Έμφυλη διάκριση, προγραμματισμός και κομμουνιστικοποίηση

του Roland Simon1

Μια συζήτηση για την έμφυλη διάκριση εντός του καπιταλισμού με τον Roland Simon της Théorie Communiste.

Με δεδομένο το αντικείμενο, αισθάνομαι υποχρεωμένος να επισημάνω ότι σε όλη την έκταση του παρόντος κειμένου έχω εξαιρέσει τον εαυτό μου από το καθήκον, εκνευριστικό τόσο στο γράψιμο όσο και στο διάβασμα, να “θηλυκοποιήσω” επίθετα, ουσιαστικά, αντωνυμίες και μετοχές. Αν είναι αναγκαίο, θα το κάνει αυτό ο ίδιος/η ίδια ο/η αναγνώστης.

Εισαγωγή: άντρες, γυναίκες και κομμουνιστικοποίηση

Η επανάσταση ως κομμουνιστικοποίηση γεννιέται από αυτόν τον κύκλο αγώνων, που παράγει τα χαρακτηριστικά της· ως τέτοια, στηρίζεται λογικά2 στην κατάργηση της έμφυλης διάκρισης. Δεν υπάρχει κατάργηση της διαίρεσης της εργασίας, δεν υπάρχει κατάργηση της ανταλλαγής και της αξίας, δεν υπάρχει κατάργηση της εργασίας (της μη-σύμπτωσης της ατομικής και της κοινωνικής δραστηριότητας), δεν υπάρχει κατάργηση της οικογένειας, δεν υπάρχει αμεσότητα των σχέσεων ανάμεσα στα άτομα που τα προσδιορίζουν στην μοναδικότητά τους, χωρίς την κατάργηση αντρών και γυναικών. Δεν μπορεί να υπάρχει αυτο-μετασχηματισμός των προλετάριων σε άτομα που ζουν ως μοναδικά άτομα, χωρίς την κατάργηση των σεξουαλικών ταυτοτήτων. Κανένα μέτρο της κομμουνιστικοποίησης δεν πρόκειται να πετύχουν αν δεν επιλύσουν αυτό το ζήτημα επιτιθέμενο σε αυτό συγκεκριμένα και καταργώντας τους ίδιους τους όρους του.

Όσο υπάρχει μια σχέση μεταξύ αντρών και γυναικών, δεν μπορεί να υπάρχει μια αμεσότητα στις σχέσεις μεταξύ ατόμων που να τα ορίζουν [οι σχέσεις] στην μοναδικότητά τους· στην πραγματικότητα μια κοινωνική κατασκευή θα παρουσιάζεται ως φυσική και μια διαίρεση στην κοινωνία που υπαγάγει συγκεκριμένα άτομα θα λαμβάνεται ως δεδομένη. Ως αποτέλεσμα αυτής της γενικής, αφηρημένης διαίρεσης, που εμφανίζεται ως δεδομένη, όλες οι άλλες διαιρέσεις θα διατηρούνται γιατί αυτή η διαίρεση κατασκευάζεται από όλες τις άλλες, ακόμα και αν η ίδια ως τέτοια δεν ορίζει οποιαδήποτε σχέση παραγωγής ή οποιονδήποτε τρόπο παραγωγής.

Πρέπει να είμαστε ικανοί να σκεφτόμαστε την κοινωνικάή διαδικασία μέσω της οποίας μπορούμε να φτάσουμε σε μια κατάσταση που η διάκριση μεταξύ των φύλων δεν θα έχει πλέον καμμιά κοινωνική συνάφεια/σχέση. Αυτό είναι το ερώτημα. Θα ξεκινήσω από την κοινωνική κατασκευή της ομάδας γυναίκες, στη συνέχεια θα μελετήσω την οικονομική διάσταση της σχέσης μεταξύ αντρών και γυναικών στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής (ΚΤΠ) και τέλος θα κλείσω με το ζήτημα της κατάργησης της έμφυλης διάκρισης στον προγραμματισμό και στην επανάσταση ως κομμουνιστικοποίηση.

I. Η κοινωνική κατασκευή της ομάδας γυναίκες

Για να μπορέσουμε να καταλάβουμε την κατάργηση των όρων της σχέσης μεταξύ αντρών και γυναικών θα πρέπει να καταλάβουμε πώς κατασκευάζεται η ίδια. Για να καταλάβουμε πώς κατασκευάζεται αυτή η σχέση, δεν θα πρέπει να έχουμε ως σημείο αφετηρίας μας την (βιολογική) αναπαραγωγή και την ιδιαίτερη θέση των γυναικών σε αυτή την αναπαραγωγή (Françoise Héritier), αλλά μάλλον τι καθιστά αυτή τη θέση ιδιαίτερη και της προσδίνει μια κοινωνική σημασία: τους τρόπους παραγωγής μέχρι σήμερα. Ο ιστορικά επανερχόμενος χαρακτήρας της ιδιοποίησης των γυναικών εκφράζει την επανάληψη, σε όλους τους τρόπους παραγωγής μέχρι σήμερα, της αύξησης/ενίσχυσης του πληθυσμού ως της κύριας παραγωγικής δύναμης που δεν είναι πλέον μια φυσική σχέση, όχι περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη οικονομική σχέση παραγωγής, και η οποία δεν βρίσκεται χωρίς τον χωρισμό της κοινωνίας σε εργάτες και μη-εργάτες.

Η ιδιοποίηση/απαλλοτρίωση αυτής της παραγωγικής δύναμης συνεπάγεται την ιδιοποίηση του προσώπου που είναι φορέας της. Ιδιοποιημένη/απαλλοτριωμένη ως πρόσωπο, η γυναίκα δεν είναι μια κοινωνικά αναγνωρισμένη οντότητα, ικανή να αναγνωρίζεται κοινωνικά ως τέτοια, κάτι που συνεπάγεται την απαλλοτρίωση της ολότητας της δραστηριότητάς της· βλέπουμε εδώ την δημιουργία, και το πέρασμα στην κατηγορία της οικιακής εργασίας (που δεν βρίσκεται σε οποιαδήποτε αναγκαστική σχέση με οποιονδήποτε τύπο συγκεκριμένης δραστηριότητας). Δεν έχουμε σαν σημείο αφετηρίας μια προϋποτιθέμενη κατηγορία, “γυναίκες”, για να εξηγήσουμε γιατί υφίστανται την κυριαρχία, αντίθετα το σημείο αφετηρίας μας είναι η κυριαρχία, μια ιστορική κοινωνική σχέση, που παράγει τις “γυναίκες”.

Οι γυναίκες παράγουν παιδιά, αλλά δεν υπάρχει κάτι περισσότερο φυσικό σχετικά με τον τρόπο που αυτό το γεγονός φτάνει να ορίσει μια “κοινωνική οντότητα” από οποιοδήποτε άλλο χαρακτηριστικό ή καθορισμό. Αν το “να κάνουν παιδιά” γίνεται ο ορισμός μιας ομάδας ατόμων, των γυναικών, τότε αυτό είναι μια καθαρή κοινωνική κατασκευή. Η αύξηση του πληθυσμού ως πρωταρχικής παραγωγικής δύναμης μας επιτρέπει να θεωρήσουμε βιολογικές διαφορές στην αναπαραγωγή ως κάτι στο οποίο μια κοινωνική σχέση δίνει νόημα· αυτές οι διαφορές δεν περιμένουν να τους δωθεί ένα νόημα, αλλά μάλλον κατασκευάζονται εξ ολοκλήρου κοινωνικά ως διαφορές. Αυτή η κατασκευή συνεπάγεται την απαλλοτρίωση των γυναικών και την υποταγή τους σε αυτή τη λειτουργία.

Είναι αυτή η απαλλοτρίωση που αποκαλούμε “φύλο”. Αν το φύλο δεν υπήρχε, αυτό που ονομάζουμε σεξ θα ήταν απογυμνωμένο από νόημα, και δεν θα θεωρούνταν ως κάτι σημαντικό: θα ήταν μόνο μια φυσική διαφορά όπως οι άλλες. Το φύλο δεν είναι μια κοινωνική κατασκευή που εγείρεται στην βάση ομάδων που έχουν ήδη συγκροτηθεί από τη φύση. Αυτό που είναι φυσικό (και δεν είναι υπό αμφισβήτηση) δεν είναι το υπόστρωμα του φύλου, είναι το γένος [gender] που δημιουργεί τα φύλα [sexes], ή με άλλα λόγια, δίνει νόημα στα φυσικά χαρακτηριστικά/γνωρίσματα που δεν κατέχουν πλέον ένα εσωτερικό/ενδογενές νόημα περισσότερο από το υπόλοιπο φυσικό σύμπαν. Έχοντας θεμελιώσει αυτή τη θέση, θα πρέπει να απορρίψουμε οποιαδήποτε “ανθρωπολογία των αρχών”· το αληθινό σημείο αφετηρίας για την κατανόηση αυτής της κατασκευής είναι το σημείο στο οποίο μπορεί να εμφανιστεί αυτό το ερώτημα επειδή όντως εμφανίζεται ως ερώτημα – και αυτό το σημείο είναι ο ΚΤΠ: η αντιφατική του σχέση με την εργασία και τον πληθυσμό (δείτε παρακάτω).

Δεν μπορούμε να αφήσουμε στην άκρη, ως άνευ σημασίας, το γεγονός ότι ο κοινωνικός ορισμός των γενών ορίζει τα φύλα. Όταν η κοινωνική διάκριση εισάγει μια ανατομική διάκριση, με άλλα λόγια, όταν μια ανατομική διάκριση κατασκευάζεται ως μια κοινωνική διάκριση, όταν έχει νόημα, πρέπει να την μεταχειριστούμε ως τέτοια: μια ανατομική διάκριση που έχει νόημα. Η αντίληψη της ανθρωπότητας ως διαιρεμένης μεταξύ δυνητικών φορέων παιδιών και μη-φορέων δεν είναι μια “αυθόρμητη αντίληψη”, είναι μια κοινωνική κατασκευή, αλλά από τη στιγμή που αυτή η κατασκευή έχει καταστεί αποτελεσματική, μπορούμε να επιβεβαιώσουμε ότι υπάρχουν δύο και μόνο δύο φύλα. Είναι μια αντικειμενική κοινωνική κατασκευή. Η τοποθέτηση της αναπαραγωγικής λογικής σε μια δομική/δομίζουσα θέση, που είναι χαρακτηριστική όλων των τρόπων παραγωγής (και η οποία είναι επίσης μια κοινωνική κατασκευή) ανάγει ένα πολύπλοκο σύνολο φυσικών μεταβλητών σε μια διχοτομική ταξινόμηση, κοινωνικά κατασκευασμένη και επιβεβλημένη αν είναι απαραίτητο.

Αν όλες οι κοινωνίες μέχρι σήμερα στηρίζονται στην αύξηση του πληθυσμού ως πρωταρχικής δύναμης παραγωγής αυτό συμβαίνει επειδή είναι ταξικές κοινωνίες. Η κοινωνική διαίρεση που προκύπτει μεταξύ εργατών και μη-εργατών συζεύγνεται αμέσως με μια άλλη διαίρεση που είναι εσωτερική σε αυτήν, αλλά της οποίας οι όροι δεν αντιστοιχούν σε αυτή τη διαίρεση: μια έμφυλη διαίρεση της κοινωνίας. Στην πραγματικότητα, μέχρι την εμφάνιση του κεφαλαίου, συμπεριλαμβανομένων των σημείων που τα πράγματα αρχίζουν να γίνονται αντιφατικά, η κύρια πηγή της πλεονάζουσας-εργασίας (υπερεργασίας) είναι φυσικά η εργασία που συνεπάγεται την αύξηση του πληθυσμού. Η απαραίτητη απαλλοτρίωση/ιδιοποίηση της υπερεργασίας, που είναι ένα καθαρά κοινωνικό φαινόμενο (πλεονάζουσα εργασία δεν μπορεί να αποδοθεί σε οποιαδήποτε υποτιθέμενη πλεονάζουσα αποδοτικότητα της εργασίας), δημιουργεί τα φύλα και την κοινωνική συνάφεια/καταλληλότητα της σεξουαλικής τους διάκρισης. Είναι η πλεονάζουσα εργασία που δομεί τις δύο διαμερίσεις: εργάτες/μη-εργάτες και άντρες/γυναίκες. Δεν υπάρχουν δύο ταξικά συστήματα επειδή δεν υπάρχουν δύο τρόποι παραγωγής και επειδή υπάρχει μόνο μια υπερεργασία. Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει υπερεργασία χωρίς μια έμφυλη διαίρεση της ανθρωπότητας. Η αντίθεση ανάμεσα σε εργάτες και μη-εργάτες και η αντίθεση ανάμεσα σε άντρες και γυναίκες είναι συνέπειες και δεν υπερτίθεται η μία στην άλλη. Η δεύτερη αντίθεση, αν και δεν ορίζει οποιονδήποτε συγκεκριμένο τρόπο παραγωγής, είναι εν τούτοις εξίσου μια συγκεκριμένη αντίθεση που δεν μπορεί να αναχθεί στην πρώτη. Η “πατριαρχία” δεν έχει υπάρξει ποτέ μια σχέση παραγωγής ούτε τρόπος παραγωγής. Η ιστορία της πατριαρχίας είναι μια οφθαλμαπάτη, όπως είναι, σε ένα διαφορετικό επίπεδο, η ιστορία του Κράτους, της θρησκείας, της τέχνης…Αν δεν υπάρχει ιστορία της πατριαρχίας, ούτε καν μια ιστορία της σχέσης μεταξύ αντρών και γυναικών, αυτό συμβαίνει επειδή αυτό με το οποίο έχουμε να κάνουμε είναι μια σχέση που αναπαράγεται συγκεκριμένα κάθε φορά από κάθε τρόπο παραγωγής που αποτελεί τη συνθήκη της. Η σχέση μεταξύ αντρών και γυναικών είναι ομοούσια με την ίδια την ύπαρξη της εκμετάλλευσης της πλεονάζουσας εργασίας. Η πλεονάζουσα εργασία είναι η έννοια που δομεί τις δύο διαιρέσεις χωρίς να τις συγχέει (προλετάριοι/καπιταλιστές και άντρες/γυναίκες). Στον ΚΤΠ θα μπορούσε κανείς να διαπράξει σφάλμα αν επρόκειτο να θεμελιώσει την διαδοχή των οικονομικών κατηγοριών στην ακολουθία στην οποία ήταν ιστορικά αποφασιστικές.

Η απαλλοτρίωση της πρωταρχικής δύναμης παραγωγής και η πηγή της πλεονάζουσας εργασίας διενεργείται από όλους τους άντρες σαν αποτέλεσμα της απλής έμφυλης διάκρισης στην κοινωνία. Δεν αντλούν όμως όλοι οι άντρες κέρδος από αυτή την ιδιοποίηση με ένα ταυτόσημο τρόπο (τόσο σε όρους ποσότητας όσο και ποιότητας) και στον ίδιο βαθμό σύμφωνα με την θέση τους στην διαίρεση ανάμεσα σε εργάτες και μη-εργάτες.

II. Η οικονομική διάσταση της σχέσης μεταξύ αντρών και γυναικών στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής

1. Οικιακή εργασία/αναγκαία εργασία/πλεονάζουσα εργασία

Η πρόσδεση της συζύγου (και των παιδιών) στην τάξη του συζύγου είναι θεωρητικά και κοινωνικά έγκυρη. Σε όρους αυτού του ερωτήματος, η παραμονή εντός του καθορισμού των τάξεων στη βάση της κατανομής των μέσων παραγωγής (“η πρώτη κατανομή” του Μαρξ) είναι ανεπαρκής. Η σχέση μεταξύ των τάξεων είναι μια σχέση που αναπαράγει τον εαυτό της, που προϋποθέτει τον εαυτό της· επομένως είναι μια σχέση που περιέχει εντός της όλες τις συνθήκες για την ανανέωσή της. Οι μισθοί είναι η αξία της αναπαραγωγής της εργατικής-δύναμης και της “φυλής των εργατών” (Μισθοί, Τιμές και Κέρδος3), και όχι η πληρωμή της “αξίας της εργασίας” (που είναι μια άτοπη έκφραση). Η σχέση της εξάρτησης (η σχέση της συντήρησης στην οποία οι γυναίκες βρίσκουν τον εαυτό τους) είναι το ίδιο το προϊόν του μισθού ως αναπαραγωγή της εργατικής-δύναμης, μάλλον, και όχι ως “πληρωμή της εργασίας”. Ο μισθός προϋποθέτει και αναπαράγει στην ίδια του τη βάση την οικογένεια και τις σχέσεις εξάρτησης αυτής. Αυτή η σχέση εξάρτησης δεν είναι μια άλλη σχέση παραγωγής επειδή δεν έχει αυτονομία ούτε αρχή της ίδιας της ανανέωσής της (πβλ. Θεωρίες της Υπεραξίας). Αν ο σύζυγος δεν επιστρέψει στη δουλειά, δεν μπορεί να ανανεώσει αυτή τη λειτουργία σε σχέση με τη γυναίκα του: εκμεταλλευόμενος τη γυναίκα του δεν παράγει τις συνθήκες της ανανέωσης αυτής της εκμετάλλευσης.

Μόνο μια μη-προγραμματιστική θεωρία της ταξικής πάλης και μια θεωρία της επανάστασης ως κατάργησης όλων των τάξεων, ως η κατάργηση του προλεταριάτου και της μορφής-μισθός μπορεί να λάβει υπόψη της τον εσωτερικό ανταγωνισμό που εμπεριέχεται στον μισθό ως αναπαραγωγή της εργατικής-δύναμης και, ακόμα περισσότερο, να θεωρήσει ότι αυτός ο εσωτερικός ανταγωνισμός είναι και θα πρέπει να είναι ένα καθοριστικό στοιχείο στην κατάργηση του μισθού.

Το να πούμε ότι ο μισθός πληρώνει για την αναπαραγωγή της εργατικής-δύναμης και της “φυλής των εργατών” μας πηγαίνει πέρα από το κατώφλι της “οικειότητας”/intimacy. Ακόμα και αν δεν υπάρχει καμμιά δωρεάν [gratuit] παραγωγική εργασία στην οικογενειακή σφαίρα, από την ίδια τη φύση του μισθού, η οικογένεια είναι ο τόπος μιας οικονομικής εκμετάλλευσης, αυτής των γυναικών, που ωφελεί καταρχάς τον σύζυγο, με άλλα λόγια τους άντρες εν γένει. Εδώ έχουμε μια σχέση κυριαρχίας που απορρέει από την φύση του μισθού: την κυριαρχία και την παροχή οικιακής εργασίας που εξαρτάται εν πρώτοις από την ύπαρξη πλεονάζουσας εργασίας και, δευτερευόντως, στο ίδιο το περιεχόμενο της μισθωτής σχέσης.

Πρέπει να είμαστε προσεκτικοί για κάτι που μοιάζει προφανές αλλά είναι ψευδές: “οι γυναίκες κάνουν την οικιακή εργασία”. Μάλλον είναι η εργασία που κάνουν οι γυναίκες που, επειδή ακριβώς την κάνουν αυτές, μέσα σε μια συγκεκριμένη σχέση, που είναι οικιακή εργασία. Συνεπώς, η οικιακή εργασία δεν περιλαμβάνει μια λίστα από συγκεκριμένες δουλειές που ορίζονται πριν από την απόδοσή τους στις γυναίκες (στην καλλίτερη περίπτωση οι άντρες βοηθάνε – συμμετέχουν – στην οικιακή εργασία). Η οικιακή εργασία είναι εξ ορισμού έμφυλη, δεν είναι εργασία που αναλαμβάνεται εντός του “σπιτιού”, αλλά μάλλον εργασία που εκτελείται από το πρόσωπο, όντας σε μια σχέση εξάρτησης, ανήκει στο “σπίτι” ως κοινωνική δομή. Αν η εργασία των γυναικών είναι με αυτή την έννοια οικιακή εργασία, αυτό σημαίνει ότι ο θεμελιώδης ορισμός της ομάδας “γυναίκες” από την απαλλοτρίωσή τους ως πρόσωπα αποκλείει την δραστηριότητά τους στο πεδίο των κοινωνικών σχέσων. Αυτή που απαλλοτριώνεται ως πρόσωπο δεν παράγει τίποτα που να μπορεί να αποσπαστεί από αυτήν ως αντικείμενο ή ως δραστηριότητα που να είναι ιδιοκτησία της και να εισαχθεί στο γενικό πεδίο της οικονομίας. Είναι οικιακή εργασία, η εργασία των γυναικών, και ως τέτοια αποκλείεται από την οικονομία. Η εργασία αυτή μπορεί κάποιες φορές να αναληφθεί από άντρες αλλά παραμένει γυναικεία εργασία· μια κοινωνία, απλά επειδή είναι η αναπαραγωγή του εαυτού της και επομένως “συντηρεί/επιβιώνει” τα άτομα που την συνθέτουν, είναι μια δομή θέσεων και λειτουργιών πριν να είναι ένα σύνολο συγκεκριμένων ατόμων. Οι γυναίκες εκτελούν εργασία που, σε έναν καθορισμένο τρόπο παραγωγής και εξαιτίας των καθορισμών αυτού του τρόπου παραγωγής, δεν δημιουργεί αξία· δεν είναι τυχαία η απόδοση αυτής της εργασίας σ’ αυτές. Η απαλλοτρίωση των γυναικών, που είναι εγγενής σε όλους τους τρόπους παραγωγής συμπεριλαμβανομένου του καπιταλισμού, παράγει οικιακή εργασία εντός της κοινωνικής δομής αυτής της απαλλοτρίωσης: την οικογένεια. Αυτή η εργασία δεν δημιουργεί αξία, και δεν είναι παραγωγική εργασία.

Η αξία είναι μια κοινωνική σχέση και η αφηρημένη εργασία υπάρχει μόνο ως ένα γενικό σύστημα της ανταλλαγής των εμπορευμάτων (Rubin4). Ένα προϊόν ή μια υπηρεσία που δεν αγοράζεται ούτε ανταλλάσσεται (και που επιπλέον δεν προορίζεται για ανταλλαγή), δεν είναι αξία. Αν η οικιακή εργασία δημιουργούσε έναν συγκεκριµένο τύπο αξίας, θα έπρεπε να έχουμε τη δυνατότητα να μιλήσουμε για κοινωνικά αναγκαία αφηρημένη οικιακή εργασία. Κανένας κοινωνικός μεταβολισμός δεν επιτρέπει τον καθορισμό μιας ώρας αφηρημένης οικιακής εργασίας ή την αξία μιας ώρας γυναικείας εργασίας στο νοικοκυριό. Στον βαθμό που η εργασία αυτή δεν διαμεσολαβείται από την αγορά, κανένας κοινωνικός μηχανισμός δεν επιτρέπει την εκτίμηση του αριθμού των ωρών οικιακής εργασίας που είναι απαραίτητες κατά μέσον όρο για την παραγωγή του φαγητού για μια οικογένεια και για τη συντήρηση του σπιτιού (το ωριαίο κόστος της αντικατάστασης της εργατικής-δύναμης δεν μπορεί να είναι ένας ικανοποιητικός τρόπος υπολογισμού, καθώς οι νόρμες και οι ρυθμο της εκτελούμενης εργασίας και η συγκεκριµένη πραγματικότητα του τελειωμένου προϊόντος υπό διερεύνηση είναι δύσκολο να συγκριθούν).

Θα ειπωθεί, όμως, ότι αυτή εργασία παράγει ένα εμπόρευμα: “παράγει εργατική δύναμη, ένα εμπόρευμα που στη συνέχεια ανταλλάσσεται και συνεπώς παράγει αξία”. Όχι. Δεν είναι παραγωγός αξίας γιατί το ίδιο το προϊόν της, ή οι ίδιες οι υπηρσίες της, που είναι οργανικές στην παραγωγή εργατικής-δύναμης δεν εισέρχονται οι ίδιες σε οποιαδήποτε σχέση ανταλλαγής με το αποθετήριο/depository της εργατικής-δύναμης και δεν μπορούν να το κάνουν αυτό μέσα από την ολοκλήρωσή τους στην οικιακή σφαίρα. Μπορεί να θρηνούμε γι’αυτό, μπορεί να αντιμαχόμαστε αυτή την κατάσταση, μπορεί να απαιτούμε να υπάρχει μια σχέση ανταλλαγής, αλλά όσο δεν συμβαίνει αυτό, αυτή η δραστηριότητα δεν θα είναι ποτέ παραγωγός αξίας. Η οικιακή εργασία δεν εισέρχεται στον καθορισμό της αξίας της εργατικής-δύναμης που αναπαράγεται, που στην ουσία δίνει ένα δώρο στον καπιταλιστή που αγοράζει αυτή την εργατική δύναμη στην αξία της. Αυτός ο χρόνος εργασίας είναι χρήσιμος, είναι αναντικατάστατος ακόμα και για την αναπαραγωγή της εργατικής-δύναμης, και επιπλέον έχει για τον καπιταλιστή το τεράστιο πλεονέκτημα ότι ξοδεύεται εντός μιας κοινωνικής σχέσης, της συζυγικής σχέσης, έτσι ώστε να μην παράγει αξία.

Υπάρχει και ένας άλλος λόγος. Η αναπαραγωγή του προσώπου, της συζύγου, περιλαμβάνεται στην αξία αυτής της εργατικής-δύναμης· αυτό που περιλαμβάνεται δεν είναι η τιμή της εργασίας της (που δεν υπάρχει για κανέναν), αλλά αυτή της αναπαραγωγής της, οποιαδήποτε μορφή κι αν παίρνει μέσα στην οικογένεια (κάτι που είναι προκαθορισμένο) αυτή η αμοιβή/αποζημίωση (“συντήρηση”) και η σχέση κυριαρχίας που αντιστοιχεί σε αυτή την αποζημίωση. Αν υπήρχε οποιαδήποτε προσποίηση ότι “να πληρώνεται για τη εργασία της” (“μισθοί για οικιακή δουλειά”), η σύζυγος θα πληρωνόταν, όπως οποιοσδήποτε άλλος, το κόστος της αναπαραγωγής της και όχι της εργασίας της. Αυτό που θα έπαιρνε απευθείας θα έπρεπε να αφαιρεθεί από την αξία της εργατικής-δύναμης του άντρα της. Δεν μπορεί να πληρωθεί δύο φορές το ίδιο πράγμα. Αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί ένα είδος “προόδου” γι’ αυτήν, αλλά η πραγματική οικονομική σχέση δεν θα μεταβαλλόταν από αυτό (το Κράτος ή η επιχείρηση θα ανέθετε στον σύζυγο το καθήκον της επαλήθευσης της κανονικής πρόβλεψης/πρόνοιας για την υπηρεσία για την οποία αποζημιώνεται/αμοίβεται η σύζυγος άμεσα· στην περίπτωση των σχέσεων ανταλλαγής συχνά εφαρμόζεται το χειρότερο σενάριο).

Σε αντίθεση με κάθε άλλο εμπόρευμα, η εργατική δύναμη “υλοποιεί” την αξία της με το να αγοράζεται μόνο στον βαθμό που παράγει το ισοδύναμο της στην διαδικασία παραγωγής. Ο εργάτης πρέπει να παράγει την αξία που λαμβάνει για την αναπαραγωγή του, για την εργατική του δύναμη· και είναι στην καπιταλιστική διαδικασία παραγωγής που ο εργάτης παράγει το ισοδύναμο της αξίας της εργατικής του δύναμης. Το εμπόρευμα εργατική δύναμη πρέπει να πουληθεί και να καταναλωθεί ως παραγωγός αξίας για να υλοποιήσει την αξία του. Έχει μια αξία, αλλά δεν υπάρχει κανένα αντίστοιχο της αξίας αυτής πριν ο εργάτης να την παραγάγει. “Στο νοικοκυριό”, ο εργάτης καταναλώνει ολοκληρωμένα προϊόντα ως αξίες-χρήσης και την εργασία της γυναίκας του ως μια ιδιαίτερη εργασία, ως συγκεκριµένη εργασία. Όσον αφορά της αξία της εργατικής δύναμης, είναι στη διαδικασία της παραγωγής που παράγει το ισοδύναμό της. Η εργασία της συζύγου δεν δημιουργεί αμέσως τα ποσά που αντιστοιχούν στην συντήρησή της (που είναι έναντι της συντήρησής της), σε αντίθεση με τον εργάτη που παράγει οικιακές ηλεκτρικές συσκευές, ο οποίος δημιουργεί αμέσως (υπό την προϋπόθεση της πώλησης) τα ποσά που αντιστοιχούν στην πληρωμή του.

Αυτή η ιδιαιτερότητα/ιδιομορφία της υλοποίησης της εργατικής δύναμης (βάσει της οποίας υλοποιεί την αξία της μόνο στον βαθμό που παράγει το ισοδύναμό της), είναι απλά ένας άλλος τρόπος για να συλλάβουμε την καπιταλιστική κυκλοφορία. Η καπιταλιστική κυκλοφορία συνεπάγεται ότι η μετάδοση της αξίας των προϊόντων που καταναλώνονται από την εργατική δύναμη συμβαίνει χωρίς την τροποποίηση της αξίας. Με άλλα λόγια, η καπιταλιστική κυκλοφορία ορίζει ως μη-παραγωγική αξίας την κατανάλωση του εργάτη και τις ενέργειες που την συνοδεύουν. Αυτή η κατανάλωση εμφανίζεται στην κυκλοφορία αυτή ως ένα καθαρό φαινόμενο κυκλοφορίας μεταξύ καπιταλιστών.

Οι τροπικότητες σύμφωνα με τις οποίες συντελείται ο μετασχηματισμός αυτών των αγαθών σε αναπαραγωγή της μηχανής παραγωγής αξίας είναι το δώρο που η οικιακή εργασία κάνει σταθερά στον καπιταλιστή για τον απλό λόγο ότι ο ένας είναι καπιταλιστής και ο άλλος είναι εργάτης. Συνεπώς, δεν πρόκειται για το απλό πλαίσιο ανταλλαγής και παραγωγής αξίας στο οποίο θα πρέπει να προσεγγίσουμε το ζήτημα της οικιακής εργασίας μέσα στον καπιταλισμό, αλλά μάλλον στο πλαίσιο του μισθού, δηλαδή της σχέσης μεταξύ αναγκαίας και πλεονάζουσας εργασίας. Η οικιακή εργασία δεν παράγει αξία, αλλά αυξάνει την υπεραξία που αδράχνει ο καπιταλιστής που ανταλλάσει μισθό για εργατική δύναμη.Ο μισθός πληρώνει την αξία των εμπορευμάτων που εισέρχονται στην αναπαραγωγή της εργατικής-δύναμης, αξία που δεν περιλαμβάνει ούτε τον αναγκαίο χρόνο εργασίας για την περαιτέρω επεξεργασία τους μετά την αγορά τους (πχ. Μαγείρεμα ή συναρμολόγηση επίπλων από το ΙΚΕΑ) ούτε τον αναγκαίο χρόνο εργασίας για την συντήρησή τους ώστε να διατηρούνται ως αξίες-χρήσης. Είναι μόνο από την σκοπιά του καπιταλιστή που πληρώνει τον μισθό που αυτός ο χρόνος εργασίας είναι τσάμπα/χωρίς κόστος εργασία. Είναι μια μείωση του αναγκαίου χρόνου εργασίας που αντιστοιχεί στην κατανάλωση και αναπαραγωγή του εργάτη. Για τον φορέα της εργατικής-δύναμης, η εργασία της συζύγου του δημιουργεί μόνο “ελεύθερο χρόνο”. Δεν δημιουργεί οποιαδήποτε πρόσθετη αξία σε σύγκριση με το ποιά θα ήταν η αξία της εργατικής του δύναμης αν ήταν ο ίδιος που θα φρόντιζε για την αναπαραγωγή του.

Στην περίοδο της φρενήρους εισόδου των γυναικών στη βιομηχανία με την ανάπτυξη της εκμηχάνισης, οι καπιταλιστές συνειδητοποίησαν πολύ γρήγορα, καθώς οι γυναίκες βρέθηκαν τώρα ανίκανες να φέρουν σε πέρας οικιακή εργασία, ότι η τελευταία μείωνε την αναγκαία εργασία και αύξανε την υπερεργασία. Η αύξηση στην υπερεργασία που το κεφάλαιο απορρόφησε από τον πολλαπλασιασμό των ταυτόχρονων εργάσιμων ημερών με την εισαγωγή των γυναικών στην παραγωγική διαδικασία παρήγαγε επίσης μια αντίθετη τάση: την αύξηση στις δαπάνες των εργατών για την αναπαραγωγή τους και συνεπώς τον αναγκαίο χρόνο εργασίας για την αναπαραγωγή των εργατικών δυνάμεων της εργατικής οικογένειας.

Με τον μετασχηματισμό όλων των μελών της οικογένειας σε εκμεταλλεύσιμη εργατική δύναμη, ο Μαρξ, στο κεφάλαιο του πρώτου Τόμου του Κεφαλαίου για τη βιομηχανία μεγάλης-κλίμακας, γράφει:

Εφόσον συγκεκριµένες λειτουργίες στην οικογένεια, όπως το ντάντεμα και ο θηλασμός των παιδιών, δεν μπορούν να εξαφανιστούν εντελώς, οι μητέρες που “κατάσχονται” από το κεφάλαιο, θα πρέπει να δοκιμάσουν κάποιου είδους υποκατάστατα. Η οικιακή εργασία, όπως το ράψιμο και η επιδιόρθωση ρούχων, πρέπει να αντικατασταθεί με την αγορά έτοιμων αντικειμένων. Επομένως, η μειούμενη δαπάνη εργασίας στο σπίτι συνοδεύεται από την αυξανόμενη δαπάνη χρημάτων. Το κόστος της συντήρησης της οικογένειας αυξάνεται, “ισορροπώντας” έτσι το μεγαλύτερο εισόδημα. Επιπρόσθετα, η εξοικονόμηση και η εκτίμηση στην κατανάλωση και την προετοιμασία των μέσων συντήρησης καθίσταται αδύνατη. (η έμφαση έχει προστεθεί).

Όλα αυτά, προσθέτει ο Μαρξ, έχουν συγκαλυφθεί από την επίσημη Πολιτική Οικονομία. Σε μια άλλη σημείωση, επισημαίνει ότι “βλέπουμε με ποιο τρόπο το κεφάλαιο, για τις ανάγκες της αυτο-επέκτασής του, έχει σφετεριστεί την αναγκαία για το σπίτι της οικογένειας εργασία” (η έμφαση έχει προστεθεί). Η οικιακή εργασία μειώνει τον αναγκαίο χρόνο εργασίας και έτσι αυξάνει το μέρος της εργάσιμης μέρας που συντίθεται/αποτελείται από υπερεργασία.

Το κεφάλαιο έχει στη διάθεσή του τρεις τρόπους για να “σφετεριστεί” αυτόν τον οικιακό χρόνο εργασίας, είτε αφήνοντάς τον όπως είναι, ως οικιακή εργασία (στην περίπτωση αυτή τον σφετερίζεται ως μείωση του τμήματος της εργάσιμης μέρας που αποτελείται από αναγκαία εργασία), είτε απορροφώντας αυτόν τον χρόνο (δηλαδή, απορροφώντας γυναίκες), στην οποία περίπτωση ο αναγκαίος χρόνος εργασίας θα αυξηθεί μακροπρόθεσμα, είτε με έναν συνδυασμό αυτών των δύο, και επιδιώκοντας να κερδίσει και στα δυο μέτωπα. Η τρίτη λύση είναι βέβαια αυτή που εκτιμά περισσότερο από τις άλλες δύο ο καπιταλιστής. Για περισσότερα από 20 χρόνια, η “λύση” ήταν η μερική απασχόληση, η οποία έχει επιβληθεί στην συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων.

Στον βαθμό που το κεφάλαιο δεν παράγει το ίδιο την νόρμα για την κατανάλωση, τα εμπορεύματα που εισέρχονται στην κατανάλωση τω εργατών, και ο τρόπος που η ζωή τους πλαισιώνεται σύμφωνα με κοινωνικές σχέσεις και τεχνικές που μειώνουν την αξία αυτής της κατανάλωσης, η μαζικοποίηση της εργατικής-δύναμης, που προκλήθηκε από τις μηχανές και τη μεγάλης-κλίμακας βιομηχανία, φέρνει μαζί της, μετά από μια αρχική περίοδο καπιταλιστικής ευφορίας, το αυξανόμενο κόστος της αναπαραγωγής της εργατικής-δύναμης. Το ουσιαστικό επίτευγμα του φορντισμού ήταν η αντιμετώπιση αυτού του αυξανόμενου κόστους, αλλά τώρα είναι το πλαίσιο της οικογένειας ως το πλαίσιο της αναπαραγωγής που υπονομεύεται, τώρα είναι απλά ένας όρος που διαμεσολαβεί μεταξύ μιας ατομικής εργατικής-δύναμης, που μετρά ως ένα κλάσμα/aliquot της διαθέσιμης κοινωνικής εργατικής-δύναμης και αυτής της ίδιας τς συνολικής διαθέσιμης κοινωνικής εργατικής-δύναμης. Το κράτος είναι, αρχικά, ο εγγυητής της γενικής αναπαραγωγής της συνολικής διαθέσιμης κοινωνικής εργατικής-δύναμης, πριν αυτή η αναπαραγωγή αποκτήσει μια μορφή επαρκή για το κεφάλαιο και γίνει δουλειά των ατομικών καπιταλιστών (πχ. ασφάλιση, εκπαίδευση, συλλογικές συμβάσεις στο επίπεδο των βιομηχανιών και των επιχειρήσεων, η διανομή κουπονιών…). Αυτή τη στιγμή, η επίθεση σε όλες τις έμμεσες μορφές του μισθού και στις δημόσιες υπηρεσίες που η λειτουργία τους εν μέρει είναι να υποκαθιστούν συγκεκριμένα οικιακά καθήκοντα, σημαίνει ότι το βάρος της αναπαραγωγής πρέπει τώρα να μεταφερθεί σε μια διαφορετική (οικικακή;) κοινωνική σχέση. Οι συνέπειες μιας τέτοιας μεταβίβασης είναι δύσκολο να προβλεφθούν προς το παρόν.

Οι γυναίκες εργάζονται και αυτές και ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής πρέπει να συνδυάσει την γυναικεία εργασία με τέτοιο τρόπο ώστε η εργασία και η οικιακή εργασία να συναρθρώνονται έτσι που η καθεμιά να δημιουργεί τις απαραίτητες συνθήκες που να εξαναγκάζουν την εκτέλεση της άλλης. Ακόμα και όταν η μεγάλη πλειοψηφία των γυναικών δουλεύει, μπορούμε και πάλι να πούμε ότι η σχέση τους προς την αναπαραγωγή τους παραμένει αυτή της “συντήρησης” (Delphy). Το ζευγάρι δεν έχει την ίδια αντικειμενική έννοια γι’ αυτόν και γι’ αυτήν· η αγορά εργασίας ωθεί τις γυναίκες προς τον γάμο: την πιο κερδοφόρα καριέρα (ακόμα κι εργάζεται). Η ασυμμετρία προηγείται του [γαμήλιου] “συνεταιρισμού”, και είναι η αιτία του συνεταιρισμού. Ο γυναικείος μισθός λειτουργεί ως “δεύτερος μισθός” (αυτό είναι εφικτό επειδή αυτό που είναι ο καθοριστικός παράγοντας είναι ο μισθός ως αναπαραγωγή της εργατικής-δύναμης της οικογένειας) και μέσω αυτού οι γυναίκες επανεγγράφονται στο πλαίσιο της οικιακής εργασίας, μέσω της οποίας ο καπιταλιστής κερδίζει μέσω της αξίας της εργατικής-δύναμης.

Η αγορά εργασίας είναι καθαρά καπιταλιστική (και όχι “πατριαρχική” και καπιταλιστική), επειδή η θέση των γυναικών που αποδίδεται στην οικιακή εργασία επιπλέον της οικιακής εργασίας είναι επίσης καθαρά καπιταλιστική. Είναι τόσο καθαρά καπιταλιστική που είναι ακριβώς οι αναγκαιότητες της αξιοποίησης του κεφαλαίου που διαμορφώνουν/modulate την είσοδο και την έξοδο της εργασίας των γυναικών από τον καθαρό τους εντοπισμό εντός της οικιακής σφαίρας, χωρίς ποτέ να τους παρέχουν μια εξαίρεση/“άφεση” από αυτήν.

Η απαλλοτρίωση των γυναικών ως παραγωγών της πρωταρχικής παραγωγικής δύναμης (η αύξηση του πληθυσμού) συνεπάγεται την απαλλοτρίωση του προσώπου που την παράγει και ως αποτέλεσμα την απαλλοτρίωση όλης της δραστηριότητάς της στον βαθμό που η απαλλοτρίωσή της ως πρόσωπο την αποκλείει από την κοινωνία. Η οικιακή εργασία δεν μπορεί να “συλληφθεί” από τον καπιταλιστή (μέσω της αξίας της εργατικής-δύναμης) χωρίς μια σχέση κυριαρχίας την οποία εξασκούν όλοι οι άντρες. “Ο ελεύθερος χρόνος” και η έμφυλη διαίρεση της αγοράς εργασίας είναι τα αντίστροφα φαινόμενα της περιοριστικής συνθήκης από την οποία και μόνο εκτελείται η οικιακή εργασία. Αυτός ο ελεύθερος χρόνος είναι αποτέλεσμα της κυριαρχίας και όχι της εκμετάλλευσης· η εκμετάλλευση συντελείται αλλού ακόμα και αν περιλαμβάνει αυτή την κυριαρχία ως μια από τις στιγμές της (ως απαλλοτρίωση της αύξησης του πληθυσμού ως παραγωγικής δύναμης και της απαξίωσης της εργατικής-δύναμης). Στον ΚΤΠ, ο αποκλεισμός των γυναικών από την δημόσια επικράτεια/realm είναι πιο ριζική από προηγούμενους τρόπους παραγωγής. Ο καπιταλισμός ορίζεο την παραγωγική εργασία ως απολύτως διαχωρισμένη από όλες τις αναπαραγωγικές δραστηριότητες στην ιδιωτική σφαίρα. Η ελεύθερη εργατική δύναμη που είναι φορέας αυτής της παραγωγικής δύναμης είναι αναγκασμένη να πηγαίνει για να πουλήσει τον εαυτό της. Το σχίσμα μεταξύ παραγωγής και αναπαραγωγής, μεταξύ κατοικίας και χώρου παραγωγής είναι τέλειο, δομικό και καθοριστικό του τρόπου παραγωγής που θεμελιώνεται στον ελεύθερο εργάτη. Η συζυγική οικογένεια είναι η οικογένεια του ελεύθερου εργάτη, με σεβασμό/pace στον Ένγκελς (δείτε παρακάτω). Ο οικιακός χώρος ορίζεται κοινωνικά ως αποκλεισμός/εξαίρεση, ως απομόνωση. Κάποια στιγμή οι γυναίκες μπορούν να μπουν στην αγορά εργασίας αλλά μόνο στη βάση αυτού του αποκλεισμού. Η είσοδός τους στην αγορά εργασίας, η συμμετοχή τους στην παραγωγική εργασία θα ορίζεται πάντα ως η εργασία “αυτών-που-υπάρχουν-με-τον-τρόπο-αυτό-σε-αποκλεισμό” και των οποίων η αξία της εργατικής-δύναμης, ως εκ τούτου, απαξιώνεται.

2. Τρόπος παραγωγής/υπερεργασία/γυναίκες-άντρες/σχέση κυριαρχίας

Το οικονομικό αποτέλεσμα της οικιακής εργασίας υλοποιείται στην διαίρεση της εργάσιμης μέρας. Αλλά η δυνατότητα της μείωσης του αναγκαίου χρόνου εργασίας και η σχετιζόμενη με αυτήν αύξηση της πλεονάζουσας εργασίας είναι εξωτερική προς την ίδια την εργασιακή διαδικασία. Αυτή η αύξηση στην πλεονάζουσα εργασία δεν μπορεί να συγχέεται αφεαυτού της με την εργασιακή διαδικασία, και αυτός είναι ο λόγος που χρειάζεται κάτι άλλο από την οικονομική σχέση για να υπάρχει. Αυτή τη σχέση κυριαρχίας μπορούμε να ονομάσουμε “πατριαρχία” υπό την συνθήκη ότι δεν θα περιπέσουμε σε μια ανθρωπολογική ψευδαίσθηση μιας ιστορίας της πατριαρχίας. Γι’ αυτό και πρέπει να επιστρέψουμε γρήγορα πίσω στην μήτρα των σχέσεων παραγωγής σε έναν τρόπο παραγωγής και στο ερώτημα του πώς μπορούν να αναπτυχθούν σχέσεις κυριαρχίας στην βάση της καπιταλιστικής σχέσης.

Η έννοια των σχέσεων παραγωγής δηλώνει/designates τις κοινωνικές σχέσεις που οι άντρες διατηρούν μεταξύ τους στην διαδικασία παραγωγής των υλικών συνθηκών της ύπαρξής τους. Το συνεκτικό σύνολο αυτών των σχέσεων συνιστούν έναν τρόπο παραγωγής. Ως ένας τρόπος παραγωγής, αυτό το συνεκτικό σύνολο τω σχέσων παραγωγής περιλαμβάνει την συνάρθρωση των στιγμών κυριαρχίας και αντιπροσώπευσης της κοινωνίας ως ολότητας, δηλαδή την αποξένωση/αλλοτρίωση του ατόμου από την κοινότητά του που είναι εγγενής σε όλες τις μορφές εκμετάλλευσης (θρησκεία, το Κράτος, η πολιτική, η συγγένεια…). Ειδωμένες ιστορικά (χρονολογικά), οι σχέσεις παραγωγής προηγούνται, ενώ θεωρητικά, εννοιολογικά, ο τρόπος παραγωγής προηγείται. Αν και ιστορικά το εμπόρευμα, το χρήμα, το ενοίκιο ή η πίστωση προηγούνται τους ΚΤΠ, είναι ο ΚΤΠ που ορίζει τι είναι το εμπόρευμα, η μισθωτή εργασία, το κεφάλαιο, η πίστωση, το ενοίκιο κ.λπ.

Ένας τρόπος παραγωγής είναι το αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης τριών στοιχείων: εργατών, μη-εργατών και συνθηκών παραγωγής. Το τρίτο στοιχείο χωρίζεται σε δύο: μέσα παραγωγής και μέσα συντήρησης. Μεταξύ αυτών των τριών στοιχείων μπορούν να υπάρχουν τρεις τύποι σχέσεων: ιδιοκτησία, κατοχή και διαχωρισμός. Κάθε συνδυασμός μπορεί να λειτουργήσει ως διαδικασία με δυο τρόπους: την σύμπτωση μεταξύ της εργασιακής διαδικασίας και της απόσπασης πλεονάζουσας εργασίας και την μη-σύμπτωση. Οι τρόποι παραγωγής που θεμελιώνονται στην μη-σύμπτωση είναι εκείνοι στους οποίους η εκμετάλλευση δεν μπορεί να είναι αποτελεσματική, δεν μπορεί να υλοποιηθεί, χωρίς να είναι κυριαρχία. Αυτοί οι τρόποι παραγωγής λειτουργούν ουσιαστικά μέσω της κυριαρχίας, η εκμετάλλευση περιλαμβάνει την κυριαρχία. Η περίπτωση του καπιταλισμού δεν είναι τέτοια (αυτή δεν είναι η περίπτωση του καπιταλισμού).

Είναι απαραίτητο να ορίσουμε τις έννοιες της “κυριαρχίας” και της “εκμετάλλευσης”. Η εκμετάλλευση είναι μια αυστηρή έννοια: η ιδιοποίηση από τον μη-εργάτη ενός συσσωρεύσιμου υλικού πλεονάσματος, η αναπαραγωγή και/ή η επέκταση του “αποθέματος”, επιτρέποντας έτσι την ανανέωση της λειτουργίας. Η κυριαρχία είναι μια πολύ πιο ασαφής και πολύσημη έννοια. Υπάρχει κυριαρχία όταν ο εργάτης είναι ένα συγκεκριµένο άτομο, δηλαδή αυτό του οποίου το ανήκειν σε μια δεδομένη κοινότητα προϋποθέτει την εκτέλεση της δραστηριότητάς του, κάτι που συνήθως περιλαμβάνει την (χωρική ή χρονική) διάζευξη του χρόνου εργασίας σε αναγκαίο χρόνο εργασίας και πλεονάζοντα χρόνο εργασίας. Η κυριαρχία είναι εξίσου, για τους ίδιους λόγους, μια ιδεολογική διαδικασία. Στην πραγματικότητα, αν η εκμετάλλευση αποκτά έναν αυταπόδεικτο χαρακτήρα σ’ αυτή την κατάσταση, είναι εις βάρος της ιδεολογίας που αντιστοιχεί στο σχέση ανήκειν της κοινότητας.

Παρ’ όλα αυτά, σχέσεις κυριαρχίας μπορούν να επανα-αναπτυχθούν στη βάση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Αυτό συμβαίνει με δυο τρόπους: πρώτα στη βάση, και εντός, της ίδιας της εκμετάλλευσης, ακριβώς με τον τρόπο που οι τρεις στιγμές της εκμετάλλευσης αρθρώνονται (το face-off ανάμεσα στην εργατική δύναμη και το κεφάλαιο ως δυνάμει κεφάλαιο· η υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο· και ο μετασχηματισμός της υπεραξίας σε επιπλέον κεφάλαιο). Δεύτερον στη βάση των υπαρχουσών διαζεύξεων, στον ίδιο τον ΚΤΠ, ανάμεσα στην εργασιακή διαδικασία και την αύξηση της πλεονάζουσας εργασίας – δηλαδή στην βάση που καθορίζει ιδεολογικά την κυριαρχία. Ο ποτέ τελειωμένος/περατωμένος χαρακτήρας του μετασχηματισμού της υπεραξίας σε επιπλέον κεφάλαιο και οι διαζεύξεις ανάμεσα στην εργασιακή διαδικασία και την αύξηση της πλεονάζουσας εργασίας έχουν σαν αποτέλεσμα ότι το κεφάλαιο επανεμφανίζεται εντός της σχέσης εκμετάλλευσης ως κυριαρχία, ως ένας εξωτερικός περιορισμός στο άτομο.

Από την μια πλευρά στην εκμετάλλευση έχουμε την γενική δυνατότητα μιας σχέσης κυριαρχίας και από την άλλη ο τρόπος με τον οποίον έχουμε ορίσει την εισαγωγή της οικιακής εργασίας στη σχέση ανάμεσα στην αναγκαία και την πλεονάζουσα εργασία σημαίνει ότι η οικιακή εργασία δεν μπορεί να αυξήσει την πλεονάζουσα εργασία χωρίς να εμπλέκεται σε μια σχέση κυριαρχίας. Η οικιακή εργασία περιλαμβάνεται στον μισθό που είναι η αναπαραγωγή της εργατικής-δύναμης και της “φυλής των εργατών”. Ως αποτέλεσμα της ίδιας της διάζευξης ανάμεσα στην εργασιακή διαδικασία στην οποία καταναλώνεται παραγωγικά εργατική δύναμη και την τροπικότητα της αύξησης της υπερεργασίας που αντιπροσωπεύεται από την οικιακή εργασία, οι συνέπειες της (της οικιακής εργασίας;) δεν μπορούν να συλληφθούν από τον καπιταλιστή χωρίς μια σχέση κυριαρχίας. Η σχέση μεταξύ αντρών και γυναικών δεν είναι αναγώγιμη στην αντίθεση μεταξύ τάξεων· οι άντρες δεν δρουν ως επιστάτες του αληθινού αφεντικού, του καπιταλιστή· μάλλον δρουν για τους ίδιους ως άντρες. Η αρσενική κυριαρχία δεν διαμεσολαβεί την καπιταλιστική κυριαρχία. Αν η κυριαρχία αυτή αυξάνει την υπερεργασία, αυτό συμβαίνει επειδή η υπερεργασία και η αντρική κυριαρχία, η ιδιοποίηση των γυναικών και της δραστηριότητάς τους είναι δεδομένες την ίδια στιγμή και ανήκουν στην ίδια έννοια της υπερεργασίας. Αλλά είναι ακριβώς σε αυτό το σημείο που ο ΚΤΠ έχει ένα πρόβλημα με τις γυναίκες.

3. Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής έχει ένα πρόβλημα με τις γυναίκες

Ο ΚΤΠ είναι ο πρώτος τρόπος παραγωγής που έχει ένα πρόβλημα με την εργασία και την αύξηση του πληθυσμού ως “πρωταρχικής παραγωγικής δύναμης”.

Είναι ένας νόμος του κεφαλαίου, όπως είδαμε, να δημιουργεί πλεονάζουσα εργασία, διαθέσιμο/ελεύθερο χρόνο· αυτό μπορεί να το κάνει μόνο θέτοντας αναγκαία εργασία σε κίνηση – δηλαδή μπαίνοντας σε μια ανταλλαγή με τον εργάτη. Είναι λοιπόν η τάση του να δημιουργεί όσο το δυνατόν περισσότερη εργασία· όπως είναι εξίσου τάση του να μειώνει την αναγκαία εργασία σε ένα ελάχιστο. Είναι λοιπόν εξίσου μια τάση του κεφαλαίου να αυξάνει τον εργαζόμενο πληθυσμό αλλά και να θέτει διαρκώς ένα μέρος αυτού του πληθυσμού ως πλεονάζοντα/περισσευούμενο πληθυσμό – πληθυσμό που είναι άχρηστος μέχρι κάποια στιγμή να τον χρησιμοποιήσει το κεφάλαιο (εξ ου ξ ορθότητα της θεωρίας του πλεονάζοντος πληθυσμού και του πλεονάζοντος κεφαλαίου).[…] (Το κεφάλαιο) μπορεί να υπερπηδήσει το φυσικό όριο που δημιουργεί η ζωή ενός ατόμου, η εργάσιμη μέρα, σε ένα δεδομένο στάδιο της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων (χωρίς να αλλάζει το ίδιο (σε;) οτιδήποτε από αυτά που το στάδιο αυτό αλλάζει) μόνο θέτοντας μια άλλη εργάσιμη μέρα παράλληλα με την πρώτη την ίδια στιγμή – με την χωρική προσθήκη περισσότερων ταυτόχρονων εργάσιμων ημερών.[…] Αυτός είναι ο λόγος που το κεφάλαιο επιζητά την αύξηση του πληθυσμού· και η ίδια η διαδικασία μέσω της οποίας ελαττώνεται η αναγκαία εργασία καθιστά εφικτή την προσθήκη καινούριας αναγκαίας (και συνεπώς πλεονάζουσας) εργασίας σε δουλειά.

Και αυτό άσχετα από το γεγονός ότι η αύξηση του πληθυσμού αυξάνει την παραγωγική δύναμη της εργασίας, αφού κάνει δυνατή τη μεγαλύτερη διαίρεση και συνδυασμό της εργασίας κ.λπ. Η αύξηση του πληθυσμού είναι μια φυσική δύναμη εργασίας, για την οποία δεν πληρώνεται τίποτα. Από αυτή την άποψη χρησιμοποιούμε τον όρο φυσική δύναμη για να αναφερθούμε στην κοινωνική δύναμη. Όλες οι φυσικές δυνάμεις της κοινωνικής εργασίας είναι οι ίδιες ιστορικά προϊόντα.[…] Εξ ου η τάση του κεφαλαίου να αυξάνει ταυτόχρονα τον εργαζόμενο πληθυσμό καθώς και να μειώνει σταθερά το αναγκαίο κομμάτι του (να θέτει σταθερά ένα μέρος του ως εφεδρεία). Και (να κάνει) την ίδια την αύξηση του πληθυσμού το κύριο μέσο για την ελλάτωση του αναγκαίου τμήματός του. Εν κατακλείδι, αυτή δεν είναι παρά μια εφαρμογή της σχέσης της μοναδικής εργάσιμης μέρας5.

Ως συνέπεια του ορισμού του εργαζόμενου πληθυσμού ως παραγωγικής δύναμης, οι κατηγορίες των αντρών και των γυναικών πάντα αναπαράγονται ταυτόχρονα – είναι απόλυτες όχι ενδεχομενικές (αυτές δεν είναι “συμπεριφορικές επιλογές” – Βutler)· όμως, στον ΚΤΠ, αυτές οι κατηγορίες δεν είναι πλέον απλά δεδομένες, επειδή είναι ο πληθυσμός ως κύρια παραγωγική δύναμη, στο κεφάλαιο, που δεν είναι πια δεδομένος.

Οι συνθήκες με τις οποίες τα άτομα συνευρίσκονται σεξουαλικά, στον βαθμό που η προανααφερόμενη αντίθεση απουσιάζει, είναι συνθήκες που προσιδιάζουν στην ατομικότητά τους, με κανέναν τρόπο εξωτερικές προς αυτά· οι συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτά τα συγκεκριµένα άτομα, ζώντας κάτω από συγκεκριµένες σχέσεις, μπορούν αφεαυτού τους να παράγουν την υλική τους ζωή και ό,τι σχετίζεται με αυτήν, είναι λοιπόν οι συνθήκες της αυτο-δραστηριότητάς τους και παράγονται από αυτή την αυτο-δραστηριότητα. Η καθορισμένη συνθήκη κάτω από την οποία παράγουν, αντιστοιχεί λοιπόν, στον βαθμό που η αντίθεση δεν έχει ακόμα εμφανιστεί, στην πραγματικότητα της υπό όρους φύσης τους, την μονόπλευρης ύπαρξής τους, το μονόπλευρο της οποίας γίνεται εμφανής όταν η αντίθεση εισέρχεται στην σκηνή και συνεπώς υπάρχει για επόμενα άτομα. Τότε η συνθήκη εμφανίζεται ως τυχαίος χαλκάς, και η συνείδηση ότι είναι ένας χαλκάς αποδίδεται και στις προηγούμενες ηλικίες6.

Με τον κτπ, η αντίθεση “έχει εμφανιστεί” (αυτή του πληθυσμού ως κύριας παραγωγικής δύναμης), αλλά είναι αδύνατον να ξεφύγουμε από την αντίθεση αυτή χωρίς να καταργήσουμε αυτόν τον τρόπο παραγωγής. Αυτός ο τρόπος παραγωγής προετοιμάζει στο στήθος του μια ταξική πάλη η οποία, στην κατάργηση του κεφαλαίου, δεν θα μπορέσει να αποφύγει το ερώτημα, για καθέναν από μας, των “συνθηκών που είναι εγγενείς στην ατομικότητά μας”· αυτό το ερώτημα καθορίζεται από την “εμφάνιση αυτής της αντίθεσης” που θα πρέπει να υπερβληθεί, δηλαδή σ’ αυτήν την περίπτωση του να είσαι ένας “άντρας” ή μια “γυναίκα”. Η εμφάνιση ως αντίθεσης της έμφυλης αναπαραγωγής της ανθρωπότητας είναι ταυτόσημη με την αντιφατική σχέση του κεφαλαίου και της εργασίας εντός του κτπ, δηλαδή είναι ταυτόσημη με τη κεφάλαιο ως αντίφαση σε εξέλιξη7. Είναι γι’ αυτόν τον λόγο που πρέπει να επιδιώξουμε να καταδείξουμε ότι είναι στην γυναικεία εργασία όπως αυτή έχει σήμερα που όλες οι αντιθέσεις/αντιφάσεις “δένουν” μεταξύ τους.

III. Η κατάργηση της έμφυλης διάκρισης

1. Ο προγραμματισμός αγαπά τις γυναίκες

Η συγκεκριµένη εκμετάλλευση των γυναικών ως τέτοιων στον κτπ δεν μπορεί να συγκριθεί με φυλετικούς/ρατσιστικούς τρόπους εκμετάλλευσης της εργατικής-δύναμης στον βαθμό που η εκμετάλλευση των γυναικών ακουμπά στην ίδια τη φύση του κτπ ως προς την σχέση του με την εργασία· συνδέεται με τον ορισμό της αξίας της εργατικής-δύναμης – κατά την έννοιά της – και με τον ορισμό της πλεονάζουσας εργασίας και της αυτο-αντιφατικής σχέσης του κεφαλαίου με την εργασία και τον πληθυσμό. Αν ο μαρξισμός και ο αναρχισμός, και το εργατικό κίνημα γενικά, είχαν πάντοτε ένα πρόβλημα με τις γυναίκες, αυτό οφείλεται στο ότι χωρίς μια υπέρβαση του προγραμματισμού αυτή η ιδιαιτερότητα είναι απλά αδύνατο να διατυπωθεί/μορφοποιηθεί, είναι αόρατη, εκτός του πεδίου του εφικτού.

Μόνο μια μη-προγραμματιστική θωρία της ταξικής πάλης και μια θεωρία της επανάστασης ως κατάργησης όλων των τάξεων, και συνεπώς του προλεταριάτου και της μορφής-μισθός, μπορεί να πάρει υπόψιν τον εσωτερικό ανταγωνισμό που εμπεριέχεται στον μισθό ως αναπαραγωγή της εργατικής-δύναμης και, επιπλέον, να θεωρήσει ότι αυτός ο εσωτερικός ανταγωνισμός είναι και θα είναι ένα καθοριστικό στοιχείο της κατάργησης της μορφής-μισθός. Είναι απαραίτητο να αναπτύξουμε μια κριτική του κτπ, και μια μη-προγραμματιστική θεωρία της επανάστασης, οι οποίες αμφότερες δεν θεωρούν την εργασία και την αύξηση του πληθυσμού ως φυσικά γεγονότα ολόκληρης της ανθρώπινης παραγωγής, για να μπορέσουν να συλλάβουν ότι είναι μια κοινωνική κατασκευή που κάνει τη διαφορά και δίνει το νόημα στην διαφοροποίηση των βιολογικών λειτουργιών της αναπαραγωγής. Ο προγραμματισμός κάνει αυτό το ζήτημα ένα προ-ιστορικό και προ-θεωρητικό στοιχείο (τη φυσική διαίρεση της εργασίας)· ο ριζοσπαστικός φεμινισμός (μη-ουσιολογικός ή διαφορικός8) το κάνει ένα νατουραλιστικό θεωρητικό ταμπού.

Στην ιδιαιτερότητά του, ο αγώνας των γυναικών είναι η εκ των ων ουκ άνευ συνθήκη της υπέρβασης της προγραμματιστικής ταξικής πάλης. Στον κτπ η κοινή θέση των αντρών ως προς την εργασία των γυναικών ορίζει την θέση του μισθωτού εργάτη (σε όρους της πλεονάζουσας εργασίας και του μισθού ως αναπαραγωγής της εργατικής-δύναμης). Για όσο καιρό η μάχη παραμένει ως αυτή του μισθωτού εργάτη ή ακόμα και ως η πάλη για την απελευθέρωση της εργασίας, θα περιέχει εντός της, εντός της μισθωτής εργασίας, την απαλλοτρίωση των γυναικών. Η ταξική πάλη θα οδηγεί μόνο “από τον ίδιο της τον χαρακτήρα” στην κατάργηση του προλεταριάτου κατά την κατάργηση του κεφαλαίου μέσω της επαναστατικής αντιπαράθεσης με την γυναικεία πάλη στην ιδιαιτερότητά της. Η φύση αυτής της ιδιαιτερότητας της αντιπαράθεσης μεταξύ αντρών και γυναικών είναι η υπέρβαση/αντικατάσταση του προγραμματισμού. Αν κοιτάζαμε προς τα πίσω, στους ειδικά γυναικείους αγώνες και απεργίες, και στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της δραστηριότητας των γυναικών σε επαναστατικούς αγώνες, από την εποχή της Γαλλικής ή, ίσως, ακόμα και της Αγγλικής Επανάστασης, και μέχρι και την εμφάνιση του σύγχρονου φεμινισμού, στις δεκαετίες του 1960 και 1970, θα ανακαλύπταμε με έκπληξη, στην πράξη, τις αντιφάσεις και τα αδιέξοδα του προγραμματισμού. Μια λεπτομερής μελέτη των επαναστατικών κινημάτων θα αποκάλυπτε σίγουρα ότι η δραστηριότητα των γυναικών στα κινήματα αυτά υποδηλώνεται πλήρως στην αδυνατότητα του προγραμματισμού με τους ίδιους τους δικούς του όρους, στις αντιφάσεις του και στην υπέρβασή του.

Μερικές απεργίες και επαναστάσεις

Πέρα από τη συμμετοχή των γυναικών στη μάχη, η οποία ήταν σπανιότερη από αυτό που ένας συγκεκριµένος μύθος, γεννημένος ακριβώς από τον σοκαριστικό χαρακτήρα αυτής της παρουσίας, μας κάνει να πιστέψουμε, η Κομμούνα του 1871 περιόρισε τις γυναίκες στον παραδοσιακό τους κοινωνικό ρόλο (ως εργαζόμενες στις καντίνες, οδηγούς ασθενοφόρων, εργαζόμενες σε κλιβάνους και νοσοκομεία). Θα ήταν ενδιαφέρον να συγκρίνουμε αν είναι δυνατόν να συγκρίνουμε αυτή την κατάσταση με τον ρόλο τους στις πρώτες μέρες της κομμούνας.

Στην αλλαγή του [20ου] αιώνα, οι Emile Pataud και Emile Pouget, επαναστάτες συνδικαλιστές, έγραψαν το “Comment nous avons fait la Révolution” (“Πώς κάναμε την επανάσταση”), που δημοσιεύτηκε με τον λάθος τίτλο “Comment nous ferons la Révolution” (“Πώς θα κάνουμε την επανάσταση”) [εκδόσεις Tallandier, χωρίς χρονολογία], που αυτοπαρουσιάζεται ως μια περιγραφή μιας κομμουνιστικής κοινωνίας. Υπό την μεταμφίεση ενός συμπεράσματος, το πρώτο κεφάλαιο έχει ως τίτλο του “La libération de la femme” (“Η απελευθέρωση των γυναικών”). Η “απελευθέρωση των γυναικών” είναι η εκβιομηχάνιση των καθηκόντων του νοικοκυριού, λες και αυτές υποβιβάζονται στη γυναίκα από τη φύση, όσον αφορά τα υπόλοιπα…Σε μια κοινωνία θεμελιωμένη στην απελευθέρωση της εργασίας, την ανακατανομή και την ορθολογική αναδιοργάνωσή της, οι “γυναίκες” αποκλείονται: “στην καινούρια οργάνωση, κρίθηκε άχρηστο να ‘συνταγογραφηθεί’ στις γυναίκες – όπως είχε γίνει για τους άντρες – η ηθική υποχρέωση της θεμελίωσης ενός καθορισμένου εργάσιμου χρόνου. Θεωρούνταν ότι το υψηλό λειτούργημα της πιθανής μητρότητας την απελευθέρωνε από όλα τα άλλα κοινωνικά καθήκοντα. (ό.π., σελ. 292).

Από τον επαναστάτη συνδικαλιστή Pouget στον Μπολσεβίκο Λένιν, η “απελευθέρωση των γυναικών” είναι ο εξορθολογισμός της παραγωγικής εργασίας από την γυναικεία κολλεκτιβοποίηση των οικιακών καθηκόντων. Σε καμμιά στιγμή δεν νοιάζονται ή εμπλέκονται οι άντρες σε μια ανακατανομή των ρόλων. Το ζήτημα της έμφυλης διάκρισης δεν πολεμιέται στη βάση του, και κανένα επαναστατικό πρόγραμμα δεν μπορεί να πετύχει κάτι τέτοιο.

Είναι ο Ένγκελς που έβαλε τις θεωρητικές βάσεις για τον τρόπο με τον οποίο τίθεται το ζήτημα της έμφυλης διάκρισης στο πλαίσιο του προγραμματισμού: η διάσπαση της αστικής οικογένειας με την εξαφάνιση της οικονομικής της βάσης· η ανανέωση της οικογένειας μετά την επανάσταση. Ένα απόσπασμα από την “Καταγωγή της Οικογένειας, της Ιδιοκτησίας και του Κράτους9” συνοψίζει το θέμα. Αφού έχει εξηγήσει ότι στην αστική τάξη, η έγνοια για την κληρονομιά και το προξενιό ρυθμίζουν τον γάμο, ο Ένγκελς συνεχίζει:

Η σεξουαλική αγάπη στη σχέση με μια γυναίκα γίνεται, και μόνο αυτό μπορεί να γίνει, ο πραγματικός κανόνας ανάμεσα στις καταπιεσμένες τάξεις, που σημαίνει σήμερα στο προλεταριάτο – άσχετα από το αν αυτή η σχέση έχει επικυρωθεί επίσημα ή όχι. Αλλά εδώ όλα τα θεμέλια της τυπικής μονογαμίας εξαφανίζονται. Εδώ δεν υπάρχει ιδιοκτησία, για τη διατήρηση και την κληρονόμηση της οποίας η μονογαμία και η αντρική ανωτερότητα θεμελιώθηκαν· συνεπως δεν υπάρχει κίνητρο για να γίνει αυτή η αντρική ανωτερότητα αποτελεσματική. […] Και τώρα που η βιομηχανία μεγάλης-κλίμακας έχει βγάλει τη σύζυγο από το σπίτι στην αγορά εργασίας και στο εργοστάσιο, και την έχει κάνει συχνά αυτήν που κερδίζει το ψωμί της οικογένειας, δεν έχει απομείνει καμμιά βάση για οποιοδήποτε είδος αντρικής ανωτερότητας στο προλεταριακό σπιτικό – εκτός, ίσως, από κάτι από την βαρβαρότητα απέναντι στις γυναίκες που έχει εξαπλωθεί από την εισαγωγή της μονογαμίας. […] Δεν ήταν παρά με την σύγχρονη βιομηχανία μεγάλης-κλίμακας που άνοιξε για την γυναίκα ο δρόμος προς την κοινωνική παραγωγή – και τότε μόνο στην προλετάρια σύζυγο. Αλλά έχει ανοίξει με τέτοιο τρόπο που αν εκτελεί τα καθήκοντά της στην ιδιωτική υπηρεσία της οικογένειας της, παραμένει αποκλεισμένη απο την δημόσια παραγωγή και χωρίς τη δυνατότητα να κερδίζει κάποιο εισόδημα· και αν θέλει να πάρει μέρος την δημόσια παραγωγή κερδίζοντας ένα εισόδημα ανεξάρτητα, τότε δεν μπορεί να διεκπεραιώσει τα οικογενειακά της καθήκοντα10.

Οι γυναίκες στην ιδιωτική σφαίρα, οι άντρες στην κοινωνική σφαίρα, ο από τη φύση θηλυκός χαρακτήρας των οικογενειακών καθηκόντων (“υποχρεώσεων”): όλα αυτά προϋποτίθενται στην προβληματική του Ένγκελς. Η επανάσταση βάζει τις γυναίκες στην παραγωγική εργασία και η κοινωνικοποίηση των οικιακών καθηκόντων (δουλειών) έχει σκοπό να τους επιτρέψει την μαζική είσοδο στην παραγωγική εργασία. Αυτό, όμως, που είχε ο Ένγκελς μπροστά στα μάτια του δεν επηρέασε στο παραμικρό την ανάλυσή του: οι προλετάριες μπήκαν στο εργοστάσιο και επιπρόσθετα έπρεπε να “εκτελούν τις οικιακές τους υποχρεώσεις”, αλλά, ακόμα χειρότερα, δεν είχε διαφύγει της προσοχής του Μαρξ ή του Ένγκελς ότι αυτή η είσοδος στην παραγωγική εργασία όχι μόνο προκαλούσε συχνά την εχθρότητα από την πλευρά των αντρών, αλλά απείχε επίσης πολύ από το να υλοποιεί την “ισότητα” και στην πραγματικότητα παρήγαγε καινούριες διαφορές (ανειδίκευτες δουλειές, διαφορές στους μισθούς, πιο επαναλαμβανόμενη δουλειά…), σε τέτοιο βαθμό που όχι μόνο το εργοστάσιο απέτυχε εξαλείψει την οικιακή υποταγή, αλλά στην πραγματικότητα το εργοστάσιο και η οικιακή υποταγή αναπαρήγαγαν και νομιμοποιούσαν το ένα την άλλη. Μπορεί ο Ένγκελς να έγραψε μερικές ωραίες και ηχηρές διατυπώσεις σχετικά με την “οικιακή σκλαβιά” και για το ότι οι γυναίκες είναι “η προλεταριακή τάξη”, αλλά τα προλεταριακά νοικοκυριά υποτίθεται ότι θα ξεπερνούσαν αυτή την κατάσταση απλά συνδέοντας την υποτέλεια/υποταγή των γυναικών με τη μονογαμία και τη μονογαμία με την κληρονομιά. Είναι αξιοπαρατήρητο ότι ακόμα και τα γεγονότα που ο Ένγκελς ή ο Μαρξ μπορούν να περγράψουν και να αναλύσουν όταν πρόκειται για ένα ζήτημα οικονομίας ή περιγραφής μια κοινωνικής πραγματικότητας περνούν κάτω από το θεωρητικό τους ραντάρ όταν πρόκειται για τον ορισμό και τη σχέση μεταξύ των φύλων. Είναι η “κοινωνική επανάσταση” όπως είναι γι’ αυτούς και την εποχή τους που παραάγει αυτή την τυφλότητα.

Ολόκληρη η μετεπαναστατική εξέλιξη δεν είναι, λοιπόν, τίποτα περισσότερο από ένα ζήτημα ηθών και νοοτροπιών, ένα έδαφος που η Ένγκελς επίτηδες αρνείται να θέσει σε συζήτηση/θίξει. Εδώ είναι που στη Ρώσικη Επανάσταση, η Κολοντάι αντιλαμβάνεται ότι υπάρχει ένα πρόβλημα που το θίγει μόνο από αυτή τη γωνία των ηθών/εθίμων [mœurs] και της νοοτροπίας. Μπορεί να δει, από την εμπειρία, ότι αυτη η προβληματική του Ένγκελς (την οποία υιοθέτησε ο Μπέμπελ), δεν οδηγεί, στην σοσιαλιστική επανάσταση, στη χειραφέτηση των γυναικών, αλλά είναι στην ίδια τη βάση του ορίου αυτής της προοπτικής που προσπαθεί να την ξεπεράσει. Με την καταστοκή της οικονομικής βάσης, που θεωρείται ότι είναι η μονογαμία στο πλαίσιο της ατομικής ιδιοκτησίας, η επακόλουθη εξέλιξη υποτίθεται ότι είναι ζήτημα ηθών και νοοτροπιών· αυτός ήταν ο μόνος δρόμος που παρέμενε ανοιχτός από την ίδια αυτή την προβληματική για να κατανοήσει την ίδια την ανεπάρκειά της όταν αυτή έγινε φανερή, τόσο θεωρητικά όσο και πρακτικά, στον απόηχο της επανάστασης.

Στην Ισπανία, στην ίδια την εξέλιξη του εμφυλίου πολέμου και με τη συγκρότηση της αναρχο-συνδικαλιστικής ομάδας Mujeres Libres11 (Ελεύθερες Γυναίκες), τα πράγματα γίνονται πιο πολύπλοκα. Αν και οι ιδρυτές της πιστεύουν ότι ο εμφύλιος πόλεμος θα έβαζε ένα τέλος στις δραστηριότητές τους, είναι ακριβώς σε αυτή τη στιγμή που το κίνημα γνωρίζει μια πραγματική λαϊκή ανάπτυξη και ξεπερνά την ομάδα των διανοουμένων που την θεμελίωσαν: αναγνωρίζουν ότι “ο πόλεμος γκρέμισε τους τοίχους του παλιού σπιτικού”. Εδώ υπάρχει ένα θεμελιώδες σημείο: αν η αντίθεση που εμπεριέχεται στη σχέση μεταξύ αντρών και γυναικών δεν επιλύεται στην ταξική πάλη, παρ’ όλα αυτά είναι η τελευταία που μπορεί να την βάλει στο “τραπέζι” με έναν μαζικό τρόπο. Ακόμα και αν οι αντιθέσεις δεν πρέπει να συγχέονται, η σειρά τους και η εξάρτησή τους καθορίζονται από τις σχέσεις στην καρδιά της καπιταλιστικής κοινωνίας.

Στη διάρκεια της ύπαρξής τους, οι ομάδες των Mujeres Libres υφίσταντο την καταδεκτικότητα/ανποχή αν όχι και την εχθρότητα από το Movimiento Libertario12 (ML – Ελευθεριακό Κίνημα). Το τελευταίο, τον Οκτώβριο του 1938, αρνήθηκε τη συμμετοχή στις γραμμές του για τον ακόλουθο λόγο: “Μια γυναικεία οργάνωση θα ήταν στοιχείο διαίρεσης και ανισότητας για το κίνημα και αυτό θα είχε αρνητικές συνέπειες για την προώθηση των συμφερόντων της εργατικής τάξης”. Όμως, ακόμα και με την απλή παρουσία τους στη δημόσια σφαίρα (εκεί έγκειται η δυναμική τους), οι Mujeres Libres μόνο περιθωριακά αμφισβητούν τους κοινωνικούς ρόλους που συγκροτούν τις έμφυλες διακρίσεις. Οι διακηρύξεις ενάντια στην υποτέλεια στο νοικοκυριό είναι ξεκάθαρες, αλλά αυτό έχει τον σκοπό να θέσει την εκπλήρωση των καθηκόντων που αντιστοιχούν στο νοικοκυριί “στην υπηρεσία της συλλογικότητας μάλλον παρά σε αυτή ενός μοναδικού ατόμου”. Υπό συζήτηση είναι η διεύρυνση των “μητρικών ικανοτήτων” και των “γυναικείων/φεμινιστικών αξιών”: φροντίδα για τους πρόσφυγες, τους τραυματίες, τα ορφανά, η δημιουργία σχολείων και κλινικών…”Οι γυναίκες, ως συντρόφισσες [compañeras] των αντρών, ως μητέρες αλλά, επίσης, και ως αναπτύσσοντας την δική τους προσωπικότητα, πρέπει να επηρεάσουν την άνθιση της ανθρώπινης ύπαρξης” (Mujeres Libres, Δεκέμβριος 1938). Όταν η αναρχική Emma Goldman έστειλε ένα μήνυμα υποστήριξης του κινήματος, έγραψε: “το γυναικείο φύλο είναι το πιο σημαντικό γιατί διαιωνίζει το είδος”.

Το θέμα εδώ είναι η δημοσιουργία στην πάλη των κοινωνικών και πολιτισμικών συνθηκών για το ξεπέρασμα της “πατριαρχίας”· η πάλη των γυναικών προορίζεται να εισάγει στην επανάσταση την “αλληλεγγύη”, ως γυναικεία αξία, ως το “κοινωνικό τσιμέντο της πάλης”.

Μπορούμε να ασκήσουμε κριτική στα όρια των Ελεύθερων Γυναικών, και συγκεκριµένες κριτικές είχαν αναπτυχθεί εκείνη την περίοδο, όμως η επανεπιβεβαίωση της “αλληλεγγύης”, των “γυναικείων αξιών” ως “κοινωνικού τσιμέντου της πάλης”, εγγράφεται, για τις Mujeres Libres, μέσα σε μια κριτική της “γραμμικής επανάστασης”. Με άλλα λόγια, μια κριτική της επαναστατικής διαδικασίας που διαχωρίζει τον στόχο της από τους ίδιους τους τρόπους επιδίωξης και υλοποίησης του στόχου αυτού. Εν συντομία, από τα μέσα της. Με τον τρόπο αυτό ένα κίνημα όπως οι Mujeres Libres αποσταθεροποιεί τον προγραμματισμό από τα μέσα, κάνει φανερές τις αντιφάσεις του και την αδυνατότητά με τους ίδιους τους όρους του. Όπως είδαμε, οι Mujeres Libres, δεν αμφισβητούν ριζικά την έμφυλη διάκριση ή τους σεξουαλικούς ρόλους. Αν η επανάσταση είναι η απελευθέρωση της εργασίας, τότε διατηρεί την αναγόρευση του πληθυσμού ως της πρωταρχικής παραγωγικής δύναμης (πβλ. Goldman και Kollontai). Θα πρέπει να χειραφετηθεί η ίδια η παραγωγή αυτής της δύναμης, να εξορθολογιστεί, να απελευθερωθεί χωρίς η ίδια να τεθεί υπό αμφισβήτηση, κάτι όμως που δεν μπορεί να αποφευχθεί ως αποτέλεσμα του περιεχομένου αυτής της “χειραφέτησης” και αυτού του “εξορθολογισμού”: της δημόσιας παρουσίας των γυναικών.

Ήταν σχετικά με ζητήματα που αφορούν το φύλο που η αποστολή των γυναικών στα μετόπισθεν από το μέτωπο και η επαναθεμελίωση της έμφυλης διάκρισης, που είχε ανατραπεί προς στιγμή από την απλή δημόσια τους παρουσία, έγινε “αμέσως” αποδεκτή στην αρχή του 1937. Η απελευθέρωση της εργασίας σηματοδοτεί ότι η παραγωγή των εργατών γίνεται η θεμελιώδης πράξη που αναγνωρίζεται συνειδητά από την κοινωνία (πβλ. Emma Goldman). Αυτό σημαίνει ότι οι άντρες και οι γυναίκες, οι οποίες όντας όπως είναι, δηλαδή υπάρχοντας ως γυναίκες, θα πρέπει να ελέγχονται από συναισθήματα, αγάπη, συζυγικότητα, θα πρέπει να διατηρηθούν, ως γυναίκες, στην υπηρεσία της απελευθερωμένης εργασίας. Η άρνηση της απελευθέρωσης των σεξουαλικών σχέσεων στην επανάσταση δεν είναι ζήτημα ηθών και προκαταλήψεων: το σεξ παράγεο (ελεύθερους) εργάτες. Είναι, στη ρίζα του, ένα κωλοπρόβλημα, ένα πρόβλημα που έχει να κάνει με το “πήδημα” [un problème de cul]13.

Μπορούμε να ακολουθήσουμε τις περιπέτειες των γυναικών, των αντρών και της ταξικής πάλης με το ερώτημα των γυναικείων απεργιών.

Μια απεργία εργατών είναι μια απεργία. Μια απεργία εργατριών είναι μια απεργία από γυναίκες. Ο έμφυλος χαρακτήρας της απεργίας είναι αναντίρρητος, τόσο ως αποτέλεσμα του τρόπου με τον οποίο οι ίδιες οι εργάτριες επιδιώκουν/προχωρούν και κατανοούν την απεργία τους, όσο και από την στάση των αντιπάλων τους: αφεντικών, μάνατζερ, και μερικές φορές εργατών και συνδικάτων. Τις περισσότερες φορές, η πορεία αυτών των απεργιών επιβεβαιώνει και αναπαράγει την γυναικεία συνθήκη και την έμφυλη διάκριση παρά ξεκινά οποιαδήποτε αμφισβήτησή τους. Η συνθήκη της συζύγου και της μητέρας των εργατών δεν σταματά στην πύλη του εργοστασίου, ακόμα και αν υπάρχει μια απεργία, όπως είδαμε πρόσφατα στην απεργία των σούπερ-μάρκετ.

Ο Xavier Vigna αφιερώνει ένα σημαντικό κεφάλαιο στις γυναικείες απεργίες στο L’Insubordination ouvrière dans les années 68, Essai d’histoire politique des usines14 (Presses Universitaires de Rennes).

Αν όλες οι απεργίες σπάνε την τάξη του εργοστασίου και σηματοδοτούν με αυτόν τον τρόπο μια παράβαση/υπέρβαση, οι γυναικείες απεργίες συνδυάζουν15 την επίθεση. Συγκρούονται και με την τάξη στο εργοστάσιο και με την έμφυλη διαίρεση των ρόλων που αποδίδονται στην υποτέλεια των γυναικών και την κατάσταση του να είναι κυριαρχούμενες. Αυτές οι απεργίες θέτουν σε κίνηση μια πολλαπλί αντίθεση με συγκεκριµένους άντρες. Πρώτα απ’ όλα, η διεύθυνση του εργοστασίου είναι πάντα από αρσενικές φάτσες που αποκρυσταλλώνουν εχθρότητα των απεργών.[…] Ακόμα περισσότερο, στις υφαντουργίες και τις βιομηχανίες ιματισμού ειδικότερα, οι γυναίκες που απεργούν συχνά αναλαμβάνουν δράση και απεργούν ενάντια και συχνά ενάντια στους άντρες εργάτες, κόφτες ή χειριστές, που επωφελούνται από ένα υψηλότερο στάτους και επομένων υψηλότερους μισθούς. Στις απεργίες στην PIL στο Cerizay, στην CIP στο Haisnes, στην SCALPEN στο Quimper το καλοκαίρι του 1976, μόνο ένας άντρας πήγε μαζί με τις εργάτριες· και πάλι στο Cerizay, ήταν άντρες που εκδίωξαν βίαια τις απεργούς που είχαν πάει για να διαπραγματευτούν από τις εγκαταστάσεις της επιχείρησης. Με αυτόν τον τρόπο, αυτές οι απεργοί εργάτριες “άναψαν” μια αντίθεση αντρών/γυναικών, που συχνά διατέμνεται με την αντίθεση ανάμεσα σε ειδικευμένους και ημι-ειδίκευτους εργάτες εντός της ομάδας των εργατώ σε μια συγκεκριµένη επιχείρηση16.

Από τον 19ο αιώνα, οι γυναικείες απεργίες έχουν κινήσει ένα διάλογο/discource που αμφισβητεί τον έμφυλο χαρακτήρα των απεργιών και εκσφενδονίζει όνειδος17 στον τελευταίο. Η υπέρβαση που αποτελεί το φαινόμενο της απεργίας είναι, σε αυτό το πλαίσιο, η απόδειξη μιας αξιοθρήνητης ηθικότητας, μια άσωτη/έκλυτη σεξουαλικότητα.

Σε αντίθεση με οποιεσδήποτε κοινοτοπίες σχετικά με την καθολικότητα της ταξικής πάλης, η πάλη των εργατριών δεν εξαφανίζει την κατάστασή τους, το αντίθετο. Μπορούμε και να σκεφθούμε ακόμα ότι η υποτέλεια της γυναικείας κατάστασης επανενδυναμώνεται στην και από την συνθήκη τους ως εργάτριες. Είνας ως “γυναίκες εργάτες” που οι γυναίκες θα καταργήσουν την συνθήκη τους, αλλά μόνο ενάντια στην συνθήκη τους ως γυναίκες εργάτες.

2. Γυναικεία εργασία στο αναδιαρθρωμένο κεφάλαιο

Η ασταμάτητη άνοδος στη γυναικεία εργασία ακολούθησε, κατά παράδοξο τρόπο, φαινομενικά, την κρίση στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και την αναδιάρθρωση που προκλήθηκε από αυτήν. Η ανάπτυξη της γυναικείας εργασίας έρχεται στον απόηχο της διάλυσης της εργατικής ταυτότητας, την ανάπτυξη της επισφάλειας και της ελαστικότητας, τα πρώτα θύματα των οποίων είναι οι εργάτριες. Η μερική απασχόληση είναι πάνω απ’ όλα κάτι που έχει να κάνει με τη γυναικεία εργασία. Δεν μπορούμε να μιλήσουμε για την αύξηση στη γυναικεία εργασία χωρίς να θεωρήσουμε άμεσα το ποιοτικό περιεχόμενό της στον αναδιαρθρωμένο τρόπο παραγωγής που προήλθε από την κρίση. Το να μιλήσουμε γι’ αυτήν με ένα απλά απόλυτο, ποσοτικό τρόπο σημαίνει να χάσουμε το νόημά της. Στον αναδιαρθρωμένο κτπ, η αύξηση της γυναικείας εργασίας συνεισφέρει στην διαπερατότητα μεταξύ ανεργίας και απασχόλησης και στην διαίρεση της παγκόσμιας μάζας αναγκαίας εργασίας μεταξύ περισσότερων ανθρώπων.

Οι γυναίκες υπάρχουν. Υπάρχουν τη στιγμή που η διαπερατότητα μεταξύ απασχόλησης, επισφάλειας και ανεργίας γίνεται κυρίαρχη και όταν η δράση του προλεταριάτου μπορεί να ανατρέψει την τάξη του αμοιβαίου ορισμού μεταξύ ανεργίας και απασχόλησης, με όλες τις συνέπειες που αυτό μπορεί να έχει στην επαναστατική πορεία της ταξικής πάλης. Μέχρι και σήμερα, είτε αποκλείονταν από το θεσμικό πλαίσιο του ορισμού της μισθωτής απασχόλησης και της ανεργίας σύμφωνα με τους τομείς και τα είδη δραστηριότητας που τους παρέχονταν στην κοινωνική διαίρεση της εργασίας, είτε λειτουργούσε ακόμα ο παραδοσιακός τρόπος ρύθμισης της γυναικείας ανεργίας, είτε υπάγονταν στη δουλειά του συζύγου τους και η ανεργία τους εξαφανιζόταν.

Με την κρίση, η γυναικεία απασχόληση δεν έχει λειτουργήσει ως “εφεδρικός στρατός”, αντίθετα, έχει αυξηθεί αντί να υποχωρεί. Η γυναικεία εργασία δικαιολογεί ακόμα και με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της τον γενικό τόνο/απόχρωση των νέων τρόπων απασχόλησης που θεμελιώνονται με την κρίση και την αναδιάρθρωση. Σε κάθε περίπτωση, είναι η ίδια η έννοια του εφεδρικού στρατού που καθίσταται παρωχημένη σε αυτούς τους νέους τρόπους εκμετάλλευσης της ζωντανής εργασίας από το κεφάλαιο.

Αυτό που μπορούμε να παρατηρήσουμε με έναν εξίσου σαφή τρόπο είναι η επιμονή των μηχανισμών διακρίσεων, της σεξουαλικής διαίρεσης της εργασίας, καθώς και την εμφάνιση νέων τρόπων ανισότητας. Αν η κρίση της απασχόλησης δεν έχει αποβάλλει τις γυναίκες από την απασχόληση όπως σε άλλες περιόδους, αν δεν τις έχει στείλει πίσω στο νοικοκυριό, έχει, εντούτοις, έχει οξύνει την ευαλλωτότητά τους στις κακοτροπίες της αγοράς εργασίας. Σε τέτοιο βαθμό που μπορούμε να δούμε διαφορές να αναδημιουργούνται, όχι απλά να διαιωνίζονται μεταξύ αντρών και γυναικών, εντελώς κόντρα στο ρεύμα της ακαταμάχητης ανόδου της γυνακείας δραστηριότητας. Η θηλυκοποίηση της αγοράς εργασίας δεν έχει συνοδευτεί από μια έμφυλη ποικιλομορφία στον κόσμο της εργασίας. Τα γυναικεία επαγγέλματα συνεχίζουν να εκθηλύνονται, οι αντρικές δουλειές παραμένουν “αντρικά επαγγέλματα”, απόρθητα προπύργια[…] Η συγκέντρωση των γυναικώ σε έναν πολύ που μικρό αριθμό τομέων δραστηριότητας παραμένει ένα από τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά της δομής της απασχόλησης18,

Αν όμως αυτές οι διαφορές ανάμεσα στους άντρες και τις γυναίκες, όχι μόνο δεν είναι κόντρα στο ρεύμα της “ακαταμάχητης ανόδου στη γυνακεία δραστηριότητα”, αλλά, αντίθετα, ήταν στην πραγματικότητα ο βασικός λόγος για την άνοδο αυτή; Το να θέτεις ένα ερώτημα σημαίνει να το απαντάς. Η γυνακεία εργασία είναι επιτομή των νέων τρόπων απασχόλησης σε τέτοιο βαθμό που είναι αυτοί ακριβώς οι νέοι τρόποι που κάνουν τις γυναίκες να παραμένουν στην αγορά εργασίας και να κουβαλάνε ένα αυξημένο βάρος μέσα σε αυτήν. Η μερική απασχόληση έγινε το σύγχρονο σχήμα της έμφυλης διαίρεσης της αγοράς εργασίας. Στη Γαλλία, οι γυναίκες αντιπροσωπεύουν σχεδόν το 85 % των ανθρώπων που δουλεύουν με μερική απασχόληση.

Δεν αποτελεί λοιπόν έκπληξη ότι αν και αντιπροσωπεύουν το 45% του (οικονομικά) ενεργού πληθυσμού, οι γυναίκες εξακολουθούν να είναι αόρατες. Από μείζονα συνέδρια για την απασχόληση μέχρι τις διάφορες διαπραγματεύσεις συλλογικών διεπαγγελματικών συμβάσεων, μάταια θα ψάξει κανείς για την παραμικρή συγκεκριµένη αναφορά στις γυναίκες, παρά μόνο σε σχέση με μέτρα που παρέχουν κίνητρα για μερική απασχόληση, και ακόμα και τότε δεν αναφέρονται εκπεφρασμένα. Αυτή η “αγνόηση” είναι εν τέλει η αναγνώριση της γενικότητας της “ειδικής” τους θέσης. Το 1998, ήταν η μαζική τους παρουσία, στους αγώνες των ανέργων και των επισφαλών, που προσέδωσε στρατηγική σημασία στην ιστορική ανατροπή του αμοιβαίου καθορισμού ανεργίας και μισθωτής απασχόλησης στην ταξική πάλη.

Μπορούμε να πούμε, παρωδώντας τον Μαρξ στα Χειρόγραφα του 1844: σε αυτή την παρουσία των γυναικών στο προλεταριάτο εμφανίζεται χειροπιαστά, ανηγμένος σε ένα συγκεκριµένο γεγονός, ο βαθμός στον οποίον η πάλη του ως τάξη έχει γίνει η αμφισβήτηση του εαυτού του, ή ο βαθμός στον οποίο η αμφισβήτηση του εαυτού του έχει γίνει η ύπαρξή του ως τάξη. Ο βαθμός στον οποίο το προλεταριάτο έχει γίνει κάτι ενδεχομενικό για τον εαυτό του, και στον οποίο συλλαμβάνει τον εαυτό ως τέτοιον, καθορίζεται από τον χαρακτήρα αυτής της παρουσίας· η σχέση της κατάστασης των γυναικών με την εκμετάλλευση ως ορισμός του προλεταριάτου είναι η πιο “φυσική” σχέση του προλεταριάτου με την άρνηση του εαυτού του.

Έχουμε πει ότι με τον κτπ η αντίθεση “έχει εμφανιστεί” (δηλαδή, αυτή του πληθυσμού ως πρωταρχικής παραγωγικής δύναμης). Αυτός ο τρόπος παραγωγής κυοφορεί μια ταξική πάλη η οποία, στην κατάργηση του κεφαλαίου, θα θέσει αναπόφευκτα το ερώτημα, για όλους, των “συνθηκών που είναι εγγενείς στην ατομικότητά τους”, ένα ερώτημα που καθορίζεται από αυτή την αντίθεση που έχει εμφανιστεί και θα πρέπει να ξεπεραστεί. Είναι, πιθανόν, στην κατάσταση της γυναικείας εργασίας στο αναδιαρθρωμένο κεφάλαιο που η αντίθεση εμφανίζεται. Η γυναικεία εργασία εκφράζει την γενική κατάσταση ως γυναικεία εργασία, δηλαδή όλες τις αντιφάσεις της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης στη σχέση της με την εργασία μέσω της ιδιαίτερης κυριαρχίας επί των γυναικών που απορρέει από την ίδια την σχέση του κεφαλαίου με την εργασία (πάντα αναγκαία· πάντα πάρα πολλή). Είναι, συνεπώς, στη βάση της ταξικής πάλης, στο επίπεδο της εκμετάλλευσης, που η σχέση αντρών-γυναικών μπορεί να ξεπεραστεί, επειδή αυτή η σχέση εμπεριέχει την ταξική πάλη και επειδή όλες οι αντιθέσεις έχουν συγκεντρωθεί με τέτοιο τρόπο (ώστε) που η σχέση αυτή να περιέχει την ταξική πάλη.

3. “Η ανθρωπότητα δεν θέτει στον εαυτό της προβλήματα που δεν μπορεί να λύσει”, αλλά το να θέσεις ένα πρόβλημα δεν είναι το ίδιο με το να λύσεις.

Η θέση και η πάλη των γυναικών ενάντια στην αντρική κυριαρχία κατέχει αντικειμενικά ένα ιδιαίτερο περιεχόμενο και βάση, είναι ταυτόχρονα εντός και σε σχέση με την αντίθεση ανάμεσα στο προλεταριάτο και το κεφάλαιο (αλλά δεν πρέπει ποτέ να συγχέεται με αυτήν!). Η βάση αυτή είναι η πάλη τους ενάντια στην ιδιοποίησή τους από όλους τους άντρες η οποία (ιδιοποίηση) είναι συστατική της εκμετάλλευσης και χωρίς την οποία η πάλη ενάντια στην εκμετάλλευση δεν μπορεί να πάει πέρα από την επιβεβαίωση και την απελευθέρωση της εργασίας· η κύρια παραγωγική δύναμη θα αναγνωριζόταν επιτέλους ως τέτοια. Αυτή είναι μια πάλη που δεν είναι μόνο ιδιαίτερη αλλά επίσης και ορίζουσα από τη στιγμή που η προοπτική της κατάργησης του κεφαλαίου είναι αυτή της κατάργησης όλων των τάξεων, που η ίδια γίνεται αυτή η περίπτωση μόνο με αυτή τη συγκεκριµένη πάλη. Στην ιδιαίτερη πάλη ενάντια στην αντρική κυριαρχία, είναι η υπέρβαση του προγραμματισμού που υπάρχει ή τουλάχιστον είναι επί τω έργω. Δεν είναι απλή σύμπτωση ότι “το δεύτερο κύμα φεμινισμού” εμφανίζετα στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και αναπτύσσεται στην αρχή της δεκαετίας του 1970 σε σχέση με τα όρια της αποτυχίας του 1968.

Το να πούμε ότι δεν υπάρχει επανάσταση ως κομμουνιστικοποίηση χωρίς την κατάργηση αντρών και γυναικών δεν σημαίνει πως λέμε ότι επειδή η επανάσταση δεν μπορεί πλέον να είναι κάτι άλλο από κομμουνιστικοποίηση το ερώτημα θα επιλυθεί ως αποτέλεσμα. Αυτό σημαίνει ότι η επανάσταση ως κομμουνιστικοποίηση μπορεί να καταλήξει σε αποτυχία. Η επανάσταση ως κομμουνιστικοποίηση είναι η κοινωνική διαδικασία που μας επιτρέψει να φτάσουμε στην κατάστασ στην οποία η διάκριση ανάμεσα στα φύλα δεν είναι πλέον κοινωνικά προσήκουσα· δεν πρέπει όμως να συγχέουμε την κατασκευή του ζητήματος στην επανάσταση ως κομμουνιστικοποίηση με την αναγκαιότητα της επίλυσής του.

Είναι μια εντελώς αρτηριοσκληρωτική οπτική της επέκτασης και του εμβάθυνσης της πάλης να θεωρούμε ότι η αυτοσυγκρότηση μιας ομάδας γυναικών είναι απαραίτητα ταυτοτιστική19 και ένα όριο σε αυτή την πάλη. Αυτή η ομάδα δεν εφευρίσκετι το πρόβλημα που την συγκροτεί ως μια ιδιαίτερη ομάδα σε σχέση με το γενικό πρόβλημα της πάλης, γεννιέται από το ζήτημα που η διαφορά μεταξύ των “φύλων” έκανε να εμφανιστεί στην πορεία αυτής της πάλης. Είναι συχνά καλό ότι η αντίθεση εμφανίζεται. Αυτοί που κατηγορούν αυτόν τον τύπο δράσης ότι παραβιάζει την καθολικότητα του προλεταριάτου ξεχνούν ότι αν αυτός ο τύπος δράσης υπάρχει είναι ακριβώς για να πολεμήσει το “ουσιοποιητικό” και/ή εχθρικό όραμα που μπορεί να αναπτυχθεί στην ίδια την πορεία της πάλης (πβλ. το κίνημα των piquetero και την μακρόχρονη ιστορία του προγραμματισμού). Μόνο μια θεωρία στην οποία η επανάσταση είναι η κατάργηση όλων των τάξεων μπορεί να θέσει και να αντιμετωπίσει αυτά τα προβλήματα κατά πρόσωπο και όχι να τα αντιμετωπίσει ως περιστασιακά και τυχαία εμπόδια, κάτι που απλά πρέπει να φύγει όσο πιο γρήγορα γίνεται.

Δεν μπορούμε να δρούμε σαν να μην υπάρχουν διαφορές και κατακερματισμοί και σαν να μην είναι αντικειμενικοί σε σχέση με την ανώτερη οντότητα: η κοινή κατάσταση των εκμεταλλευόμενων. Η ενότητα δεν θα επιτευχθεί για το προλεταριάτο παρά μόνο στην κατάργησή τους, που δεν θα συμβεί χωρίς εσωτερικές συγκρούσεις που προέρχονται από την αναπαραγωγή του, η οποία πάντα συνεπάγεται από την αναπαραγωγή του κεφαλαίου μέχρι την κατάργησή του. Αυτό θα είναι ένα πρόβλημα στο οποίο εμπλέκονται η επανάσταση και η αντεπανάσταση.

Η κυριαρχία επί των γυναικών δεν συμβαίνει μόνο στην οικογένεια αλλά εκτείνεται στην ολότητα της παραγωγής και της αναπαραγωγής του καπιταλισμού. Οι άντρες αντλούν κάθε είδους υλικά ωφέλη από αυτό (με όρους lifestyle, κατάτμησης της αγοράς εργασίας) που είναι εσωτερικές και καθορίζουσες της ύπαρξς των μισθωτών εργατών. Όσο σε μια παγκόσμια κλίμακα η εργατική τάξη (άντρες και γυναίκες) παλεύει για την υπεράσπιση της κατάστασής της ή ακόμα και για τη χειραφέτησή της (προγραμματισμός), το ζήτημα της αντρικής κυριαρχίας τίθεται μόνο περιθωριακά, στην καλλίτερη περίπτωση με όρους της γυναικείας επαναδικαίωσης της ισότητας που ως τέτοια είναι καταδικασμένη να αποτύχει· δράσεις για τον σκοπό αυτό απλά συμμετέχουν στην αδυνατότητα, με τους δικούς της όρους, της προγραμματιστικής επανάστασης και της χειραφέτησης της εργασίας. Θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε τη γυναικεία δραστηριότητα στις επαναστάσεις ως τον δείκτη της αποτυχίας τους.

Η επανάσταση ως κομμουνιστικοποίηση θέτει το πρόβλημα της έμφυλης διάκρισης ως εγγενές στην εκμετάλλευση on the table με έναν πρακτικό τρόπο. Όμως, ακόμα και αν η αντρική κυριαρχία και η καπιταλιστική εκμετάλλευση κατασκευάζονται κοινωνικά με έναν συνεκτεινόμενο τρόπο (που δίνεται από τη φύση της πλεονάζουσας εργασίας και την μισθωτή σχέση), ακόμα και αν η κατάργηση της μιας δεν μπορεί να συμβεί χωρίς την κατάργηση της άλλης, οι αντιθέσεις/αντιφάσεις που παράγουν την υπέρβασή τους δεν είναι ταυτόσημες. Η πάλη των γυναικών ενάντια στην αντρική κυριαρχία δεν διαλύεται μέσα στην πάλη του προλεταριάτου ενάντια στην καπιταλιστική εκμετάλλευση. Αν μπορούμε να πούμε ότι η αντίθεση μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου, στο επαναστατικό της γίγνεσθαι ως κομμουνιστικοποίηση, θα βάλει την έμφυλη διάκριση (που είναι αναγκαστικά μια ιεραρχική διάκριση) στο τραπέζι, δεν φέρει, όμως, εντός της, ως τέτοια την υπέρβαση αυτού του προβλήματος, υπέρβαση πάνω στην οποία παρ’ όλα αυτά στηρίζεται η επιτυχία της. Η συγκρότηση της ομάδας γυναίκες ως δεύτερη ανθρωπότητα, ως “δεύτερο φύλο” είναι a priori μη-αναγώγιμη στην αντίθεση κεφαλαίου και προλεταριάτου. Αυτή η τελευταία αντίθεση φέρει εντός της το ξεπέρασμα όλων των τάξεων, την κατάργηση της ιδιοκτησίας, της διαίρεσης της εργασίας, της ανταλλαγής και της αξίας, της εργασίας, της οικονομίας, δηλαδή της παραγωγής των σχέσεων μεταξύ των ατόμων που τα καθορίζουν στην μοναδικότητά τους, αλλά δεν περιέχει τα μέσα για την πραγμάτωση αυτού που κουβαλά εντός της.

Η ιδιοποίηση των γυναικών, δηλαδή η αντίθεση που κατασκευάζει και θέτει απέναντι άντρες και γυναίκες, είναι εγγεγραμένη μέσα στην ίδια την ύπαρξη της πλεονάζουσας εργασίας, αλλά οι κοινωνικές ομάδες, που αυτή η ιδιοποίηση κατασκευάζει αντιθετικά, δεν ταυτίζονται με τις τάξεις (προλετάριους και αστούς) που βάζει απέναντι η αντίθεση που θεμελιώνεται στην υπερεργασία (δηλαδή η εκμετάλλευση). Το πρόβλημα είναι μοναδικό, η κατάργηση της πλεονάζουσας εργασίας, αλλά οι πρωταγωνιστές της επίλυσής του συνδέονται μεταξύ τους με διαφορετικές αντιθέσεις. Η έμφυλη διάκριση της ανθρωπότητας υπονοοείται/συνεπάγεται, περιλαμβάνεται στην αντίθεση ανάμεσα στο προλεταριάτο και το κεφάλαιο αλλά η τελευταία, αυστηρά ως μια αντίθεση ανάμεσα σε τάξεις, δεν κουβαλά εντός της την υπέρβαση αυτής της διάκρισης. Η διάκριση αυτή ορίζει μια κυριαρχούμενη “ομάδα”, τις γυναίκες, η κυριαρχία επί των οποίων είναι ουσιώδης για την εκμετάλλευση, που δεν είναι, όμως, η ίδια μια τάξη καθεαυτή, και της οποίας το αντικείμενο πάλης είναι η αντρική κυριαρχία και ο έμφυλος διαχωρισμός της κοινωνίας. Το γεγονός ότι η συγκρότηση αυτής της ομάδας συνδέεται ουσιαστικά με όλες τις αντιθέσεις ανάμεσα στις τάξεις σημαίνει ότι η είσοδός της στη σκηνή της ιστορίας συνδέεται πάντα με επαναστατικές περιόδους, και ότι δεν συμμετέχουν όλες οι γυναίκες στον αγώνα αυτής της ομάδας απλά επειδή είναι γυναίκες. Η “αστή” μπορεί να συμμετέχει ως γυναίκα στον φεμινιστικό αγώνα στον βαθμό που ο τελευταίος παραμένει εντώς της προβληματικής της ισότητας ή του διαφορισμού/differentialism, αλλά σ’ αυτόν τον αγώνα θα πρέπει να εμφανιστεί ένα χάσμα αν αυτό που αμφισβητείται είναι η κατάργηση της ίδιας της έμφυλης διαίρεσης της ανθρωπότητας, που είναι ενδογενής στην πλεονάζουσα εργασία. Το τέλος της πλεονάζουσας εργασίας είναι το τέλος της έμφυλης διαίρεσης της ανθρωπότητας και θα είναι αυτό το τέλος μόνο ως τέλος αυτής της διαίρεσης.

Η αύξηση του πληθυσμού ως κύριας παραγωγικής δύναμης, η θεμελίωση όλων των μορφών πλεονάζουσας εργασίας, ορίζει σε μια ταξική κοινωνία, μια ανταγωνιστική διαμέριση της κοινωνίας που τα στοιχεία της δεν είναι άμεσα αυτά που αντιτίθενται στην εξαγωγή αυτής της υπερεργασίας. Είναι από αυτή την άποψη που η αντίθεση που είναι η εκμετάλλευση βάζει αναγκαστικά στο τραπέζι την έμφυλη διάκριση, αλλά δεν κουβαλά άμεσα εντός της τα μέσα και τις κοινωνικές δυνάμεις για να υλοποιήσει την κατάργησή της ως κομμουνιστικοποίηση. Όπως και να το κοιτάξει κανείς, η κομμουνιστικοποίηση θα είναι μια επανάσταση μέσα σε μια επανάσταση.

R.S.

Δείτε επίσης τα προσαρτήματα: Η δυναμική φύλου-τάξης και Σύντροφοι, αλλά γυναίκες20.

1 Στμ. Μεταφρασμένο από την αγγλική απόδοση στο: http://libcom.org/library/gender-distinction-programmatism-communisation.

2 Στμ. Στην αγγλική μετάφραση: predicated.

3 Στμ. Μαρξ: “Μισθοί, Τιμές και Κέρδος”.

4 Στμ.

7 http://www.marxists.org/archive/marx/works/1857/grundrisse/ch08.htm#p414 (στμ. Είναι η περίφημη έκφραση του Μαρξ για το κεφάλαιο “ως κινούμενη αντίφαση”).

8 Στμ. Στο πρωτότυπο: differentialism. Difference feminism was developed by feminists in the 1980s, in part as a reaction to popular liberal feminism (also known as “equality feminism“), which emphasized the similarities between women and men in order to argue for equal treatment for women. Difference feminism, although it still aimed at equality between men and women, emphasized the differences between men and women and argued that identicality or sameness are not necessary in order for men and women, and masculine and feminine values, to be treated equally

9 Στμ. Ένγκελς: “Η Καταγωγή της Οικογένειας, της Ιδιοκτησίας και του Κράτους”, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 2013.

11 Στμ. Mujeres Libres (Ελεύθερες Γυναίκες), αναρχική γυνακεία οργάνωση στην Ισπανία με σκοπό την ενδυνάμωση των γυναικών της εργατικής τάξης. Δημιουργήθηκε το 1936 από τις Lucía Sanchez Saornil, Mercedes Comaposada και Amparo Poch y Gascón και είχε σχεδόν 30.000 μέλη. Η οργάνωση βασιζόταν στην ιδέα της “διπλής πάλης” για την απελευθέρωση των γυκαικών και για την κοινωνική επανάσταση και ισχυριζόταν ότι οι δυο αυτοί στόχοι ήταν εξίσου σημαντικοί και θα έπρεπε να επιδιωχθούν παράλληλα.

12 Στμ. Το Movimiento Libertario (Απελευθερωτικό Κίνημα) ήταν μια ισπανική αναρχική οργάνωση που ιδρύθηκε προς το τέλος του ισπανικού Εμφυλίου από τις οργανώσεις CNT, FAI και FIJL για να αναπτύξει κοινή παράνομη δράση στο εσωτερικό της Ισπανίας, κάτω από τη δικτατορία του Φράνκο, και νόμιμη στην εξορία, όπου ασχολήθηκε με τους χιλιάδες αναρχο-συνδικαλιστές πρόσφυγες που κατέφυγαν στη Γαλλία. Το εθνικό συμβούλιο του ML έδρευε στο Παρίσι.

13 Στμ. στην αγγλική μετάφραση: It is, at root, an arse of a problem, a problem to do with rumpy-pumpy.

14 Στμ. Xavier Vigna: “H εργατική ανυπακοή στα χρόνια γύρω από το 1968. Δοκίμιο πάνω στην πολιτική ιστορία των εργοστασίων”. Ο Xavier Vigna είναι καθηγητής της σύγχρονης ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Βουργουνδίας με κύρια αντικείμενα την κοινωνική ιστορία και ιδιαίτερα την ιστορία του Μάη του 1968.

15 Στμ. Στο πρωτότυπο: compound, που έχει την έννοια του “συνδυάζω, συνθέτω”.

16 ό.π., σελ. 117–118.

17 Στμ. Στο πρωτότυπο: hurls opprobrium.

18 Margaret Maruani: “Emploi des femmes: un tableau contrasté”, στο AC: Données et arguments, t.2, σελ. 106, εκδ. Syllepse.

19 Στμ. Στο πρωτότυπο: identitarian. Ο σχετιζόμενος με την ταυτότητα. Για την απόδοση δες και https://inmediasres.espivblogs.net/2017/04/21/identitykrisis/ σημείωση 27.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

css.php