Βραζιλία: λαϊκή εξέγερση και τα όριά της

των Caio Martins and Leonardo Cordeiro1

Ο Ιούνιος του 2018 σηματοδοτεί τα πέντε χρόνια από το κύμα διαμαρτυριών ενάντια στην αύξηση στις τιμές των εισιτηρίων στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς, που συντάραξε τους δρόμους εκατοντάδων πόλεων στη Βραζιλία το 2013. Στην καρδιά αυτών των ταραχών ήταν το Κίνημα Ελεύθερης Μετακίνησης (MPL), ένα αυτόνομο και οριζόντιο κοινωνικό κίνημα που δημιουργήθηκε το 2005 για την υπεράσπιση της δωρεάν μετακίνησης. Γραμμένο το 2014 από δυο αγωνιστές, που έφυγαν από την οργάνωση, το παρόν άρθρο αντανακλά τα όρια εκείνου του κύκλου διαμαρτυριών.

Ένας απολογισμός του κύκλου αγώνων για τη μετακίνηση με τα ΜΜΜ στο διάστημα 2003-2013, από τους Caio Martins και Leonardo Cordeiro2.

 

Αν αυξηθεί το εισιτήριο, η πόλη θα σταματήσει” προειδοποιούσαν οι αφίσες που είχαν κολληθεί εδώ κι εκεί πριν από έναν μήνα και καλούσαν σε κινητοποίηση στις αρχές του Ιούνη. Η πρώτη διαδήλωση έγινε την Πέμπτη και ήταν μια έφοδος στη ρουτίνα της πόλης με το μπλοκάρισμα μιας λεωφόρου στο κέντρο με φλεγόμενα λάστιχα. Αιφνιδιασμένη και αποπροσανατολισμένη, η στρατιωτική αστυνομία3 δεν μπορεί να την καταστείλει αποτελεσματικά και, καθώς οι διαδηλωτές σκορπίζονται και ανασυντάσσονται, η σύγκρουση απλώνεται σε μια αυξανόμενη ακτίνα, παρατείνοντας τη μάχη μέχρι μέσα στη νύχτα. Τα νέα της καταστολής και της σύγκρουσης διαδίδονται και το κίνημα καλεί σε μια καινούρια διαδήλωση για την επόμενη μέρα, στην οποία 5 χιλιάδες άτομα πορεύονται σε έναν από τους μεγαλύτερους δρόμους ταχείας κυκλοφορίας αυτής της μητρόπολής χωρίς να συγκρουστούν με την αστυνομία.

Αυτή θα μπορούσε να είναι η περιγραφή των πρώτων στιγμών του αγώνα ενάντια στην αύξηση των εισιτηρίων των ΜΜΜ στο Σάο Πάολο το 2013, αλλά είναι επίσης η ίδια ακριβώς αφήγηση για τον αγώνα ενάντια στην αύξηση στη Vitória, στην πολιτεία του Espírito Santo, το 2011. Η αναλογία στο σενάριο δεν είναι μια σύμπτωση. Αποκαλύπτει την ύπαρξη μιας κοινής στρατηγικής που οιοκδομήθηκε από αυτά τα κινήματα στη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας, στρατηγική που έχει στον πυρήνα της τις λαϊκές εξεγέρσεις ενάντια στην αύξηση των εισιτηρίων.

Κάθε χρόνο, οι κινητοποιήσεις ενάντια στις αυξήσεις των τιμών των εισιτηρίων αποδείχτηκαν να είναι όλο και πιο κεντρικές στους αγώνες στην πόλη. Από πόλεις μεσαίου μεγέθους μέχρι μεγάλες μητροπόλεις σ’ ολόκληρη τη χώρα, έχει οικοδομηθεί μια κουλτούρα αγώνα, σύμφωνα με την οποία κάθε προσπάθεια αύξησης των εισιτηρίων απαντιέται με διαμαρτυρίες. Αυτές μπορεί, για καιρό, να ήταν οι λίγες διαδηλώσεις οργανωμένες από την αριστερά των οποίων, όμως, η απήχηση και η λαϊκή υποστήριξη αύξαναν διαρκώς ώστε να καταλήγουν πάντα πολύ μεγαλύτερες απ’ ό,τι άρχισαν – αν και, φυσικά, συχνά δέχονταν την καταστολή.

Ενώ η άνοδος άλλων κινημάτων στις πόλεις – για παράδειγμα, για τη στέγαση – δύσκολα ξεπερνούσαν ποτέ τα όρια μιας καθορισμένης επικράτειας ή υπερέβαιναν τις τάξεις των εμπλεκόμενων οργανώσεων, στους αγώνες ενάντια στην αύξηση των εισιτηρίων οι κινητοποιήσεις τείνουν να απλώνονται σ’ ολόκληρη την πόλη, να γενικεύονται σαν μια εξέγερση. Αυτό συμβαίνει, ίσως, επειδή η μετακίνηση δεν είναι ένα πρόβλημα που περιορίζεται σε μια συγκεκριμένη περιοχή ή κατηγορία, αλλά είναι ένα ζήτημα που διαπερνά τη ζωή ολόκληρης της πόλης. Η εμπειρία του βασάνου που συγκεντρώνεται σ’ αυτό το πρόβλημα είναι κάτι που αντιμετωπίζεται από κοινού από τους εργάτες, μια κοινή ρουτίνα εκμετάλλευσης στην οποία είναι πιθανόν να αναγνωρίσει κανείς τον εαυτό του (ως τάξη;). Ξεκινώντας από ένα κοινό συναίσθημα, η εξέγερση έρχεται από τις δημόσιες μετακινήσεις: εκρήγνυται, σαν μια κοινή δράση, σε λεωφορεία που καίγονται, σε σπασμένες περιστρεφόμενες εισόδους ή σε κατειλημμένες ράγες.

Εξέγερση” ήταν ακριβώς το όνομα που δόθηκε στα γεγονότα στο Σαλβαδόρ το 2003 και στην Florianópolis το 2004 και το 2005. Αποκαλύπτοντας τη δύναμη του μονοπατιού που άνοιγαν, η Revolta do Buzú (“Εξέγερση των Λεωφορείων”) και οι δύο Revoltas da Catraca (Εξεγέρσεις των περιστρεφόμενων εισόδων”) θέτουν το παράδειγμα για τους αγώνες ενάντια στις αυξήσεις των εισιτηρίων την τελευταία δεκαετία· μπαίνουν στο μαχητικό φαντασιακό ως ο ορίζοντας των κινητοποιήσεων για τις μετακινήσεις. Δηλώνοντας ρητά ότι ήταν αναγκαίο να “επαναληφθεί [αυτό που συνέβη] η Florianópolis εδώ” ή απλά αντανακλώντας τον εαυτό της σ’ αυτή τη μορφή πάλης σαν σημείο αναφοράς για διάχυση, κινήματα από διάφορες πόλεις της χώρας αντιλαμβάνονται σ’ αυτές τις εμπειρίες την αποκορυφωτική έκβαση που θα πρέπει να επιτευχθεί. Άρα, ανιχνεύουν σιωπηρά τα ίχνη της ίδιας στρατηγικής πάλης, έστω κι αν αυτό δεν διατυπώνεται πάντα.

Το εμβληματικό “δρομολόγιο” που συγκροτείται από μόνο του στο Σαλβαδόρ και την Florianópolis κουβαλά κάποια στοιχεία τα οποία θα επαναλαμβάνονταν τα επόμενα χρόνια, με ή χωρίς επιτυχία. Ο αστερισμός αυτών των στοιχείων συνθέτει την τακτική που εδώ αποκαλούμε “λαϊκή εξέγερση”: μια σύντομη αλλά εκρηκτική, έντονη, ριζοσπαστική και αποκεντρωμένη διαδικασία. Οι πρώτες διαδηλώσεις λειτουργούν σαν ένα έναυσμα κινητοποιήσεων που παρεκτείνουν τον έλεγχο όσων την ξεκίνησαν – και οι οποίοι χάνουν κάθε ικανότητα να την ανακόψουν. Υπάρχει μια κλιμάκωση άμεσων δράσεων: μαζικές καταλήψεις και μπλοκάρισμα σημαντικών αρτηριών της πόλης, συγκρούσεις με την αστυνομία, επιθέσεις σε ατομικές και δημόσιες ιδιοκτησίες, λεηλασίεςσ. Πλήττοντας την κυκλοφορία της αξίας και λανσάροντας μια απειλή χάους – διάχυτη ανυπακοή – οι διαμαρτυρίες, που δεν αντιστοιχούν σε κάποιον αντιπρόσωπο με τον οποίον να είναι δυνατή μια διαπραγμάτευση, αναγκάζουν την κυβέρνηση να υποχωρήσει ώστε να μπορέσει να επανεδραιώσει την “τάξη”.

Το Σαλβαδόρ και η Florianópolis επαναλήφθηκαν με επιτυχία στις Vitória, Teresina, Porto Velho, Aracajú, Natal, Porto Alegre και Goiânia στα επόμενα χρόνια, μέχρι που οι [αυξήσεις στις] τιμές των εισιτηρίων ανατράπηκαν στο Σάο Πάολο, το Ρίο ντε Τζανέιρο και περισσότερες από 100 ακόμα πόλεις τον Ιούνιο του 2013. Μέσα από την οπτική όσων ήταν μάρτυρες αυτής της τελευταίας στιγμής, ιδιαίτερα στο Σάο Πάολο, αυτό το άρθρο στοχεύει να συλλάβει ολόκληρη τη διαδικασία.

Η κατεύθυνση της εξέγερσης

Αν, από τη μια πλευρά, οι κατευθυντήριες γραμμές της “λαϊκής εξέγερσης” επενδύουν στην απώλεια του ελέγχου και την εκρηκτικότητα, από την άλλη, εξαρτώνται, σχεδόν πάντα, από έναν πόλο του αγώνα εξαιρετικά οργανωμένο – μια οργάνωση που επεξεργάζεται και τυποποιεί το νόημα του αγώνα και εγγυάται κάποια συνοχή, επιτρέποντας στις κινητοποιήσεις να προχωρούν αυτόνομα ακολουθώντας την πρωταρχική κατεύθυνση: το αίτημα της ανάκλησης της αύξησης των τιμών των εισιτηρίων. Σύμφωνα με το αφήγημα που υιοθετήθηκε από το Movimento Passe Livre (MPL)4, ήταν ακριβώς επειδή δεν διέθετε έναν τέτοιο αρθρωμένο πόλο που η Revolta do Buzú δεν ήταν νικηφόρα: ο κενός χώρος καταλήφθηκε από ηγέτες γραφειοκρατικοποιημένων φοιτητικών οντοτήτων και πολιτικών κομμάτων. Στην Florianopolis, μια ανεξάρτητη οργάνωση νεολαίας, που σχηματίστηκε από ένα σχίσμα μια τροτσκιστικής ομάδας του Εργατικού Κόμματος (PT) και συγχωνεύθηκε με αναρχικούς αγωνιστές του Indymedia, θα αναλάμβανε αυτόν τον ρόλο, εκπονώντας μια στρατηγική για την επίτευξη της νίκης. Ήταν η Passe Livre Campaign (Καμπάνια για την Ελεύθερη Μετακίνηση) – που αργότερα ονομάστηκε MPL – που στην εξέγερση του 2005 θα εκπλήρωνε, με όρους εκείνων των μαχητικών χρόνων, τον ρόλο μιας “καλής ηγεσίας”, που ήξερε πώς να “παίξει, να συνθέσει και να δημιουργήσει με τις πρακτικές που παράγονται με έναν αυτόνομο τρόπο από μια κοινωνική κινητοποίηση”:

Παραθέτουμε:

Όταν λέω για κατεύθυνση, δεν μιλάω για διαταγές ή υπακοή, ούτε για χειραγώγηση των μαζών. Μιλάω για μια ομάδα που σκέφτεται, σχεδιάζει, συζητά και μελετά τα κοινωνικά ζητήματα σχετικά με τον λαϊκό ξεσηκωμό καθώς και τα καθημερινά ζητήματα αυτής της εξέγερσης, ώστε να πετύχει τις απαιτήσεις του κινήματος. Παρ’ όλα αυτά, ένας τέτοιος ηγετικός ρόλος γίνεται αναγκαίος αν υποθέσουμε ότι, αν αφεθεί στην ίδια τη δυναμική της, η λαϊκή εξέγερση πιθανόν να μην είναι αποτελεσματική στην κατάκτηση των επιθυμητών επιτευγμάτων. Αυτή η κατεύθυνση, αυτή η αρθρωμένη, προωθητική και σκεπτόμενη ομάδα θα στόχευε, λοιπόν, στην αύξηση της πιθανότητας η λαϊκή εξέγερση να αντανακλάται στην εκπλήρωση της κατάκτησης των στόχων της (…) με μια συγκεκριμένη κοινωνική σύνθεση, η μόνη αποτελεσματική, εφικτή και επιθυμητή κατεύθυνση δεν είναι αυτή που προσπαθεί να πειθαρχήσει, να δώσει σχήμα ή να ελέγξει την κοινωνική συμπεριφορά προς ένα ιδεώδες αλλά αυτή που μπορεί να βρει και να θέσει σε μια “ενάρετη” ακολουθία τις διαφοροποιημένες – φαινομενικά ανταγωνιστικές και αυθόρμητες – πρακτικές που αναδύονται από το κοινωνικό κίνημα5.

Αυτή “η ομάδα που σκέφτεται, σχεδιάζει, συζητά και μελετά” τα κοινωνικά ζητήματα σχετικά με τις μετακινήσεις και τους αγώνες ενάντια στις αυξήσεις των εισιτηρίων θα σχεδιάσει, στη διάρκεια των κινητοποιήσεων τα βήματά της στους δρόμους “ώστε να ικανοποιηθούν τα αιτήματα” και, κατά καιρούς, αναλαμβάνει τον ρόλο της “παραγωγής” της εξέγερσης, με άλλα λόγια της δημιουργίας των συνθηκών μέσα από κινητοποιήσεις, αναταραχή και δουλειά προπαγάνδας και της παρακίνησης στις πρώτες διαδηλώσεις. Στη διάρκεια των διαμαρτυριών, η οργανωτική μορφή, που έχει οικοδομηθεί από τον οργανωμένο πόλο, εξασφαλίζει τη συνοχή ανάμεσα σε διαφοροποιημένες ακόμα και αντικρουόμενες πρακτικές (από βανδαλισμούς μέχρι “coxinhas6), κατευθύνοντάς τες προς έναν κοινό στόχο. Αυτή η στιγμή ελέγχου είναι ουσιαστική για την αντίθετή της, αυτήν της απώλειας ελέγχου.

Καθώς οι αγώνες ενάντια στην αύξηση των εισιτηρίων ξεσπούν σε ολόκληρη τη Βραζιλία, σχηματίστηκαν αρκετές ομάδες θέλοντας να αναλάβουν αυτόν τον κατευθυντικό ρόλο. Μια τέτοια θέση θα καταλαμβανόταν, πιο συγκεκριμένα, από τις διάφορες “επιτροπές αγώνα για ελεύθερες μετακινήσεις”, οι οποίες από το 2005 θα συναρθρώνονταν σε εθνικό επίπεδο, σχηματίζοντας το MPL. Το Κίνημα Ελεύθερης Μετακίνησης αναδύεται, λοιπόν, ως η κύρια οργανωμένη μορφή ενός ευρέως κοινωνικού κινήματος που προηγείται αυτού και το ξεπερνά, μορφοποιούμενο γύρω από μια κοινή εικόνα για τους αγώνες για τις μετακινήσεις (αρχές, προτάσεις, τακτικές, ιστορία, αισθητική) την οποία μοιράζονται και αρκετές άλλες οργανώσεις και κινήματα7. Γεννημένο από τον ενθουσιασμό της εξέγερσης, σαν μια προσπάθεια επεξεργασίας του νοήματος αυτών των εμπειριών, το MPL δείχνει, ταυτόχρονα, και πέρα από αυτές, αμφισβητώντας τον ίδιο τον ναύλο και το τωρινό μοντέλο μετακινήσεων. Επιπλέον, δεν αποτυγχάνει να εστιάσει κυρίως στους αγώνες ενάντια στις αυξήσεις των εισιτηρίων, σε μια μόνιμη ένταση ανάμεσα αντιδραστική διάσταση αυτών των διαδρομών και την κατασκευή ενός άλλου μεταφορικού συστήματος. Με αυτά τα μέσα, η συνάρθρωση σε εθνικό επίπεδο του αγώνα για δωρεάν μετακινήσεις παίρνει, με τον χρόνο, το σχήμα μιας συνάρθρωσης μεταξύ των επικεφαλής ομάδων στους αγώνες ενάντια στις αυξήσεις.

Ο ηγετικός ρόλος που αναλαμβάνεται στην εξέγερση έρχεται σε αντίθεση με τις αρχές της οριζοντιότητας και της αυτονομίας, τόσο αγαπητές στο MPL. Στην πάλη, λοιπόν, ενάντια στις αυξήσεις των εισιτηρίων, η μορφή της δεν μπορεί παρά να είναι αυτή μιας κατεύθυνσης που αρνείται τον εαυτό της, που δεν επιβεβαιώνει τον εαυτό της ως τέτοια, και μερικές φορές δεν βλέπει καν τον εαυτό της ως τέτοια· που δεν σκοπεύει στον πλήρη έλεγχο και, ακόμα περισσότερο, στοχεύει να χάσει εντελώς τον έλεγχο.

Έλεγχος και απώλεια ελέγχου

Ο Ιούνιος του 2013 στο Σάο Πάολο φαίνεται να είναι μια στιγμή κατά την οποία το κίνημα πιστεύει ότι έχει μια διαύγεια σε σχέση με το τι να κάνει κατά την εξέλιξη της εξέγερσης και, συνεπώς, αναλαμβάνει τον ηγετικό ρόλο με τον πιο συνειδητό και ορατό τρόπο. Η συλλογικότητα του MPL στο Σάο Πάολο (MPL-SP) θέτει στον εαυτό της το καθήκον να επεξεργαστεί μόνη της έναν λεπτομερή σχεδιασμό του αγώνα, βασισμένη στη δυναμική που θα μπορούσε να συλληφθεί από τις προηγούμενες συγκεκριμένες εμπειρίες: για να είναι πετυχημένος ο αγώνας θα έπρεπε να είναι ριζοσπαστικός, έντονος και αποκεντρωμένος. Δεν υπήρχαν ανοιχτές συνελεύσεις ή ένα πλατύ μέτωπο· οι “ομάδες” ήταν εξαιρετικά επιλεκτικές για να αποφευχθούν οι τριβές που αντιμετωπίστηκαν σε προηγούμενες διαδρομές. Οτιδήποτε έμοιαζε μη απαραίτητο στις κατευθυντήριες γραμμές που είχαν τεθεί έμεινε απ’ έξω ή αγνοήθηκε. Το δρομολόγιο κάθε διαδήλωσης, που είχε αποφασιστεί από την περιορισμένη ομάδα των μαχητών του MPL-SP, ήταν για τακτικούς λόγους μυστικό: ανακοινωνόταν σε κάποιες κοντινές οργανώσεις αλλά ποτέ δεν αποκαλυπτόταν στην τεράστια πλειοψηφία των διαδηλωτών. Και, παρ’ όλο που οι όροι “λαϊκή εξέγερση” και “απώλεια ελέγχου” εμφανίστηκαν στον δημόσιο λόγο του κινήματος ήδη από πρώτη μέρα, αυτή η μικρή ομάδα διατήρησε, παρά τη ρητορική, έναν σημαντικό έλεγχο πάνω στις διαδηλώσεις μέχρι και το απόγευμα της ανάκλησης του διατάγματος για τις αυξήσεις. Ακόμα και στην τεράστια πορεία της Δευτέρας 17 Ιουνίου – στην οποία συμμετείχαν περισσότερα από 1 εκατομμύριο άτομα, χωρίς υπερβολές – η ομάδα μπόρεσε να ακολουθήσει τη διαδρομή που είχε καθορίσει, χωρίζοντας τη δράση σε δυο μέτωπα που ξανασυναντήθηκαν στην Estaiada Bridge, παρά κάποιες άλλες διαιρέσεις. Στην πορεία τριών εβδομάδων πάλης, η πρώτη φορά που το MPL-SP απέτυχε να πραγματοποιήσει μια πορεία σύμφωνα με την προαποφασισμένη διαδρομή ήταν την επόμενη Τρίτη.

Στις 18 και 19 Ιουνίου, οι πορείες, στην πραγματικότητα, αποκεντρώθηκαν. Ταραχές και λεηλασίες σκεδάστηκαν σ’ ολόκληρη την πόλη. Το Κίνημα δεν κατάφερε καν να μπει επικεφαλής στην αρχή της διαδήλωσης και ήταν αδύνατον να ξέρει το καθετί που γινόταν. Ενώ εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι κατέλαβαν την Λεωφόρο Paulista και την Consolação Street, το κέντρο του Σάο Πάολο έγινε ένα είδος απελευθερωμένης ζώνης: πολυάριθμα πλιάτσικα σε αλυσίδες καταστημάτων, ένα αυτοκίνητο του Record Television Network πυρπολήθηκε, βιτρίνες καταστημάτων και τραπεζών καταστράφηκαν. Αφού είχαν ρίξει την πύλη του Μεγάρου της πολιτειακής κυβέρνησης την προηγούμενη μέρα, οι διαδηλωτές προσπάθησαν να εισβάλουν στο Δημαρχείο, κατέστρεψαν τα παράθυρά του και έκαναν γκράφιτι στους τοίχους του· “αξιωματούχοι και σύμβουλοι του Δημάρχου πήραν οι ίδιοι όπλα και έστησαν οδοφράγματα”8.

Ταυτόχρονα, αλλά “εκτός κάμερας”, αυτόνομες διαδηλώσεις έλαβαν χώρα σε διάφορα σημεία στα προάστια της πόλης. Σιτς γραμμές Esmeralda και Rubi της CPTM (São Paulo Metropolitan Trains Company), εν μέσω διαφόρων διακοπών, οι επιβάτες κατέλαβαν τις γραμμές, έσπασαν τα τραίνα και σαμποτάρισαν τις γραμμές. Στην Cotia, σχεδόν πέντε χιλιάδες άτομα απέκλεισαν και τις δυο κατευθύνσεις της εθνικής Raposo Tavares. Διαδηλώσεις μπλοκάρισαν την Socorro Bridge και την οδό M’Boi Mirim Road. Στο Grajaú, ταυτόχρονα με ένα κύμα λεηλασιών, περισσότερα από 80 λεωφορεία καταστράφηκαν. Στην ανατολική ζώνη, οι συνέπειες ήταν τόσο μεγάλες που η εταιρεία East Autobus Consortium 4 έθεσε σε κυκλοφορία, την επόμενη μέρα, τον μισό στόλο των λεωφορείων. Στο Guarulhos, διαδηλωτές μπλοκάρισαν για ώρες την πρόσβαση στο Διεθνές αεροδρόμιο, ενώ στο Parelheiros ο κόσμος εισέβαλε και απέκλεισε την περιφερειακή οδό.

Βίαιη και διάχυτη, η κατάρρευση της τάξης που συμβαίνει με το ξέσπασμα της εξέγερσης, κουβαλά μαζί της μια πανίσχυρη “κλεφτή ματιά” στην πιθανότητα του κοινωνικού μετασχηματισμού. Περιγράφοντας αυτή τη στιγμή στην Florianópolis, το 2004, ένας αγωνιστής επιβεβαιώνει ότι “το τελεσίγραφο που δόθηκε από το κίνημα, η σύγκληση των τεράστιων διαδηλώσεων και η διάχυτη πολιτική ανυπακοή άφησαν την πόλη σε ένα πραγματικά προ-εξεγερσιακό κλίμα”. Τα λόγια του θα μπορούσαν εξίσου καλά να αναφέρονται στις τελευταίες μέρες του αγώνα στο Σάο Πάολο, σχεδόν δέκα χρόνια αργότερα: “Ήταν δύσκολο να προβλέψει κανείς τι θα συνέβαινε (…) αν η άρχουσα τάξη δεν ανακαλούσε την αύξηση των εισιτηρίων”· “Η κατάσταση θα μπορούσε να ξεφύγει εντελώς από τον έλεγχο των συγκροτημένων (και αναξιοπαθούντων!) αρχών”9.

Γενική απεργία, καταλήψεις δημοσίων κτιρίων, η κατάληψη της πόλης με οδοφράγματα σε κάθε γειτονιά, απαλλοτρίωση του στόλου [των λεωφορείων]…αυτά είναι μερικά από τα αποτελέσματα που η λαϊκή ανάταση άνοιξε στην φαντασία εκείνο το απόγευμα της αναγγελίας της ανάκλησης των αυξήσεων. Είναι ακριβώς η απειλή ενός τεράστιου οργανωτικού άλματος από τους εργάτες που βάζει σε συναγερμό την άρχουσα τάξη – το “κοινωνικό χάος” χτυπά την πόρτα και πρέπει να περιοριστεί από την κυβέρνηση, εξ ου και η υποχωρητικότητα10. Η ιστορική τακτική των αγώνων ενάντια στις αυξήσεις των εισιτηρίων (τους οποίους αποκαλούμε “λαϊκή εξέγερση”) στοιχηματίζει πάνω σε μια τέτοια απειλή για την επιτυχία της αλλά, την ίδια στιγμή, εξαρτάται και από το να μην συμβεί. Για να πετύχει το κεντρικό της αίτημα, η εξέγερση πυροδοτεί μια εκρηκτική διαδικασία που απαραίτητα “φρενάρει” την στιγμή της κατάκτησης.

Αν η τακτική είναι αποτελεσματική, το οργανωτικό άλμα έχει ήδη γεννηθεί ευνουχισμένο και θα υπάρξει μόνο ως μια “ματιά”. Η σύντομη απώλεια εξουσίας στους δρόμους μας επιτρέπει να προειδούμε μιαν άλλη εξουσία, μια λαϊκή εξουσία, τόσο χειροπιαστή όσο ήταν ανεπίτευκτη εκείνες τις μέρες. Υπάρχοντας ακριβώς στην ένταση μεταξύ μιας υψηλής οργάνωσης μειοψηφίας και μιας ανοργάνωτης πλειοψηφίας, η λαϊκή εξέγερση περιορίζει τον εαυτό της. Την ίδια στιγμή που στην πάλη ενάντια στις αυξήσεις των εισιτηρίων στο Σάο Πάολο ο πληθυσμός ανέλαβε άμεση δράση πάνω στη ζωή του, δεν είναι λιγότερο αλήθεια ότι υπήρξε μια εντολή που αποφάσισε το τι να κάνει. Αν, μετά τον Ιούνιο, ένα μέρος της αριστεράς έκρινε ότι το πρόβλημα στη διαδικασία ήταν η έλλειψη μιας “επαναστατικής κατεύθυνσης”, σε μας το πρόβλημα φαίνεται να είναι το αντίθετο: στις εξεγέρσεις εναντίον των αυξήσεων των κομίστρων, αυτό που λείπει – και αυτό είναι που χαρακτηρίζει τις εξεγέρσεις – είναι η οριζοντιότητα, με άλλα λόγια, η άμεση εξουσία αυτών που ήταν στους δρόμους πάνω σ’ αυτό που έκαναν, κάτι που εξαρτάται από τις δομές που είναι ριζωμένες στην καθημερινή ζωή των εργατών.

Μεταξύ κυβέρνησης και κακής διακυβέρνησης

Με τα λόγια ενός αγωνιστή του MPL-SP:

Παραθέτουμε:

Σίγουρα, ο Ιούνιος δεν θα είχε συμβεί όπως συνέβη αν δεν υπήρχε αυτή η ομάδα ανθρώπων που ανέλυαν, σχεδίαζαν και γαμήθηκαν για να πετύχουν αυτοί οι σχεδιασμοί. Είμαι σίγουρος γι’ αυτό σήμερα, αλλά αυτό ήταν κάτι που περιόριζε τα πράγματα να συμβούν με τον τρόπο που συνέβηκαν σε κείνο το πλαίσιο. Ήταν ένας περιορισμός ότι δεν υπήρχαν γειτονιές ή οργανώσεις από τους εργασιακούς χώρους που θα μπορούσαν να παρέμβουν σ’ αυτό που συνέβαινε σ’ ολόκληρη την πόλη (…) Ένας από τους αντικειμενικούς στόχους του MPL είναι η λαϊκή διαχείριση των μετακινήσεων, κάτι που προφανώς αυτή η ομάδα δεν θα μπορούσε να πετύχει, ακριβώς επειδή αυτό μπορεί να συμβεί μόνο αν υπήρχαν οργανώσεις σε κάθε γειτονιά που θα οργάνωναν οι ίδιες τις μετακινήσεις, οι οποίες δεν θα οργανώνονταν από άλλους11.

Ένας τέτοιος περιορισμός που υπόκειται των αγώνων είναι ο ίδιος ο περιορισμός του ιστορικού πλαισίου μέσα στο οποίο η εξέγερση αναδύεται. Η “από τα κάτω” οργάνωση εξαφανίστηκε από την πολιτική πρακτική της βραζιλιάνικης αριστεράς χρόνια πριν. Η λαϊκή οργάνωση, που ήταν η βασική της γραμμή, ήταν ακριβώς το κόστος του κυβερνητικού σχεδίου που η αριστερά συνέλαβε στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Ήταν ένα κόστος που έπρεπε να πληρωθεί καθώς αυτό το σχέδιο εκτελούνταν: ανεβαίνοντας προς την κυβέρνηση, το PT κουβαλά μαζί του λαϊκά κινήματα και τα εισαγάγει όλο και περισσότερο στους μηχανισμούς διαχείρισης των κοινωνικών συγκρούσεων (από κυβερνητικά κανάλια “συμμετοχής” στον επεκτεινόμενο “Τριτογενή τομέα”). Δεν μας εκπλήσσει λοιπόν που η λέξη κλειδί είναι η συμπερίληψη/ένταξη. Σημαδεμένη από μια αυξανόμενη εγκατάλειψη της άμεσης δράσης και περιχαραγμένη από δημόσιες πολιτικές – συχνά αναπτυσσόμενες από την γνώση που έχει συσσωρευθεί από τους ίδιους τους αγωνιστές τους – λαϊκές οργανώσεις υποφέρουν από ένα “άδειασμα” που τις προσδένει με μια τεράστια κυβερνητική μηχανή12. Στο επίπεδο των απλών μελών θα συντηρούνταν μόνο “αντικειμενικοποιημένα” τμήματα εργατών, τυπικά εγγεγραμμένων και αντιπροσωπευόμενων – μεταχειριζόμενων σαν νόμισμα σε ένα ανταλλακτήριο γραφειοκρατιών.

Το γενικευμένο αίσθημα ανισχυρότητας, ριζωμένο στην ίδια την αριστερά, διαχέεται ανάμεσα στους εργάτες και βρίσκει απήχηση σε ριζοσπάστες και εκτός της κυβέρνησης. Υποστηριζόμενο από κλισέ ενός ντετερμινιστικού μαρξισμού (είτε πρόκειται για μια “ρεαλιστική” ανάλυση της κυβέρνησης είτε μια αριστερίστικη αμυντική αντιπολίτευση), η αδρανοποιητική συναίνεση του “συσχετισμού δυνάμεων” φυσικοποιεί την αδικία και τα δεινά: να μετράμε τις δυνάμεις μας απέναντι στο κεφάλαιο είναι χάσιμο χρόνου. Επιτελέστηκε μια πραγματική εξημέρωση: η “κριτική”, με τα λόγια του Paulo Arantes (στον οποίον βασιζόμαστε, κατά κάποιο τρόπο, για την παρούσα ανάλυση), επιτρέπεται “μόνο αν είναι εποικοδομητική και έχει την ένδειξη της χρηματοδοτικής πηγής της”13.

Σ’ αυτό το καταπληκτικό εργοστάσιο συναινέσεων και συγκαταβάσεων που έχει γίνει η χώρα”, τα γρανάζια της ένταξης συνδέονται τελικά με ένα σχέδιο “ένοπλου κατευνασμού”14. Τα θεσμικά κομμάτια δεν δουλεύουν χωρίς τους μηχανισμούς εξαίρεσης: αυτά τα δύο αλληλοσυμπληρώνονται στην προσπάθεια να κερδηθούν και να γίνει η διαχείριση των ατόμων, διαιρεμένων σε επικράτειες. Με τον χωρίς προηγούμενο πολλαπλασιασμό των τεχνολογιών κοινωνικού ελέγχου που βιώνει η χώρα, υπάρχουν “αστυνομικοί που διεκπεραιώνουν δραστηριότητες εκπαιδευτικών ή κοινωνικών λιετουργών, (…) διευθυντές τραπεζών που λειτουργούν σαν επιχειρηματικοί σύμβουλοι, έμποροι που γίνονται ταμίες τραπεζών, ηγέτες κοινοτήτων που τρέχουν κυβερνητικά προγράμματα, διευθυντές δημοσίων φορέων που διεκπεραιώνουν δραστηριότητες ιδιωτικών επιχειρήσεων”15.

Ήταν αναμενομενο ότι η απάντηση θα ερχόταν ως μια απώλεια ελέγχου. Για τις μικρές ομάδες που παρέμειναν στο αριστερό περιθώριο της κυβέρνησης, η πυροδότηση της ακυβερνησίας της εξέγερσης ήταν η δυνατότητα σύγκρουσης με την γιγαντιαία δομή διαχείρισης της ταξικής πάλης. Η βίαιη πολιτική έκρηξη στους δρόμους αρνείται τους μηχανισμούς συμμετοχής και αντιδρά στην ένοπλη καταστολή. Στο Σάο Πάολο, οι τακτικές του κινήματος υποτίθεται ότι εξελίσσονται ώστε να μπορούν να αντιμετωπίσουν την στρατηγική διαλόγου που αναμένεται από έναν διαχειριστή της πόλης που ανήκει στο PT16.

Αν και χρειζόμαστε ακόμα να αναλύσουμε τη θέση των μετακινήσεων στη δομή διαχείρισης της πόλης και την άρνησή της, είναι φανερό ότι η εξέγερση εμφανίζεται ακριβώς ως μια καταστροφική κριτική, μια άρνηση της αδρανοποιητικής συναίνεσης. Μια εκρηκτική και βραχύχρονη αντίδραση, απαντά στο σχέδιο της αριστερής κυβέρνησης που είναι εντός της λογικής που εντυπώνεται στην κοινωνική πάλη: το θεαματικό, ο χρόνος των ΜΜΕ, η πτώση της δημοτικότητας. Η εξέγερση είναι, ίσως, το ανάποδο αυτής της αδρανοποίησης, η πολιτική μετάφραση αυτού του αισθήματος αβοηθησίας – τελικά, μια παραφωνία αντηχεί στην μονότονη παράλυση που τραγουδιέται από τους πιο διαφορετικούς μεταξύ τους πολιτικούς τομείς. Όμως, ως μια απλή ηχώ της ξεχασμένης δύναμης της εργατικής τάξης, μια φευγαλέα ματιά ενός πραγματικού ανταγωνισμού, η εξέγερση είναι περιορισμένη. Με το ένα (ή και τα δύο;) πόδια μέσα στην πολιτική του θεάματος, δεν μπορεί να πάει πέρα από την ανικανότητα.

Το νόημα της εξέγερσης

Η φαινομενική αμεσότητα της εξέγερσης, ένας χρόνος άμεσων γεγονότων, είναι επίσης ένας βαθιά διαμεσολαβημένος χρόνος – διαμεσολαβημένος από ένα θέατρο που διαδραματίζεται ξεχωριστά από την καθημερινή ζωή. Καθώς η εξεγερτική τακτική αρχίζει να κατευθύνει ολόκληρη την στρατηγική κατασκευή του MPL, αυτός ο επιταχυνόμενος ρυθμός μεταφέρεται στη ρουτίνα του κινήματος. Οι προσπάθειές τους συνοψίζονται, συνεπώς, επαναλαμβανόμενα στην προετοιμασία της κινητοποίησης, σε μια λογική “αγκιτάτσιας και προπαγάνδας”. Αν και αυτό εκμεταλλεύεται καλά την παιγνιώδη και αρτίστικη διάσταση, συχνά δεν πηγαίνει πιο πέρα από οξείες, ασυνεχείς, εκριζωμένες και διάσπαρτες παρεμβάσεις, χαρακτηριστικές μιας συγκεκριμένης ακτιβιστικής παράδοσης17. Χωρίς υποδομές από τα κάτω, ο σύνδεσμος ανάμεσα στους διαδηλωτές και την οργάνωση διαμεσολαβείται, στην πάλη ενάντια στις αυξήσεις των εισιτηρίων, σχεδόν αποκλειστικά από το διαδίκτυο, την τηλεόραση και τις έντυπες εφημερίδες. Η κεντρικότητα των ΜΜΕ στον τρόπο δράσης του MPL εμφανίζεται από την αρχή-αρχή του κινήματος, κληρονόμος του δικτύου του Indymedia (IMC), το οποίο ήταν για χρόνια τα κύριο μέσο εποικοινωνίας του, για να αντικατασταθεί αργότερα από το Facebook. Το 2013 αυτά τα ΜΜΕ – ελεγχόμενα κυρίως από την άρχουσα τάξη – ήταν το βασικό μέσο που χρησιμοποιήθηκε από το κίνημα για το κάλεσμα των διαδηλώσεων και την διάχυση των αιτημάτων και των θέσεών του.

Η ασθενικόττηα του δεσμού ανάμεσα στους δύο πόλους απειλεί μόνιμα την κατεύθυνση της εξέγερσης: το περιεχόμενό της μπορεί να γίνει αντικείμενο ιδιοποίησης – και τα ΜΜΕ είναι σε μια προνομιούχο θέση για κάτι τέτοιο. Έτσι συνέβη το 2013, όταν ο αστικός τύπος, αντιμέτωπος με την μαζικοποίηση των κινητοποιήσεων, δούλεψε για να αποδυναμώσει το αίτημα των “20 σεντς” εν μέσω της διάχυτης επίκλησης της διαφθοράς.

Αυτή η απώλεια νοήματος στοιχειώνει την απώλεια ελέγχου. Αν η κινητοποίηση ξεπερνά τον έλεγχο του MPL, πρέπει αναγκαστικά να ξεπερνά και την καθοδηγητική γραμμή που οικοδομήθηκε από την αρχή του κινήματος. Συνεπώς, κάθε φορά που το MPL επανεπιβεβαίωνε το μοναδικό νόημα των διαμαρτυριών, επανεπιβεβαίωνε τον εαυτό του ως την κατέυθυνση της διαδικασίας. Παρ’ όλα αυτά, η φευγαλέα ματιά της μετασχηματιστικής δύναμης, που η εξέγερση μάς επιτρέπει να έχουμε, πρέπει να πάει πιο πέρα από τα 20 σεντς – είναι μια δύναμη συνολικής αλλαγής. Συνεπώς, η έκρηξη της εξέγερσης είναι, επίσης, και μια έκρηξη νοήματος. Και, στον βαθμό που η εξέγερση πρέπει να “συγκρατηθεί”, η διατήρηση της κατευθυντήριας γραμμής (στην οποία είναι δεσμευμένο το MPL) θα παίξει επίσης έναν θεμελιώδη περιοριστικό λόγο. Μετά την μείωση των τιμών των εισιτηρίων, παραμένει μια κινητοποίηση χωρίς κατεύθυνση, της οποίας το νόημα θα αμφισβητηθεί εύκολα από τους παλιούς μεσάζοντες. Όμως, το αίτημα που πάει πιο πέρα από τα 20 σεντς, και το οποίο υπήρχε μόνο στην πάλη για τα 20 σεντς, είναι τώρα ένα τίποτα.

Τον Ιούνιο του 2013, η διαδικασία βρήκε το όριό της πολύ έντονα στο Σάο Πάολο – ακριβώς εκεί που τα “20 σεντς” καθόρισαν ξεκάθαρα την κατεύθυνση της εξέγερσης. Σε πολύ σύντομο διάστημα, η άμπωτη των κινητοποιήσεων του Σάο Πάολο χτυπά τις πόλεις στις οποίες οι διαδηλώσεις ξέσπασαν εξαιτίας των συνεπειών γεγονότων που διαδόθηκαν από τα ΜΜΕ. Παρ’ όλα αυτά, σε μέρη που ο στόχος των διαμαρτυριών ήταν πιο διάχυτος και μερικός, όπως το Ρίο ντε Τζανέιρο, το τέλος της διαδικασίας διυλήθηκε επίσης μέσα από μια μακρά εξισορρόπηση που κράτησε τους επόμενους μήνες. Καθώς οι δρόμοι του Ρίο ντε Τζανέιρο δεν έχουν κάποιο κυρίαρχο μήνυμα – η εξέγερση δεν ήταν μια τακτική σχεδιασμένη από μια ηγετική ομάδα με ένα ξεκάθαρο στόχο – δεν έχασαν και εντελώς το όποιο νόημα μετά την μείωση των εισιτηρίων.

Ο Ιούνιος πέρασε

Η τακτική επεξεργασία της λαϊκής εξέγερσης, που έχει αναπτυχθεί από το 2003, έφτασε στις έσχατες συνέπειές της. Το νέο μονοπάτι στης πάλης στις πόλεις που ξεδιπλώθηκε σε διαφορετικές εξεγέρσεις ενάντια στην αύξηση των εισιτηρίων φτάνει στο αποκορύφωμά του τον Ιούνιο. Φτάνοντας σε μια χωρίς προηγούμενο διάσταση, η οριστική επιτυχία της εξέγερσης ως μια τακτική το 2013 ήταν επίσης η ταυτόχρονα το “άδειασμα” αυτής της ίδιας τακτικής.

Στους αγώνες στους δρόμους, δεν μοιάζει δυνατόν να “τριπλάρουμε” τις κατασταλτικές δυνάμεις με τους ίδιους ελιγμούς των προηγούμενων χρόνων. Επιμονή σ’ αυτούς διαγράφει ένα σενάριο διαχείρισης των ταραχών, που είναι ήδη διάσπαρτο σ’ ολόκληρο τον κόσμο: ακόμα και οι πιο βίαιες διαμαρτυρίες, συνήθως περιχαρακωνόμενες πλέον και χειρουργικά περιοριζόμενες από την αστυνομία, δεν είναι πια τόσο ικανές να ταρακουνήσουν/διασαλεύσουν την τάξη. Από τις υπηρεσίες πληροφοριών μέχρι τη δικαιοσύνη, η κρατική καταστολή βελτιώνει το προϊόν της18. Οι διαμαρτυρίες μπαίνουν στους υπολογισμούς των πολιτικών, του τύπου και των ασφαλιστών. Οι συγκρούσεις με την αστυνομία, συνοψιζόμενες ως αβλαβής κόπωση, είναι τόσο άδειες όσο και το μοντέλο των “τεράστιων διαδηλώσεων” – που οργανώνονται από συνασπισμούς που δεν κουράζονται να αναζητούν τη σημαία κάτω από την οποία θα σφυρηλατηθεί ακόμα μια φορά “η ενότητα της αριστεράς”. Φαίνεται ότι μια εμμονή με το παρελθόν έχει απλωθεί, που εμποδίζει να προβάλλουμε στον ορίζοντα κάτι πιο πέρα από την απλή επανάληψη αυτού που έχει ήδη συμβεί: “Ο Ιούνης δεν τελείωσε”, “ταξίδια του Αυγούστου (sic)”, “Είμαι και πάλι στους δρόμους”, “θα ‘ρθουν κι άλλοι Ιούνηδες”…κοκ. Ο δρόμος ως αυτοσκοπός είναι ένα αδιέξοδο. Μια αρένα στην οποία η συμβολική διάσταση έχει πάθει υπερτροφία, στην οποία γινόμαστε μάρτυρες του στείρου θεάματος η-διαμαρτυρία-για-τη-διαμαρτυρία, όχι τόσο μακριά από το η-βία-για-τη-βία: αυτό που έχει σημασία είναι να “αμφισβητήσουμε το φαντασιακό”19.

Και δεν είναι μόνο στον ένα από τους πόλους της που η εξεγερσιακή τακτική “κάηκε”· το ίδιο συμβαίνει και με τον άλλο πόλο (την οργανωμένη συλλογικότητα): αποσπασμένη από τη διαδικασία της κινητοποίησης, η ομάδα που πήρε τον ηγετικό ρόλο, χάνει την αίσθηση της ύπαρξής της. Όταν οι τιμές των εισιτηρίων μειώνονται στο Σάο Πάολο και εκατοντάδες άλλες πόλεις, η οργανωτική μορφή της κατεύθυνσης της εξέγερσης ενάντια στις αυξήσεις των τιμών ολοκληρώνει την προσπάθειά της, η οποία σχεδιαζόταν κάθε χρονιά: να ανοίξει ένα ρήγμα στη συναίνεση. Προσανατολισμένη από και προς τις εξεγέρσεις, η φόρμα που υιοθετήθηκε από το MPL χάνει τη θέση της. Εξαιτίας αυτού, ίσως, πολλές από τις ομάδες που οδήγησαν μεγάλες διαδρομές αγώνων και πέτυχαν νίκες, επεδίωξαν στη συνέχεια να αναθεωρήσουν τη μορφή της λειτουργίας τους. Παρ’ όλα αυτά, είναι δυνατόν αν δει κανείς πρακτικές ενδεικτικές μιας ισχυρής τάσης επιμονής στον παλιό κατευθυντήριο ρόλο.

Από τη μια πλευρά, εκείνη η ομάδα που συνδεόταν με κάτι πολύ μεγαλύτερο από τον εαυτό της στρέφεται στη διατήρηση της ταυτότητας και της δομής της: για να συνεχίσει να υπάρχει, απομονώνει τον εαυτό της ακόμα περισσότερο από τους κοινωνικούς αγώνες και τους μαχόμενους, κλεινόμενη έτσι στον εαυτό της20. Από την άλλη πλευρά, επιταχυνόμενη από τον ρυθμό των γεγονότων στην εξέγερση, σπαταλά τυφλά τη δύναμή της στην ανυπομονησία να ανταποκριθεί στο αυξανόμενο φορτίο ενός πολιτικού παιχνιδιού στο οποίο μόλις πρόσφατα θεωρούνταν ένας πρωταγωνιστής – συμπεριλαμβανομένων αιτημάτων για συνεντεύξεις και τοποθετήσεις, ποικίλες προσυπογραφές εμφανίσεων και δράσεων, ακαδημαϊκής έρευνας, προσκλήσεων σε πάνελ και διαλέξεις, δημόσια και ιδιωτικά διαχειριστικά ενδιαφέροντα21. Η αναγνώριση από άλλους “πολιτικούς παράγοντες” μεταδίδει στην οργάνωση τη δυναμική αυτού του θεάτρου. Αν δεν μπορέσει να ανοίξει έναν καινούριο ορίζοντα για την ίδια, η οργάνωση θα προσκολληθεί αναπόφευκτα στο παρελθόν και θα επανεπιβεβαιώνει την νεκρή μορφή – μόνο ένα σύμβολο απομένει, ένα σημάδι που χρήζει διαχείρισης22.

Λέγοντας ότι η ιστορική τακτική της “λαϊκής εξέγερσης” ξεθωριάζει δεν σημαίνει με κανέναν τρόπο ότι ανακηρύσσουμε το τέλος της εξέγερσης – αυτή η άποψη που πάλλεται επί αιώνες μεταξύ των καταπιεσμένων. Το ακριβώς αντίθετο, [η εξέγερση] ποτέ δεν ήταν τόσο παρούσα: από τον Ιούνιο, η διάθεση σύγκρουσης έχει μόνο αυξηθεί. Αλλά τι οικοδομούμε πέρα από αυτή τη διάθεση; Εκατομμύρια κατέβηκαν στους δρόμους αλλά όταν πήγαν πίσω στα σπίτια τους, τις γειτονιές και τους χώρους δουλειάς τους, επέστρεψαν στη ρουτίνα των βασάνων και του εξευτελισμού (ίσως λίγο περισσότερο εξοργισμένοι;). Αν και έχει παραγάγει αντηχήσεις, η στιγμή της κινητοποίησης δεν μπορούσε να πάει πιο πέρα από τον εαυτό της, δεν βρήκε κάποια συνέχει σε μια στιγμή οργάνωσης.

Αν δεν αφήσαμε το 2013 με έναν εμπλουτισμό της μορφής οργάνωσης των “από τα κάτω”, ίσως η γη γι’ αυτή την οργάνωση να είναι τώρα πιο εύφορη, δείχνοντας προς κάτι ζωντανό, πέρα από τις νεκρές μέρα-με-τη-μέρα συναινέσεις και συμφωνίες, ο Ιούνιος έσπασε “τα μάγια”. Παρ’ όλα αυτά, εξακολουθούσε να είναι μια ανίκανη άρνηση: με δυσκολία προβλέπουμε τη δυνατότητα ενός άλλου κόσμου. Πώς μπορούμε να κάνουμε αυτό που είδαμε ως έκλαμψη να περάσει από το δυνατό στο πραγματικό; Είναι τουλάχιστον εντελώς επιτακτικό να ξεπεράσουμε την κεντρικότητα της τακτικής της εξέγερσης και να διαμορφώσουμε μια ευρύτερη στρατηγική προοπτική, την προοπτική μιας πιο ικανής απόρριψης, ριζωμένης στην καθημερινή ζωή. Είναι αναγκαίο να οικοδομήσουμε αυτό που έγινε δυνατόν να φανταστούμε.

1 Μεταφρασμένο από εδώ: https://libcom.org/library/brazil-popular-revolt-its-limits.

2 Δημοσιευμένο αρχικά στο Passa Palavra (Revolta popular: o limite da tática). Η παρούσα είναι μια αναθεωρημένη έκδοση του ίδιου κειμένου που δημοσιεύτηκε στο “Junho: Potência das ruas e das redes” (São Paulo, Fundação Friedrich Ebert, 2014). Μεταφράστηκε στα Αγγλικά από τον Nilen Vergara και αναθεωρήθηκε από την Clara Spalic.

3 Σημείωσης της αγγλικής μετάφρασης: Στη Βραζιλία η αστυνομία είναι στρατιωτικοποιημένη. Σύμφωνα με την Wikipedia, “Η Στρατιωτική Αστυνομία (…) είναι ένας τύπος προληπτικής κρατικής αστυνομίας σε κάθε μια από τις πολιτείες της Βραζιλίας. Οι μονάδες της Στρατιωτικής Αστυνομίας, οι οποίες έχουν δικούς τους σχηματισμούς και κανόνες και στολές ανάλογα με την πολιτεία, είναι υπεύθυνες για τη διατήρηση της δημόσιας τάξης σ’ ολόκληρη τη χώρας συμπεριλαμβανομένης της Ομοσπονδιακής Περιφέρειας και της πρωτεύουσάς της, της Μπραζίλια. Αναπτυσσόμενη αποκλειστικά να δρα αποτρεπτικά ενάντια στη διάπραξη εγκλημάτων, οι μονάδες της δεν διεξάγουν αστυνομικές έρευνες. Οι αστυνομικές και εγκληματολογικές έρευνες καθώς και η άσκηση διώξεων αναλαμβάνονται από την Πολιτική Αστυνομία [Civil Police]”.

4 Αυτό είναι το αφήγημα που εμφανίζεται, για παράδειγμα, στο άρθρο που υπογράφεται από το MPL του Σάο Πάολο στο βιβλίο Cidades Rebeldes [Εξεγερμέενς Πόλεις] (São Paulo, Boitempo, 2013). Σημείωση της αγγλικής μετάφρασης: αυτό το βιβλίο εκδόθηκε στη Γαλλία με τον τίτλο Villes rebelles (Paris, Éditions du Sextant, 2014) και το άρθρο του MPL μπορεί να διαβαστεί στα Γαλλικά στο: http://www.lcr-lagauche.org/a-lire-un-extrait-de-villes-rebelles.

5 Leo Vinicius. Guerra da Tarifa 2005, São Paulo, Faísca, 2005, σελ. 60-61.

6 Σημείωση της αγγλικής μετάφρασης: Υποτιμητικός όρος που χρησιμοποιήθηκε το 2013 αναφερόμενος στους πασιφιστές διαδηλωτές που κράταγαν στις διαδηλώσεις την εθνική σημαία της Βραζιλίας. Πριν από αυτό, ο όρος χρησιμοποιούνταν ευρέως ανααφερόμενος στους ασφαλίτες της Στρατιωτικής Αστυνομίας. Μετά τις διαδηλώσεις εναντίον της προέδρου Ντίλμα το 2015, χρησιμοοποιείται υποτιμητικά ως παρατσούκλι των δεξιών διαδηλωτών.

7 Για να αναφέρουμε μερικά παραδείγματα: το Movimento Não Pago (Κίνημα Δεν Πληρώνω) στο Aracajú· το Public Transportation Struggle Bloc στο Porto Alegre· την Καμπάνια Zero στο Μπέλο Οριζόντε· το Movimento Porrada no Busão (Κίνημα Χτύπα το Λεωφορείο) στο Porto Velho· τα κινήματα Pula Catraca (Πήδα τη Μπάρα), Contra Catraca (Ενάντια στη Μπάρα), Transporte Justo (Δίκαιη Μετακίνηση) και Contra a Passagem (Ενάντια στο Κόμιστρο) στην επαρχία του Σάο Πάολο· ανάμεσα σε αναρίθμητες άλλες επιτροπές, φόρουμ και μέτωπα αγώνα σκορπισμένα σ’ ολόκληρη τη χώρα.

8 Elena Judensnaider and others, Vinte centavos: a luta contra o aumento, São Paulo, Veneta, 2013.

9 Leo Vinicius, A Guerra da Tarifa, São Paulo, Faísca, 2005, σελ. 60-61.

10 Στην πρώτη “Εξέγερση ενάντια στις Μπάρες”, η απειλή ήταν ρητή: “Σχεδόν δυο εβδομάδες μετά την εξέγερση, φοιτητές έδωσαν ένα τηλεσίγραφο και κάλεσαν σε μια τεράστια διαμαρτυρία η οποία θα συγκέντρωνε περισσότερα από είκοσι χιλιάδες άτομα. Το κίνημα διέρρευσε προς τις αρχές ότι αν δεν υπήρχε ανάκληση της αύξησης των εισιτηρίων θα προσπαθούσαν να καταλάβουν το Δημαρχείο και το Επαρχείο, ανακηρύσσοντας μια δημοτική κυβέρνηση μέσα από λαϊκά συμβούλια. Μείγμα τσαμπουκά, στρατηγικής και ευφυΐας, η απειλή ήταν αποτελεσματική. Αντιμέτωπος με μια επικείμενη πορεία τεραστίων διαστάσεων και απρόβλεπτων συνεπειών, ένας ομοσπονδιακός δικαστής στην πόλη απλά ανακάλεσε την αύξηση, στιγμές μόλις πριν την διαδήλωση, ισχυριζόμενος ότι φοβόταν το “κοινωνικό χάος” που θα δημιουργούνταν από τις “μάχες στους δρόμους της Florianópolis” στη μάχη ενάντια στις ‘υπερβολικές τιμές που αποδίδονται στα ομαδικά εισιτήρια μετακίνησης’” (Pablo Ortellado, Um movimento heterodoxo, CMI Brasil, 2004, http://www.midiaindependente.org/en/red/2004/12/296635.shtml). Τον Ιούνιο του 2013, ακριβώς πριν την ανακοίνωση της ανάκλησης των αυξήσεων των εισιτηρίων στο Σάο Πάολο, η πρόταση για κάλεσμα σε μια γενική απεργία για την επόμενη εβδομάδα αντήχησε μεταξύ των πιο διαφορετικών αριστερίστικων οργανώσεων (η πρόταση είχε στην πραγματικότητα συνέπειες: μια τέτοια απεργία συνέβη, όντως, αλλά σαν μια φάρσα, αποσπασμένη από την εξέγερση).

11 Το σχόλιο είναι από τον σύντροφο Arabel, δημοσιευμένο σε μια ομάδα συζήτησης σε ένα κοινωνικό δίκτυο.

12 Το άρθρο “Estado e movimentos sociais” (“Κράτος και κοινωνικά κινήματα”) αντανακά πολύ βαθύτερα τη σχέση ανάμεσα στις αριστερές κυβερνήσεις και τα κοινωνικά κινήματα. Στο: http://passapalavra.info/2012/02/52448.

13 Paulo Eduardo Arantes. “Fim de um ciclo mental” [“Τέλος ενός πνευματικού κύκλου”] στο Extinção (São Paulo, Boitempo, 2007), σελ. 250, μεταξύ άλλων άρθρων και συνεντεύξεων συγκεντρωμένων στον ίδιο τόμο, ιδιαίτερα στα μέρη 3, 4 και 5. Δείτε επίσης “O ‘pensamento único’ e o marxista distraído”, από τον ίδιο συγγραφέα (Zero à esquerda, São Paulo, Conrad, 2004). Σε μια συνάντηση με το κίνημα τον Ιούνιο, όταν ο δήμαρχος του Σάο Πάολο “ζητά τον καθορισμό μιας πηγής για το προϋπολογισμό της επιδότησης που απαιτούν (…) το MPL λέει ότι δεν είναι δουλειά του κινήματος να βρει τεχνικές λύσεις σε ένα κοινωνικό αίτημα” (Judensnaider, 2013). Για μια πιθανή αφετηρία της “κριτικής των προτάσεων” στη βραζιλιάνικη Αριστερά, δείτε τη σημείωση στο Passa Palavra http://passapalavra.info/2012/05/5/58422.

14 Συνεχίζουμε στο ίχνος του Paulo Arantes, τώρα με το δοκίμιο “Depois de junho a paz será total” [“Μετά τον Ιούνιο, η ειρήνη θα είναι πλήρης”,] στο τελευαταίο του βιβλίο O novo tempo do mundo [“Η νέα εποχή του κόσμου”] (São Paulo, Boitempo, 2014).

15 Livia de Tommasi and Dafne Velazco. “The Production of a New Discursive Regime About Slums in Rio de Janeiro and the Many Faces of Community-based Entrepreneurship”. Κείμενο που παρουσιάστηκε στην 35η συνάντηση Anpocs (Caxambu, 2011) και παρατίθεται από τονPaulo Arantes στο “Depois de junho será a paz total”.

16 Τον Απρίλιο του 2013, στη διάρκεια διαδηλώσεων του κινήματος για τη στέγαση, ο Fernando Haddad κατέβηκε από υπουργικό συμβούλιο και απευθύνθηκε στους διαδηλωτές, μετατρέποντας την ενέργεια αυτή σε μια πορεία. Στην πρώτη κύρια δράση του Ιούνη, η Δημοτική Αρχή περίμενε να λάβει μια “προμήθεια” για το κίνημα, για να το βάλει, προφανώς, “σε ένα αποπροσανατολιστικό τραπέζι διαπραγματεύσεων” (Judensnaider, 2013).

17 Το κίνημα ιδιοποιήθηκε και ανέπτυξε δαιφορετικούς τρόπους για να ταράζει την πόλη και να προπαγανδίζει τον αγώνα: δραστηριότητες στα σχολεία, φυλλάδια και μπροσούρες, επιθέσεις στις αρχές, αφίσες, συνθήματα στους τοίχους, catracaços (πήδημα πάνω από τις μπάρες), αποκαλύψεις στα κοινωνικά δίκτυα, δράσεις στα ΜΜΕ, μικρές πορείες, άρθρα και ανακοινώσεις τύπου, μεταξύ άλλων. Για μια πιο βαθιά κριτική στην ακτιβιστική κουλτούρα που κληροδοτήθηκε από το MPL, δείτε Felipe Corrêa, “Balanço crítico acerca da Ação Global dos Povos no Brasil” (δημοσιευμένο σε έξι μέρη στο Passa Palavra: http://passapalavra.info/2011/07/42773).

18 Για περισσότερα σχετικά μ’ αυτό το σενάριο, δείτε: “Chaos Theory“, αρχικά δημοσιευμένο στην Αστυνομική Επιθεώρηση και μεταφρασμένο από τον ιστότοπο Passa Palavra στα Πορτογαλικά (http://passapalavra.info/2014/03/92961) και: “A mais-valia relativa da polícia: sobre repressão e controlo social” στον ίδιο ιστότοπο (http://passapalavra.info/2014/04/93676). Περιττό να πούμε ότι η τακτική περικύκλωσης της αστυνομίας (Hamburger Kessel), μια καινοτομία της Στρατιωτικής Αστυνομίας του Σάο Πάολο το 2014, χρησιμοποιείται από το 2006 στην Σάντα Καταρίνα – όχι τυχαία, την πολιτεία στην οποία βρίσκεται η Florianópolis.

19 Οι διαμαρτυρίες και τα σπασίματα φαίνεται ότι έχουν συλληφθεί από την τακτική τους διάσταση και περιοριστεί σε μια καθαρά αισθητική διάσταση. Κάποια άρθρα αναφέρουν τα εξής: “Será que formulamos mal a pergunta?” της Silvia Viana (Cidades rebeldes, 2013), και “Agora só faltam 3 reais… e um imenso desafio” (http://passapalavra.info/2014/06/97065).

20 Και αυτό άσχετα από το μέγεθος της ομάδας, από το αν αποτελείται από τέσσερα άτομα ή σαράντα, από τη στιγμή που υπάρχει αυτό που ο Felipe Corrêa αποκαλεί “σπατάλη κοινωνικών δυνάμεων”: “υπάρχει ένας πλεονασμός διαδικασιών και δομών, κόσμος που κάνει μη απαραίτητα πράγματα, λίγα άτομα που ασχολούνται με σημαντικές δραστηριότητες (για παράδειγμα, δουλειά βάσης) κλπ.” (“Movimentos sociais, burocratização e poder popular. Da teoria à prática. 3) Mecanismos e processos de burocratização” at http://passapalavra.info/2010/11/31590).

21 Αυτή η διεστραμμένη στιγμή στην οποία “η κοινωνική βάση του αγώνα δεν ενδιαφέρεται πλέον για το κίνημα, αλλά ενδιαφέρονται οι δημόσιοι διαχειριστές”, είναι συχνά μια στιγμή “εσωτερικής κρίσης”: οι αγωνιστές “στρέφονται προς τα μέσα, προσπαθούν να συζητήσουν τις ελλείψεις και αδυναμίες που οδήγησαν σ’ αυτήν ή τουλάχιστον να διασφαλίσουν ό,τι απέμεινε. Ανταλλάσσονται κατηγορίες, ανακύπτουν τριβές και διαμάχες για την εξουσία. Αυτές οι συζητήσεις έχουν συνήθως ελάχιστο ενδιαφέρον για σε νέο κόσμο, κάτι που ενδυναμώνει το σενάριο απομόνωσης και χαμηλής συμμετοχής”. Δείτε το άρθρο “Buro-ácrata”, των Grouxo και Legume (http://passapalavra.info/2014/04/94231).

22 Όπως μπορεί να ειδωθεί, για παράδειγμα, σε ένα σημείωμα που δημοσιεύθηκε από την εθνική ομοσπονδία του MPLOn the Abbreviation Abduction”: http://saopaulo.mpl.org.br/2014/05/13/nota-da-federacao-nacional-do-mpl-sobre-o-sequestro-de-sigla.