Ο Adorno και η συζήτηση για το προλεταριάτο ως επαναστατικό υποκείμενο

Mac Intosh1

μετάφραση: qutopic

Ένα σήμα-κατατεθέν της αρνητικής ανθρωπολογίας του Theodor W. Adorno, όπως διαφωτίστηκε από τον Werner Bonefeld, είναι η ισχυρή θεωρητική θέση ότι η “πρώτη φύση”, η αναζήτηση μιας ανθρώπινης ουσίας, πόσο δε μάλλον η αποκατάστασή της, είναι τόσο ένα θεωρητικό όσο και ένα πρακτικό αδιέξοδο. Υπάρχει μόνο “δεύτερη φύση”, το προϊόν της ιστορικότητας του Ανθρώπου [του είδους, όχι του φύλου]2, η κοινωνική του ύπαρξη. Η αμφισβήτηση της οπτικής του ανθρωπίνου όντος ως κατέχοντος μια διιστορική ουσία δεν σημαίνει ότι ο Άνθρωπος δεν έχει ξεχωριστά γνωρίσματα και χαρακτηριστικά που “επιμένουν” στον χρόνο· μια “ανθρώπινη” φύση, αν θέλετε. Η ίδια η διάκριση από τον Μαρξ ανάμεσα στη μέλισσα και τον άνθρωπο ως “αρχιτεκτόνων” στο “Κεφάλαιο”, επισημαίνει την ικανότητα του Ανθρώπου για αυτο-δημιουργία, και την ιστορικότητά του, που είναι σε αντίστιξη τόσο με τις αργές εξελικτικές διαδικασίες τις οποίες επεσήμανε ο Δαρβίνος όσο και με την υπερβατική σύσταση της ανθρώπινης υποκειμενικότητας του Καντ και την δυνατότητα της γνώσης που παρέχει. Τότε, όμως, η δική μας ανθρωπολογική αναζήτηση πρέπει να ξεκινήσει με την ιστορική παρουσία του Ανθρώπου όπως έχει διαμορφωθεί από την αξιακή μορφή και τις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις, από την μια, και την αντικειμενικά-πραγματική δυνατότητα της κατάργησής τους μέσα από την επανάσταση και τον κομμουνισμό, την δημιουργία μιας ανθρώπινης κοινότητας [Gemeinwesen], αυτό που ο Μαρκούζε ονόμασε “κομμουνιστικό ατομικισμό”, από την άλλη.

Αυτό που ο Αντόρνο ονόμασε ως “οργανική σύνθεση του ανθρώπου”, την “μηχανικοποίηση του ανθρώπου”, μέσα από αυτό που ο Μαρξ προσδιόρισε ως την πραγματική κυριαρχία του κεφαλαίου, “[αυτό] που καθορίζει τα υποκείμενα ως μέσα παραγωγής και όχι ως ζώντες σκοπούς, αυξάνει με την αναλογία των μηχανών στο μεταβλητό κεφάλαιο”3 και έχει εξελιχθεί σε μια τρομακτική ζωντανή πραγματικότητα για όσους έχουν μόνο την εργατική τους δύναμη να πουλήσουν (ακόμα και αν ένα όλο και μεγαλύτερο κομμάτι αυτής της τάξης δεν μπορεί να βρει αγοραστές για το εμπόρευμά του).

Οι οικονομικές κατηγορίες, πχ. η ανταλλαγή, η μορφή-εμπόρευμα, η μορφή-χρήμα, η αξία, η αφηρημένη εργασία, έχουν το πραγματικό τους νόημα σε “συγκεκριμένες κοινωνικές σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους”, ιδιαίτερα στον “…ιδιόμορφο κοινωνικό χαρακτήρα της εργασίας που τις παράγει”4. Πραγματικά, για τον Bonefeld, οι οικονομικές κατηγορίες που ξεδιπλώθηκαν από τον Μαρξ στην κριτική του στην πολιτική οικονομία αναδύεται από τον ίδιο τον ταξικό ανταγωνισμό που τις έχει παράξει5. Η αξιακή μορφή, τότε, που έχει “διαστρέψει” [verrücte] την κοινωνική και ιστορική μορφή, εκφράζει μια κοινωνική σχέση σαν μια σχέση ανάμεσα σε πράγματα. Είναι μια κοινωνική σχέση που είναι αδιαφανής σε κείνα τα ανθρώπινα όντα των οποίων ακριβώς η κοινωνική δράση παράγει αυτές τις μορφές. Όπως λέει ο Μαρξ, ο Άνθρωπος στον καπιταλισμό “κυβερνιέται από τα προϊόντα των ίδιων των χεριών του”. Στην περίπτωση αυτή τα προϊόντα δεν είναι απλά τα εμπορεύματα που παράγει, αλλά αυτές οι ίδιες οι διεστραμμένες κοινωνικές σχέσεις που παράγονται και αναπαράγονται από την κοινωνική δραστηριότητα του προλεταριάτου.

Αυτό που ο Καντ είδε ως την κατασκευή της ανθρώπινης υποκειμενικότητας και τις θεμελιώδεις βάσεις όλης της γνώσης στην “Κριτική του Καθαρού Λόγου” είναι, για τον Αντόρνο, η ιστορικά συγκροτημένη βάση της γνώσης στην αστική-καπιταλιστική κοινωνία, μετατιθέμενη [transposed], στο μυαλό του Καντ, στον πραγματικό κόσμο και στην ίδια την οντολογική δομή του. Ο Αντόρνο διέτρησε στη συνέχεια κάτω από τις πραγμοποιημένες κοινωνικές μορφές που ο Καντ είχε οντολογικοποιήσει και καταστήσει μεταφυσικές. Αυτό που ο Καντ, ως φιλόσοφος της αστικής-καπιταλιστικής κοινωνίας είχε αποκαλύψει – όπως τον διαβάζει ο Αντόρνο, και όπως ο Christian Lotz διαβάζει τον Αντόρνο – είναι πώς: “[τ]ο υποκείμενο ξεφορτώνεται [abarbeiten] το αντικείμενό του, παράγει τον εαυτό του και τα αντικείμενά του ως αφηρημένα αντικείμενα, καθώς τα αντικείμενα αυτά αποσυνδέουν τον εαυτό τους από την ζωντανή διαλεκτική σύστασή τους και μετατρέπονται σε σταθερές και πραγμοποιημένες δομές”6. Όπως, λοιπόν, διαβάζει τον Αντόρνο ο Lotz, από την μια πλευρά, ο κοινωνικός και ιστορικός κόσμος φτιάχνεται από την κοινωνική δραστηριότητα των ανθρωπίνων υποκειμένων, και την ίδια στιγμή “…ο κόσμος που δημιουργούμε κυριαρχεί επάνω μας όλο και περισσότερο, αφού με κάθε δραστηριότητα ο ανεξάρτητος ο χαρακτήρας του κόσμου-ως-αντικείμενο αυξάνεται. Κάθε κυριάρχηση στο αντικείμενο, σύμφωνα με τον Αντόρνο, οδηγεί, συνεπώς, σε μια κυριάρχηση επί του υποκειμένου”7. Εδώ έγκειται λοιπόν η πραγμοποίηση, οι ως-πράγματα κοινωνικές μορφές τις οποίες πρώτα ο Λούκατς κατέδειξε, αλλά τώρα μπορούν να συνδεθούν πιο άμεσα με την ίδια την αξιακή μορφή, και τις κατηγορίες που ο Μαρξ τόσο υπομονετικά ξεδίπλωσε στα χειρόγραφά του για την κριτική της πολιτικής οικονομίας, που ήταν ακόμα άγνωστα όταν ο Λούκατς έγραψε το “Ιστορία και Ταξική Συνείδηση”.

Η εστίαση του ίδιου του Αντόρνο στην πραγμοποίηση αντλεί από το πρωτοποριακό δοκίμιο του Lukács “Πραγμοποίηση και η Συνείδηση του Προλεταριάτου” στο “Ιστορία και Ταξική Συνείδηση”, αν και ο Αντόρνο στα τέλη της δεκαετίας του 1950 είχε το πλεονέκτημα της πρόσβασης στα προηγουμένως αδημοσίευτα κείμενα του ίδιου του Μαρξ για την κριτική στην πολιτική οικονομία, συμπεριλαμβανομένων των “Grundrisse”, που ήταν άγνωστα στον Lukács στις αρχές της δεκαετίας του 1920. 8Αν και το σημείο αφετηρίας του Αντόρνο δεν διαφέρει από αυτό του Λούκατς και τον ισχυρισμό του ότι η μορφή-εμπόρευμα και ο φετιχιστικός του χαρακτήρας, η πραγμοποιημένη “φαντασματική αντικειμενικότητα” είναι “…το κεντρικό δομικό πρόβλημα της καπιταλιστικής κοινωνίας σε όλες τις πτυχές της…”, ο Αντόρνο απέρριψε τον ισχυρισμό του Λούκατς ότι όντας το “ταυτοτικό υποκείμενο-αντικείμενο της ιστορίας της κοινωνίας”9 επέτρεψε στο προλεταριάτο να έχει μια ταξική συνείδηση που θα μπορούσε να συλλάβει την πραγμοποιημένη, ως-πραγμάτων φύση των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων και να τις ανατρέψει. Είναι ακριβώς αυτή η εγελιανής “κλίσης” οπτική του προλεταριάτου ως του ταυτόσημου υποκειμένου-αντικειμένου, και η σχέση του με την θεωρία του Λούκατς για την αποδιδόμενη ταξική συνείδηση που συνδέεται με το Κόμμα, μέσω της οποίας η εμπειρική συνείδηση του προλεταριάτου μπορεί να ευθυγραμμιστεί με την αποδιδόμενη ταξική του συνείδηση, που προκαλεί το ερώτημα ενός συγκεκριμένου ντετερμινισμού στον Λούκατς, ισοδύναμου με μια “θεολογία της τάξης” σύμφωνα με την προβοκατόρικη έκφραση του Norbert Trenkle. Μοιάζει εδώ ότι η οπτική του Λούκατς είναι μια οπτική στην οποία το προλεταριάτο ουσιαστικά παίρνει τον ρόλο μιας οντολογικής κατηγορίας, ρόλο στον οποίο έχει μια αμείωτη “φιλοδοξία για την ολότητα”10. Για τον Λούκατς, λοιπόν, το προλεταριάτο έχει μια “ιστορική αποστολή”. Πραγματικά, ο εγελιανισμός του Λούκατς στο “Ιστορία και Ταξική Συνείδηση” οφείλεται στην ίδια την φιλοσοφία της παγκόσμιας ιστορίας του Χέγκελ.

O Αντόρνο, αντίθετα, ισχυρίζεται στο δοκίμιό του “Υποκείμενο και Αντικείμενο” ότι το ανθρώπινο ον “είναι ένα αποτέλεσμα, όχι ένα είδος11 [eidos]· που δεν κατέχει μια διιστορική ουσία. Εκεί που ο Λούκατς είδει τον άνθρωπο ως ένα “είδος-ον” [species-being, Gattungswesen], με την ιστορία ως την “σκηνή” πάνω στην οποία αυτό το προϋπάρχον είδος-ον, που κάποτε είχε χαθεί, θα ενεργοποιηθεί τελικά ξανά, ο Αντόρνο είδε το ανθρώπινο είδος ως το αποτέλεσμα αυτών των διαμεσολαβήσεων, αυτών των κοινωνικών σχέσεων, που παράγονται και αναπαράγονται από την ίδια την κοινωνική του δράση, με την δυνατότητα ότι οι υπάρχουσες διαμεσολαβήσεις μπορούν να ανατραπούν και να δημιουργηθούν καινούριες κοινωνικές σχέσεις. Ο Χέγκελ παίζει αποφασιστικό ρόλο και για τον Λούκατς και για τον Αντόρνο. Όμως, ο εγελιανισμός του Λούκατς στο “Ιστορία και Ταξική Συνείδηση” οφείλει στην φιλοσοφία της παγκόσμιας ιστορίας του Χέγκελ· μια οπτική που είναι τελεολογική, ενώ το χρέος του Αντόρνο στον Χέγκελ (και το θεωρητικό χρέος αυτών που έχει περισσότερο από όλους επηρεάσει, οι Krahl, Backhaus, Reichelt, καθώς και οι Moishe Postone και Werner Bonefeld) έγκειται περισσότερο στην φιλοσοφία του Δικαίου του Χέγκελ και στην Λογική του, με τη σύλληψη του ρόλου της αφαίρεσης ως του πραγματικού κλειδιού στην ουσιαστικότητα [substantiality] της αξίας και τις πολλαπλές μορφές που παίρνει στην σχέση ανταλλαγής. Kαι αυτή η αφαίρεση είναι αυτό που ο Alfred Sohn-Rethel, του οποίου η επίδραση στον Αντόρνο είναι υπολογίσιμη, περιγράφει ως μια “πραγματική αφαίρεση”, όχι μια σκέψη ή μια νοητική αφαίρεση: η αφαίρεση “δεν ξεπηδά από” την ανθρώπινη νόηση, αλλά αναδύεται “στην χωρο-χρονική σφαίρα των ανθρώπινων σχέσεων”12.

Εδώ είναι επίσης που η κατηγορία της “αντικειμενικά-πραγματικής δυνατότητας” του Ernst Bloch μπορεί να πάρει την δικαιωματική της θέση στην Μαρξιστική θεωρία· μια κατηγορία που επίσης είναι ριζωμένη στο ίδιο το ενεργό/πραγματικό ιστορικό ον. Ο Bloch επιζήτησε να “διαπλεύσει” το δύσκολο θεωρητικό έδαφος μέσα από το οποίο η μαρξική θεωρία πρέπει να διευκρινήσει την σύνθετη σχέση ανάμεσα στον ντετερμινισμό και την δυνατότητα· την αναγκαιότητα και την ενδεχομενικότητα. Για τον Bloch, “οι αιτίες είναι υλικές προϋποθέσεις της νομοφανούς [lawlike], αναγκαίας πραγματοποίησης”· σε αντίστιξη: “οι συνθήκες είναι οι υλικές προϋποθέσεις μιας δυνατής πραγματοποίησης που δεν μπορεί να συμβεί χωρίς την βοήθεια ενός παρεμβαλλόμενου υποκειμένου. Συνεπώς, ο καπιταλισμός αναπτύσσει εντός του τις συνθήκες, όχι τις αιτίες, για ένα επαναστατικό πέρασμα στον Σοσιαλισμό με τέτοιο τρόπο ώστε καθώς πλησιάζει σε ένα τέλος, κάνει το πέρασμα αυτό δυνατό, αλλά δεν περιέχει το ρήγμα σαν μια νομοτελειακή, αναγκαστική συνέπεια”13. Aυτή η καθοριστική διάκριση ανάμεσα στην αναγκαιότητα και την δυνατότητα, που δυστυχώς αποκρύπτεται από τον παραδοσιακό Μαρξισμό, μας αναγκάζει τότε να ξαναδούμε το ζήτημα του επαναστατικού υποκειμένου, του οποίου η κοινωνικο-πολιτική πράξις [praxis], είναι το κλειδί στο να καταστεί εφικτό ένα επαναστατικό ρήγμα από τον καπιταλισμό.

Στο πλαίσιο της λεγόμενης “νέας ανάγνωσης του Μαρξ”, που βασίζεται σε όλα τα χειρόγραφά του για την κριτική της πολιτικής οικονομίας, που τώρα έχουν επιτέλους δημοσιευθεί, ένα από τα ζητήματα που έχουν ανακύψει είναι το ερώτημα του υποκειμένου: εντός των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων που βασίζονται στην αξιακή μορφή, “ποιος” ή “τι” είναι το υποκείμενο; Ο ίδιος ο Μαρξ μιλάει για το κεφάλαιο ως “Αυτόματο υποκείμενο” ή το “κυρίαρχο”, το “ενεργό” υποκείμενο [übergreifende Subjekt]14. Η “νέα ανάγνωση” έχει διερευνήσει τις υποδηλώσεις του όρου του Μαρξ, μαζί με την σύνδεσή του στην ανάγνωση της συστηματικής διαλεκτικής του Χέγκελ από τον ίδιο τον Μαρξ, καθώς και με ποιο τρόπο αυτή η σημαντική σύνδεση έχει χαθεί και στις μεταφράσεις και στις συζητήσεις για τον Μαρξ15. Ποιες είναι οι συνέπειες του ορισμού του κεφαλαίου ή της αξίας ως ενός αυτόματου υποκειμένου; Τι γίνεται τότε το προλεταριάτο ως επαναστατικό υποκείμενο; Αυτό δεν είναι ζήτημα φιλολογικού ή ακόμα και φιλοσοφικού – πόσο δε μάλλον ακαδημαϊκού – ενδιαφέροντος. Για τον Bonefeld, υπάρχει ο κίνδυνος, μέσα στην “νέα ανάγνωση του Μαρξ”, να ειδωθεί “…η αξία ως η αυτο-κινούμενη ουσία του καπιταλιστικού πλούτου”, ενώ η έμφαση [του Μαρξ] είναι στις “…καθορισμένες κοινωνικές σχέσεις παραγωγής”, τις ταξικές σχέσεις που στην πραγματικότητα παράγουν τα “…μυστηριώδη οικονομικά πράγματα που φαινομενικά κατέχουν τον μυστικό χαρακτήρα να ‘υποστασιοποιούν’ τον εαυτό τους”16. Όπως διαβάζει εδώ τον Μαρξ ο Bonefeld, είναι ανεπαρκές να ερμηνεύσει κανείς τον Μαρξ ωσάν να λέει ότι το κεφάλαιο είναι “…κάτι που σχετίζεται με τον εαυτό του, δηλαδή, ένα πράγμα που έχει την ικανότητα για αυτο-αξιοποίηση”17. Μάλλον, “η ιδέα του “κεφαλαίου” ως κάτι που είναι “αυτο-συγκροτητικό” απλά επανενδυναμώνει τον φετιχισμό ενός καπιταλιστικού κόσμου που βλέπει την εργασία [το προλεταριάτο] μόνο σαν ένα εμπόρευμα που κερδίζει έναν μισθό”18. Αυτό λοιπόν που έχει προσθέσει ο Bonefeld είναι η κρίσιμη παρατήρηση ότι η “συγκροτητική δύναμη της κοινωνικής εργασίας” υπάρχει και διατηρείται με “έναν τρόπο άρνησής της”19. Αυτό που φαίνεται να είναι το αποτέλεσμα των παραγωγικών δυνάμεων του κεφαλαίου είναι, αντίθετα, η διεστραμμένη μορφή των δυνάμεων του προλεταριάτου και της κοινωνικής πρακτικής του. Η εξήγηση του Bonefeld για την κοινωνική δράση του εργάτη/τριας στην πώληση της εργατικής δύναμής του/της στον καπιταλιστή (ατομικά, εταιρικό ή κρατικό) είναι στο σημείο αυτό διαφωτιστική: “Τα ορθολογικώς ενεργούντα άτομα που ανταλλάσουν στην αγορά για να εξασφαλίσουν την ύπαρξή τους, εκτελούν αφηρημένους κοινωνικούς νόμους που τα ίδια έχουν παράξει ιστορικά και αναπαράγουν μέσα από την ορθολογική τους συμπεριφορά, και πάνω στους οποίους δεν έχουν κανένα έλεγχο – η ορθολογική τους πρακτική υπάρχει διαμέσου αυτών και εντός αυτών, καθώς και ενάντια σε αυτά”20.

Για τον Bonefeld, και ορθά κατά την άποψή μου, η τάξη δεν είναι μια επιβεβαιωτική έννοια, αλλά μια “εντελώς αρνητική έννοια. Η κριτική της ταξικής κοινωνίας δεν βρίσκει την θετική επίλυση σε καλλίτερα πληρωμένους και πλήρως απασχολούμενους παραγωγούς υπεραξίας. Την βρίσκει μόνο στην αταξική κοινωνία”21. Όπως ακριβώς το προλεταριάτο δεν αποκαθιστά ένα χαμένο είδος-ον ή μια πρώτη φύση, δεν δημιουργεί μια “δημοκρατία της εργασίας” ή μια κοινωνία βασισμένη στην εργατική εξουσία, όπως στο όραμα που βρίσκουμε στον παραδοσιακό Μαρξισμό, ακόμα και στον ιστορικό αριστερό κομμουνισμό. Η χειραφετητική πράξη, κατά την άποψή μου, προχωρά μέσα από την κατάργηση της εργασίας, που είναι ο μόνος τρόπος για να ανατραπούν οι κοινωνικές σχέσεις που βασίζονται στην αξιακή μορφή. Αυτό συνεπάγεται το όραμα ενός μεταβολισμού με τη φύση που βασίζεται σε τρόπους ποίησης [poïesis] διαφορετικών από τηn εργασία όπως έχει ιστορικά εμφανιστεί.

Ερχόμαστε έτσι αντιμέτωποι τόσο θεωρητικά όσο και πρακτικά με το ερώτημα του πώς ακριβώς το προλεταριάτο μπορεί να σπάσει αυτές τις διεστραμμένες κοινωνικές μορφές, την φετιχισμό του εμπορεύματος, εντός των οποίου “βασανίζεται”, αυτές τις πραγμοποιημένες κοινωνικές σχέσεις που δεν είναι απλά τρόποι ψευδούς συνείδησης, ιδεολογίες της άρχουσας τάξης, που του επιβάλλονται από τον ταξικό εχθρό, αλλά μάλλον κοινωνικές σχέσεις που εμφανίζονται σε αυτό ως το αποτέλεσμα αντικειμενικών, α-ιστορικών, φυσικών οικονομικών νόμων και όχι το προϊόν της ίδιας της κοινωνικής δραστηριότητας του προλεταριάτου. Αυτή η τελευταία συνθήκη, η πραγματική βάση του φετιχισμού του εμπορεύματος, και προπύργιο των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων, πρέπει να εκτεθεί θεωρητικά αν πρόκειται να δεχτεί επίθεση πολιτικά από τους επαναστάτες και την ίδια την τάξη. Και εδώ έγκειται η συνεισφορά του Αντόρνο, ιδιαίτερα η άποψή του για την πράξη, μου φαίνεται ότι χρειάζεται την ιδιαίτερη προσοχή μας.

Δεν βρισκόμαστε εδώ στην τομή του Αντόρνο ως Μαρξιστή θεωρητικού και τις αδιάκοπες εκκλήσεις προς αυτόν να περάσει σε μια επαναστατική πρακτική, που κυριάρχησαν στα τελευταία χρόνια της ζωής του· την ταραχώδη δεκαετία του 1960. Πολλοί από τους ίδιους τους φοιτητές του Αντόρνο, ενεργοί στην γερμανική SDS22 (ανάμεσά τους ο H-J Krahl, και ο Frank Böckelmann) καυτηρίασαν τον δάσκαλό τους για την “αποτυχία” του να αγκαλιάσει αυτό που για εκείνους ήταν η “επανάσταση”. Ο Krahl, για παράδειγμα, είδε τον Αντόρνο να πέφτει σε “μια οπισθοδρομική ανησυχία απέναντι σε οποιαδήποτε μορφή ενεργητικής αντίστασης ενάντια23 στην σταθεροποίηση του μονοπωλιακού καπιταλισμού· πράγματι, σαν έναν διανοητή που “…η υλιστική διαλεκτική των αλυσοδεμένων δυνάμεων της παραγωγής αντανακλάται στην έννοια μιας θεωρίας που είναι η ίδια αλυσοδεμένη, αναπόδραστα βασανιζόμενη από την εμμένεια των εννοιών της”24· πραγματικά, μια υποχώρηση στον ακαδημαϊσμό. Η δριμεία κριτική του Krahl το 1969 φαίνεται πολύ διαφορετική σήμερα υπό το φως της πραγματικής εξέλιξης των “επαναστάσεων” που το SDS είδε σαν την αρχή μιας παγκόσμιας προλεταριακής επανάστασης: η “Πολιτιστική Επανάσταση” του Μάο στην Κίνα, ο αγώνας του NLF στο Βιετνάμ υπό την καθοδήγηση του Χο Τσι Μινχ και οι άλλες “αντι-ιμπεριαλιστικές” αναταραχές στον Τρίτο Κόσμο. Το σύγχρονο τοπίο μιας Κίνας ως ατμομηχανής του καπιταλισμού και ενός Βιετνάμ ως πιστού συμμάχου των ΗΠΑ στην Νοτιοανατολική Ασία, και όλα αυτά υπό την ίδια άρχουσα τάξη που εγκαινίασε την “Πολιτιστική Επανάσταση” ή εξανάγκασε τους Αμερικανούς να εγκαταλείψουν την Σαϊγκόν, ρίχνουν ένα διαφορετικό φως στον ενθουσιασμό του SDS τη δεκαετία του 1960.

Αντίθετα, ο ίδιος ο Αντόρνο είδε τον βολονταρισμό και τον τυχοδιωκτισμό του SDS σαν μια ψευδο-επανάσταση [Schein-revolution]. Η ιστορία έχει ήδη δώσει μια ετυμηγορία για τον αποκαλυπτικισμό του αριστερισμού της εποχής, του πολιτικού ενστερνισμού του Σταλινισμού και του τριτοκοσμικού εθνικισμού από αυτόν, αλλά πιθανόν υπό το φως της ίδιας της ανάπτυξης του κεφαλαίου και της ισχύος του τα τελευταία 45 χρόνια, είναι καιρός να επανεξετάσουμε τα τελευταία γραπτά και τις σημειώσεις διαλέξεων του Αντόρνο, ιδιαίτερα το “Marginalia to Theory and Practice” (που πρωτοδημοσιεύθηκε το 1969), σαν μέρος μιας διερεύνησης των προοπτικών της ανάδυσης του προλεταριάτου ως επαναστατικού υποκειμένου σήμερα.

O Αντόρνο δεν κατασκευάζει κάποια άμεση σύνδεση ανάμεσα στην Μαρξιστική θεωρία και το προλεταριάτο ως επαναστατικό υποκείμενο, αλλά παρέχει στοιχεία για μια τέτοια σύνδεση· στοιχεία που μου φαίνονται πολύ καθοριστικά. Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν, από την διάκριση που κάνει ο Αντόρνο ανάμεσα στον “πρακτικισμό” [actionism] και την “πράξη” [praxis]. Για τον Αντόρνο, ο “πρακτικισμός” είναι αποτυχημένη ή ψευδής πράξις· στην πραγματικότητα είναι “οπισθοδρομικός”25. Για τον Αντόρνο ο πρακτικισμός είναι “πραγματικά κομφορμιστικός”26 ακριβώς επειδή αποκόπτει τον εαυτό του από τη θεωρία. Ενώ η “ψευδο-δραστηριότητα” του πρακτικισμού φαίνεται να αμφισβητεί την εξουσία του κεφαλαίου, μην διαθέτοντας μια επαρκή θεωρία καταλήγει να εδραιώνει αυτή την ίδια εξουσία και τις κοινωνικές σχέσεις που παράγει. Η κομμουνιστικοποίηση δεν μπορεί να αναδυθεί από τον μακρύ δρόμο μέσα από τους θεσμούς, όπως έχουν ισχυριστεί γενιές αριστεριστών· ούτε μπορεί να προκύψει από την απελπισία που με αφθονία παράγει ο καπιταλισμός. Όπως λέει ο Αντόρνο: “Πράξη χωρίς θεωρία…δεν μπορεί παρά να αποτύχει…Η αποτυχημένη πράξη δεν είναι πράξη. Η απελπισία που…κάνει τυφλά άλματα στην πράξη, με τις αγνότερες των προθέσεων ενώνει τις δυνάμεις της με την καταστροφή…Η απαίτηση ότι η θεωρία θα πρέπει να ‘προσκυνά’ την πράξη…καταδικάζει την πράξη στην πλάνη”27. Η θεωρία είναι, λοιπόν, το ζωτικό στοιχείο αν πρόκειται να αναπτυχθεί η επαναστατική πράξις. H ανυπομονησία με τη θεωρία που προκύπτει όποτε ξεσπούν οι κοινωνικοί αγώνες είναι ο ασφαλέστερος τρόπος για να δούμε αυτά τα ξεσπάσματα να καταλήγουν με μια εδραίωση της εξουσίας του κεφαλαίου.

Όμως, η θεωρία του Αντόρνο αποτυγχάνει να μας δώσει οποιαδήποτε άμεση σύνδεση με το προλεταριάτο ως επαναστατικό υποκείμενο. Πραγματικά, όντας μάρτυρας της ήττας της προλεταριακής επανάστασης την δεκαετία του 1920, του θριάμβου της σταλινικής αντεπανάστασης και στην συνέχεια του φασισμού, και τελικά του θεάματος των “επαναστατών” φοιτητών με το “Κόκκινο Βιβλίο” του Μάο στο χέρι και τους ύμνους για τον Χο Τσι Μινχ και τον Κάστρο στα χείλη τους, η ανικανότητα του Αντόρνο να δει το προλεταριάτο ως ένα επαναστατικό υποκείμενο δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει. Πραγματικά, οι φόβοι του Αντόρνο σχετικά με την αυξανόμενη οργανική σύνθεση του ανθρώπου που διατυπώθηκαν πρώτη φορά την δεκαετία του 1940, αναπτύχθηκαν περαιτέρω στα κείμενά του για την ισχύ της πολιτιστικής βιομηχανίας, με αποκορύφωμα το δοκίμιο του 1965 για την “Κοινωνία”, που μοιάζει να αφήνει πολύ λίγα περιθώρια για επαναστατική ελπίδα: “Οι άνθρωποι πρέπει να δράσουν για να αλλάξουν τις απολιθωμένες συνθήκες της ύπαρξής τους, αλλά οι τελευταίες έχουν αφήσει τα σημάδια τους τόσο βαθιά στους ανθρώπους, τους έχουν αποστερήσει τόσο πολύ από τη ζωή τους και την ατομικότητά τους, που σπάνια φαίνονται ικανοί να έχουν τον αυθορμητισμό που απαιτείται για να κάνουν κάτι τέτοιο”28. Παρόλα αυτά, για τον Αντόρνο το γεγονός ότι η δυνατότητα αντίδρασης στον κίνδυνο αυτό “απειλείται με ασφυξία” θα μπορούσε να είναι “η αρχική συνθήκη για μια τελική ρήξη με την παντοδυναμία της κοινωνίας”29. Ο πεσιμισμός του Αντόρνο, λοιπόν, δεν ήταν ποτέ ολικός.

Επιπλέον, σήμερα, καθώς μια καινούρια γενιά επαναστατών έχει τώρα επιζητήσει να ενώσει την Μαρξιστική θεωρία με την προοπτική της επαναστατικής πράξεως, με την κομμουνιστικοποίηση, η πρωτοποριακή διαίσθηση του Αντόρνο ότι το προλεταριάτο παράγει κυριολεκτικά – και συνεχίζει να αναπαράγει – τις ίδιες τις αλυσίδες του, τις κοινωνικές σχέσεις που το φυλακίζουν, καταδεικνύει άμεσα

την μόνη τάξη που μπορεί να συντρίψει αυτές τις αλυσίδες και να δημιουργήσει μιαν ανθρώπινη κοινότητα. Το βαρύ φορτίο της θεωρίας σήμερα είναι να αναλάβει το καθήκον με το οποίο η ιστορία την έχει φέρει τώρα αντιμέτωπη.

Mac Intosh, Μάιος 2015

1 Στμ. Δημοσιευμένο στον ιστότοπο: http://dndf.org/?p=14239.

2 Στμ. Η διευκρίνηση υπάρχει στο αγγλικό κείμενο, λόγω, φυσικά, της αμφισημίας της λέξης man.

3 Theodor Adorno: Minima Moralia (NLB, 1974), p.229. Ελλ. Έκδοση: εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2000.

4 Marx, “Tο Κεφάλαιο”, τόμος I (Penguin Books, 1976), σελ.165. Ελλ. έκδοση:

5 Werner Bonefeld, Critical Theory and the Critique of Political Economy (Bloomsbury, 2014), σελ.9.

6 Christian Lotz, “Capitalist Schematization: Political Economy, Exchange, and Objecthood in Adorno” στο Zeitschrift für kritische Theorie, Heft 36-37/2013., σελ.116.

7 Christian Lotz, The Capitalist Schema: Time, Money, and the Culture of Abstraction (Lexington Books, 2014), σελ.19.

8 Όχι μόνο οι φοιτητές του Αντόρνο, ανάμεσά τους οι H-J Krahl, H-G Backhaus, H. Reichelt, αλλά και ο ίδιος ο Αντόρνο ήταν μανιώδεις αναγνώστες των μόλις δημοσιευθέντων, τότε, κειμένων του Μαρξ, όπως δείχνει η έρευνα του Dirk Braunstein: “Adorno’s Kritik der politischen Ökonomie”. Αυτό δεν θα ήταν προφανές για όσους εστίαζαν την ανάγνωση του Αντόρνο στην “Διαλεκτική του Διαφωτισμού”.

9 Lukács, “Ιστορία και Ταξική Συνείδηση” (The MIT Press, 1971), σελ. 206. Ελλ. έκδοση: εκδόσεις Οδυσσέας, 2001.

10 ό.π., p.198.

11 Theodor W. Adorno, “Subject and Object” στο Andrew Arato και Eike Gebhardt (εκδ.): “The Essential Frankfurt School Reader” (Urizen Books, 1978), σελ.511. Επιλέον, όπως λέει ο Αντόρνο, δεν είναι μόνο “ο σχηματισμός του υποκειμένου” ένα ιστορικό φαινόμενο, αλλά οι ίδιοι οι ισχυρισμοί για την α-ιστορική “φύση” του υποκειμένου είναι “…κατά καιρούς μια ευσεβής προβολή, αλλά σήμερα τίποτα περισσότερο από ένα ψέμα”,ό.π. σελ. 499.

12 Alfred Sohn-Rethel, Intellectual and Manual Labour: A Critique of Epistemology (Humanities Press, 1983), σελ. 20.

13 Ernst Bloch, “Causality and Finality as Active, Objectifying Categories” (Categories of Transmission) στο Telos, αρ. 21, Φθινόπωρο 1974, σελ.104. Αυτό είναι από ένα κεφάλαιο του αδημοσίευτου εκείνη την εποχή έργου του Bloch “Experimentum Mundi”.

14 Μαρξ: “Το Κεφάλαιο”, τόμος Ι, σελ. 255-56.

15 Δείτε, για παράδειγμα, Riccardo Bellofiore: “Lost in Translation? Once Again on the Marx-Hegel Connection” στο “Marx’s Capital and Hegel’s Logic: A Reexamination”, επιμέλεια Fred Moseley και Tony Smith (Chicago: Haymarket Books, 2015).

16Bonefeld, Critical Theory, σελ. 9, έμφαση δική μου.

17 Werner Bonefeld, “Capital as Subject and the Existence of Labour” στο Emancipating Marx: Open Marxism 3 (London: Pluto Press, 1995), σελ.. 190-191.

18ό.π., σελ. 196.

19ό.π.

20 Werner Bonefeld, “Negative dialectics in miserable times: Notes on Adorno and social praxis” στο “Journal of Classical Sociology” 2012: 1 σελ. 130.

21Bonefeld, “Critical Theory”, σελ. 222.

22 Στμ. Αρχικά της Σοσιαλιστικής Γερμανικής Φοιτητικής Ένωσης (Sozialistische Deutsche Studentenbund), ιδρυμένης το 1946, στο Αμβούργο, ως φοιτητική οργάνωση του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος της Γερμανίας (SPD). Τη δεκαετία του 1950 ήρθαν στην επιφάνεια ισχυρές διαφωνίες ανάμεσα στην SDS και το κόμμα, ιδιαίτερα σε σχέση με την υποστήριξη του SPD στον επανεξοπλισμό της Γερμανίας, μέχρι το 1961 όταν το SPD τελικά διέγραψε όλα τα μέλη της SDS από το κόμμα. Μετά τον αποκλεισμό από την κομματική οργάνωση, η SDS έγινε το βασικό στοιχείο της “Εξωκοινοβουλετικής Αντιπολίτευσης” (APO: Außerparlamentarische Opposition), που κατέστη ενεργή μετά τον σχηματισμό ενός μεγάλου συνασπισμού από το SPD και το CDU (η Χριστιανοδημοκρατική Ένωση της Γερμανίας, το άλλο μείζον κυβερνητικό κόμμα). Η SDS αποτελούνταν κυρίως από φοιτητές κολλεγίων και πανεπιστημίων. Αντιτέθηκε στον πόλεμο του Βιετνάμ και την πολιτική ανάμειξη της Γερμανίας σε αυτόν, στην χρήση των πυρηνικών όπλων, και αντιδρούσε στο ότι πολλοί πρώην Ναζί εξακολουθούσαν να κατέχουν θέσεις με επιρροή στη Γερμανία. Ήθελαν επίσης να προωθήσουν δημοκρατικές δομές σε όλους τους θεσμούς, για παράδειγμα στο σχολείο. Τα μέλη της SDS χρησιμοποιούσαν τις ίδιες μεθόδους διαμαρτυρίας με το αντιπολεμικό κίνημα στις ΗΠΑ εκείνη την εποχή, πχ. καθιστικές διαμαρτυρίες και διαδηλώσεις. Το φοιτητικό κίνημα έφτασε στο μέγιστο σημείο του το 1968 (όταν αριθμούσε 2.500 μέλη). Στη συνέχεια η επιρροή της SDS άρχισε να μειώνεται και το 1970 διαλύθηκε. Μια προσπάθεια επανασύστασης το 1988 αποδείχτηκε χωρίς αντίκρυσμα.

23Hans-Jürgen Krahl, “The Political Contradictions in Adorno’s Critical Theory” στο Telos, αριθ. 21, Φθινόπωρο 1974, σελ.164.

24 ό.π., σελ.167.

25 Theodor W. Adorno, “Marginalia to Theory and Praxis” στο Adorno: “Critical Models” (Columbia University Press, 1998), σελ. 273. Ο ίδιος ο Αντόρνο επισήμανε ότι αυτό το κείμενο προοριζόταν να είναι μέρος μιας σειράς διαλέξεων το 1969 που, κατά ειρωνεία, χρειάστηκε να διακοπεί εξαιτίας των παρεμβάσεων φοιτητών που καθοδηγούνταν από την SDS. ό.π., σελ.126.

26ό.π., σελ. 269.

27ό.π., σελ.265.

28T. W. Adorno, “Society” στο Salmagundi, No. 10-11, Φθινόπωρο 1969, Χειμώνας 1970, σελ.153.

29ό.π.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

css.php