Κινήματα στην εποχή της αριστερής διαχείρισης ΙΙ

Κινήματα στην εποχή της αριστερής διαχείρισης: ψηλαφώντας μια ρωγμή ανάμεσα στην ύφεση και την ενσωμάτωση

ΙΙ: χρεοκοπία/δημοψήφισμα: το σημείο έκρηξης της οικονομίας (και της ιδεολογίας της)

 

Αυτή η μετατόπιση από το (σχετικά) ηπιότερο δίλημμα «μνημόνιο/αντιμνημόνιο» στο «υπαρξιακό» πλέον: «Ευρώπη/αντιΕυρώπη», είναι ένδειξη μιας βαθιά ποιοτικής αλλαγής στην διαδικασία και στο επίπεδο του ταξικού ανταγωνισμού. Στο πολιτικό επίπεδο ακυρώνει και εξανεμίζει καθοριστικά το συγκριτικό πλεονέκτημα της Αριστεράς – τη δύναμη ενσωμάτωσης που εκφράστηκε με την κυβερνητική αλλαγή. Οι αντιφάσεις της αριστεράς – και όχι μόνο της κυβερνώσας – εκτίθενται ανεπανόρθωτα. Διαγράφεται εντελώς ξεκάθαρα η σύγκρουση των «ευρωπαϊστών», που προκρίνουν τον «ρεαλισμό» της συστράτευσης με τις επιλογές του παγκοσμιοποιημένου κεφαλαίου, με τις τάσεις εκείνεις που εξακολουθούν να φαντασιώνονται τον «σοσιαλισμό», δηλαδή ένα κρατικό καπιταλισμό με εθνικούς όρους.

 

 

Η ουσιαστική ήττα του προηγούμενου κύκλου αγώνων, μετουσιωμένη σε νικηφόρα «κυβερνώσα αριστερά», αποκάλυψε εξαιρετικά γρήγορα την ένταση που σοβεί στην θεμελιακή αντινομία της: δεν μπορεί τελικά να είναι νικηφόρα μια διαδικασία ήττας και ενσωμάτωσης, και αυτό αφορά όχι μόνο το ανταγωνιστικό κίνημα αλλά όλους τους δρώντες παράγοντες του κοινωνικού σχηματισμού. Η κυβερνώσα αριστερά όχι μόνο δεν μπορεί να εγγυηθεί τον απαραίτητο συμβιβασμό που θα εξασφαλίσει την απρόσκοπτη συνέχιση της αναπαραγωγής του ελληνικού κράτους αλλά, αντίθετα, έδρασε καταλυτικά στην επιτάχυνση της εκδήλωσης των εκρηκτικών προβλημάτων του. Μέσα σε μόλις πέντε μήνες βιώνουμε την αποδόμηση σχεδόν όλων των συναινέσεων που είχαν παραχθεί μέχρι τώρα: φατρίες και μερίδες του κεφαλαίου, αλληλοσυγκρουόμενα μικρο-μεσοαστικά στρώματα αφόπλισαν και ρίχνονται με ζέση στον εξοντωτικό χορό της επιβίωσης.

Όταν μιλά η δημοκρατία, και ειδικά μέσω δημοψηφισμάτων, είναι το κεφάλαιο, ως ο κρίσιμος διαχειριστής, που θέτει και εκβιάζει απαντήσεις από τους υπόλοιπους «εταίρους» της «κοινωνίας των πολιτών». Το δημοψήφισμα είναι η πολιτική εκδίπλωση του σημείου έκρηξης της οικονομίας, η ιδεολογικοποίηση των διλημματικών επιλογών που το κεφάλαιο, μπροστά στο φάσμα της χρεοκοπίας, θέτει στον εαυτό του και στις υπόλοιπες τάξεις.

Οι προσπάθειες αναδιάρθρωσης των προηγούμενων χρόνων δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα και αυτό φυσικά δεν οφείλεται σε «τυφλούς» μηχανισμούς της οικονομίας αλλά στη συνολική ένταση της ταξικής πάλης και των αντιθέσεων εντός του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού (και φυσικά του ευρύτερου διεθνούς περιβάλλοντος). Όσο και αν είναι αδιαμφισβήτητη η ήττα των αγώνων της προηγούμενης περιόδου, εξίσου αδιαμφισβήτητο είναι το γεγονός ότι η εκδηλωμένη ή μη αντίσταση των πληττόμενων στρωμάτων επέτεινε αποφασιστικά την κρίση του κεφαλαίου στην Ελλάδα.

Δηλωτικό της επιδείνωσης της κρίσης είναι το γεγονός ότι το κυρίαρχο δίπολο της προηγούμενης περιόδου – Μνημόνιο/Αντιμνημόνιο – αδυνατεί να εκφράσει τις μεταβληθείσες αντιθέσεις. Το φάσμα της χρεοκοπίας μετατοπίζει το κρίσιμο ερώτημα «με ποιον ρυθμό θα συνεχιστεί η αναδιάρθρωση και η υποτίμηση των πληβειακών στρωμάτων» σε ερωτήματα που βρίσκονται στον «σκληρό πυρήνα» της οικονομίας: με ποιο νόμισμα, με ποιο μοντέλο ανάπτυξης και εις βάρος ποιων ευρύτερων στρωμάτων θα προχωρήσει η καπιταλιστική αναδιάρθρωση για να ξεφύγει από τον ορατό κίνδυνο μιας πλήρους απορρύθμισης;

Αυτή η μετατόπιση από το (σχετικά) ηπιότερο δίλημμα «μνημόνιο/αντιμνημόνιο» στο «υπαρξιακό» πλέον: «Ευρώπη/αντιΕυρώπη», είναι ένδειξη μιας βαθιά ποιοτικής αλλαγής στην διαδικασία και στο επίπεδο του ταξικού ανταγωνισμού. Στο πολιτικό επίπεδο ακυρώνει και εξανεμίζει καθοριστικά το συγκριτικό πλεονέκτημα της Αριστεράς – τη δύναμη ενσωμάτωσης που εκφράστηκε με την κυβερνητική αλλαγή. Οι αντιφάσεις της αριστεράς – και όχι μόνο της κυβερνώσας – εκτίθενται ανεπανόρθωτα. Διαγράφεται εντελώς ξεκάθαρα η σύγκρουση των «ευρωπαϊστών», που προκρίνουν τον «ρεαλισμό» της συστράτευσης με τις επιλογές του παγκοσμιοποιημένου κεφαλαίου, με τις τάσεις εκείνεις που εξακολουθούν να φαντασιώνονται τον «σοσιαλισμό», δηλαδή ένα κρατικό καπιταλισμό με εθνικούς όρους.

Αυτό σημαίνει, πιο θεμελιακά, ότι η διευρυμένη κοινωνική συμμαχία που είχε συγκροτηθεί πάνω στο αίτημα μιας «επιστροφής στην προ του μνημονίου» κατάσταση διαρρηγνύεται, δημιουργώντας τους όρους μιας εντελώς διχαστικής πόλωσης του «λαϊκού» παράγοντα που βιώνει την αδυσώπητη πραγματικότητα της κατάρρευσης της καπιταλιστικής κανονικότητας: οι ουρές των πιστών που συνωστιζόμαστε μπροστά στους βωμούς των ΑΤΜ δεν έχουμε κανένα σκήνωμα για να εναποθέσουμε τις ελπίδες μας, τίποτα θαυματουργό δεν φαίνεται να μπορεί να αποτρέψει την καταστροφή των μικρών (ή μεγαλύτερων) κεφαλαίων των καταθετών, να αναστρέψει το σπιράλ της χρεοκοπίας, παρεκτός, ίσως, από τον «από μηχανής Θεό» που ακούει στο αρκτικόλεκτο «ESM».

Στην εξαιρετικά αυτή κρίσιμη συγκυρία ανοίγεται για το ανταγωνιστικό κίνημα μια δυνατότητα να σπάσει το δικό του σπιράλ ψευδαισθήσεων, να ανοίξει ένα ρήγμα μεταξύ ύφεσης και ενσωμάτωσης που μοιάζει να εμπεδώνει ο κύκλος του αριστερού κυβερνητισμού. Αυτό προϋποθέτει όμως ότι θα πρέπει να αναμετρηθεί γενναία με τις δικές του αντιφάσεις και αδιέξοδα, ότι πρέπει να πάρει το ρίσκο της αυτοκριτικής.

Στην προσπάθεια να τοποθετηθούν – διολισθαίνοντας ίσως στο πεδίο της καθεστωτικής/διαμεσολαβημένης πολιτικής – εγχειρήματα και συλλογικότητες πολώνονται – κάποιες φορές με όχι ιδιαίτερα συντροφικούς όρους – στις επιλογές του «όχι» και της «αποχής». Το ενδιαφέρον είναι βέβαια ότι επιλογές αυτές ξεδιπλώνονται στην αμοιβαία κριτική τους: το όχι ως κριτική της «φυγόμαχης», «ελιτίστικης», «απομονωτιστικής» επιλογής της αποχής, η αποχή ως κριτική της «ενσωματωμένης», «υποταγμένης», «ψευδεπίγραφης» επιλογής αντίστασης. Αυτό που θέλουμε να υποστηρίξουμε, όμως, είναι ότι η διαλεκτική των δύο αυτών θέσεων είναι πολύ πιο πλούσια από την αμοιβαία αναίρεσή τους, που αποτελεί μια πλευρά μόνο της πραγματικότητας. Γιατί σαφέσταστα στην επιλογή της αποχής δεν υπάρχει μόνον ελιτισμός, φυγομαχία κ.λπ. και φυσικά στο «όχι» δεν ενδιαιτεί μόνον η ενσωμάτωση και ο «κυβερνητισμός».

Η επιλογή μας είναι η «αποχή» και αυτό δεν συμβαίνει επειδή η «αποχή» απαιτεί έναν μικρότερο βαθμό φαντασιακής επένδυσης σε σχέση με το «όχι», ούτε επειδή είναι σχετικά πιο εύκολα υπερασπίσιμη (αν μη τι άλλο, στην βάση ότι η συσπείρωση γύρω από το «όχι» καλύπτει ένα φάσμα δυνάμεων από την ακροδεξιά μέχρι κομμάτια του α/α χώρου). Επιλέγουμε την «αποχή» κυρίως για τις δυνατότητες ριζικής κριτικής που διανοίγει, εφόσον οριοθετείται ξεκάθαρα στο πεδίο της αντιπαράθεσης με τον αριστερό και (ακρο)δεξιό εθνισμό που τροφοδοτεί τις μηχανές του «όχι», αντιπαράθεση που είναι απολύτως απαραίτητη προϋπόθεση για την άρθρωση οποιασδήποτε προλεταριακής κριτικής.

Οι δυνατότητες αυτές δεν πραγματώνονται βέβαια αυτομάτως. Αν και τα όρια του «όχι» είναι πολύ ευδιάκριτα, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπόκειται και η «αποχή» σε περιορισμούς. Μια πιο ενδελεχής ανάλυση μπορεί να καταδείξει ότι και η επιλογή της «αποχής» μπορεί να ενταχθεί σε μια δυναμική ύφεσης του ανταγωνιστικού κινήματος, όπως αναλύσαμε στο πρώτο μέρος αυτού του κειμένου, αν εξαντλείται στην απλή αναπαραγωγή στερεότυπων, μανιχαϊστικών δηλώσεων του τύπου: «Κάτω το Κράτος και το Κεφάλαιο», «αποχή από τα αστικά διλήμματα» κ.λπ.

Δεν μπορούμε να ικανοποιούμαστε πλέον από μια αταβιστική επίκληση των θεμελιωδών όρων της θεωρίας όταν αυτοί δεν γειώνονται με κάποιο τρόπο στην ρέουσα πραγματικότητα. Με άλλα λόγια όλο και λιγότεροι σύντροφοι και συντρόφισσες ικανοποιούνται από την αντιδιαλεκτική χρήση των όρων της ταξικής πάλης όταν αυτοί δεν τοποθετούνται στο πλαίσιο της ιστορικής τους συγκυρίας και εκδίπλωσης. Δεν αρκεί να προτάσσει κανείς την «συστημική» αποσταθεροποίηση, πρέπει να αποτυπώνει την πραγματική δυναμική και τους όρους της τώρα, έστω και περιγραφικά.

Η επιλογή της «αποχής» οριοθετεί μια ριζική αντίθεση και ασκεί μια ριζική κριτική στον βαθμό ακριβώς που αναζητά την πηγή των αρνήσεών της σε μια ανατομία των διαδικασιών πρωτίστως στο εσωτερικό του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού ως οργανικής ολότητας (και φυσικά στην διαλεκτική της ένταξη στην ευρύτερη ολότητα του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού) και όχι με όρους εξωτερικά σχετιζόμενων «μηχανισμών», που στο «όχι» παίρνει συνήθως την μορφή μιας σύγκρουσης Ελλάδας/Δανειστών (ακόμα και στις αναρχικής απόχρωσης αιτιολογήσεις, ο ρόλος του «ντόπιου κεφαλαίου» τείνει να υποβαθμίζεται μέσα στην γενικότερη άσκηση ισχύος των «ιμπεριαλιστικών μηχανισμών»). Αυτό είναι και ένα λεπτό και εντελώς κρίσιμο όριο διαχωρισμού από τις εθνικής έμπνευσης αφηγήσεις – κάθε αφήγηση με όρους σύγκρουσης του «μέσα» με το «έξω» είναι αντικειμενικά στο πλαίσιο μιας φανταστικής ενότητας του «μέσα».

Οι δυνατότητες ριζικής κριτικής που ενυπάρχουν στην «αποχή» μπορούν να απελευθερωθούν στον βαθμό που προσπαθούμε να στοχαστούμε και να αναμετρηθούμε με μερικά εντελώς κρίσιμα και κομβικά ερωτήματα: γιατί αυτή η κρίση είναι πραγματική; Γιατί έχει φτάσει σε αυτό το σημείο έκρηξης της οικονομίας; Ποιες είναι οι τεκτονικές μετατοπίσεις στα κοινωνικά στρώματα, πώς αναδιατάσσονται αυτά και γύρω από ποιες πολιτικές δυνάμεις, στο πλαίσιο αυτής της οριακής κατάστασης; Και κυρίως: ποιες δυνατότητες δημιουργούνται από την αντικειμενική όξυνση της ταξικής πάλης για το πέρασμα σε έναν νέο κύκλο αγώνων των προλεταριακών και πληβειακών στρωμάτων;

Πρώτα απ’ όλα θα πρέπει να έχουμε καθαρό ότι τα διλήμματα που τίθενται μέσω του δημοψηφίσματος ούτε πλασματικά είναι ούτε αφορούν μόνο το κεφάλαιο: μια, στοιχειώδης έστω, αντίληψη της διαλεκτικής του κεφαλαίου, καθιστά φανερό ότι αυτά είναι διλήμματα που τίθενται εντελώς πραγματικά και στα ίδια τα προλεταριακά και πληβειακά στρώματα.

Η κρίση αντανακλά το πραγματικά οριακό σημείο στο οποίο έχει φτάσει η αναπαραγωγή του καπιταλιστικού σχηματισμού στην Ελλάδα συνολικά. Πρόκεται για την αδιαμφισβήτητη χρεοκοπία ενός κράτους που δεν μπορεί πλέον να εξασφαλίσει στοχειωδώς τις βασικές του ανάγκες και λειτουργίες μετά από πέντε χρόνια τεχνητής «μηχανικής υποστήριξης» από τους χρηματοδοτικούς μηχανισμούς της ΕΕ και του ΔΝΤ.

Η απόσπαση της υπεραξίας καθίσταται όλο και πιο δυσχερής μετά από την διαρκή αφαίμαξη και υποτίμηση των εργατικών στρωμάτων και την φυσική τάση φυγής κεφαλαίων από το εγχώριο σύστημα μπροστά στην αβεβαιότητα μιας αναιμικής προοπτικής ανάπτυξης. Αυτό αναγκάζει το κεφάλαιο να αναζητήσει και να στραφεί σε νέες πηγές υποτίμησης, προς τα μικρο-μεσοαστικά εκείνα στρώματα (δημοσιοϋπαλληλία, ελεύθεροι επαγγελματίες, μεταπράτες, πάροχοι υπηρεσιών κ.λπ.) που είχαν καταφέρει να επιβιώσουν (ή ακόμα και να αναπτυχθούν) στον προηγούμενο κύκλο της αναδιάρθρωσης/επίθεσης.

Αυτή η δυναμική, όμως, συνιστά πηγή αναβάθμισης του αδιεξόδου. Γιατί είναι ακριβώς αυτά τα στρώματα που στοιχίστηκαν και συσπειρώθηκαν γύρω από τις δυνατότητες που φαινόταν να διαγράφει η «κυβερνώσα αριστερά». Ο ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε να λειτουργήσει ηγεμονικά γιατί φάνηκε να εξασφαλίζει μια ευρεία συναίνεση όχι μόνο των πληβειακών στρωμάτων αλλά και των στρωμάτων που προαναφέραμε. Όλοι είχαν να περιμένουν κάτι από την αριστερή διαχείριση. Αυτή η συμμαχία κλυδωνίζεται πλέον: για τα πληβειακά στρώματα (αλλά και συγκεκριμένες μερίδες του κεφαλαίου) είναι σχετικά αδιάφορο ποιο θα είναι το νόμισμα της επόμενης μέρας. Ακόμα και η προοπτική εκτός ΕΕ φαντάζει λιγότερο εφιαλτική. Όμως για τα μικρο-μεσοαστικά στρώματα που την «έβγαλαν» σχετικά καθαρή μέχρι τώρα (και τις πιο σημαντικές μερίδες του κεφαλαίου) αυτά δεν είναι καθόλου αυτονόητα, αποτελούν σχεδόν «κόκκινες γραμμές».

Ο πραγματικός κίνδυνος που κυοφορεί αυτή η μετατόπιση είναι η υπονεύμεση της απολύτως ζωτικής, για την ευστάθεια του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού, εθνικής συσπείρωσης, που φαινόταν να επιτυγχάνεται στην βάση της «περήφανης διαπραγμάτευσης». Ένας νεός διχασμός αναδύεται απειλητικά μέσα από την «σχιζοφρενική» εικόνα δύο στρατοπέδων που συσπειρώνονται υπό την γαλανόλευκη.

Δεν είναι ότι έχουμε φτάσει σε ένα σημείο αμφισβήτησης του έθνους ως του καθοριστικού πόλου συσπείρωσης και ενοποίησης. Μόνο που αυτός ο πόλος μοιάζει να κινδυνεύει να υποστεί μια σχάση, σχάση που αναγκαστικά θα εκφραστεί και στο επίπεδο της πολιτικής εκπροσώπησης. Η εθνική συναίνεση δεν φαίνεται να μπορεί να εξασφαλιστεί από έναν κυρίαρχο/ηγεμονικό πολιτικό διαμεσολαβητή, τον ΣΥΡΙΖΑ εν προκειμένω, και συνεπώς ανοίγει ένας νέος κύκλος πολιτικής αποσταθεροποίησης και αμφισβήτησης, ειδικά όταν ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελούσε τον προνομιακό διαχειριστή για την συνέχιση του σχεδίου αναδιάρθρωσης με την συναίνεση των πληττόμενων στρωμάτων.

Πρέπει να επεξεργαστούμε και να στοχαστούμε πάνω στις προϋποθέσεις εισόδου του προλεταριακού παράγοντα στο προσκήνιο δημιουργούν αυτές οι δομικές μετατοπίσεις. Γιατί όντως διανοίγονται τέτοιες δυνατότητες (και η επιλογή της «αποχής» τις κρατά ανοιχτές) αλλά αυτό δεν συμβαίνει de facto ούτε αυτοματικά. Οι μηχανές της ταξικής πάλης δεν παράγουν αυτομάτως κανένα δημιουργικό χάος, όπως θέλουν να φαντασιώνονται  κάποιοι που συντάσσονται, και αυτό είναι επίσης ενδιαφέρον, είτε με την «αποχή» είτε με το «όχι». Το χάος μιας συστημικής αποσταθεροποίησης είναι δημιουργικό μόνον εφόσον παράγεται ως αποτέλεσμα μιας συνειδητής παρέμβασης του προλεταριακού παράγοντα, που υπερβαίνει τα όρια τόσο μιας «αντανακλαστικής» αντίδρασης στις πρ τοβουλίες του κεφαλαίου όσο και μιας κλασσικής, εργατίστικης, «αυτόνομης» δράσης της τάξης-διεαυτήν.

Μπροστά μας απλώνεται η δυνατότητα της ριζικής αναμέτρησής μας με το υπάρχον, δηλαδή της δοκιμής, στο πεδίο της πρακτικότητας, των ίδιων των θεωρητικών σχημάτων της κομμουνιστικοποίησης.

 

q.

Ιούλιος 2015

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

css.php