Δέκα σημειώσεις για την επαναστατική προοπτική

Barbaria1

το κείμενο σε ten_notes

Οι σημειώσεις αυτές σκοπεύουν να ανταποκριθούν σε δυο ιστορικές ανάγκες μέσα από τις οποίες επαναστατικές μειοψηφίες έχουν σκεφτεί τα καθήκοντά τους. Από τη μια πλευρά, ο κομμουνισμός είναι ένα πραγματικό κίνημα που καταργεί την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων. Όταν μιλάμε για την επανάσταση, την τάξη ή το κόμμα, μιλάμε για πραγματικότητες που ανδύονται μέσα από τις αντιφάσεις του κεφαλαίου, από τα ίδια τα θεμέλια της καπιταλιστικής κοινωνίας, από κοινωνικούς ανταγωνισμούς που αναπτύσσονται, όπως το ηφαιστειακό μάγμα, από τη σταθερή συσσώρευση υλικών και κοινωνικών αντιθέσεων. Αυτές οι αντιθέσεις προκαλούν τη σύγκρουση ανάμεσα στις τάξεις, η οποία συμβαίνει πολύ πιο γρήγορα στα ίδια τα γεγονότα απ’ ό,τι στο μυαλό των πρωταγωνιστών της. Με άλλα λόγια, το είναι προηγείται της συνείδησης. Από την άλλη, επαναστατικές μειοψηφίες έχουν πάντα προσπαθήσει να αναλύσουν και να κατανοήσουν την ιστορική περίοδο, με την παγκόσμια και διεθνή έννοιά της, στην οποία βρίσκονται.

Αυτό είναι που σκοπεύουμε να κάνουμε στο παρόν ημι-επεξεργασμένο υλικό, στο οποίο ισχυριζόμαστε ότι μπαίνουμε σε μια νέα περίοδο ανόδου της ταξικής πάλης, μια περίοδο που χαρακτηρίζεται από την ανάκτηση της ιστορικής εμπειρίας του προλεταριάτου μέσω μιας εντατικοποίησης της ταξικής πάλης.

1) Η επανάσταση είναι ένα φυσικό γεγονός, ένας κοινωνικός ιονισμός, μια έκφραση μέσω γεγονότων που συγκροτεί την τάξη στη διαδικασία ενίσχυσής της ως ένα κόμμα. Η πραγματική διαδικασία είναι αυτή που μπορεί να την συνδέσει [την επανάσταση] με το ιστορικό της νήμα και της επιτρέπει να επανασυνδεθεί με το κομμουνιστικό της πρόγραμμα.

2) Από την άλλη πλευρά, το να γίνει η επανάσταση κομμουνισμός, δηλαδή καθολική ανθρώπινη κοινότητα, είναι η μόνη ρεαλιστική δυνατότητα για την αποφυγή της ανθρώπινης και πολιτισμικής κατάρρευσης στην οποία θέλει να μας οδηγήσει το κεφάλαιο.

3) Είναι σημαντικό να τοποθετήσουμε αυτή τη δυνατότητα στην ιστορική περίοδο της ταξικής πάλης. Η επανάσταση δεν θεσπίζεται από την απλή επιθυμία ή βούληση ενός κόμματος, αλλά είναι ακριβώς η τάξη που συγκροτείται ως τέτοια. Από αυτή την άποψη, είναι σημαντικό να ξεχωρίσουμε τις εξαιρετικές ιστορικές στιγμές στις οποίες η κοινωνική ειρήνη του καπιταλισμού, ο φετιχισμός του για το εμπόρευμα και τη δημοκρατία, η συγκρότησή του σε αντεπαναστατική δύναμη διαρρηγνύεται με έναν γενικευμένο και βαθύ τρόπο.

Αυτές οι επαναστατικές περίοδοι (που δεν μπορούν να διαχωριστούν από την αντεπανάσταση που προετοιμάζουν άμεσα οι δυνάμεις του κεφαλαίου) εκφράστηκαν σε τρία επαναστατικά κύματα στα οποία το προλεταριάτο προσπάθησε να καταστρέψει την ταξική κοινωνία, μέσω της διαδικασίας της συγκρότησης της σε τάξη και κόμμα. Ένα πρώτο κύμα από το 1848 μέχρι το 1851 που επιτέθηκε σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή ήπειρο και έζησε την αποκορύφωσή του στους αγώνες του παριζιάνικου προλεταριάτου τον Ιούνιο του 1848, και αναλύθηκε τόσο καλά από το κόμμα μας σε κείμενα όπως Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία ή Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη (υπήρξαν επίσης και προηγούμενες απόπειρες όπως αυτές του 1930 στη Γαλλία ή το κίνημα των Λουδιτών στο Ηνωμένο Βασίλειο και πολλές άλλες ακόμα). Το δεύτερο επαναστατικό κύμα ήταν του 1917-1923 το οποίο είχε προηγούμενες στιγμές στις μαζικές απεργίες του 1904-1905 στο Βέλγιο, τη Γερμανία, την Ολλανδία και ιδιαίτερα, τη Ρωσία, ή την επανάσταση στο Μεξικό το 1910. Αυτό το δεύτερο κύμα τελείωσε με το προλεταριάτο στα οδοφράγματα του Μαΐου του 1937 στη Βαρκελώνη· και, τέλος, το τρίτο επαναστατικό κύμα που διατρέχει τις δεκαετίες του 1960 και του 1970 και τελείωσε όταν το προλεταριάτο στην Πολωνία ηττήθηκε το 1980.

4) Ο εντοπισμός αυτών των περιόδοων γενίκευσης και επέκτασης της προλεταριακής πάλης στη διαδικασία συγκρότησης της τάξης, ρήξης με τον φετιχισμό του εμπορεύματος και της δημοκρατίας, είναι πολύ σημαντικός. Από την μια πλευρά, μας τοποθετεί σε πραγματικές διαδικασίες που συμβαίνουν, της φυσικής συγκρότησης της τάξης και, από την άλλη, μας βοηθούν να αποφύγουμε τον τυπικό βολονταρισμό της αριστεράς του κεφαλαίου.

Αυτές είναι στιγμές στις οποίες η εξατομίκευση και ο διαχωρισμός των πολιτών διαρρηγνύονται, στις οποίες οι προλετάριοι τείνουν να ενωθούν και να αγωνιστούν για τα άμεσα και ιστορικά συμφέροντά τους, στις οποίες αρχίζουν να εφαρμόζουν τις ίδιες πρακτικές και τις ίδιες εμπειρίες που εφάρμοσαν τα ταξικά αδέλφια τους σε άλλες εποχές και τόπους. Αυτό είναι που πραγματικά μπορεί να μας επιτρέψει (και χωρίς καμμιά θεία επιφοίτηση) να ξαναπιάσουμε το προγραμματικό νήμα του παρελθόντος και να το βαθύνουμε. Είναι αυτό που μας επιτρέπει να καταλάβουμε το άχαρο καθήκον που οι κομμουνιστές και οι επαναστατικές μειοψηφίες αναλαμβάνουν σε καιρούς αντεπαναστατικούς, όταν πηγαίνουμε κόντρα στο ρεύμα της τάξης μας. Στις στιγμές ανόδου της τάξης, συγκρότησης και ενίσχυσης του προλεταριάτου, υπάρχει μια αντιστροφή της πράξης όταν εκατομμύρια προλετάριοι είναι πρωταγωνιστές του κομμουνιστικού προγράμματος, που γίνεται κατανοητό ως πραγματικές θέσεις και όχι ως ιδεολογικές αρχές.

5) Είναι σημαντικό να τοποθετήσουμε τις αντεπαναστατικές περιόδους, περιόδους φυσικής και ιδεολογικής ήττας του προλεταριάτου που μοιάζουν να το κατανικούν οριστικά και που έχουν προκαλέσει αναμφισβήτητες συνέπειες πάνω του. Όμως, η επανάσταση, ως μια έκφραση του κομμουνισμού στην εποχή του κεφαλαίου, επιστρει και εγείρετα ξανά και ξανά σαν Προμηθέας. Είναι σημαντικό να καταλάβουμε και να βιώσουμε τον ακανόνιστο χαρακτήρα της προλεταριακής πάλης, που σαν τον παλιό τυφλοπόντικα περνά τον περισσότερο χρόνο του σκάβοντας βαθιά μέσα στην κρούστα/κατακάθια του κεφαλαίου, ώστε να μην πέσει στις επανερχόμενες διαρκώς σοσιαλδημοκρατικές ιδεολογίες που αρνούνται, στην καιρό της κοινωνικής ειρήνης, τη δυνατότητα της επανάστασης και την πραγματικότητα της τάξης…Εν ολίγοις, την ψευδή αιωνιότητα του κεφαλαίου.

6) Πρέπει να αναλύσουμε την ιστορική ιδιαιτερότητα κάθε ιστορικής περιόδου και των διαφορετικών φάσεών της. Για παράδεγμα, μιλώντας για αντεπαναστατικές περιόδους, η τωρινή στιγμή δεν είναι η ίδια με τις δεκαετίες του 1940 και του 1950 στον 20ο αιώνα, που ήταν η ιστορική στιγμή κατά την οποία η τάξη μας ήταν εξαιρετικά αποδομημένη εξαιτίας των υλικών αποτελσμάτων διαφόρων αντιθέσεων και αστικών διχοτομιών: φασισμός, Μπολσεβικισμός/Σταλινισμός, Δυτικές δημοκρατίες, Τριτοκοσμισμός κλπ. Τη δεκαετία του 1960 υπήρξε ένα τρίτο επαναστατικό κύμα τα αποτελέσματα του οποίου φάνηκαν σε ολόκληρη τη δεκαετία του 1970. Τη δεκαετία του 1980, αν και σε ένα επίπεδο χαμηλότερης έντασης, υπήρξαν σημαντικά στοιχεία της ταξικής πάλης (για παράδειγμα οι αγώνες στην περιοχή της Ισπανίας το διάστημα 1986-1987 ή το λεγόμενο Caracazo2 στη Βενεζουέλα) που υποχώρησαν στη δεκαετία του 1990 και που μπορούν επίσης να παρατηρηθούν στην κρίση ή τη διάλυση πολλών επαναστατικών μειοψηφιών εκείνης της περιόδου. Εν πάσει περιτπώσει, δεν είναι ένα συγκρίσιμο φαινόμενο (παρά τον δημοκρατικό κρετινισμό εκείνης της περιόδου) με αυτό των δεκαετιών του 1940 και 1950.

Γενικά, μπορούμε να μιλήσουμε για συμπυκνωμένες περιόδους επανάστασης και αντεπανάστασης, τέτοιες όπως αυτές που περιγράψαμε μέχρι τώρα, και φάσεις μικρότερης έντασης της ταξικής πάλης και της επανάστασης. Στην πρώτη περίπτωση μπορούμε να βρούμε τα παραδείγματα της περιόδου ανάμεσα στο 1864 και το 1871, όταν η τάξη έτεινε να οργανωθεί σε κόμμα μέσα από την Πρώτη Διεθνή, η οποία φτάνει στο αποκορύφωμά της το 1871 με την Παρισινή Κομμύνα. Ένα παράδεγμα αντεπαναστατικής υποτροπής θα ήταν ολόκληρη η περίοδος της δεκαετίας του 1990 στον 20ο αιώνα: αν και η ταξική πάλη ήταν ακόμα ζωντανή, το προλεταριάτο βρισκόταν σε μια γενικά δυσμενή κατάσταση. Συνοπτικά, έχουμε συμπυκνωμένες διαδικασίες επαναστατικών ανόδων, αντεπαναστατικές περιόδους που προκύπτουν από την φυσική και ιδεολογική ήττα του προλεταριάτου και μεταβατικές περιόδους (καθοριστικές περιόδους), στις οποίες η αυτοδραστηριότητα και η ταξική πάλη ανακτώνται και που μπορούν να προετοιμάσουν πιο έντονες επαναστατικές στιγμές. Γενικά, η επανάσταση και η αντεπανάσταση είναι πάντα πιο έντονες. Και, πάνω απ’ όλα, η επανάσταση τείνει να συγχρονίζεται όλο και περισσότερο σε παγκόσμια κλίμακα.

7) Για μας, η τάξη έχει έναν διπλό καθορισμό που παρουσιάζουμε ξεχωριστά για λόγους ευκολίας. Το προλεταριάτο “αιωρείται στον ρεύμα του αέρα”, επειδή η αναπαραγωγή του δεν είναι εγγυημένη μέσα από τους υλικούς δεσμούς με τη ζωή, και το προλεραριάτο είναι μια τάξη που συγκροτείται στο κίνημα που αντιτίθεται σ’ αυτόν τον κόσμο. Είναι δράση και δραστικότητα/ικανότητα [ενεργεία και δυνάμει] με έναν αδιαχώριστο τρόπο. Μιλάμε για το ίδιο κίνημα, που η σοσιαλδημοκρατία διαχωρίζει σε οικονιμία και πολιτική, στην τάξη διεαυτήν και την τάξη καθεαυτήν3. Η επισφαλής θέση του, το γεγονός ότι μετεωρίζεται στον “αεραγωγό” αν αποτύχει να πουλήσει την εργατική του δύναμη, συνεπάγεται έναν ανταγωνισμό απέναντι στο κεφάλαιο, την κατηγορική αντίθεσή του. Υπάρχει, λοιπόν, ένας ανταγωνισμός ανάμεσα στις ανθρώπινες ανάγκες και τις κατηγορίες του κεφαλαίου. Αυτό είναι που μας κάνει να ισχυριζόμαστε με έμφαση ότι το είναι του προλεταριάτου, ως επιβεβαίωση των ανθρώπινων αναγκών του, είναι η άρνηση των κατηγοριών του κεφαλαίου, ως επιβεβαίωσης της ανθρώπινης κοινότητας. Αυτός είναι ο λόγος που ο κομμουνισμός είναι ένα πραγματικό κίνημα.

8) Μ’ αυτή την έννοια, είναι σημαντικό να πολεμήσουμε τις ιδεολογίες της ήττας που εκφράζουν έναν αντεπαναστατικό ρόλο σήμερα, είτε μέσω της άρνηση της ύπαρξης του προλεταριάτου και της πρότασης μιας αδύνατης αφαίρεσης σ’ αυτόν τον κόσμο, είτε ανάγοντας την τάξη σε έναν απλό τροχό του κεφαλαίου – που αγωνίζεται εναντίον του αλά δεν θα το αρνηθεί ποτέ – ή ανάγοντάς το σε μια ακόμα πραγματικότητα μεταξύ άλλων, ώστε ο γενικός αγώνας να θεωρείται ως ένα άθροισμα ειδικότερων και συγκεκριμένων αγώνων: ταξικοί αγώνες, φεμινιστικοί αγώνες, περιβαλλοντικοί αγώνες, αντιρατσιστικοί αγώνες κλπ.

Αυτές οι ιδεολογίες τείνουν να συγχέουν την άμεση φάση με την ιστορική διαδικασία και, πάνω απ’ όλα, ανάγουν την επανάσταση σε ένα ιδεολογικό γεγονός, καθαρής πεποίθησης ή ατομικής επιλογής, και όχι σε μια υλική και φυσική πραγματικότητα που αναδύεται από την μη αναστρέψιμη αντίθεση ανάμεσα στις ανθρώπινες ανάγκες και το κεφάλαιο.

Η τάξη η συγκροτημένη σε κόμμα δεν γεννιέται από μια βολονταριστική επιλογή ή από ένα στατιστικό και κοινωνιολογικό σύνολο, αλλά από την υλική διαδικασία της επιβεβαίωσης ως τάξης, που παίρνει το ιστορικό νήμα και τις θέσεις που την ισχυροποιούν ώστε να επιτελέσει το καθήκον της.

9) Είμαστε στην ιστορική στιγμή της εξάντλησης του κεφαλαίου ως μιας κοινωνικής σχέσης, επειδή φτάνει ιστορικά τα εσωτερικά όρια της ανάπτυξής του. Το κεφάλαιο, από τους εσωτερικούς του μηχανισμούς, θα καταστρέφει όλο και περισσότερους προλετάριους σε έναν κόσμο πλεονάζουσας ανθρωπότητας.

Αυτό δίνει έναυσμα και θα εντατικοποιήσει όλο και πιο έντονες διαδικασίες ταξικής πάλης. Μια ψευδώς κατανοούμενη πραγματικότητα προσπαθεί να μας κάνει να πιστέψουμε ότι ζούμε σε έναν κόσμο χωρίς επαναστάσεις και εξεγέρσεις. Αρκεί να στρέψουμε το βλέμμα μας από τη Ρουμανία μέχρι την Αλβανία, από την Αλγερία στο Ιράκ, από τη Βολιβία στο Εκουαδόρ, από την Αργεντινή στην Οαχάκα για να δούμε την ένταση των εξεγέρσεων και των επαναστάσεων που έχουν ταξιδέψει σ’ ολόκληρο τον πλανήτη τα τελευταία 25 χρόνια. Για να μην αναφέρουμε τις έντονες διαδικασίες ταξικής πάλης που συνέβησαν το 2011 στον Αραβικό κόσμο, ακριβώς τη στιγμή που στην κυβέρνηση βρίσκονταν αρκετοί Σοσιαλδημοκράτες διακηρύσσοντας το τέλος των επαναστάσεων. Ο παλιός μας τυφλοπόντικας απολαμβάνει να εκπλήσσεια αυτές τις μετριότητες-προφήτες.

Συνεπώς, βασιζόμενοι σ’ αυτούς τους πρόσφατους αγώνες που εκδηλώθηκαν στις αρχές της χιλιετίας στη Λατινική Αμερική και αυτούς τους πιο διαδεδομένους του κύκλου 2008-2013 (εξεγέρσεις λόγω πείνας, Ελλάδα, Αραβικός κόσμος…), ισχυριζόμαστε ότι η αρχή μιας μετάβασης έρχεται σε ρήξη με την ιστορικά δυσμενή περίοδο της δεκαετίας του 1990.

Το άμεσο μέλλον θα είναι, συνεπώς, αυτό της έντονης ταξικής πάλης. Είναι κάτι που έχει παρατηρηθεί για αρκετούς μήνες σε περιοχές όπως η Κίνα, το Ιράν, το Ιράκ, το Κουρδιστάν, η Αϊτή…Και που πιο πρόσφατα περνά επίσης μέσω της Γαλλίας – με το κίνημα των κίτρινων γιλέκων -, την Ουγγαρία ή την Τυνησία. Είναι μια ταξική πάλη τεμαχισμένη και διαχωρισμένη, προς το παρόν, από το ιστορικό νήμα του παρελθόντος της, της προοπτικής της και του προγράμματός της. Αυτό είναι το μεγάλο δράμα της εποχής μας: το χάσμα ανάμεσα στην ένταση της πάλης και της ρήξης της με το προηγούμενο ιστορικό νήμα4. Κάτι ανάλογο, και ακόμα ισχυρότερο, βιώθηκε τη δεκαετία του 1950, όταν η σταλινική αντεπανάσταση έμοιαζε ως μια καταστροφή χωρίς τέλος. Σήμερα, αυτό που μπορούμε να δούμε, γενικά, είναι μια απουσία μιας κομμουνιστικής προοπτικής, μια αποκήρυξη/απάρνηση της δυνατότητας της καθολικής ανθρώπινης κοινότητας. Κι όμως, παρ’ όλα αυτά, ο παλιός κομμουνιστής τυφλοπόντικας συνεχίζει να σκάβει τον δρόμο του. Το έκανε ακόμα και καταστρέφοντας όλα τα καπιταλιστικά κράτη που στην Ανατολική Ευρώπη είχαν γίνει βασικοί πρωταγωνιστές της αντεπανάστασης.

Η κατανόηση αυτής της ιδιορρυθμης φάσης της ταξικής πάλης είναι ουσιώδης. Το προλεταριάτο παρά την ιστορική τομή/κενό πάντα ξαναξεκινά την ιστορική του εμπειρία. Και συμβαίνει η συγκρότησή του σε τάξη να μην είναι μια φωτισμένη εφεύρεση αλλά να γεννιέται στο έδαφος της καπιταλιστικής κοινωνίας. Βιώνουμε μια μεταβατική φάση με το τέλος μιας στιγμής αντιστροφής της ροής των προλεταριακών αγώνων (μετά το κύμα του 2008-2013) και επανεκκίνησης/εκ νέου έναρξης του διεθνούς κύκλου αγώνων. Αυτή η διαδικασία είναι μια μάχη· είναι η μάχη για την συγκρότηση της τάξης σε κόμμα. Το να αποκρυσταλλώσουμε αυτή τη διαδιακασία ώς κάτι ήδη δεδομένο, ως μια α πριόρι ήττα, είναι απλά εγκληματικό, και αυτό είναι που όλα τα ρεύματα του σοσιαλδημοκρατικού καταστροφισμού θα κάνουν πάντα.

Σήμερα ζούμε μια φάση σεχταρισμού ως επαναστατικές μειοψηφίες, μια απομόνωση παρόμοια μ’ αυτήν που βίωναν μερικοί σύντροφοι τον 19ο αιώνα αλλά με τα βαρίδια των αντεπαναστάσεων του 20ου αιώνα. Ζούμε μια απομόνωση των ταξικών θέσεων του προλεταριάτου, ενός προλεταριάτου που παλεύει αλλά υποφέρει από τη δυσκολία της εμβάθυνσης των άμεσων και ιστορικών αναγκών του, συχνά εκτρέποντας τους αγώνες του από την πληθώρα μοντέρνων και μεταμοντέρνων ιδεολογιών.

Παρ’ όλα αυτά, είμαστε πεποισμένοι ότι στα επαναστατικά κύματα που θα επανεμφανιστούν σε ένα όχι πολύ μακρινό μέλλον, το προλεταριάτο θα χρειαστεί να παλέψει ενωμένο για την ταξική του προοπτική, για να την εμβαθύνει, για να αναπτύξει μια αντιστροφή της πράξης του με την οποία οι ιστορικές του ανάγκες, η κατάργηση του Κράτους και της μισθωτής εργασίας, θα είναι όλο και περισσότερο στο προσκήνιο. Και πρόκειται για το ότι ο αγώνας για τον κομμουνισμό δεν είναι απλά ένας αγώνας ανάμεσα στους άλλους, αλλά αναδύεται από τη φύση και από το βαθύ είναι του προλεταριάτου, μια φύση που είναι ταυτόχρονα και επαναστατική και εκμεταλλευόμενη. Και ο μόνος τρόπος που το προλεταριάτο πρέπει να παλέψει ενάντια στην εκμετάλλευσή του είναι η συσχέτιση, η αλληλεγγύη, η αυτοδραστηριότητα, η συγκρότησή του σε τάξη και κόμμα για την κατάργηση του κεφαλαίου. Έτσι ήταν τα πράγματα και έτσι θα είναι και πάλι. Οι επαναστατικές μειοψηφίες του παρόντος έχουν την ευθύνη να είναι ένα πλήρως ενεργό κομμάτι της τάξης μας στις αποφασιστικές στιγμές της σύγκρουσης που θα λάβει χώρα, πολεμώντας χωρίς κανένα συμβιβασμό για να επαναοικειοποιηθεί και να αναπτύξει το πρόγραμμά της η τάξη μας.

10) Συνοψίζοντας, ζούμε σε μια μετέωρη περίοδο στην οποία η επανεκκίνηση της ιστορικής εμπειρίας του προλεταριάτου συνυπάρχει, μέσω εξεγέρσεων και ανταρσιών που απλώνονται από το 2011 μέχρι τις σημερινές, με τις αντεπαναστάσεις και της ήττες που αντιπροσωπεύουν μια τομή/ασυνέχεια στην μεταδιδόμενη εμπειρία και σε ένα κλείσιμο του μελλοντικού ορίζοντα των προσδοκιών. Οι συνεχιζόμενες εξεγέρσεις συνιστούν τα οχήματα επικοινωνίας ανάμεσα στην τρέχουσα εμπειρία και τις διαδικασίες της συγκρότησης του προλεταριάτου σε τάξη και στις επαναστάσεις του μέλλοντος.

1 Στμ. Μεταφρασμένο από εδώ: http://barbaria.net/2019/11/14/ten-notes-about-the-revolutionary-perspective.

2 Στμ. Caracazo (η σφαγή του Καράκας) – είναι το όνομα που έχει δωθεί στο κύμα διαμαρτυριών, ταραχών, λεηλασιών, πυροβολισμών και αιματοκυλίσματος που άρχισαν στις 27 Φεβρουαρίου του 1989 στην πρωτεύουσα της Βενεζουέλας, Καράκας και στις γύρω πόλεις, https://en.wikipedia.org/wiki/Caracazo.

3 Στμ. Στη μαρξική ορολογία η “τάξη καθεαυτήν” ορίζεται ως η κατηγορία ανθρώπων που έχουν μια κοινή σχέση με τα μέσα παραγωγής και η “τάξη διεαυτήν” ορίζεται ως ένα στρώμα που οργανώνεται για την ενεργή επιδίωξη κάποιου σκοπού. Η εργατική τάξη λοιπόν για να χειραφετηθεί θα πρέπει εκτός από τάξη καθεαυτήν – δηλαδή μια αντικειμενικά καταπιεζόμενη και εκμεταλλευόμενη τάξη – να συγκροτηθεί και σε τάξη διεαυτήν, παλεύοντας ενεργά για τη χειραφέτησή της.

4 Στμ. Μήπως η κατανόηση αυτής της ρήξης απαιτεί να δούμε τη βαθιά διαδικασία αναδιάρθρωσης του κεφαλαίου και, συνεπώς, και της ταξικής πάλης από το 1970 και μετά;

Leave a Reply

Your email address will not be published.