κόσμο, ώστε η αλληλεγγύη να απλωθεί πέρα από τα γραπτά και τα λόγια.

Αυτή είναι η στιγμή της πάλης για αξιοπρέπεια: η δυσαρέσκεια αναπνέει, είναι ανεξέλεγκτη, εκδηλώσεις οργής έχουν καταλάβει τους δρόμους αυτής της πόλης και τη χώρα.

III. Καλώς ήρθατε στο Σαντιάγο

Ήμουνα στο Μπουένος Άιρες για να δώσω μια ομιλία σε ένα φεστιβάλ αναρχικού βιβλίου. Καθώς τα νέα από τη Χιλή κατακλύζανε το κινητό μου, άρχισε να ψάχνω για εισιτήρια.

Ωραία, σε δυο βδομάδες, ώστε να μην χάσω τις διαμαρτυρίες όταν ο Τραμπ έρθει για την συνάντηση του APEC2”, είπα στον εαυτό μου.

Σκατά, ΟΚ, υπάρχουν φτηνά εισιτήρια σε πέντε μέρες, αλλά είναι για το βράδυ. Σίγουρα, δεν θα εξακολουθεί να υπάρχει απαγόρευση κυκλοφορίας σε πέντε μέρες, έτσι δεν είναι;”.

Τότε, ένα μήνυμα από έναν γείτονα στο Σαντιάγο με έπεισε: “Εννοώ, μπορείς να έρθεις σήμερα; Υπάρχει γενική αύριο για αύριο”.

Δεν ξέρω αν ήταν εξαιτίας της κατάστασης έκτακτης ανάγκης ή επειδή ήθελα να πετάξω πολύ άμεσα, αλλά οι ιστότοποι των αεροπορικών εταιρειών δεν με άφηναν να αγοράσω κανένα εισιτήριο για πτήση για εκείνη τη μέρα. Γαμώ το, θα πάω απλά στο αεροδρόμιο και θα δω τι μπορούν να κάνουν για μένα.

Αγόρασα όχι ένα, αλλά δύο εισιτήρια. Το πρώτο ήταν απευθείας για το Σαντιάγο, αλλά έφτανε με την απαγόρευση κυκλοφορίας. Τέλος πάντων, θα μπορούσα να πάρω απλά ένα ταξί από το αεροδρόμιο το πρωί. Η γυναίκαι στο γκισέ με διαβεβαίωσε ότι οι πτήσεις για το Σαντιάγο δεν θα ακυρώνονταν. Αλλά, τότε, αγόρασε άλλο ένα εισιτήριο, προς μια συνοριακή πόλη – ίσως να μπορούσα απλά να πάρω ένα λεωφορείο ή κάποιος sketchy οδηγός θα μπορούσε να με πάει μέχρι το Σαντιάγο στη διάρκεια της νύχτας. Έπρεπε να αποφασίσω. Η πτήση για τη συνοριακή πόλη έφευγε πρώτη. Την πήρα – αν το αεροδρόμιο ήταν ακόμα ανοιχτό θα μπορούσα να καταφέρω να πάρω μια πτήση αργά από αυτό το αεροδρόμιο για το Σαντιάγο. Προσγειώθηκα, και τα πάντα είχαν ακυρωθεί, μαζί και η πτήση για την οποία με είχαν διαβεβαιώσει ότι θα έφτανε στο Σαντιάγο. Το συνοριακό πέρασμα ήταν επίσης κοντά. Όλες οι γραμμές λεωφορείων με διαβεβαίωναν η μια μετά την άλλη ότι θα άνοιγε το πρωί. Σίγουρα, φίλε, τα ‘χω ξανακούσει αυτά. Όμως δεν είχα και καμμιά άλλη επιλογή.

Το πρωί μπήκα σε ένα μικρό βανάκι του αεροδρομίου (μεγέθους Sprinter) μαζί με άλλα οχτώ άτομα για το Σαντιάγο. Ήταν πραγματικά πολύ πρωί, και η διαδρομή ήσυχη. Τα περισσότερα άτομα κοιμήθηκαν – αλλά παρά το ότι είχα κοιμηθεί μόνο δυο ώρες μιας και μετέφραζα διάφορα δελτία τύπου και έβλεπα ένα σισύφειο αριθμό από βίντεο από τη Χιλή, τα νεύρα μου με κράτησαν ξύπνιο. Είχα αποφασίσει να μην ξεφορτωθώ τις αναρχικές κονκάρδες, αυτοκόλλητα και αφίσες που είχα κουβαλήσει για να πουλήσω στο φεστιβάλ αναρχικού βιβλίου στο Μπουένος Άιρες. Καθώς φτάσαμε στον συνοριακό σταθμό, ένα μεγάλο οδικό σήμα μας υποδεχόταν στη Χιλή. Η επιβάτης που καθόταν πίσω μου άρπαξε τον ώμο μου και μου είπε: “Τα καταφέραμε! Είμαστε στη Χιλή!”.

Γύρισα προς το μέρος της και της είπα, “Χα, όχι ακόμα”. Το μετάνιωσα αμέσως – μήπως είπα πολλά; Η εσωτερική της σκέψη γραφόταν καθαρά στο πρόσωπό της: Και γιατί θα πρεπε να ανησυχώ ότι δεν θα περάσω στη Χιλή; Βγαίνοντας από το λεωφορειάκι, άρχισα να αισθάνομαι από νευρικός και τολμηρός πραγματικά ηλίθιος. Γιατί στο διάολο το κανα αυτό;

ε, μπορώ να πάρω το σακκίδιό μου”;

Όχι, μεγάλα σακκίδια δεν επιτρέπονται στον έλεγχο του αεροδρομίου. Οι τελωνειακοί θα τα αδειάσουν και μετά θα περάσουν μέσα από τις ακτίνες Χ”.

Α…ΟΚ”.

Έχω ταξιδέψει αρκετά με σακκίδιο στη Νότια Αμερική. Έχω μάθει πώς να μειώνω τα απόλυτα αναγκαία πράγματα ώστε να χωράνε σε ένα αρκετά ελαφρύ σακκίδιο. Το χειρότερο συναίσθημα για μένα είναι να αποχωρίζομαι το σακκίδιό μου. Είναι όπως αυτό που νιώθει η πρωταγωνίστρια της ταινίας Το Αστέρι του Βορρά3 όταν την χωρίζουν από τον δαίμονά της.

Με κουρελιασμένα νεύρα, ακολούθησα τους άλλους επιβάτες στον έλεγχο του αεροδρομίου. Ρε γαμώτο, άλλοι τέσσερις αναρχικοί από το φεστιβάλ βιβλίου είναι επίσης εκεί. Φαντάζομαι δεν είμαι ο μόνος που σκέφτηκε ότι ήταν η στιγμή να επιστρέψει στη Χιλή. Γιατί με κοιτάνε; Σταματήστε να με κοιτάτε. ΣΤΑΜΑΤΗΣΤΕ. Γιατί η τηλεπάθειά μου και το ολοφάνερο βλέμμα αδιαφορίας στο πρόσωπό μου δεν τους κάνει να υποψιαστούν ότι ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΝΑ ΧΑΙΡΕΤΑΩ ΑΛΛΟΥΣ ΑΝΑΡΧΙΚΟΥΣ ΕΝΩ ΠΕΡΝΑΩ ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ;

Τους αφήνουν να περάσουν. Ουφ. Είμαστε μετα από αυτούς, αλλά κάποιος στην ομάδα μας μας πάει σε μια άλλη γραμμή παρατείνοντας την αναμονή. Αχ, ας τελειώσει όλο αυτό. Τελικά, περνάμε. Ει, σφραγίζουν το διαβατήριό μου. ΣΚΟΡΑΡΑ! Τώρα απομένει μόνο το τελωνείο – πόσο άσχημα θα μπορούσε να είναι αυτό;

Σήκωσα το σακκίδιό μου από τον διάδρομο αποσκευών. Καλό σημάδι, σωστά; Αν τα πράγματα είναι ήδη εκεί, πρέπει να τα έχουν ήδη ελέγξει και δεν είναι τίποτα ιδιαίτερο. Το σπρώχνω απλά στο μηχάνημα των ακτίνων-Χ και συνεχίζω.

Ακουμπώ το σακκίδιό μου στον ιμάντα του μηχανήματος των ακτίνων-Χ. Βγαίνει από την άλλη άκρη. Ένας αδιάφορος συνοριοφύλακας το δείχνει. Ένας φιλικός αγροτικός υπεύθυνος με παίρνει στο πλάι: “Υπάρχουν καθόλου φυτά ή ζώα στο σακκίδιό σας;” Χα! Το ξέρω αυτό! “Μόνο ένα κομμάτι σοκολάτα”. Σκάνε ένα γελάκι και με αφήνουν να πάω στην ουρά. Μόνο που ο χειριστής του μηχανήματος ακτίνων-Χ ξεπροβάλει και λέει: “Όχι, όχιμ δεν θέλουν να κάνουν έλεγχο για αγροτικά προϊόντα σ’ αυτή τη τσάντα. Οι τελωνειακοί ήθελαν να ρίξουν μια ματιά”.

ΟΚ…Ένας πολύ πιο βλοσυρός τελωνειακός βγαίνει μπροστά. “Φαίνεται σα να υπάρχει ένα μηχάνημα ή κάτι τέτοιο στη τσάντα; Ίσως ένας υπολογιστής;”

Ουφ. “Α ναι, εδώ, αυτό είναι το λάπτοπ μου”.

Α, σπουδαία. Μπορείτε να με αφήσετε να βγάλω όλα τα πράγματα από μέσα;”

Α…βέβαια…”

Σκατά. Σκατά, σκατά, σκατά. Αφήνει τις κονκάρδες, αυτό είναι καλό. Ανοίγει τη σακούλα με όλα τα στίκερ και τα αυτοκόλλητα και απλά τα σπρώχνει πίσω στη τσάντα. Αυτό είναι υπέροχο! “Τι είναι αυτό;”. ΣΚΑΤΑ. Κουβαλούσα μια δεσμίδα από αφίσες για το έμφυλο και για την αστυνομία της CrimethInc. στα Ισπανικά. “Α, απλά μερικά δώρα. Είναι σαν ένα κόμικ, μ’ αρέσει να τ’ αφήνω σε ανθρώπους που συναντώ στα ταξίδια μου”. Βγάζει μια από τις αφίσες για το έμφυλο και προχωρά να τη διαβάσει αργά, ολόκληρη. Για πολύ ώρα.

Είχα ταχτοποιήσει τις αφίσες έτσι ώστε όλες οι αφίσες για το έμφυλο να είναι πάνω-πάνω ενώ αυτές για την αστυνομία από κάτω και κοιτάζοντας προς τα κάτω, σε περίπτωση που κάποιος τελωνειακός θα ήθελε να τις κοιτάξει – ελπίζοντας ότι θα έμοιαζε σαν να κουβαλάω μόνο αφίσες για το έμφυλο. Τουλάχιστον οι αφίσες για το έμφυλο δεν λένε τίποτα κακό για τους μπάτσους, ή κάτι άλλο ειδικά για τη Χιλή – σε αντίθεση με τις αφίσες για την αστυνομία. Καθώς τελειώνει το διάβασμα της αφίσας, κουνά το κεφάλι της στο πλάι και κοιτάζει μακριά με ένα ξαφνιασμένο, γουρλωμένο βλέμμα. Δεν μπορεί να αποφασίσει αν η αφίσα είναι ανατρεπτική ή όχι.

Και όλες αυτές οι αφίσες είναι ίδιες;”. Ξεφυλλίζει τη δεσμίδα.

Σκατά, αν δεν είχα ταχτοποιήσει τις αφίσες με τον σωστό τρόπο, σίγουρα θα έβλεπε ότι δεν είναι όλες οι ίδιες. Στο τσακ τη γλίτωσα.

Ναι…όλες είναι ίδιες…”.

Καλά, μπορείς να μαζέψεις τα πράγματά σου και να φύγεις”. Α, να σαι σίγουρη, γαμώ το κέρατό μου.

Με το που γυρίζω πίσω στο βανάκι, ο οδηγός βάζει μπροστά [peels off] και μας παίρνει από κει. Η γυναίκα πίσω μου ρωτά, “Πήγαν όλα καλά με σένα;”

Πώς ξέρει; Τότε συνειδητοποιώ ότι ολόκληρο το βανάκι κουβεντιάζει δυνατά:

Καλά κατάφερες και πέρασες ΟΛΟΝ αυτό τον καπνό; Αυτό είναι απίστευτο μεγάλε!”.

Ναι, τα παίξανε σήμερα. Νομίζω ότι υπήρχαν και κάποιο εθελοντές εκεί γιατί it’s an all hands on deck situation.”

Πφ, δεν ήξεραν καν τι έκαναν. Δεν έπρεπε σε καμμιά περίπτωση να ξεμείνω πίσω αφού είχα συλληφθεί στην Αργεντινή την προηγούμενη βδομάδα”.

Α. Μάλιστα. Το λεωφορείο. Αυτοί είναι δικοί μου. Όλοι εδώ είναι sketchy. Μ’ αρέσει.

Μπαίνω στην κουβέντα τώρα, αφού έχω συνειδητοποιήσει ότι είμαι ανάμεσα σε άλλα ψιλορεμάλια που έχουν όλοι πράγματα να κρύψουν από τις αρχές, όπως εγώ. Όμως, σε αντίθεση με όλους τους άλλους δεν λέω τι είναι αυτό που κρύβω.

Η γυναίκα που κάθεται πίσω μου είναι γλυκιά. Είναι σχεδόν στην ηλικία της μάνας μου και μιλάμε για οικογένεια, εκπαιδευτικές φιλοδοξίες και, ξέρετε, μαμαδίστικα πράγματα.

Καθώς κατεβαίνουμε στο Σαντιάγο και βλέπουμε όλη την καταστροφή, με προειδοποιεί να προσέχω τον εαυτό μου στους δρόμους, μήπως και με περάσει κανείς κατά λάθος.πορούμε κυριολεκτικά να μυρίσουμε το κάρβουνο από τις λεηλασίες και τα καψίματα της προηγούμενης νύχτας. Περνάμε μπροστά από ένα Wal-Mart που είχε καεί ολοσχερώς. Παντού υπήρχαν γκράφιτι με τη λέξη “Evade”. Οι στάχτες από τα καιόμενα οδοφράγματα γέμιζαν το μέσο κάθε διασταύρωσης.

Ο οδηγός βάζει τις ειδήσεις στην τηλεόραση μέσα στο βαν. Η κυβέρνηση ζητά από τον κόσμου να υπακούσει στην απαγόρευση κυκλοφορίας το βράδυ, να επιστρέψει στην κανονική ζωή μετά τη σημερινή γενική απεργία. Οπλισμένοι στρατιώτες υπάρχουν σε γωνιές των δρόμων σε ολόκληρη την πόλη. Μεγάλα φορτηγά και ολόκληρες ομάδες από αυτά μας προσπερνούν γρήγορα στην εθνική.

Α, μάλιστα, χτες το βράδυ πυροβολούσαν και χτύπαγαν τον κόσμο και σήμερα το ζητάνε ευγενικά; Όχι, δεν θα πάνε έτσι τα πράγματα”, σχολιάζει ένας από τους sketchy συνεπιβάτες μου.

Όλοι αρχίζουν να μιλάνε για τις διαδηλώχεις, την ανισότητα στη Χιλή, την αυταρχική καταστολή από την κυβέρνηση. Τώρα που το χω feigned άσχετος και αθώος για τόση ώρα – “Είμαι απλά ένας ανοιχτόμυαλος ταξιδιώτης από το εξωτερικό!” — μπορώ πραγματικά να μπω στην κοιβέντα.

Παρά τις ψεύτικες προειδοποιήσεις στην Μεντόζα ότι διαδηλωτές μπορεί να μπουκάρουν το λεωφορείο μας και να προσπαθήσουν να το κάψουν, φτάσαμε ασφαλείς στον σταθμό των λεωφορείων. Αντάλλαξα τηλέφωνα με τη γλυκιά γυναίκα που καθόταν πίσω μου. Ο άντρας της έρχεται προς το μέρος μας ενώ γινόταν αυτό. “Α, επίτρεψέ μου να σου συστήσω τον άντρα μου!”.

Αποφάσισες να έρθεις στη Χιλή για ταξιδάκι…σήμερα;”. Με κοίταξε με δυσπιστία.

Ναι. Έτσι είναι!”.

Ξέρεις, οι τελευταίες λίγες μέρες ήταν άγριες. Δεν ξέρω αν έχεις δει τις ειδήσεις”.

Α, ναι, άκουσα κάτι σχετικά. Είμαι σίγουρος ότι θα μάθω πολλά όσο είμαι εδώ”.

Με κοιτάζει έντονα, βαθιά στα μάτια, και σηκώνει τη γροθιά του. “Ζήτω το προλεταριάτο!”.

Τι είναι αυτό, αστείο; Προσπαθεί να μου δώσεις, ας πούμε, την αυθεντική νοτιοαμερικάνικη αριστερίστικη εμπειρία ή κάτι τέτοιο; Εννοώ, “Ζήτω το προλεταριάτο”, παραείναι ευθύ, έτσι δεν είναι;

Όχι. Γελάω κάπως, αλλά δεν παίρνει τα μάτια του από πάνω μου μέχρι να σηκώσω κι εγώ τη γροθιά μου και να επαναλάβω, “Ζήτω το προλεταριάτο”. Η γυναίκα γελάει ζεστά, περήφανη για μένα, και με αγκαλιάζει σφιχτά σαν να είμασταν οικογένεια. “Να περνάς καλά και να προσέχεις!”.

1 Στμ. Μεταφρασμένο από εδώ: https://crimethinc.com/2019/10/24/on-the-front-lines-in-chile-accounts-from-the-uprising.

2 Στμ. APEC: Οικονομική Συνεργασία Ασίας-Ειρηνικού (Asia-Pacific Economic Cooperation) είναι ένα διακυβερνητικό φόρουμ από 21 παράκτιες χώρες του Ειρηνικού που προάγει το ελεύθερο εμπόριο στην περιοχή της Ασίας και του Ειρηνικού [στμ. Στις 30 Οκτωβρίου ανακοινώθηκε ότι η συγκεκριμένη σύνοδος κορυφής ακυρώθηκε εξαιτίας της εξέγερσης].

3 Στμ. Ο ελληνικός τίτλος της ταινίας The Golden Compass. (2007).

Στην πρώτη γραμμή στη Χιλή: Μέρος Ι

έξι αναφορές από την εξέγερση1

το κείμενο σε pdf

Από τις 18 Οκτώβρη, μια μεγάλη εξέγερση έχει ξεδιπλωθεί στη Χιλή καθώς κόσμος από κάθε βιωτικό επίπεδο συσπειρώνεται για να διαμαρτυρηθεί ενάντια στα μέτρα λιτότητας, να πολεμήσει την αστυνομική καταστολή, να καταστρέψει τα σύμβολα του καπιταλισμού και να αψηφίσει μια στρατιωτική κατοχή που θυμίζει τα χρόνια της δικτατορίας. Η συνέντευξη που ακολουθεί και οι από πρώτο χέρι αναφορές διερευνούν τον χαρακτήρα της εξέγερσης και τις εμπειρίες αυτών που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή.

Αυτή η εξέγερση είναι μέρος ενός παγκόσμιου κύματος εξεγέρσεων που ξεδιπλώνονται στην Αϊτή, τον Λίβανο, το Σουδάν, το Ιράκ, το Hong Kong, την Ονδούρα, την Καταλωνία, και αλλού. Η εξέγερση στη Χιλή πυροδοτήθηκε εν μέρει από ένα κοινωνικό κίνημα στο Εκουαδόρ που κατέλαβε το κοινοβούλιο και ανάγκασε την κυβέρνηση να αποσύρει τα σχεδιαζόμενα μέτρα λιτότητας. Υπάρχουν σημάδια αυτής της ορμής να απλώνεται και αλλού στη Νότια Αμερική: συγκρούσεις στα προξενεία της Χιλής στην Μεντόζα και το Μπουένος Άιρες, διαδηλώσεις στη Βολιβία, αναταραχή στην Ουρουγουάη. Όλες αυτές οι εξεγέρσεις οδηγούνται από τις ίδιες θεμελιώδεις συνθήκες – τις ίδιες ανισότητες πλούτου και εξουσίας που προκαλούνται από τον καπιταλισμό και την ίδια απώλεια πίστης στους θεσμούς του κράτους.

Σε έναν παγκόσμια διασυνδεδεμένο κόσμο στον οποίο όλες οι κυβερνήσεις – από τις Ηνωμένες Πολιτείες μέχρι την Τουρκία, τη Ρωσία και την Κίνα – δουλεύουν από κοινού για να συντονίσουν την καταστολή όσων παλεύουν για ελευθερία και αξιοπρέπεια, είναι πολύ ουσιώδες να καταλαβαίνουμε τους αγώνες μας ως αλληλένδετους και αλληλεξαρτώμενους. Πρέπει να υπερασπιστούμε ο ένας τον άλλο διαφορετικά θα μας συντρίψουν όλους, έναν-έναν. Όπως το έθεσε ένας σύντροφος,

Η αλληλεγγύη είναι σημαντική. Ακόμα κι αν κρατάς απλά ένα πανό με μερικούς φίλους για να ποστάρεις μια φωτογραφία που εκφράζει αλληλεγγύη, ακόμα κι αν απλά κρεμάς αυτό το πανό πάνω από μια αερογέφυρα σε μια λεωφόρο, οι μικρότερες εκδηλώσεις αλληλεγγύης μπορεί να σημαίνουν πολλά γι’ αυτούς που αγωνίζονται κάπου αλλού, μπορεί να τους κάνουν να αισθανθούν λιγότερο μόνοι. Ακόμα κι αν κλείσεις τις πύλες ασφαλείας για να δείξεις τους συνεργαζόμενους με τις Τουρκικές Αερογραμμές. Ακόμα κι αν καταλάβεις το προξενείο της Χιλής. Ακόμα κι αν απλά μπλοκάρεις έναν αυτοκινητόδρομο”.

Ι. Ερωτήσεις και απαντήσεις για το κίνημα άρνησης κομίστρου

Αυτό που ακολουθεί είναι η συνέχεια της συνέντευξής μας με έναν για χρόνια Χιλιανό αναρχικό που συμμετέχει στην εξέγερση.

Η Βραζιλία βίωσε μια εξέγερση όπως αυτή εδώ το 2013· αποτελεί αυτό ένα σημείο αναφοράς για κάποιους από τους συμμετέχοντες σήμερα; Και ποια είναι η σύνδεση ανάμεσα στην εξέγερση στο Εκουαδόρ και την εξέγερση που λαμβάνει χώρα τώρα ακριβώς στη Χιλή;

Σ’ αυτή τη χώρα, ο κόσμος δεν ενημερώνεται για το τι συμβαίνει διεθώς· έχουν πολύ “κοντή” μνήμη, η οποία υπαγορεύεται κυρίως από αυτό που εμφανίζεται στην τηλεόραση. Η εξέγερση στη Βραζιλία δεν συζητήθηκε σ’ αυτό το συγκεκριμένο πλαίσιο, αλλά η εξέγερση στο Εκουαδόρ συζητήθηκε. Η κατάσταση εκεί έπαιξε έναν σημαντικό ρόλο στη νομιμοποίηση του γεγονότος ότι η αλλαγή μπορεί να γίνει απλά και με fucking shit up, κάτι που ο κόσμος αρνιόταν αλλά, παρ’ όλα αυτά, το ήξερε κάπου μέσα του ότι είναι αλήθεια. Πιστεύω ότι είναι ακόμα δυνατόν να υπάρχει ένας βαθμός επίγνωσης εδώ ότι αυτό που συμβαίνει στο Εκουαδόρ έχει συνεισφέρει στην αναζωπύρωση του μαχητικού πνεύματος ενός μεγάλου τμήματος του πληθυσμού της Λατινικής Αμερικής, κάτι που φαινόταν αδύνατο στο πλαίσιο της Χιλής.

Ποια τμήματα του πληθυσμού ενεπλάκησαν στο κίνημα #EvasionMasiva αρχικά; Γιατί επεκτάθηκε τόσο ραγδαία και προσέλκυσε τόσο κόσμο; Συμμετέχουν σ’ αυτόν τον ξεσηκωμό τώρα δημογραφικός ομάδες που συνήθως δεν εμπλέκονται σε εκδηλώσεις συγκρουσιακής αντίστασης;

Οι πρώτοι που συμμετείχαν ήταν φοιτητές από γνωστές και περίοπτες σχολές στις οποίες, εκτός από τον αγώνα ενάντια στην αύξηση του κομίστρου, είχαν οργανώσει και μια καμπάνια ενάντια στους νόμους για “ασφαλή” τάξη που ποινικοποιούν και διώκουν φοιτητές που συμμετέχουν σε αγώνες. Ξεκινώντας από την Τετάρτη, εμφανίστηκαν και εργάτες για να συμμετάσχουν στην άρνηση πληρωμής εισιτηρίου και ακόμα και οι τριτοετείς φοιτητές και οι πιο άτολμοι έπιασαν το πνεύμα της νεανικής εξέγερσης, υπερασπιζόμενοι τους εξεγερμένους ή παίρνοντας το μετρό χωρίς να πληρώσουν. Την Παρασκευή, σχεδόν ολόκληρος ο πληθυσμός εμφανίστηκε χτυπώντας κατσαρόλες και τηγάνια και νεαρός κόσμος συγκρούστηκε με την αστυνομία. Από το 2011 είχαμε να δούμε ένα κίνημα τόσο ποικιλόμορφο και διαθεματικό, για το οποίο η λαϊκή υποστήριξη είχε αναπτυχθεί σε τέτοιο σημείο που οι διαμαρτυρίες και οι λεηλασίες να εμπλέκουν κόσμο από κάθε κοινωνικό υπόβαθρο.

Χρησιμοποιεί ο κόσμος καινούριες τακτικές;

Οι εκμεταλλευόμενοι χρησιμοποιούν όλα τα εργαλεία που έχουν πάντα στη διάθεσή τους: πέτρες, βενζίνη, οδοφράγματα, αντικείμενα που έχουν αποδειχτεί πραγματικά πολύ αποτελεσματικά απέναντο στην αστυνομία σε πολλές εστίες σύγκρουσης. Αυτή η αντάρτικη τακτική υιοθετήθηκε ασυνείδητα από τον κόσμο ώστε να εξασφαλιστεί ότι ούτε η αστυνομία ούτε ο στρατός θα μπορούσαν να απαντήσουν αποτελεσματικά στα οδοφράγματα και τις λεηλασίες. Σε πολλές περιπτώσεις, οι όσοι έκαναν τα πλιάτσικα χρησιμοποίησαν τα εμπορεύματα που πήραν για να στήσουν οδοφράγματα, όπως και για να τα μοιραστούν με περαστικούς, που τα δέχονταν με ευχαρίστηση.

Η τακτική αποφυγής της πληρωμής εισιτηρίου δεν είναι καινούρια· πολύς κόσμος το έκανε ήδη ανεξάρτητα μετά την εισαγωγή του καινούριου συστήματος μετακινήσεων. Η διαφορά είναι ότι τώρα γίνεται σε μαζική κλίμακα.

Εκτός απ’ όλα αυτά, έχουν κυκλοφορήσει χιλιάδες βίντεο αστυνομικής και στρατιωτικής βίας που περιλαμβάνουν φρικτές σκηνές βασανισμού και κατάχρησης αλλά και έξυπνα μιμίδια που εξευτελίζουν την αστυνομία. Κοινωνικά μέσα δικτύωσης έχουν χρησιμοποιηθεί για να διαδώσουν αυτές τις εικόνες ως ένα μέτρο παράκαμψης της λογοκρισίας των καθεστωτικών μέσων.

Σε συγκεκριμένες γειτονιές, οι κάτοικοι έχουν οργανώσει συνελεύσεις για να αποφασίσουν συλλογικά και να υπερασπιστούν τα σπίτια τους, τόσο εξαιτίας των φημών για πλιάτσικα που διαδίδονται από τα τηλεοπτικά κανάλια όπως, επίσης, και ως ενός τρόπου να ξεκαθαρίσουν πώς θα μπορέσουν να τα βγάλουν πέρα σ’ αυτή τη δύσκολη κατάσταση που βιώνουμε όλοι τώρα.

Εδώ, βλέπουμε επίσης μικρές ομάδες να οργανώνουν την αυτοάμυνα μιας περιοχής, που είναι λίγο πιο προετοιμασμένοι από τους περισσότερους διαδηλωτές, χρησιμοποιώντας κοκτέιλ Μολότωφ, νερό με μαγειρική σόδα (για την ανακούφιση από τα δακρυγόνα), παλούκια, μπαλόνια με χρώματα κοκ. Έχουν υπάρξει επίσης και εργατικές δράσεις από την πλευρά των υγειονομικών και των δικηγόρων για την υπεράσπιση συντρόφων που συλλαμβάνονται, βασανίζονται, τραυματίζονται κοκ.

Ποιοι στόχοι ή πολιτικός ορίζοντας μπορεί να ταυτοποιηθεί μεταξύ των διαδηλωτών; Υπάρχει κίνδυνος το κίνημα να γίνει αντικείμενο σφετερισμού από κόμματα ή ομάδες που έχουν διαφορετικούς στόχους, με τον τρόπο που οι δεξιοί λαϊκιστές χρησιμοποίησαν το κίνημα στη Βραζιλία το 2013 για να ξεκινήσουν τη δική τους οργάνωση;

Η εξέγερση είναι πραγματικά “ακέφαλη” και δεν υπάρχουν οποιοιδήποτε νόμιμοι εκπρόσωποι. Κανείς δεν έχει τον έλεγχο της κατάστασης και κανείς, μέχρι τώρα, δεν έχει μπορέσει να θέσει τον εαυτό του ως επικεφαλής όσων διαμαρτύρονται. Οι δεξιές ομάδες δεν έχουν καμμιά λαϊκή υποστήριξη και έτσι δεν έχουν καταφέρει να χειραγωγήσουν την κατάσταση προς ώφελός τους. Υπάρχουν συγκεκριμένες γειτονιές που ο κόσμος υπερσπίζεται τα μαγαζιά και τα σπίτια του και υπάρχουν περιπτώσεις που φασίστες προσπαθούν να συγκεντρώσουν κόσμο εναντίον των διαδηλωτών αλλά χωρίς να έχουν κάποια ιδιαίτερη επιρροή.

Ούτε ο λόγος των αναρχικών ούτε των (με μικρό κ, μη κομματικών) κομμουνιστών ούτε κανενός άλλου αριστερού περιβάλλοντος έχει μεγαλύτερη βαρύτητα από τον λόγο όσων είναι στον δρόμο. Η πλειοψηφία των εξεγερμένων βλέπουν τον εαυτό τους απλά ως εξαγριωμένων πολιτών που έχουν κουραστεί να υφίστανται τις καταχρήσεις αυτών αυτούς που είναι στην εξουσία. Αρχικά, η πλειοψηφία των διαδηλωτών ήταν φοιτητές, αλλά όταν άρχισαν να εκρηγνύονται τα πάντα, το κίνημα ξεπέρασε τις προηγούμενες μορφές οργάνωσης και ταυτότητας.

Αυτή τη στιγμή, οι επίσημες οργανώσεις της αριστεράς προσπαθούν να ανέβουν στο τραίνο της νίκης αν και ποτέ όχι μόνο δεν υποστήριξαν τους φοιτητές αλλά, ακόμα χειρότερα, προσπάθησαν ακόμα και να μειώσουν τον ρόλο τους στον αγώνα, μιας και ποτέ δεν είχαν κανέναν έλεγχο στους φοιτητές. Τώρα, μετά από πέντε μέρες εξέγερσης, έχουν καλέσει σε μια γενική απεργία – λέξεις που δεν ακούς πολύ συχνά σ’ αυτή τη χώρα – και προσπαθούν να πάρουν την ηγεσία του κινήματος. Είναι δύσκολο να πει κανείς αν θα το καταφέρουν επειδή, ως επί το πλείστον, οι ομάδες της επίσημης αριστεράς αντιμετωπίζονται από τον εξαγριωμένο, κουρασμένο κόσμο σαν προδότες και πουλημένοι που κάθονταν ήσυχα και δεν κάλεσαν τον κόσμο να αγωνιστεί.

Δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι η κατάσταση θα εξελιχθεί έτσι. Ίσως η σοσιαλδημοκρατία να μπορέσει να περιορίσει/ενσωματώσει τη δυσαρέσκεια και να γυρίσει την πόλη στην κανονικότητά της, χωρίς να κερδίσει τίποτα παραπάνω από μερικά ψίχουλα – αυτό είναι το ρίσκο που έχει η εμπλοκή με τις αριστερές οργανώσεις. Αλλά ποιος ξέρει. Το ενδιαφέρον είναι ότι το κίνημα στην πραγματικότητα ακύρωσε την αύξηση στα εισιτήρια και ο πρόεδρος έχει αναγγείλλει ένα (αστείο) πακέτο μεταρρυθμίσεων για την αντιμετώπιση της κρίσης για το οποίο κανείς δεν νοιάζεται γιατί πρόκειται απλά για τα ίδια σκατά. Παρά την ακύρωση των αυξήσεων και παρά το πακέτο μεταρρυθμίσεων, ο κόσμος εξακολουθεί να εξεγείρεται.

Θα ήταν δυνατόν να συντριβεί η κοινωνική αναταραχή στη Χιλή σήμερα με τα μέσα μιας στρατιωτικής δικτατορίας όπως το 1973;

Δεν νομίζω ότι η δικτατορία θα επιστρέψει, τουλάχιστον όχι στο στυλ της δεκαετίας του 1970. Σήμερα, είναι προτιμότερο να συνεχίσει κανείς με τον μύθο της δημοκρατίας εξακολουθώντας, όμως, να χρησιμοποιεί την κατάσταση εξαίρεσης για καταστάσεις όπως αυτή εδώ, δημιουργώντας μια ντε φάκτο δικτατορία, μια δικτατορία όμως ου δεν θα διαρκέσει για μεγάλο διάστημα. Αυτό θα επιστρέψει τα πράγματα στην “κανονικότητα” αλλά θα αφήσει σε όσους συμμετείχαν στο κίνημα πολύτιμα μαθήματα. Όλοι εδώ έχουν την αίσθηση ότι τίποτα δεν θα μείνει το ίδιο πια – ότι αυτή η εξέγερση έχει σημαδέψει ένα θεμελιώδες κατώφλι, ένα πριν και ένα μετά.

Πιστεύω ότι στη σύγχρονη δημοκρατία η ανάληψη του ελέγχου από τον στρατό και η κατάσταση εξαίρεσης θα είναι τα όπλα που θα χρησιμοποιούνται από τους ισχυρούς για να συγκαλύψουν μια δικτατορία. Πρέπει να καταλάβουμε ότι η δικτατορία και η δημοκρατία δεν είναι αντίθετα μάλλον είναι εργαλεία των εξουσιαστών για διαφορετικές περιόδους και διαφορετικούς τρόπους για να μας κρατάνε υποταγμένους. Αλλά δεν θα υπάρξει ένα στρατιωτικό πραξικόπημα όπως το 1973, επειδή δεν έχει υπάρξει μέχρι τώρα, ούτε και θα υπάρξει στο κοιντικό μέλλον, μια τμήμα της κοινωνίας ή μια κοινωνική ομάδα που θα μπορούσε να αφαιρέσει την εξουσία από αυτούς που έχουν τα οικονομικά και ταξικά προνόμια της άρχουσας τάξης.

Το ενδιαφέρον κομμάτι αυτής της κατάστασης είναι ότι θα ανοίξει ένα ρήγμα μέσα από το οποίο μπορούμε να διαδώσουμε τις δικές μας προτάσεις ως αναρχικοί και αυτές θα έχουν μεγαλύτερο εκτόπισμα επειδή πολλά από τα πράγματα που συμβαίνουν τώρα αυθόρμητα είναι αυτά που οι αναρχικοί προτείνουν εδώ και πολύ καιρό. Αυτό που συμβαίνει τώρα οφείλεται στη δουλειά χρόνων και την προπαγάνδα μέσα από την οποία διάφοροι σύντροφοι έχουν επηρεάσει τους χώρους σπουδών, δουλειάς και τις γειτονιές τους.

Ποια νομίζεις ότι θα είναι τα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα αυτού του κινήματος;

Είναι λίγο νωρίς για ν’ απαντήσουμε αυτό το ερώτημα. Ο λαός εδώ ή, μάλλον, οι διάφοροι λαοί που συμπεριλαμβάνονται σ’ αυτό που ονομάζουμε “Χιλή” έχουν τραυματικές εμπειρίες από βασανιστήρια και φόνους. Οι γονείς μας και οι παπούδες και οι γιαγιάδες μας τρέμουν στην ιδέα των διαδηλώσεων, ενώ η νεολαία μεγάλωσε κάτω από έναν νεοφιλελευθερισμό που εξατομίκευσε τον καθένα και την κάθε μία και ξερίζωσε μια οργανωτική παράδοση από αυτή την περιοχή. Αλλά τώρα που δυο γενιές έχουν μεγαλώσει χωρίς δικτατορία, αρκετοό νεότεροι δεν φοβούνται τόσο πολύ. Αυτό οφείλεται, επίσης, σ’ έναν βαθμό στα διάφορα ρεύματα – συμπεριλαμβανομένων των αναρχικών – που έχουν διαμορφώσει το πώς μοιάζει η κοινωνική πάλη σήμερα. Αυτό που είναι πιο πιθανό να συμβεί είναι αυτό το κίνημα να ξεθυμάνει/να ηρεμήσει και τότε θα εμφανιστούν οι σοσιαλδημοκράτες να σταθούν ως οι εκπρόσωποι του κινήματος ώστε να αποκτήσουν την εξουσία για τους συνασπισμούς τους των αριστερών πολιτικών κομμάτων όπως το Frente Amplio2 ή το Κομμουνιστικό Κόμμα.

Αυτό που έχει σίγουρα συμβεί είναι ότι η κυβέρνηση έχει εξαγγείλει μια ποικιλία μέτρων ως απάντηση στη λεγόμενη “κρίση”, μέτρα που είναι όλα μια προσβολή για τους εκμεταλλευόμενους αυτής της χώρας επειδή δεν είναι τίποτα άλλο παρά ψίχουλα από το τραπέζι. Ο κόσμος υποδέχθηκε τα νέα με αγανάκτηση. Η αλήθεια είναι ότι στην περιφέρεια της πόλης στα poblaciones3, τα γκέτο, η κατάσταση είναι πολύ διαφορετική από αυτήν στις πιο εύπορες γειτονιές. Αν και εξακολουθούν να πυροβολούν κόσμο στο κέντρο – και μερικές φορές με πραγματικά πυρά – η πλειοψηφία των σφαιρών είναι πλαστικές σφαίρες, ενώ στις poblacines, οι στρατιώτες και οι μπάτσοι χρησιμοποιούν αληθινές σφαίρες εναντίον του κόσμου. Βασανίζουν, σκοτώνουν και εξαφανίζουν κόσμο. Δεν νομίζω ότι ο κόσμος που διαδηλώνει στο κέντρο το καταλαβαίνει πραγματικά αυτό

Ένας άλλος παράγοντας είναι η καταστολή που θα ακολουθήσει όλο αυτό. Η κυβέρνηση έχει ήδη μιλήσει για “οργανωμένες ομάδες” που έκαψαν σταθμούς του μετρό και κάποιες αρχές δείχνουν προς τους αναρχικούς, αλλά να είστε σίγουροι ότι θα υπάρξει ένα κύμα καταστολής μετά από όλα αυτά στο οποίο για μια ακόμα φορά θα κυνηγηθούμε.

Άσχετα απ’ όλα αυτά, αυτή η εξέγερση θα είναι ένα μάθημα και μια εμπειρία για τους αγώνες που θα έρθουν. Οι εκμεταλλευόμενοι ξέρουμε, συνειδητά ή ασυνείδητα, ότι για να έχουμε νίκες πρέπει να fuck shit up. Τίποτα δεν θα είναι το ίδιο μετά απ’ όλα αυτά, κι αυτό γιατί πολύς κόσμος μπήκε στον αγώνα και είδε την κατασταλτική βαρβαρότητα αυτών που έχουν την εξουσία. Αυτό δεν θα ξεχαστεί.

Ένα άλλο σημείο ανάλυσης που είναι απαραίτητο για όσους αισθάνονται συγγένεια/κοντά στις αναρχικές ιδέες είναι ότι αυτή η κατάσταση πρέπει να λειτουργήσει σαν μια αφύπνιση: επειδή έχουμε εξατομικευτεί σε τέτοιο βαθμό, χάσαμε μια μοναδική ευκαιρία να διαμορφώσουμε το περιεχόμενο και τον συντονισμό της εξέγερσης. Χάσαμε την ευκαιρία να την κάνουμε να απλωθεί, να σχηματίσουμε δεσμούς συνάφειας με τον κόσμο μέσα από αντιεξουσιαστικές ιδέες και πρακτικές. Μας έχει κοστίσει πάρα πολύ ότι είμαστε τόσο διαιρεμένοι και ανοργάνωτοι. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει κερδηθεί τίποτα – πιστεύω ότι οι περισσότεροι αναρχικοί βγήκαν στον δρόμο για να αγωνιστούν και να πάρουν μέρος σε άλλα σημαντικά καθήκοντα – αλλά θα μπορούσαμε να είμαστε μια μεγαλύτερη δύναμη αν είμασταν πιο συντονισμένοι.

Ας μην ξεχάσουμε ποτέ όσους δολοφονήθηκαν σ’ αυτή την εξέγερση ούτε οόσυς βασανίστηκαν ή φυλακίστηκαν.

 

 

1 Στμ. Μεταφρασμένο από εδώ: https://crimethinc.com/2019/10/24/on-the-front-lines-in-chile-accounts-from-the-uprising.

2 Στμ. Το Frente Amplio, Πλατύ Μέτωπο, είναι ένας πολιτικός συνασπισμός στη Χιλή που ιδρύθηκε στις αρχές του 2017, απαρτιζόμενος από αριστερά και μερικά κεντροαριστερά και ακροαριστερά κόμματα και κινήματα. Η πρώτη εκλογική αναμέτρηση που έλαβε μέρος ήταν οι γενικές εκλογές του 2017, και στις οποίες η προεδρική υπψήφιός του ήρθε τρίτη με ποσοστό 20% στον πρώτο γύρο (αποτυγχάνοντας να περάσει στον δεύτερο για ποσοστό 3%). Το Πλατύ Μέτωπο διεύρυνε επίσης την εκλογική του αντιπροσώπευση στη Βουλή και στα περιφερειακά συμβούλια, εδραιωνόμενο ως η “τρίτη πολιτική δύναμη” στη Χιλή.

3 Ξεκινώντας από τη δεκαετία του 1950, άστεγοι κάτοικοι του Σαντιάγο άρχισαν να καταλαμβάνουν μεγάλα κόμμάτια γης και να χτίζουν παράγκες σ’ αυτά. Αυτές οι γειτονιές έγιναν γνωστές ως poblaciones. Είτε από ανάγκη είτε από πολιτική πεποίθηση, είναι γνωστές για την αυτοοργανωτικές και αριστερίστικες πολιτικές τους. Στη διάρκεια της στρατιωτικής δικτατορίας, πολλές από τις poblaciones ήταν focos (εστίες) αντίστασης, που σημαίνει δηλαδή περιοχές στις οποίες αναπτύσσονταν αντάρτικες ενέργειες καθώς και άλλες υπονομευτικές δραστηριότητες και οι οποίες στάθηκαν αντιμέτωπες με τη δικτατορία. Οι poblaciones στη Χιλή είναι αντίστοιχες με τις villas στην Αργεντινή και τις φαβέλες στη Βραζιλία.

ΧΙΛΗ: “Το Σαντιάγο καίγεται”

Η κοινωνική αναταραχή έπαψε γρήγορα να αφορά μόνο την πιο πρόσφατη αύξηση των εισιτηρίων στις δημόσιες συγκοινωνίες. Ή την κοροΐδία από τον υπουργό Οικονομικών Juan Andrés Fontaine, ο οποίος μετά την αναγγελία των αυξήσεων, κάλεσε τον κόσμο να σηκώνεται νωρίτερα για να εκμεταλλευτεί το μειωμένο κόμιστρο”.

 

Χιλή: κατάσταση έκτακτης ανάγκης μετά τις βίαιες διαδηλώσεις εξαιτίας της αύξησης στις τιμές των εισιτηρίων στο μετρό

Το Σαντιάγο της Χιλής ήταν σκηνή σφοδρών συγκρούσεων για πολλές ώρες της ημέρας, μεταξύ διαδηλωτών και της αστυνομίας, την Παρασκευή 18 Οκτωβρίου, γεγονός που οδήγησε τον Χιλιανό πρόεδρο να κηρύξει κατάσταση έκτακτης ανάγκης στην πρωτεύουσα. Οι ταραχές αυτές, που προήλθαν από διαμαρτυρίες εναντίον των αυξήσεων στο κόστος των δημόσιων συγκοινωνιών, ανάγκασαν τις αρχές να κλείσουν όλους τους σταθμούς του μετρό.

Πριν κλείσουν οι σταθμοί, κυκλοφορούσαν καλέσματα να μπει ο κόσμος στους συρμούς χωρίς εισιτήριο, ως διαμαρτυρία ενάντια στην αύξηση της τιμής των εισιτηρίων από 800 σε 830 πέσος (1,04 ευρώ) της ώρες αιχμής, ήδη μετά από μια αύξηση 20 πέσος τον τελευταίο Ιανουάριο.

Σε διάφορα σημεία της πόλης, διαδηλωτές έστησαν οδοφράγματα και συγκρούστηκαν με την αστυνομία, που χρησιμοποίησε κανόνια νερού και δακρυγόνα, σε σκηνές μάχης που η πρωτεύουσα της Χιλής είχε να δει για καιρό.

https://www.lemonde.fr/international/article/2019/10/19/chili-etat-d-urgence-apres-de-violentes-manifestations-dues-a-la-hausse-du-prix-du-metro_6016140_3210.html

Το Σαντιάγο καίγεται. Το κτίριο της εταιρείας Enel στις φλόγες όπως και 7 σταθμοί του μετρό. Πολλές λεηλασίες σε σουπερμάρκετ και μαγαζιά. Το μνημείο για τους pacos κάηκε. Εκατοντάδες οδοφράγματα παντού. Το προλεταριάτο σε δράση ξεχειλίζει με όλο τον εξοπλισμό του και αυτοοργανώνεται. Όλα αυτά χάρις στο κουράγιο της άγριας προλεταριακής νεολαίας που μας έμαθε τόσα πολλά αυτή τη χρονιά. Μας απειλούν με κατάσταση έκτακτης ανάγκης και μας στέλνουν τη στρατοχωροφυλακή στους δρόμους. Δεν είμαστα πια φοβισμένοι, είμαστε οργανωμένοι και επιβεβαιώνουμε την άρνηση αυτού του κόσμου που, πρακτικά, μας ανάγει σε ένα εμπόρευμα. Με οργή και λύσσα στους δρόμους. Συγχαρητήρια σε όλους όσους κατέβηκαν στους δρόμους. Η αστική τάξη δεν θα κοιμηθεί ήσυχη σήμερα”.

“’Η πιο μεγάλη διαδήλωση στη Χιλή’. Έτσι θα καταγραφεί η διαδήλωση στο Σαντιάγο της Παρασκευής 25 Οκτωβρίου, όπου περισσότερα από 1,2 εκατομμύρια άτομα έχουν κερδίσει την Πλάζα Ιτάλια και την Αλαμέδα, τη λεωφόρο που οδηγεί στο προεδρικό μέγαρο.

Αυτή είναι η πρώτη φορά που βλέπουμε κάτι τέτοιο από τη διαδήλωση για το ΟΧΙ στο δημοψήφισμα του Πινοσέτ το 1988”, είπε ο Julio Pinto, ιστορικός στο Πανεπιστήμιο του Σαντιάγο της Χιλής. Τότε, περισσότερα από 1 εκατομμύριο άτομα κατέβηκαν στους δρόμους της πρωτεύουσας για να απαιτήσουν το τέλος της στρατιωτικής δικτατορίας (1973-1990), την παραμονή του δημοψηφίσματος με το οποίο θα αποφσιζόταν αν θα διατηρούσε τις εξουσίες του ο στρατηγός Αουγκούστο Πινοσέτ. Αυτή την Παρασκευή, κι ενώ το κοινωνικό κίνημα συνεχίζεται για μια βδομάδα, το Σαντιάγο γνώρισε την πιο έντονη μέρα κοινωνικής κινητοποίησης. “Αυτό δείχνει την έκταση της δυσαρέσκειας, η οποία δεν εξασθενίζει”, λέει ο Pinto.

Πολλές επείγουσες ανάγκες”

Για την Marta Lagos, πολιτική αναλύτρια και ιδρύτρια του ινστιτούτου δημοσκοπήσεων Latinobarometro, “έχει ανοίξει μια πόρτα, και δεν πρόκειται να κλείσει σύντομα. Η χιλιάνικη κοινωνία έχει συσσωρεύσει πολλές επείγουσες ανάγκες”. Σε μια χώρα στην οποία το 1% του πληθυσμού, μια χούφτα εκατομμυριούχων – μεταξύ των οποίων και ο δεξιός πρόεδρος Sebastian Piñera -, συγκεντρώνει το ένα τρίτο σχεδόν του πλούτου, “η αγανάκτηση και η δυσφορία έχουν βαθύνει”, είπε ο Marco Kremerman, οικονομολόγος του Ιδρύματος Sol.

Πολύς κόσμος έχει τραυματιστεί στο κεφάλι”

Η έλλειψη βασικής ιατρικής φροντίδας για τα θύματα από τους πυροβολισμούς, που ως επί το πλείστον προέρχονται από την εργατική τάξη, ήταν ιδιαίτερα μεγάλη στην Posta, όπου το ιατρικό προσωπικό περιέγραψε ελλείψεις προμηθειών στις δημόσιες ιατρικές εγκαταστάσεις και υπογράμμισε το χάσμα ανάμεσα στις υπηρεσίες αυτών των εγκαταλελειμμένων δομών και των φανταχτερών λαμπερών ιδιωτικών κλινικών μόλις 10 χιλιόμετρα μακρύτερα.

.

Αν και ο επίσημος αριθμός μιλά για 470 σοβαρά τραυματίες, αυτό το νούμερο δεν λέει πολλά που να τονίζουν τη δριμύτητα των μεμονωμένων τραυματισμών. Στο γεμάτο κόσμο δωμάτιο αναμονής στην Posta ομάδες από ανήσυχους διαδηλωτές πρόσεχαν τους τραυματισμένους φίλους τους. Θύματα πυροβολισμών με ματωμένα μπλουζάκια, μεγάλους λευκούς επιδέσμους στο κεφάλι, περίμεναν να τους αφαιρέσουν τις σφαίρες. Άλλοι είχαν βαθιά κοψίματα από χτυπήματα φιαλιδίων δακρυγόνων που οι Ματατζήδες πέταγαν στο πλήθος”.

 

ΥΓ. Το σύνθημα στη φωτογραφία γράφει: “Είμαστε προλετάριοι, όχι πολίτες“.

1 Στμ. Μεταφρασμένο από εδώ: http://dndf.org/?p=18093#more-18093.

 

Ποιος μιλά για ειρήνη; Σκέψεις πάνω στα πρόσφατα γεγονότα στο Εκουαδόρ1

Το κείμενο που ακολουθεί είναι ένα άρθρο γνώμης από τον Joseph SP, κάτοικο του Εκουαδόρ, ο οποίος αναλογίζεται τα γεγονότα που συμβαίνουν στη χώρα του. Δημοσιεύθηκε αρχικά στις 8 Οκτωβρίου 2019 στην ιστοσελίδα Indymedia Ecuador. Το κείμενο που ακολουθεί είναι η δική μας μετάφραση. Παρατήρηση: σ’ ολόκληρο το κείμενο ο συγγραφέας κάνει χρήση του ουδέτερου γένους -x.

CW: υπάρχουν αναφορές ομοφοβίας και οικογενειακής βίας.

 

Δεν κάνω σχεδόν ποτέ αναρτήσεις σε κοινωνικά δίκτυα, αλλά σήμερα δεν μπορώ να σταματήσω να σκέφτομαι τις ταραγμένες κοινωνικές συνθήκες στις οποίες ζούμε σήμερα [στο Εκουαδόρ] και τον τρόπο που επηρεάζουν τη ζωή μου. Κάποιοι στα κοινωνικά δίκτυα έχουν κάνει εκκλήσεις για ΕΙΡΗΝΗ και ψυχραιμία, ουρλιάζοντας για την παράλυση που έχουν προκαλέσει οι κινητοποιήσεις από τους πιο στερημένους της κοινωνίας: τους αυτόχθονες, τους αγρότες, τις γυναίκες και τους φοιτητές. Με ετικέτες στο τουίτερ όπως #EcuadorPaísDePaz [μετ. Εκουαδόρ χώρα της ειρήνης] θα έπρεπε να φτάσουμε να πιστέψουμε ότι η ΕΙΡΗΝΗ είναι κάτι που ήταν πάντα παρόν στη χώρα μας και ότι “κάποιοι” ήρθαν για να την διαρρήξουν και να την βανδαλίσουν. Παρ’ όλα αυτά, μου είναι αδύνατον να φανταστώ αν έχω γνωρίσει πραγματικά ποτέ την ΕΙΡΗΝΗ και αν άλλοι στο ίδιο καράβι με μένα την έχουν επίσης γνωρίσει ποτέ πριν από όλες αυτές τις διαμαρτυρίες. Γνωρίζω πραγματικά την ΕΙΡΗΝΗ; Ποιος γνωρίζει την ΕΙΡΗΝΗ; Τι είναι πραγματικά η ΕΙΡΗΝΗ;

Για πολλά χρόνια τώρα έχω ξοδέψει πολύ χρόνο σκεφτόμενος με μεγάλη θλίψη και αποκαρδίωση αν θα μπορούσα ποτέ να πετύχω τους στόχους μου στη ζωή σε ένα πλαίσιο όπου δεν υπάρχουν ευκαιρίες για νεαρά άτομα και άτομα που αφιερώνουν τον εαυτό τους στις κοινωνικές επιστήμες. Κάθε μέρα ξυπνώ με άγχος και σκέφτομαι τις δυνατότητες να αναπτύξω τις ζωντανές εμπειρίες μου σε μια κοινωνία που δαιτρέχεται από ανισότητα, διακρίσεις, διαφθορά και ομοφοβία. Έχω γνωρίσει ποτέ ΕΙΡΗΝΗ; Πριν από τρεις μήνες ένας φίλος μου, ο οποίος μου λείπει πάρα πολύ, αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα εξαιτίας των άθλιων εργασιακών συνθηκών εδώ στο Εκουαδόρ και εξαιτίας της ανυπόφορης ομοφοβίας της οικογένειάς του. Αποφοίτησε από μια νοσηλευτική σχολή και έκτοτε (σχεδόν για έναν χρόνο) δεν έχει καταφέρει να βρει μια σταθερή δουλειά ούτε να επανασυμφιλιωθεί με τους αγαπημένους του. Τώρα βρίσκεται χωρίς χαρτιά στις Ηνωμένες Πολιτείες, προσπαθώντας να επιβιώσει σε ένα πλαίσιο στο οποίο οι μετανάστες και τα άτομα λατινοαμερικάνικης καταγωγής [Latinxs] διώκονται ποινικά και τα μεταχειρίζονται σαν τέρατα που αποτελούν βάρος προς εκμετάλλευση και βιασμό. Όταν μιλώ μαζί του γελάμε και δίνουμε κουράγιο ο ένας στον άλλον, αλλά συχνά αναρωτιόμαστε να ξαναειδωθούμε. Έχουμε γνωρίσει ποτέ την ΕΙΡΗΝΗ;

Δεν χρειάζεται βέβαια να πω ότι υπάρχουν άλλα σώματα για τα οποία η στέρηση εκφράζεται στις ίδιες τις βασικές ανάγκες και για τα οποία η άσκηση βίας μοιάζει να είναι μια πράξη της καθημερινής ζωής. Σκέφτομαι, για παράδειγμα, τις χιλιάδες περιπτώσεις γυναικοκτονιών για τις οποίες οι δολοφόνοι αθωόνονται στα δικαστήρια· τον τεράστιο αριθμό ανθρώπων στα δημόσια νοσοκομεία που δεν πρόκειται ποτέ να θεραπευτούν ακόμα κι αν βρίσκονται σε καταστροφικές συνθήκες· τα χιλιάδες παιδιά που δουλεύουν στους δρόμους και τις πλατείες της πόλης· τις χιλιάδες άνεργους στις πόλεις που ψάχνουν απεγνωσμένα για μια μορφή επιβίωσης για τα ίδια και τις οικογένειές τους. Έχουν γνωρίσει αυτά τα άτομα και οι οικογένειές του ΕΙΡΗΝΗ;

Η ΕΙΡΗΝΗ, αγαπητοί μου φίλοι, έχει γίνει ένα εμπόρευμα προσβάσιμο μόνο μέσα από μια πολύπλοκη συνάρθρωση παραγόντων που συμπεριλαμβάνουν την τάξη, τη φυλή και το φύλο. Η ΕΙΡΗΝΗ στο δικό μας πλαίσιο ως μια (Λατινοαμερικάνικη) χώρα, αποκτιέται μόνο από αυτούς που έχουν ιδιωτική ασφάλιση, μια δουλειά, ένα σπίτι, έναν αξιοπρεπή μισθό, διακοπές κλπ. Πόσα άτομα σ’ αυτή τη χώρα έχουν μια αξιοπρεπή δουλειά; Πόσα άτομα πληρώνονται όσο τους αξίζει; Πόσοι φοιτητές έχουν ένα εξασφαλισμένο μέλλον; Πόσα νέα παιδιά θα έχουν ποτέ τη δυνατότητα να σπουδάσουν καν; Πόσοι αυτόχθονες και αγρότες έχουν πρόσβαση στις πιο βασικές υπηρεσίες όπως το νερό, η υγειονομική περίθαλψη, η στέγαση και όλα τα υπόλοιπα; Πόσες γυναίκες και LGBTQI άτομα έχουν ασφαλές σπίτι, χωρίς βία και διακρίσεις; Οι Nebot, Guillermo Lasso και ολόκληρη η ορδή σκατοτραπεζιτών και επιχειρηματιών που υποστηρίζουν τις καμπάνιες για “ΕΙΡΗΝΗ” στο Εκουαδόρ μπορούν να μιλάνε γι’ αυτήν γιατί η βρωμερή ύπαρξή τους είναι εξασφαλισμένη από τη δουλειά και τις στερήσεις των άλλων. Μιλάνε για ΕΙΡΗΝΗ επειδή δεν ξέρουν τι σημαίνει να δουλεύεις και παρ’ όλα αυτά να μην έχεις αρκετά για να ταϊσεις τον εαυτό σου ή την οικογένειά σου. Μιλάνε για ΕΙΡΗΝΗ επειδή δεν ξέρουν τι σημαίνει να δέχεσαι σταθερή κακοποίηση από έναν σύντροφο και να απειλείσαι με θάνατο κάθε μέρα. Μιλάνε για ΕΙΡΗΝΗ αλλά δεν ξέρουν τι σημαίνει να πηγαίνεις σε ένα νοσοκομείο και να μην έχει λεφτά για να σώσεις τη μητέρα σου, τον πατέρα σου, τον παππού σου, τον φίλο σου…

Οπότε ποιος μιλά για ΕΙΡΗΝΗ;

 

 

#Day6OfNationalStrikeEC

#Quito

#Ecuador

 

1 Στμ. Μεταφρασμένο από εδώ: https://ediciones-ineditas.com/2019/10/08/who-speaks-of-peace-reflections-on-the-latest-events-in-ecuador/#more-4782.

Σύντομη ανάλυση του “πακετάζο”

 και των επερχόμενων διαμαρτυριών στο Εκουαδόρ από την πλευρά μιας ριζοσπαστικής κριτικής1

Το κείμενο που ακολουθεί είναι μετάφραση ενός κειμένου από τους Proletarios Revolucionarios, μια ομάδα της υπεραριστεράς από το Κίτο του Εκουαδόρ. Αν και η ομάδα διαλύθηκε το 2016, μας πρόσφεραν αυτή την ανάλυση που δημοσιεύτηκε στις 2 Οκτωβρίου του 2019. Το πρωτότυπο κέιμενο στα ισπανικά μπορεί να βρεθεί εδώ.

 

Τα πρόσφατα οικονομικά μέτρα από την κυβέρνηση του Εκουαδόρ είναι μέτρα λιτότητας που χρησιμοποιούνται σε καιρούς καπιταλιστικής κρίσης, και τα οποία έχουν εφαρμοστεί από κυβερνήσεις δεξιές, “νεοφιλελεύθερες”, αριστερές και “σοσιαλιστών του 21ου αιώνα” σ’ ολόκληρο τον κόσμο, επειδή αυτές έχουν σαν όριο την ίδια λογική της καπιταλιστικής παραγωγής, παραγωγής που ζει από την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης. Στην πραγματικότητα, σε περιόδους κρίσης το κεφάλαιο εφαρμόζει πάντα και παντού την ίδια οικονομική πολιτική ενάντια στην τάξη μας: καιρός να σφίξουν τα ζωνάρια διαφορετικά θα υπάρξει ακόμα μεγαλύτερη φτωχοποίηση ή αύξηση της εκμετάλλευσης.

Στην περίπτωση του τελευταίου paquetazo2 από [τον πρόεδρο του Εκουαδόρ] Lenín Moreno, αρχικά έχουμε μια αύξηση στο κόστος ζωής εξαιτίας της αύξησης στις τιμές των καυσίμων (καθώς εδώ στο Εκουαδόρ ξέρουμε ότι “όταν αυξάνονται οι τιμές των καυσίμων, όλα ακριβαίνουν”)· και, δεύτερον, υπάρχουν όλες οι μεταρρυθμίσεις στις εργασιακές σχέσεις που επιβάλλονται για να φέρουν μεγαλύτερη ευελιξία και επισφαλιοποίηση (μείωση των μισθών, των συντάξεων, των διακοπών, ευέλικτες συμβάσεις εργασίας, τηλεεργασία κλπ.).

Παρ’ όλα αυτά, το πρόβλημα δεν είναι μόνο το πακέτο μέτρων ούτε η νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση του Μορένο ή το IMF3. Το θεμελιώδες πρόβλημα είναι με ποιο τρόπο το κεφάλαιο επιτίθεται άμεσα και με τεράστια ένταση στην εργατική τάξη στις περιόδους κρίσης και πώς απαντάμε εμείς. Ο δρόμος, φυσικά, είναι η πάλη. Πρέπει, όμως, και να αναλύσουμε αυτοκριτικά και να διαμορφώσουμε μια στρατηγική για τους αγώνες της τάξης μας.

Έτσι όταν η θέρμη της ίδιας της συγκεκριμένης πάλης του προλεταριάτου σπάζει και ξεπερνά τα όρια του δημοκρατικού και του επικεντρωμένου στην ιδιότητα του πολίτη έδαφος, που είναι το έδαφος της αστικής τάξης και του Κράτους, και όταν σπάζει και τους τυποποιημένους, προβλέψιμους ρόλους που θέτουν τα συνδικάτα και τα κόμματα της αριστεράς, που το μόνο που θέλουν είναι να οικειοποιηθούν και να καθοδηγήσουν την προλεταριακή πάλη ώστε να μπορέσουν να διαπραγματευτούν με την άρχουσα τάξη για τα δικά τους ιδιαίτερα συμφέροντα που θα βελτιώσουν τη θέση τους, από τη στιγμή που συμβαίνει αυτό, η πιο δυναμική και θεμιτή απάντηση της εργατικής τάξης σ’ αυτά τα μέτρα λιτότητας είναι και θα είναι η άμεση, αυτόνομη και ανταγωνιστική δράση για την υπεράσπιση και την επιβολή των δικών μας ζωτικών συγκεκριμένων αναγκών· ή, τουλάχιστον, πρέπει να παλέψουμε ώστε οι πλούσιοι και οι ισχυροί να μην επιδεινώσουν τις ήδη εξαιρετικά άθλιες συνθήκες ύπαρξής μας.

Για να γίνει αυτό, πρέπει τα αιτήματα και οι διαμαρτυρίες της εργατικής τάξης να γενικευτούν και να ριζοσπαστικοποιηθούν, σε τέτοιο βαθμό που ούτε η κυβέρνηση ούτε το σύστημα ολόκληρο να μην μπορούν να συμμορφωθούν με τέτοια “αδύνατα” κοινωνικά αιτήματα· μόνο η ανατροπή του κεφαλαίου και του Κράτους θα μπορούσαν να τα ικανοποιοήσουν και τότε θα παλεύαμε για μια επαναστατική έξοδο από την καπιταλιστιtκή κρίση. Απομένουν πολλά, όμως, που πρέπει να γίνουν εδώ και παντού, ιδιαίτερα σ’ αυτή τη χώρα, στην οποία το επίπεδο της συσσωρευμένης ιστορίας της ταξικής πάλης, παρά κάποια συγκεκριμένα επεισόδια που μπορούν να “διασωθούν”, είναι γενικά χαμηλή και ασταθής.

Προς το παρόν, αυτό που είναι απαραίτητο και καλό είναι να βγούμε έξω και να διαμαρτυρηθούμε με τα συνθήματα “κάτω το πακέτο”, “κάτω ο Μορένο”, “κάτω το ΔΝΤ”, “χτίστε σχέσεις στους δρόμους” και να το κάνουμε συλλογικά, λιγότερο ή περισσότερο οργανωμένα, λιγότερο ή περισσότερο αυτόνομα, λιγότερο ή περισσότερο μαχητικά…αλλά πρέπει να πάμε παραπέρα (όπως ειπώθηκε το βράδυ σε μια γενική συνελευση): “κάτω η κυβέρνηση”, “κάτω οι καπιταλιστές”, “que se vayan todos, que no quede ni uno solo4, “κάτω το κεφάλαιο, το Κράτος και όλες οι κυβερνήσεις και οι λακέδες τους!”.

Η μη εφαρμογή του paquetazo και η ανατροπή του [προέδρου] Μορένο (όπως συνέβη και με τους Bucaram, Mahuad και Gutierrez παλιότερα) θα ήταν πραγματικές “νίκες” για ένα εφικτό τώρα και νέο “κίνημα” κοινωνικής διαμαρτυρίας σ’ ολόκληρη τη χώρα. Αλλά, αντικειμενικά μιλώντας, στο εδώ και τώρα, λείπουν ακόμα οι απαραίτητες πραγματικές συνθήκες και κοινωνικές δυνάμεις, όπως το επίπεδο της ταξικής πάλης, αλλά κάτι γίνεται. Ίσως αυτή η κυβέρνηση επιχειρηματιών και τραπεζιτών μπορεί να πετύχει τον σκοπό της αλλά η προλεταριακή ταξική πάλη στους δρόμους θα προσπαθήσει να τους σταματήσεις και δεν θα είναι μάταιη. Η [ταξική] πάλη είναι ο τρόπος και είναι στην πάλη αυτή που μαθαίνουμε, ιδιαίτερα στη διάρκεια πραξικοπημέτων και αποτυχιών, ώστε να μπορέσουμε να τα μετασχηματίσουμε προς όφελός μας στις επόμενες μάχες.

Το γεγονός ότι αύριο θα υπάρχει μεγαλύτερη κοινωνική διαμαρτυρία σ’ αυτή τη χώρα, η οποία “κοιμάται” την τελευταία δεκαετία, δεν μικρό κατόρθωμα. Αντίθετα, παρακιμονούμενοι από τις δυνατές και παραδειγματικές διαδηλώσεις των τελευταίων εβδομάδων του Σεπτέμβρη στο Μπολιβάρ και το Carchi5, αύριο θα μπορούσε να είναι η αρχή των ημερών του Οκτώβρη6 του 2019 για το Εκουαδόρ. Οι διαμαρτυρίες θα αυξηθούν και ίσως υπάρξουν μερικά άλματα. Μερικές κοινωνικές οργανώσεις έχουν ανακηρύξει ήδη την 3η Οκτωβρίου ως την έναρξη μιας “πανεθνικής απεργίας”. Και έχουν υπάρξει ήδη μερικές διαδηλώσεις σ’ ολόκληρη τη χώρα. Ας περιμένουμε να δούμε τι θα συμβεί αύριο καθώς τα πράγματα στους δρόμους θα αρχίσουν να ζεσταίνονται και πάλι…

Ναι, πρέπει να βγούμε μπροστά και να διαμαρτυρηθούμε αλλά πρέπει να είναι ξεκάθαρο ότι αυτή είναι μόνο η αρχή και ότι πρέπει να τολμήσουμε να πάμε παραπέρα. Πρέπει να είναι ξεκάθαρο ότι, στην τελική, οι πλούσιοι και ισχυροί δεν θα πληρώσουν την κρίση· ότι αυτό δεν είναι ένα εθνικό ή “νεοφιλελεύθερο” πρόβλημα αλλά μάλλον ένα παγκόσμιο πρόβλημα του καπιταλισμού· ότι όλα αυτά δεν θα εξαλειφθούν με σιγουριά αν δεν εξαλείψουμε τον καπιταλισμό, ο οποίος θα συνεχίσει να μας επιτίθεται και να χειροτερεύει τις ζωές μας με περισσότερα μέτρα λιτότητας εξαιτίας της κρίσης· αλλά, την ίδια στιγμή, είναι τώρα που αρχίζει η πάλη μας για την υπεράσπιση των συμφερόντων μας ενάντια στην καπιταλιστική εκμετάλλευση και συσσώρευση. Ό,τι κι αν συμβεί, με όρους αγώνα, οργάνωσης και συνείδησης, οι επικείμενες διαμαρτυρίες θα αφήσουν πολλά μαθήματα και αναμμένες φωτιές για την εργατική τάξη σ’ αυτό “το ημισφαίριο του κόσμου”. Είναι η ώρα. Ας δούμε τι θα συμβεί στους δρόμους αύριο.

Ένας τσατισμένος προλετάριος από την περιοχή του Εκουαδόρ

 

 

1 Στμ. Μεταφρασμένο από εδώ: https://ediciones-ineditas.com/2019/10/07/brief-analysis-on-the-paquetazo-and-the-coming-protests-in-ecuador-from-a-radical-critique.

2 Όρος που χρησιμοποιείται για το τελευταίο πακέτο μέτρων λιτότητας στο Εκουαδόρ [στμ. paquetazo στα ισπανικά σημαίνει πακέτο].

3 IMF: International Monetery Fund, [στμ. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ΔΝΤ].

4Να φύγουν όλοι, να μην μείνει ούτε ένας”.

5 Δύο επαρχίες του Εκουαδόρ.

6 Αναφορά στην Οκτωβριανή επανάσταση στη Ρωσία το 1917: jornadas octubrinas.

Κομμουνιστικοποίηση και απο-αποικιοποίηση

Ediciones ineditas1

Ερωτηθήκαμε πρόσφατα σχετικά με τις σκέψεις μας για την κομμουνιστικοποίηση και την απο-αποικιοποίηση και το παρόν δοκίμιο είναι η απάντησή μας.

Θα πρέπει αρχικά να σημειωθεί ότι το περιβάλλον της κομμουνιστικοποίησης έχει πραγματικά ευρωπαϊκή προέλευση και σε μεγάλο βαθμό δεν θέτει την πραγματικότητα της αποικιοκρατικής εγκατάστασης στη λεγόμενη Αμερική (και άλλες αποικισμένες χώρες).

Οπότε γιατί μιλάμε ακόμα για κομμουνιστικοποίηση;

Εμείς που δουλεύουμε σ’ αυτό το πρότζεκτ εξακολουθούμε να βρίσκουμε αξία στη θεωρία της κομμουνιστικοποίησης επειδή δείχνει έναν καθαρό τρόπο για να δημιουργήσουμε τις συνθήκες για τον κομμουνισμό άμεσα.

Αλλά τι είναι κομμουνισμός; Για μας, και άλλους συνταξιδιώτες, ο κομμουνισμός δεν είναι ένας τρόπος παραγωγής. Δεν είναι απλά ένα οικονομικό σύστημα “δικαιότερης” κατανομής του πλούτου. Είναι ένα ευρύ φάσμα τρόπων ζωής που βασίζονται στις κοινωνικές σχέσεις κοινότητας, που περιλαμβάνουν (αλλά χωρίς να εξαντλούνται σε αυτά) την αλληλοβοήθεια, την αλληλεγγύη, την κατάρρευση του διπόλου παραγωγή/κατανάλωση (συνεπώς, την κατάργηση της εργασίας), την κατάργηση του Κράτους, την κατάργηση του χρήματος, την κατάργηση της αξίας, την κατάργηση της φυλής και του φύλου ως πεδίων καταπίεσης, την κατάργηση της cis-ετερο-πατριαρχίας (και όλων όσων αυτή συνεπάγεται, όπως την υποχρεωτική ετεροσεξουαλικότητα). Μερικοί το ονομάζουν αυτό αναρχία. Μια άρνηση όλων των στηριγμάτων του Δυτικού καπιταλιστικού πολιτισμού.

Δεν μας ενδιαφέρει κάποιο μεταβατικό στάδιο, όπως ζητούν οι “επαναστάτες σοσιαλιστές”, ή για έναν σταδιακό τρόπο, όπως αυτοί που καλούν για “δυαδική εξουσία” ή την “οικοδόμηση της κομμούνας”. Εμείς που δουλεύουμε σ’ αυτό το πρότζεκτ δεν είμαστε αυτόχθονες, αλλά καταγόμαστε από αυτόχθονες. Καθώς οι δεσμοί μας με τους πολύ πιο κοινοτιστικούς τρόπους ζωής των αντίστοιχων αυτόχθονων προγόνων μας έχουν αποκοπεί, δεν μας απομένει παρά να βρούμε άλλους δυνατούς δρόμους προς έναν ελεύθερο και κοινοτιστικό τρόπο ζωής χωρίς να σφετεριζόμαστε σύγχρονους ή παλιούς τρόπους ζωής των αυτόχθονων (αν και η κατανόηση αυτών των τρόπων ζωής θα είναι εξαιρετικής σημασίας για ένα πετυχημένο σχέδιο εξασφάλισης ενός ελεύθερου, κοινοτιστικού τρόπου ζωής που δεν θα οδηγεί στην καταστροφή όλων μας). Δεν ισχυριζόμαστε ότι η κομμουνιστικοποίηση θα αντικαταστήσει την αντίσταση των αυτόχθονων και την εξέγερση ενάντια στον αποικιοκρατικό καπιταλιστικό κόσμο, αντίθετα λέμε ότι πιστεύουμε πως χωρίς την αντίσταση και την εξέγερση αυτός ο αποικιοκρατικός καπιταλιστικός κόσμος θα παραμείνει.

Πρέπει επίσης να σημειώσουμε ότι αν και θεωρητικοί της κομμουνιστικοποίησης χρησιμοποιούν μαρξικές2 κατηγορίες και έννοιες, δεν βλέπουν αυτές τις κατηγορίες και έννοοιες σαν αιώνιες. Τις αναγνωρίζουμε ως εργαλεία που ανέπτυξε ο Μαρξ για να κατανοήσει και να ασκήσει κριτική στον καπιταλισμό (της εποχής του) και όχι απαραίτητα ως αιώνιες κατηγορίες και έννοιες που θα υπάρχουν ή θα έπρεπε να υπάρχουν πάντα. Δεν θα μεταφέρουμε αυτές τις έννοιες σε έναν μετα-καπιταλιστικό, απο-αποικισμένο κόσμο. Αν μη τι άλλο, ο κομμουνισμός για τον οποίο γράφουμε θα είναι μια ξεκάθαρη ρήξη όχι μόνο με τον καπιταλισμό, το Κράτος, την πατριαρχία, τη λευκή κυριαρχία αλλά από τον ίδιο τον δυτικό πολιτισμό. Αυτός είναι ο λόγος που οι θεωρητικοί της κομμουνιστικοποίησης αποκαλούν συχνά τον εαυτό τους κομμουνιστές και όχι μαρξιστές.

Αυτό που σε μεγάλο βαθμό προσφέρει η θεωρία της κομμουνιστικοποίησης δεν είναι ένα παγιωμένο πρόγραμμα αλλά μια κατανόηση του πώς λειτουργεί ο καπιταλισμός (με τα εμπεδωμένα περιγράμματα της φυλής και του φύλου) και του τι θα σήμαινε η κατάργησή του. Αφήνει χώρο για αυτοσχεδιασμό και ευελιξία για τη στιγμή της πραγματικής διαδικασίας του πώς θα μπορούσε να μοιάζει ο κομμουνισμός (ή η αναρχία). Δεν υπάρχει εδώ μια σταθερή κομματική γραμμή.

Ο κομμουνισμός δεν είναι μια κατάσταση πραγμάτων που πρέπει να εδραιώσουμε (ή να επιβάλλουμε) αλλά μάλλον η πραγματική κίνηση/κίνημα που καταργεί την παρούσα κατάσταση πραγμάτων. Και αν μερικοί μαρξιστές κομμουνιστές, και μερικοί αναρχικοί, προσπαθούν να διατηρήσουν/εδραιώσουν την ίδια αποικιοκρατική-αποικιστική σχέση με τη γη, τότε δεν πρόκειται καθόλου για κομμουνισμό. Άποικοι που χτίζουν μια κοινότητα/κομμούνα σε μια κατειλημμένη γη εξακολουθούν να διατηρούν μια ταξική κοινωνία. Μια ταξική κοινωνία στην οποία οι άποικοι πραγματικά εξακολουθούν να αποτρέπουν/εμποδίζουν τους αυτόχθονες από το να αναπαράγουν τους τρόπους ζωής τους όπως αυτοί θεωρούν ότι τους ταιριάζει.

Τώρα, η απο-αποικιοκρατικοποίηση/απο-αποικισμός, όπως και ο κομμουνισμός, είναι ένα τεράστιο ζήτημα. Και όπως ο πλήρης κομμουνισμός, ο απο-αποικισμός (ή αντι-αποικιοκρατία) θα διαφέρει από μέρος σε μέρος, από βιότοπο3 σε βιότοπο κλπ. Δεν υπάρχει κάποιο πλάνο που να ταιριάζει σε όλα (και δεν θα έπρεπε να υπάρχει) και η δημιουργία ενός τέτοιου πλάνου πήγαινε εντελώς κόντρα στις ισχυρές αναρχικές μας τάσεις.

Μπορούμε να σκεφθούμε για την κομμουνιστικοποίηση και τον απο-αποικισμό ως δυο πτυχές του ίδιου καιρικού συστήματος. Η κομμουνιστικοποίηση θα μπορούσε να επιτεθεί στις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις που υπάρχουν σε μια κατακτημένη γη, αλλά προφανώς δεν θα πήγαινε πολύ μακριά. Γράφουμε αυτές τις γραμμές από την κατεχόμενη περιοχή των Tongva4, γνωστής και με την αρχική της ονομασία Tovaangar, και δημιουργώντας απλά τον κομμουνισμό (αναρχία) χωρίς να κάνουμε καμμιά προσπάθεια να αποδοθούν οι περιοχές των αυτόχθονων στους αρχικούς κατοίκους τους δεν θα ήταν (για μια ακόμα φορά) κομμουνισμός. Ο απο-αποικισμός (αντι-αποικιοκρατία) μάς θυμίζει αυτό που πρέπει να γίνει.

Η σύζευξη της κομμουνιστικοποίησης και του απο-αποικισμού αναγνωρίζει, ιδιαίτερα με την διαρκώς εντεινόμενη κλιματική “αλλαγή”, ότι οι άποικοι δεν καταλαβαίνουν σε βάθος, ούτε καν επιφανειακά, την βαθιά φυσική ιστορία της γης στην οποία βρίσκονται. Εδώ, στην πόλη που αποκαλείται Λος Άντζελες, είμαστε διαρκώς αντιμέτωποι με τον αυξανόμενο κίνδυνο τεράστιων ανεξέλεγκτων δασικών πυρκαγιών. Αλλά οι ανεξέλεγκτες πυρκαγιές είναι ένα αρχαίο κομμάτι αυτού του τοπίου. Η οικολογία αυτού του τοπίου που έγινε διάσημη, μέσω της μαζικής συγκεκριμενοποίησής της [particularization], σ’ ολόκληρο τον κόσμο, εξαρτάται από τη φωτιά για την ανανέωσή του. Αυτό που έχει προκαλέσει μια αύξηση του κινδύνου για τους ανθρώπους δεν είναι μόνο η κλιματική αλλαγή που φέρνει λιγότερη βροχή και πιο ζεστό καιρό αλλά, επίσης, το γεγονός ότι η αμείωτη/αμετρίαστη καπιταλιστική ανάπτυξη έχει κάνει επικερδές την οικοδόμηση περιοχών σε σημεία που παλιά θα καίγονταν με ελάχιστη επίδραση στην ανθρώπινη ζωή: λόφοι, δάση στα βουνά κλπ.

Η κομμουνιστικοποίηση λειτουργεί διορθωτικά για τον μαρξισμό και τον αριστερό αναρχισμό που απλά καλούν για ένα διαφορετικό είδος διαχείρισης της παραγωγής (εργατική αυτοδιαχείριση, διαχείριση από το κράτος) αντί για ένα θεμελιακά διαφορετικό σύνολο κοινωνικών σχέσεων. Ακόμα και ο Μαρξ παρατηρεί ότι ο κομμουνισμός είναι μέρος της επιστροφής της ανθρώπινης κοινότητας σε μια επανασύνδεση με τη γη, αντί της προσπάθειας του καπιταλισμού να ελέγξει και να αποσπάσει από αυτήν όσο περισσότερη αξία γίνεται (αν και είμαστε κριτικο επίσης απένταντι στον ανθρωπισμό). Από την αρχή του αποικισμού, αυτόχθονες λαοί σε ολόκληρο τον κόσμο επαναλαμβάνουν ότι ο αποικιοκρατικός-καπιταλιστικός τρόπος ζωής δεν είναι απλά μια ανθρώπινη γενοκτονία αλλά και μια αμείωτη πράξη οικοκτονίας.

Έτσι καταλαβαίνουμε τα πράγματα. Είναι μια εργασία σε εξέλιξη, αλλά είναι η δική μας κατανόηση. Δεν μπορεί να υπάρξει “απο-αποικισμένο σοσιαλιστικό κράτος”, όπως ακριβώς δεν μπορεί να υπάρξει κάτι τέτοιο όπως ο “επιστημονικός σοσιαλισμός”. Ένας τρόπος ζωής δεν μπορεί να είναι επιστήμη. Αυτό που επιθυμούμε είναι να δούμε τη λέξη κομμουνισμό, ακόμα και τη λέξη αναρχία, να έχουν τελικά ξεχαστεί και αντί γι’ αυτό, να ζούμε σε έναν κόσμο στον οποίον να μπορούμε να συνδεόμαστε άμεσα με τη γη και μεταξύ μας, καταλαβαίνοντας ότι αυτή η αποσύνδεση είναι μια αλλοτρίωση πολύ αρχαιότερη από την αλλοτρίωσή μας εξαιτίας της εργασίας στον καπιταλισμό.

𝔢𝔡𝔦𝔠𝔦𝔬𝔫𝔢𝔰 𝔦𝔫𝔢𝔡𝔦𝔱𝔞𝔰

ένα αντιπολιτικό πρότζεκτ

για την αναρχία και τον κομμουνισμό

1 Στμ. Μεταφρασμένο από εδώ: https://ediciones-ineditas.com/2019/09/08/communization-decolonization.

2 Κάνουμε εδώ τη διάκριση μεταξύ μαρξιστικού και μαρξικού, όπως και άλλοι θεωρητικοί υποστηρικτές της κομμουνιστικοποίησης. Κι αυτό επειδή βλέπουμε τις περισσότερες μαρξιστικές εκδοχές ως διαστρεβλώσεις της κριτικής της καπιταλιστικής οικονομίας από τον Μαρξ. Οπότε με τον όρο μαρξικός επισημαίνουμε ότι αυτές οι κατηγορίες και έννοιες αναπτύχθηκαν από τον ίδιο τον Μαρξ.

3 Στμ. Στο αγγλικό κείμενο: bio-region.

4 Στμ. Οι Tongva είναι ένας λαός της Βόρειας Αμερικής στην Νότια Καλιφόρνια. Κατοίκησαν ιστορικά την περιοχή της κοιλάδας του Λος Άντζελες και στα Southern Channel Islands, ένα σύνολο νησιών στα ανοιχτά της σημερινής πόλης του Λος Άντζελες. Είναι επίσης γνωστοί και ως Gabrieleño και Fernandeño, από τα αντίστοιχα ονόματα των ισπανικών αποστολών που χτίστηκαν στην περιοχή τους. Μαζί με του γειτονικούς Chumash, οι Tongva ήταν ο πιο ισχυρός ιθαγενής λαός που κατοίκησε στην Νότια Καλιφόρνια. Την εποχή της επαφής με τους Ευρωπαίους πρέπει να αριθμούσαν γύρω στις 5 με 10 χιλιάδες άτομα.

Παγιδευμένος σ’ ένα πάρτυ που κανείς δεν σε γουστάρει

από το Surplus Club1

Το παρόν άρθρο γράφτηκε στους πρώτους μήνες του 2015. Είναι το αποτέλεσμα μιας σειράς συζητήσεων και διαβάσματος του Surplus Club στην Φρανκφούρτη πάνω στη θεματική της κρίσης συσσώρευσης του κεφαλαίου του 2007-2008 και της αύξησης του πλεονάζοντος πληθυσμού.

Η προοπτική στο δοκίμιο αυτό διαφέρει από άλλα άρθρα και αναλύσεις σχετικά με το ίδιο ζήτημα που δημοσιεύτηκαν τόσο στο Kosmoprolet όσο και στο Endnotes, ιδιαίτερα σχετικά με τον τρόπο που η τωρινή ποιότητα του πλεονάζοντος προλεταριάτου αναπτύσσεται παράλληλα με την ανάπτυξη της συσσώρευσης και τη συνακόλουθη υποτίμηση της συνολικής εργατικής δύναμης μέσω τόσο του άμεσου όσο και του έμμεσου μισθού. Συνολικά, ισχυριζόμαστε στο άρθρο ότι ο λεπτός χαρακτήρας του πλεονάζοντος προλεταριάτου μπορεί να συλληφθεί ενσωματώνοντας όχι μόνο μια ανάλυση της εργασίας αλλά επίσης τους παρόντες καθορισμούς του παγκόσμιου κεφαλαίου και του κράτους. Εξετάζουμε, περαιτέρω, το ερώτημα τι σημαίνει να συλλαμβάνει κανείς κατηγορίες της κοινωνικής κριτικής ως ταυτόχρονα αφηρημένες και συγκεκριμένες καθώς και τις ωδίνες που πολώνουν εξωτερικά αυτούς τους καθορισμούς, που συχνά καταλήγουν σε συζητήσεις κορεσμένες από έναν υπερβολικό εμπειρισμό ο οποίος έχει σαν αποτέλεσμα οι κατηγορίες της “διάκρισης”, του “αποκλεισμού” και της “αποβολής” να συσκοτίζουν αναγωγιστικά τις ανταγωνιστικές κοινωνικές διαδικασίες που συγκροτούν την σχέση κεφάλαιο-εργασία.

Το άρθρο δεν είναι με κανέναν τρόπο ένα “άρθρο θέσεων”, απλά αντανακλά και καταγράφει το επίπεδο και το εύρος της συζήτησης στο Surplus Club κατά τη στιγμή της συλλογικής συγγραφής του.

Εισαγωγή

Όταν εξετάζουμε την ανεργία, τον κοινωνικό αποκλεισμό ή την επισφάλεια είναι ανεπαρκές να καταφεύγουμε απλά στο εμπειρικό ερώτημα ποιες ομάδες ζουν κάτω από αυτές τις συνθήκες. Οι σύγχρονες κοινωνιολογικές ταυτότητες είναι οι ίδιες μορφές εμφάνισης, στιγμές της ολότητας της αναπαραγωγής της σχέσης κεφάλαιο-εργασία και εντός αυτής της σχέσης στιγμές της υποτίμησης του εμπορεύματος εργατική δύναμη, υποτίμηση που ξεδιπλώνεται μέσα από την κατηγορία του πλεονάζοντος προλεταριάτου.

Στο ξεκίνημα του 2015, σε όποιον ήλπιζε για μια ανάκαμψη των αγορών εργασίας, λέγεται να χαμηλώσει τις προσδοκίες του2. Αληθοφανείς απολογητικές για την ανθεκτική ανάκαμψη των ποσοστών ανεργίας και της δημιουργίας θέσεων εργασίας σκοντάφτουν στις διαρκώς αναθεωρούμενες προβλέψεις που αντανακλούν την αδράνεια των οικονομιών τόσο των χωρών με υψηλό ΑΕΠ όσο και των αναδυόμενων αγορών. Σε παγκόσμιο επίπεδο, η περίοδος από την κρίση του 2007-08 μαρτυρεί άτονη οικονομική δραστηριότητα παρά τα άνευ προηγουμένου νομισματικά ερεθίσματα και τις ενέσεις ρευστότητας. Οι επιχειρηματικές επενδύσεις παραμένουν κυρίως στάσιμες, με τους παραγωγούς ενέργειας να περικόπτουν, πιο πρόσφατα, δραματικά τις συνολικές κεφαλαιακές επενδύσεις τους3. Ακόμα και η Κίνα “τραυλίζει” και μειώνει τις ορέξεις της για πρώτες ύλες4, ενώ η διατεινόμενη γερμανική ιστορία επιτυχίας δεν μπορεί να διαβαστεί χωρίς την εκδιπλωνόμενη διαδικασία της επισφαλούς συσσώρευσης κεφαλαίου μιας ραγδαία επιδεινούμενης Ευρωζώνης, και πάντως όχι ως ένας δείκτης μόνιμης ανάπτυξης5. Την ίδια στιγμή, η παγκόσμια οικονομία συνεχίζει να βρίσκει διέξοδο στην χωρίς περιορισμούς μόχλευση6, επιδεινώνοντας περαιτέρω τα ποσοστά πίστωσης-προς-ΑΕΠ, με το συνολικό παγκόσμιο δημόσιο και ιδιωτικό χρέος να φτάνει, σύμφωνα με μια πρόσφατη έκθεση του Διεθνούς Κέντρου Νομισματικών και Τραπεζικών Μελετών [International Centre for Monetary and Banking Studies], στο 272% του ΑΕΠ των αναπτυγμένων χωρών το 20137. Ο πρόσφατος συναγερμός αντιπληθωρισμού σημαίνει αύξηση στην πραγματική αξία του υπάρχοντος κρατικού, επιχειρηματικού και οικιακού χρέους. Σε αντιστοιχία προς την δημοσιονομική προσέγγιση των υψηλότερων ελλειμάτων υπάρχει, από το 2010, η άμεση αγορά των κρατικών, εταιρικών και κτηματομεσιτικών ομολόγων από τις κεντρικές τράπεζες και η πληρωμή τους με φρεσκοτυπωμένο χρήμα – δηλαδή η “ποσοτική χαλάρωση”. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) έχει, πιο πρόσφατα, ακολουθήσει την Federal Reserve, την Τράπεζα της Αγγλίας και την Τράπεζα της Ιαπωνίας στην πολιτική αυτή, παρά το γεγονός ότι έχει ακόμα να αποδείξει ότι αποτελεί η ίδια μια αποτελεσματική απάντηση στις επιβραδυνόμενες οικονομίες. Αντ’ αυτού, το χρήμα που δημιουργείται μπαίνει στο τραπεζικό σύστημα, “στυλώνοντας” τους ισολογισμούς του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και υποδαυλίζοντας φούσκες μέσα στα διάφορα περιουσιακά στοιχεία που υπάρχουν.

Από υλική άποψη, η κρίση του 2007-08 δεν έχει παρά

επιδεινώσει τις εργασιακές συνθήκες”

Αυτές οι συνθήκες διαγράφουν το πραγματικά πρωτοφανές περίγραμμα της παρούσας κρίσης συσσώρευσης κεφαλαίου που είναι, ταυτόχρονα, και μια κρίση της αναπαραγωγής της σχέσης κεφάλαιο-εργασία. Από την εποχή της οικονομικής αναδιάρθρωσης της δεκαετίας του 1970, η απορρύθμιση έχει επεκτείνει την ευελιξία των αγορών εργασίας και έχει επαναπροσανατολίσει θεμελιωδώς τις συνθήκες της ταξικής σχέσης. Ενώ η ανεργία παρέμεινε σε σχετική υποχώρηση κατά τη μεταπολεμική περίοδο – συνδυασμένη με τις διασφαλίσεις του κράτους πρόνοιας – οι εξελίξεις στη συσσώρευση του κεφαλαίου έκτοτε μαρτυρούν μια χωρίς προηγουμένο, σε όρους διάρκειας και συγκέντρωσης, αύξηση τόσο της ανεργίας όσο και της υποαπασχόλησης8. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 και μετά, και μέσω του ξηλώματος της κεϋνσιανής συμφωνίας σύνδεσηςμισθού-παραγωγικότητας” της μεταπολεμικής περιόδου, ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής πασχίζει να πολεμήσει το βάσανο των μειωνόμενων αποδόσεων. Η προσπάθεια διεξόδου της οικονομικής αναδιάρθρωσης συνίστατο στην επέκταση του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και την αύξηση του ρυθμού εκμετάλλευσης9, σε μια προσπάθεια σταθεροποίησης και καθυστέρησης της ίδιας της εγγενούς τάσης υπονόμευσης της διαδικασίας αυτοαξιοποίησης του κεφαλαίου. Έτσι, ο 21ος αιώνας άνοιξε με την κυριαρχία της υποτίμησης της εργατικής δύναμης, κάτι που μόνο ενίσχυσε την απειλή της τάσης αυτής η οποία, σε συνδυασμό με τις δημοσιονομικές κρίσεις και την κρίση κρατικού χρέους που εκφράζονται με τη λιτότητα, συνεχίζει να οδηγεί σε μια ανελέητη απαθλίωση.

Από υλική άποψη, η κρίση του 2007-08 έχει μόνο επιδεινώσει τις εργασιακές συνθήκες, με το ποσοστό συμμετοχής της εργασίας, για παράδειγμα, να βρίσκεται τώρα στις ΗΠΑ σε χαμηλό 36-ετίας10, εξαλείφοντας οποιαδήποτε ειλικρινώς επαινούμενη δημιουργία χαμηλά αμοιβόμενων θέσεων εργασίας και τις καχεκτικές μέσες ωριαίες αποδοχές. Γι’ αυτό, το κομμάτι του προλεταριάτου που δεν χάνει τη δουλειά του ή δεν πετιέται εντελώς από την εργασιακή δύναμη – και για το οποίο οι στατιστικές ανεργίες έχουν πολύ λίγα να πουν – οι τύποι απασχόλησης που είναι ακόμα διαθέσιμοι είναι κυρίως προσωρινοί, μερικής απασχόλησης, αυτοαπασχόλησης, εποχικοί και, γενικά, επισφαλείς άτυπες μορφές χωρίς συμβατική εγγύηση αποζημίωσης. Έτσι, καθώς στην παρούσα στιγμή έχουμε μια υπερπαραγωγή κεφαλαίου, που αδυνατεί να βρει σταθερή επένδυση, η πραγματική ζήτηση εργασίας ακολουθεί αυτή την εξέλιξη και μειώνεται. Μέσω της κριτικής της πολιτικής οικονομίας, αυτά τα φαινόμενα βρίσκουν τη συστηματική τους έκφραση σ’ αυτό στο οποίο ο Μαρξ αναφέρεται ως “γενικό νόμο της συσσώρευσης του κεφαλαίου”. Εδώ η αναλογική επέκταση του συνολικού κεφαλαίου, αποτέλεσμα η ίδια της παραγωγικότητας της εργασίας και της επακόλουθης παραγωγής υπεραξίας, παράγει μια μάζα εργατών σχετικά περιττή για τις ανάγκες της διαδικασίας παραγωγής αξίας. Αυτή η τάση προκύπτει απλά από την ίδια τη φύση του κεφαλαίου11. Καθώς το κεφάλαιο αναπτύσσει την εργασία ως “προσάρτημα” της ίδιας της παραγωγικής του ικανότητας, μειώνει την αναλογία της αναγκαίας εργασίας που απαιτείται για την απόσπαση μιας δοσμένης ποσότητας υπεραξίας. Συνεπώς, ο λόγος της αναγκαίας εργασίας που χρειάζεται το κεφάλαιο μειώνεται διαρκώς. Αυτό συμβαίνει μέσω της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου για την οποία ο ανταγωνισμός μεταξύ κεφαλαίων επάγει την γενίκευση τεχνολογιών εξοικονόμησης εργασίας, όπως η αυτοματοποίηση, αυξάνοντας έτσι το σταθερό κεφάλαιο σε βάρος του μεταβλητού, με αποτέλεσμα μια σχετική μείωση στη ζήτηση της εργασίας12. Η παραγωγή αυτού του σχετικά πλεονάζοντος πληθυσμού είναι η υποτίμηση της συνολικής εργατικής δύναμης που παίρνει τη μορφή της απομάκρυνσης εργατών από την παραγωγική διαδικασία και της δυσκολίας απορρόφησης μέσω συνηθισμένων ή νομικά ρυθμισμένων καναλιών. Αν η εργατική δύναμη των εργατών δεν μπορεί να “πραγματωθεί”, δηλαδή αν δεν είναι αναγκαία για την “πραγμάτωση” του κεφαλαίου, τότε αυτή η εργατική δύναμη εμφανίζεται ως εξωτερική για τις συνθήκες της αναπαραγωγής της ίδιας της ύπαρξής της. Αυτό εξελίσσεται σε μια κρίση της αναπαραγωγής του προλεταριάτου, το οποίο περιτρυγίζεται από παντού από ανάγκες χωρίς να έχει τα μέσα για την επαρκή ικανοποίησή τους13.

Οπότε γιατί να δικαιολογήσει κανείς την έμφασή της στην παρούσα συγκυρία;”

Φίλοι έχουν επισημάνει ότι ο πλεονάζων πληθυσμός είναι ένα αναγκαίο προϊόν της συσσώρευσης του κεφαλαίου και, συνεπώς, μια δομική κατηγορία που απορρέει από την αναλογία αναγκαίας και πλεονάζουσας εργασίας. Είναι μια τάση που υπάρχει πάντα εκεί και είναι εγγενώς συστατική της σχέσης κεφάλαιο-εργασία, ανεξάρτητα από τις ιστορικές της διαμορφώσεις. Οπότε, γιατί να πρέπει κανείς να δικαιολογήσει την έμφασή της στην παρούσα συγκυρία; Άλλωστε, η έννοια του πλεονάζοντος πληθυσμού “εμπεριέχεται ήδη στην έννοια του ελεύθερου εργάτη που είναι πένητας: δυνητικά πένητας” (Grundrisse). Παραμένει, συνεπώς, το καθήκον να καταδείξουμε γιατί ο σχετικά πλεονάζων πληθυσμός είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα της ταξικής σχέσης στην παρούσα στιγμή και ποιες είναι οι συνέπειες της σύγχρονης ταξικής πάλης.

Οι δυσκολίες μιας κατηγορίας

Μετά την αναδιάρθρωση της δεκαετίας του 1970, η συνεχιζόμενη θεαματική αναπαράσταση της επεκτεινόμενης ευμάρειας και πλήρους απασχόλησης που, φαινομενικά, θα οδηγούσαν σε μεγαλύτερη και σταθερότερη κοινωνική ολοκλήρωση σε σφαίρες της παραγωγής και της κατανάλωσης, αντιστράφηκε. Από τη στιγμή αυτής της “υποχώρησης”, η αμείωτη κεντρικότητα της παραγωγής έρχεται αντιμέτωπη με μια δομικά απομακρυνόμενη και εξασθενημένη θέση όσων απασχολούνται. Στη διάρκεια της μεταπολεμικής περιόδου της κριτικής των Καταστασιακών, η θεαματική εμφάνιση του προλεταριάτου έχει μετατοπιστεί από τον ρόλο του ως εργατών σε αυτόν των καταναλωτών. Σήμερα, αντίθετα, η θεαματική εικόνα της προλεταριακής συνθήκης εμφανίζεται ως ένας “αποκλεισμός”, αναφερόμενη σε τμήματα του πληθυσμού που είναι μάλλον απίθανο να υποστούν εκμετάλλευση σε συνθήκες που θα τους έκαναν αξιοσέβαστους καταναλωτές. Περιγράφοντας τον γενικό νόμο της καπιταλιστικής συσσώρευσης, ο Μαρξ παρατηρεί, κατά την αποσαφήνιση της έννοιας του σχετικού πλεονάζοντος πληθυσμού, στάσιμες, “επιπλέουσες”14, λανθάνουσες και φτωχοποιητικές τάσεις. Συνεπώς, ξεκινώντας ήδη με τον Μαρξ, το φαινόμενο του πλεονάζοντος πληθυσμού αποκαλύπτει μια ετερογένεια των σύγχρονων εργασιακών συνθηκών σε μια λιγότερο ή περισσότερο δυναμική ταλάντωση μεταξύ των πόλων της απασχόλησης και της ανεργίας. Από την αλλοπρόσαλλη και ασταθή φύση της εποχικής, μερικής, άτυπης και αυτοαπασχολούμενης εργασίας15, στη δόλια άνοδο του “επιχειρηματισμού” υπό την “οικονομία διαμοιρασμού16,17 και των καθεστώτων της απλήρωτης μαθητείας· από τις εργατικές μεταναστεύσεις της υπαίθρου στους διαμένοντες στις παραγκουπόλεις των μητροπόλεων· από την με συμβόλαια επικυρωμένη παρωδία των φοιτητικών δανείων και το πολιτικό Ισλάμ18 μέχρι την καθολική αβεβαιότητα που αντιμετωπίζουν οι νεότερες γενιές – συνολικά, το προλεταριάτο, σήμερα, χρωματίζεται από μια άνευ προηγουμένου αντικειμενική επιβολή σημαντικής υποτίμησης της εργατικής δύναμης, που θέτει τις συνθήκες αναπαραγωγής του υπό πλήρη αμφισβήτηση. Ως τέτοιο, το τράβηγμα μιας απόλυτης γραμμής ανάμεσα στην απασχόληση και την ανεργία, για τη σύλληψη της δυναμικής του πλεονάζοντος πληθυσμού, μοιάζει εξαιρετικά ανεπακής για την κατανόησή του ως απορρέοντος από την ιστορική ανάπτυξη της συσσώρευσης του κεφαλαίου. Αντίθετα, για να αντισταθούμε στον πειρασμό να εστιάσουμε απλά στην αμεσότητα του δεδομένου – και, εκτός από αυτόν, στη γοητεία που περιβάλλει το παρατσούκλι “συγκεκριμένο” – προσπαθούμε να διαφωτίσουμε την ουσία της έννοιας του σχετικού πλεονάζοντος πληθυσμού ως μιας κατηγορίας κοινωνικής διαμεσολάβησης που ξεδιπλώνει την αυτοαναπαραγώμενη ολότητα του κεφαλαίου.

Ο Αντόρνο παρατηρεί ότι[η] κοινωνία γίνεται άμεσα αντιληπτή εκεί που πονά”

Ο Αντόρνο παρατηρεί ότι “[η] κοινωνία γίνεται άμεσα αντιληπτή εκεί που πονά”. Στην πραγματικότητα δεν λείπουν οι συναισθηματικά και αισθηματικά προκαλούμενες εικόνες που παρουσιάζουν στο κοινό τους τις συνθήκες της δομικής ανεργίας. Περισσεύουν οι πειρασμοί για την προσκόλληση στην αμεσότητα των ηθικιστικών κατηγοριών της διάκρισης, του αποκλεισμού και της αποβολής που, στην καλλίτερη περίπτωση, δεν μπορούν να προάγουν παρά τη δίκαιη κατανομή της εκμετάλλευσης.

Φημισμένοι πολιτικοί φορείς όπως το “πλήθος”, το “πρεκαριάτο” και οι “αποκλεισμένοι” – που όλοι επιδιώκουν, ολόψυχα, να θριαμβεύσουν επί της ανισότητας κάτω από τη σημαία της πλήρους απασχόλησης με επίκεντρο την οριζοντιότητα – συσκοτίζουν την αλήθεια της ταξικής σχέσης, εξυμνώντας έναν στενό πρακτικισμό στην υπηρεσία αυτού ακριβώς που απλά συμβαίνει19. Αποτέλεσμα αυτών των επιφανειακών παρατηρήσεων είναι η παραίτηση από τον κομμουνισμό και η στροφή στον εξισωτισμό και τον κομμουναλισμό20, από την κριτική στην ηθική έγνοια. Διαιρέσεις σχετικά με τις ταυτότητες, κατά μήκος μιας ιεραρχίας προνομίων ή καταπίεσης, φέρουν μικρό εννοιολογικό βάρος πέρα από την δειγματική21 αποθέωση όσων είναι στο περιθώριο και την πραγμοποίηση της αποστέρησης. Παρ’ όλο που η ουσία μιας κατηγορίας δεν μπορεί παρά να συλληφθεί μέσω των μορφών της εμφάνισής της, ο κριτικός στοχασμός παρακινείται να προχωρήσει πέρα από αυτές τις αμεσότητες χωρίς να οδηγεί σε κενές αφαιρέσεις22.

Η αντίληψη του Μαρξ για τον σχετικό πλεονάζοντα πληθυσμό αναφέρεται σε δομικά φαινόμενα μιας αντιφατικής ολότητας και δεν αποτελεί μια συνηθισμένη23 κοινωνιολογική κατηγορία. Ως τέτοιες, οι εμπειρικά δοσμένες συνθήκες του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής είναι μόνο στιγμές που μεθοδολογικά αποκαλύπτουν αντικειμενικές νομοειδείς24 τάσεις για τις οποίες το κεφάλαιο θέτει τις ίδιες τις συνθήκες ύπαρξής του. Όπως έχει ειπωθεί νωρίτερα, “[το] συγκεκριμένο είναι συγκεκριμένο επειδή είναι η συμπύκνωση πολλών καθορισμών, συνεπώς ενότητα του διαφορετικού” (Grundrisse)25. Οι κατηγορίες της κριτικής της πολιτικής οικονομίας δεν μπορούν να αναχθούν απλά σε μια ολοφάνερα εμπειρικιστική προοπτική ευρισκόμενη υπό την ποσοτική βασιλεία των γεγονότων26. Απέναντι στον θετικισμό της υπόθεσης των κοινωνικών γεγονότων καθεαυτά, η αμεσότητα των συνθηκών των πλεοναζόντων πληθυσμών πρέπει να αποκαλύπτει βαθύτερες διαμεσολαβήσεις, οι οποίες μπορούν να βρεθούν στην έννοια της τάξης στον βαθμό που η τάξη δεν αναφέρεται σε ένα σύνολο ατόμων που μοιράζονται κοινά γνωρίσματα, όπως το εισόδημα, η συνείδηση, οι πολιτισμικές συνήθειες [ήθη και έθιμα] κλπ. αλλά είναι, αντίθετα, μια εγγενώς ανταγωνιστική σχέση ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία που δομεί τις ζωές των ατόμων27,28. Αυστηρά μιλώντας, δεν μπορεί να υπάρχει κάτι τέτοιο όπως το ταξικόανήκειν29. Μια τέτοια κατανόηση δεν μπορεί να συμβάλλει παρά σε έναν “εργαλειακό χειρισμό” της προοπτικής της ολότητας, προοπτική χωρίς την οποία η τάξη καταρρέει απέναντι σε μια χωρική σχηματικότητα διακεκριμένων “σφαιρών”, “επιπέδων” ή “συγκεκριμενοποιήσεων”. Δεν υπάρχει μοναδικός αιτιακός καθορισμός αλλά διαφορετικές στιγμές μιας ολότητας της ταξικής σχέσης κεφάλαιο-εργασία από την οποία παράγεται το φαινόμενο του σχετικού πλεονάζοντος πληθυσμού.

Η έννοια του σχετικού πλεονάζοντος πληθυσμού δεν είναι μια εμπειρική κατηγορία και παρ’ όλα αυτά ενσωματώνει εντός της το ίδιο το συγκεκριμένο”

Αναλύοντας τον πλεονάζοντα πληθυσμό γίνεται φανερό ότι μια διατεταγμένη συνάθροιση της κοινωνικής τραγωδίας, ανυψωμένη μέσω μιας ποσοτικής γεγονικότητας [facticity], δεν μπορεί να γίνει υποκατάστατο εμμενούς κριτικής. Η έννοια του σχετικού πλεονάζοντος πληθυσμού δεν είναι μια εμπειρική κατηγορία και παρ’ όλα αυτά ενσωματώνει εντός της το ίδιο το συγκεκριμένο. Όντας ταυτόχρονα συγκεκριμένη και αφηρημένη έννοια, ο σχετικός πλεονάζων πληθυσμός είναι ταυτόχρονα τόσο ένα άμεσα παρατηρήσιμο όσο και μια καθολική συνιστώσα της διαδικασίας συσσώρευσης30. Το πλεονάζον προλεταριάτο είναι μια ποιοτική κατηγορία της παραγωγικότητας της εργασίας που έχει ποσοτικές διαστάσεις επειδή η παραγωγικότητα της εργασίας καθορίζεται από τον λόγο του σταθερού προς το μεταβλητό κεφάλαιο. Χωρίς αυτή την κατανόηση, κάποιος κινδυνεύει να περιπέσει στην υπόθεση ότι οι απασχολούμενοι και οι άνεργοι μάλλον συνιστούν δυο διαφορετικά τμήματα του πληθυσμού και όχι μια δυναμική της σχέσης κεφάλαιο-εργασία. Αυτή η δυναμική χαρακτηρίζεται από την ανασφάλεια στην πραγμάτωση της εργατικής δύναμης απέναντι στην άνεση του κεφαλαίου να αυξάνει την υπερεργασία και όχι από μια κοινωνιολογική ταξινομία του φαινομένου ως προς την οποία οργανώνονται τα άτομα. Έχει παρατηρηθεί ότι ο χρήσιμος χαρακτηρισμός του Mike Davis ως ενός “συνεχούς”, μάλλον, παρά ενός οξέος συνόρου μεταξύ των απασχολούμενων και των ανέργων, είναι μια πιο κατάλληλη περιγραφή31. Ορίζοντας κανείς το πλεονάζον προλεταριάτο ως ένα συνεχές έχει τη δυνατότητα να συλλάβει το φαινόμενο ως μια γενική δυναμική που υπάρχει στη σχέση κεφάλαιο-εργασία, μια δυναμική που σηματοδοτεί άτομα που κινούνται ξέφρενα στο φάσμα της ανεργίας, της υποαπασχόλησης και της απασχόλησης με έναν άνευ προηγουμένου ρυθμό επισφαλούς μετάβασης. Γι’ αυτό το πλεονάζον προλεταριάτο εκφράζει την αλήθεια της ταξικής κινητικότητας. Το ζήτημα είναι να διαρραγεί ένας πάγιος διαχωρισμός ανάμεσα στους απασχολούμενους και τους ανέργους, λες κι αυτοί αποτελούν στατικές θέσεις μέσα στην οικονομία. Το πρόβλημα του πλεονάζοντος προλεταριάτου δεν ανάγεται στο φαινομενικά απλό ζήτημα ποιος δουλεύει και ποιος όχι αλλά μια δυναμική που διατρέχει και συγκροτεί κάθε μια από αυτές τις θέσεις. Ο αποκλεισμός από την τυπική αγορά εργασίας προκύπτει από μια αντίθεση που είναι εμπεδωμένη μέσα στην ίδια τη μισθωτή σχέση. Όσοι είναι μακροχρόνια ανεργοι είναι τόσο μέρος της [διαδικασίας] παραγωγής όσο και προϊόν της. Η ανεργία πρέπει λοιπόν να συλληφθεί ως μια κατηγορία της εκμετάλλευσης και όχι ως κάτι εξωτερικό προς αυτήν. Επιπλέον, η διάχυτη υποαπασχόληση μεταφράζεται τόσο σε έναν μηχανισμό πειθάρχησης από το κεφάλαιο για όσους απασχολούνται σε φαινομενικά σταθερές θέσεις όσο και ως ένα μέσο για τη μείωση της αξίας της εργατικής δύναμης και την αύξηση του ρυθμού εκμετάλλευσης. Οι συμβασιούχοι εργάτες πρέπει να “ανακαλύψουν ότι ο βαθμός της έντασης του ανταγωνισμού μεταξύ τους εξαρτάται αποκλειστικά από τον σχετικό πλεονάζοντα πληθυσμό” (Μαρξ). Μ’ αυτή την έννοια, δεν υπάρχει τίποτα πλεονάζον στο πλεονάζον προλεταριάτο. Το πλεονάζον προλεταριάτο είναι στην πραγματικότητα μια δυναμική εντός του προλεταριάτου ως έννοιας. Εξαιτίας αυτού, μπορούμε να πούμε περαιτέρω ότι, όπως και ο αντικειμενικός ανταγωνισμός της ίδιας της ταξικής σχέσης, η δομή του πλεονάζοντος προλεταριάτου διαποτίζει τη ζωή κάθε ατόμου με διαφοροποιημένους τρόπους χωρίς, παρ’ όλα αυτά, να ανάγεται σε μια ταυτότητα. Η ολότητα του πλεονάζοντος προλεταριάτου, όπως παράγεται από τη σχέση κεφάλαιο-εργασία και την επιταγή της υποτίμησης της συνολικής αξίας της εργατικής δύναμης, είναι παρουσα σε όλα τα άτομα32.

Το πλεονάζον προλεταριάτο σήμερα

Η “καινοτομία” της παραγωγής του πλεονάζοντος προλεταριάτου στην παρούσα στιγμή μπορεί να προσεγγιστεί από τις τρείς προοπτικές – της εργασίας, του κεφαλαίου και του κράτους αντίστοιχα – κάθε μια από τις οποίες αποκαλύπτει αποχρώσεις σχετικά με το παρόν χάσμα ανάμεσα στην προσφορά και τη ζήτηση για εργασία. Η τωρινή πρόσβαση στις αγορές εργασίας με συμβάσεις διαμορφώνεται βίαια στις συνθήκες ενός ελαστικοποιημένου εργατικού δυναμικού και πρόχειρων συμβάσεων εργασίας σε τέτοιο βαθμό που να καθιστά τους περισσότερους απασχολούμενους ήδη μισο-άνεργους. Η δραστηριότητα του πλεονάζοντος προλεταριάτου προϋποθέτει τον αποκλεισμό του από την αγορά εργασίας ως μιας συνθήκης για την είσοδό του σ’ αυτήν. Οι καινούργιες τυμπανοκρουσίες του “επιχειρηματισμού”, σύμφωνα με τις οποίες οποιοσδήποτε μπορεί να γίνει δάσκαλος, οδηγός ταξί ή διευθυντής ενός μοτέλ, δεν είναι παρά η γλώσσα ενός εργατικού δυναμικού που εντατικοποιεί τον ανταγωνισμό στο εσωτερικό του. Η αυτοαπασχόληση, που κάποτε εμφανιζόταν ως ένα σημάδι επιτυχίας, τώρα σηματοδοτεί την παρέλαση της εξατομίκευσης που βαδίζει σταθερά προς τον απόλυτο κίνδυνο. Επιπλέον, από τη δεκαετία του 1990 και μετά, όσοι ζούνε κοντά ή κάτω από το όριο της φτώχειας, ως αποτελέσματος μιας μέτριας αγοράς εργασίας, εξαρτώνται όλο και περισσότερο από τον χαμηλότοκο καταναλωτικό δανεισμό για να μπορέσουν να ενισχύσουν κάπως τους αποδυναμωμένους μισθούς τους.

Επιπλέον, οι ανταγωνιστικές σχέσεις εντός του πλεονάζοντος προλεταριάτου τείνουν να εκφράζονται κατά μήκος διαφορών φύλου, φυλής και γενιάς”

Για όλους αυτούς τους λόγους, μπορεί να ειπωθεί ότι η αναδιάρθρωση έχει μετατοπίσει ποιοτικά το προλεταριάτο από την κατάσταση της δυνητικής πενίας σ’ αυτό που έχει περιγραφεί ως συγκεκριμένη λουμπενοποίηση33. Αν, κατά τη διάρκεια των μέσων του 19ου αιώνα, το πλεονάζον προλεταριάτο συνίστατο στην δυνητική φτωχοποίηση του ελεύθερου εργάτη, η αναδιάρθρωση των δεκαετιών του 1970 και 1980 έχει καθιερώσει την συγκεκριμένη “υλοποίηση” του δυνητικού πένητα ως μιας μόνιμης συνθήκης του προλεταριάτου στη σχέση του με το κεφάλαιο. Ως τέτοιο, το πλεονάζον προλεταριάτο αναφέρεται στην παρούσα θέση της εργατικής δύναμης στη δυσκολία της να επιβεβαιώσει και πρα&gam