Παγιδευμένος σ’ ένα πάρτυ που κανείς δεν σε γουστάρει

από το Surplus Club1

Το παρόν άρθρο γράφτηκε στους πρώτους μήνες του 2015. Είναι το αποτέλεσμα μιας σειράς συζητήσεων και διαβάσματος του Surplus Club στην Φρανκφούρτη πάνω στη θεματική της κρίσης συσσώρευσης του κεφαλαίου του 2007-2008 και της αύξησης του πλεονάζοντος πληθυσμού.

Η προοπτική στο δοκίμιο αυτό διαφέρει από άλλα άρθρα και αναλύσεις σχετικά με το ίδιο ζήτημα που δημοσιεύτηκαν τόσο στο Kosmoprolet όσο και στο Endnotes, ιδιαίτερα σχετικά με τον τρόπο που η τωρινή ποιότητα του πλεονάζοντος προλεταριάτου αναπτύσσεται παράλληλα με την ανάπτυξη της συσσώρευσης και τη συνακόλουθη υποτίμηση της συνολικής εργατικής δύναμης μέσω τόσο του άμεσου όσο και του έμμεσου μισθού. Συνολικά, ισχυριζόμαστε στο άρθρο ότι ο λεπτός χαρακτήρας του πλεονάζοντος προλεταριάτου μπορεί να συλληφθεί ενσωματώνοντας όχι μόνο μια ανάλυση της εργασίας αλλά επίσης τους παρόντες καθορισμούς του παγκόσμιου κεφαλαίου και του κράτους. Εξετάζουμε, περαιτέρω, το ερώτημα τι σημαίνει να συλλαμβάνει κανείς κατηγορίες της κοινωνικής κριτικής ως ταυτόχρονα αφηρημένες και συγκεκριμένες καθώς και τις ωδίνες που πολώνουν εξωτερικά αυτούς τους καθορισμούς, που συχνά καταλήγουν σε συζητήσεις κορεσμένες από έναν υπερβολικό εμπειρισμό ο οποίος έχει σαν αποτέλεσμα οι κατηγορίες της “διάκρισης”, του “αποκλεισμού” και της “αποβολής” να συσκοτίζουν αναγωγιστικά τις ανταγωνιστικές κοινωνικές διαδικασίες που συγκροτούν την σχέση κεφάλαιο-εργασία.

Το άρθρο δεν είναι με κανέναν τρόπο ένα “άρθρο θέσεων”, απλά αντανακλά και καταγράφει το επίπεδο και το εύρος της συζήτησης στο Surplus Club κατά τη στιγμή της συλλογικής συγγραφής του.

Εισαγωγή

Όταν εξετάζουμε την ανεργία, τον κοινωνικό αποκλεισμό ή την επισφάλεια είναι ανεπαρκές να καταφεύγουμε απλά στο εμπειρικό ερώτημα ποιες ομάδες ζουν κάτω από αυτές τις συνθήκες. Οι σύγχρονες κοινωνιολογικές ταυτότητες είναι οι ίδιες μορφές εμφάνισης, στιγμές της ολότητας της αναπαραγωγής της σχέσης κεφάλαιο-εργασία και εντός αυτής της σχέσης στιγμές της υποτίμησης του εμπορεύματος εργατική δύναμη, υποτίμηση που ξεδιπλώνεται μέσα από την κατηγορία του πλεονάζοντος προλεταριάτου.

Στο ξεκίνημα του 2015, σε όποιον ήλπιζε για μια ανάκαμψη των αγορών εργασίας, λέγεται να χαμηλώσει τις προσδοκίες του2. Αληθοφανείς απολογητικές για την ανθεκτική ανάκαμψη των ποσοστών ανεργίας και της δημιουργίας θέσεων εργασίας σκοντάφτουν στις διαρκώς αναθεωρούμενες προβλέψεις που αντανακλούν την αδράνεια των οικονομιών τόσο των χωρών με υψηλό ΑΕΠ όσο και των αναδυόμενων αγορών. Σε παγκόσμιο επίπεδο, η περίοδος από την κρίση του 2007-08 μαρτυρεί άτονη οικονομική δραστηριότητα παρά τα άνευ προηγουμένου νομισματικά ερεθίσματα και τις ενέσεις ρευστότητας. Οι επιχειρηματικές επενδύσεις παραμένουν κυρίως στάσιμες, με τους παραγωγούς ενέργειας να περικόπτουν, πιο πρόσφατα, δραματικά τις συνολικές κεφαλαιακές επενδύσεις τους3. Ακόμα και η Κίνα “τραυλίζει” και μειώνει τις ορέξεις της για πρώτες ύλες4, ενώ η διατεινόμενη γερμανική ιστορία επιτυχίας δεν μπορεί να διαβαστεί χωρίς την εκδιπλωνόμενη διαδικασία της επισφαλούς συσσώρευσης κεφαλαίου μιας ραγδαία επιδεινούμενης Ευρωζώνης, και πάντως όχι ως ένας δείκτης μόνιμης ανάπτυξης5. Την ίδια στιγμή, η παγκόσμια οικονομία συνεχίζει να βρίσκει διέξοδο στην χωρίς περιορισμούς μόχλευση6, επιδεινώνοντας περαιτέρω τα ποσοστά πίστωσης-προς-ΑΕΠ, με το συνολικό παγκόσμιο δημόσιο και ιδιωτικό χρέος να φτάνει, σύμφωνα με μια πρόσφατη έκθεση του Διεθνούς Κέντρου Νομισματικών και Τραπεζικών Μελετών [International Centre for Monetary and Banking Studies], στο 272% του ΑΕΠ των αναπτυγμένων χωρών το 20137. Ο πρόσφατος συναγερμός αντιπληθωρισμού σημαίνει αύξηση στην πραγματική αξία του υπάρχοντος κρατικού, επιχειρηματικού και οικιακού χρέους. Σε αντιστοιχία προς την δημοσιονομική προσέγγιση των υψηλότερων ελλειμάτων υπάρχει, από το 2010, η άμεση αγορά των κρατικών, εταιρικών και κτηματομεσιτικών ομολόγων από τις κεντρικές τράπεζες και η πληρωμή τους με φρεσκοτυπωμένο χρήμα – δηλαδή η “ποσοτική χαλάρωση”. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) έχει, πιο πρόσφατα, ακολουθήσει την Federal Reserve, την Τράπεζα της Αγγλίας και την Τράπεζα της Ιαπωνίας στην πολιτική αυτή, παρά το γεγονός ότι έχει ακόμα να αποδείξει ότι αποτελεί η ίδια μια αποτελεσματική απάντηση στις επιβραδυνόμενες οικονομίες. Αντ’ αυτού, το χρήμα που δημιουργείται μπαίνει στο τραπεζικό σύστημα, “στυλώνοντας” τους ισολογισμούς του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και υποδαυλίζοντας φούσκες μέσα στα διάφορα περιουσιακά στοιχεία που υπάρχουν.

Από υλική άποψη, η κρίση του 2007-08 δεν έχει παρά

επιδεινώσει τις εργασιακές συνθήκες”

Αυτές οι συνθήκες διαγράφουν το πραγματικά πρωτοφανές περίγραμμα της παρούσας κρίσης συσσώρευσης κεφαλαίου που είναι, ταυτόχρονα, και μια κρίση της αναπαραγωγής της σχέσης κεφάλαιο-εργασία. Από την εποχή της οικονομικής αναδιάρθρωσης της δεκαετίας του 1970, η απορρύθμιση έχει επεκτείνει την ευελιξία των αγορών εργασίας και έχει επαναπροσανατολίσει θεμελιωδώς τις συνθήκες της ταξικής σχέσης. Ενώ η ανεργία παρέμεινε σε σχετική υποχώρηση κατά τη μεταπολεμική περίοδο – συνδυασμένη με τις διασφαλίσεις του κράτους πρόνοιας – οι εξελίξεις στη συσσώρευση του κεφαλαίου έκτοτε μαρτυρούν μια χωρίς προηγουμένο, σε όρους διάρκειας και συγκέντρωσης, αύξηση τόσο της ανεργίας όσο και της υποαπασχόλησης8. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 και μετά, και μέσω του ξηλώματος της κεϋνσιανής συμφωνίας σύνδεσηςμισθού-παραγωγικότητας” της μεταπολεμικής περιόδου, ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής πασχίζει να πολεμήσει το βάσανο των μειωνόμενων αποδόσεων. Η προσπάθεια διεξόδου της οικονομικής αναδιάρθρωσης συνίστατο στην επέκταση του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και την αύξηση του ρυθμού εκμετάλλευσης9, σε μια προσπάθεια σταθεροποίησης και καθυστέρησης της ίδιας της εγγενούς τάσης υπονόμευσης της διαδικασίας αυτοαξιοποίησης του κεφαλαίου. Έτσι, ο 21ος αιώνας άνοιξε με την κυριαρχία της υποτίμησης της εργατικής δύναμης, κάτι που μόνο ενίσχυσε την απειλή της τάσης αυτής η οποία, σε συνδυασμό με τις δημοσιονομικές κρίσεις και την κρίση κρατικού χρέους που εκφράζονται με τη λιτότητα, συνεχίζει να οδηγεί σε μια ανελέητη απαθλίωση.

Από υλική άποψη, η κρίση του 2007-08 έχει μόνο επιδεινώσει τις εργασιακές συνθήκες, με το ποσοστό συμμετοχής της εργασίας, για παράδειγμα, να βρίσκεται τώρα στις ΗΠΑ σε χαμηλό 36-ετίας10, εξαλείφοντας οποιαδήποτε ειλικρινώς επαινούμενη δημιουργία χαμηλά αμοιβόμενων θέσεων εργασίας και τις καχεκτικές μέσες ωριαίες αποδοχές. Γι’ αυτό, το κομμάτι του προλεταριάτου που δεν χάνει τη δουλειά του ή δεν πετιέται εντελώς από την εργασιακή δύναμη – και για το οποίο οι στατιστικές ανεργίες έχουν πολύ λίγα να πουν – οι τύποι απασχόλησης που είναι ακόμα διαθέσιμοι είναι κυρίως προσωρινοί, μερικής απασχόλησης, αυτοαπασχόλησης, εποχικοί και, γενικά, επισφαλείς άτυπες μορφές χωρίς συμβατική εγγύηση αποζημίωσης. Έτσι, καθώς στην παρούσα στιγμή έχουμε μια υπερπαραγωγή κεφαλαίου, που αδυνατεί να βρει σταθερή επένδυση, η πραγματική ζήτηση εργασίας ακολουθεί αυτή την εξέλιξη και μειώνεται. Μέσω της κριτικής της πολιτικής οικονομίας, αυτά τα φαινόμενα βρίσκουν τη συστηματική τους έκφραση σ’ αυτό στο οποίο ο Μαρξ αναφέρεται ως “γενικό νόμο της συσσώρευσης του κεφαλαίου”. Εδώ η αναλογική επέκταση του συνολικού κεφαλαίου, αποτέλεσμα η ίδια της παραγωγικότητας της εργασίας και της επακόλουθης παραγωγής υπεραξίας, παράγει μια μάζα εργατών σχετικά περιττή για τις ανάγκες της διαδικασίας παραγωγής αξίας. Αυτή η τάση προκύπτει απλά από την ίδια τη φύση του κεφαλαίου11. Καθώς το κεφάλαιο αναπτύσσει την εργασία ως “προσάρτημα” της ίδιας της παραγωγικής του ικανότητας, μειώνει την αναλογία της αναγκαίας εργασίας που απαιτείται για την απόσπαση μιας δοσμένης ποσότητας υπεραξίας. Συνεπώς, ο λόγος της αναγκαίας εργασίας που χρειάζεται το κεφάλαιο μειώνεται διαρκώς. Αυτό συμβαίνει μέσω της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου για την οποία ο ανταγωνισμός μεταξύ κεφαλαίων επάγει την γενίκευση τεχνολογιών εξοικονόμησης εργασίας, όπως η αυτοματοποίηση, αυξάνοντας έτσι το σταθερό κεφάλαιο σε βάρος του μεταβλητού, με αποτέλεσμα μια σχετική μείωση στη ζήτηση της εργασίας12. Η παραγωγή αυτού του σχετικά πλεονάζοντος πληθυσμού είναι η υποτίμηση της συνολικής εργατικής δύναμης που παίρνει τη μορφή της απομάκρυνσης εργατών από την παραγωγική διαδικασία και της δυσκολίας απορρόφησης μέσω συνηθισμένων ή νομικά ρυθμισμένων καναλιών. Αν η εργατική δύναμη των εργατών δεν μπορεί να “πραγματωθεί”, δηλαδή αν δεν είναι αναγκαία για την “πραγμάτωση” του κεφαλαίου, τότε αυτή η εργατική δύναμη εμφανίζεται ως εξωτερική για τις συνθήκες της αναπαραγωγής της ίδιας της ύπαρξής της. Αυτό εξελίσσεται σε μια κρίση της αναπαραγωγής του προλεταριάτου, το οποίο περιτρυγίζεται από παντού από ανάγκες χωρίς να έχει τα μέσα για την επαρκή ικανοποίησή τους13.

Οπότε γιατί να δικαιολογήσει κανείς την έμφασή της στην παρούσα συγκυρία;”

Φίλοι έχουν επισημάνει ότι ο πλεονάζων πληθυσμός είναι ένα αναγκαίο προϊόν της συσσώρευσης του κεφαλαίου και, συνεπώς, μια δομική κατηγορία που απορρέει από την αναλογία αναγκαίας και πλεονάζουσας εργασίας. Είναι μια τάση που υπάρχει πάντα εκεί και είναι εγγενώς συστατική της σχέσης κεφάλαιο-εργασία, ανεξάρτητα από τις ιστορικές της διαμορφώσεις. Οπότε, γιατί να πρέπει κανείς να δικαιολογήσει την έμφασή της στην παρούσα συγκυρία; Άλλωστε, η έννοια του πλεονάζοντος πληθυσμού “εμπεριέχεται ήδη στην έννοια του ελεύθερου εργάτη που είναι πένητας: δυνητικά πένητας” (Grundrisse). Παραμένει, συνεπώς, το καθήκον να καταδείξουμε γιατί ο σχετικά πλεονάζων πληθυσμός είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα της ταξικής σχέσης στην παρούσα στιγμή και ποιες είναι οι συνέπειες της σύγχρονης ταξικής πάλης.

Οι δυσκολίες μιας κατηγορίας

Μετά την αναδιάρθρωση της δεκαετίας του 1970, η συνεχιζόμενη θεαματική αναπαράσταση της επεκτεινόμενης ευμάρειας και πλήρους απασχόλησης που, φαινομενικά, θα οδηγούσαν σε μεγαλύτερη και σταθερότερη κοινωνική ολοκλήρωση σε σφαίρες της παραγωγής και της κατανάλωσης, αντιστράφηκε. Από τη στιγμή αυτής της “υποχώρησης”, η αμείωτη κεντρικότητα της παραγωγής έρχεται αντιμέτωπη με μια δομικά απομακρυνόμενη και εξασθενημένη θέση όσων απασχολούνται. Στη διάρκεια της μεταπολεμικής περιόδου της κριτικής των Καταστασιακών, η θεαματική εμφάνιση του προλεταριάτου έχει μετατοπιστεί από τον ρόλο του ως εργατών σε αυτόν των καταναλωτών. Σήμερα, αντίθετα, η θεαματική εικόνα της προλεταριακής συνθήκης εμφανίζεται ως ένας “αποκλεισμός”, αναφερόμενη σε τμήματα του πληθυσμού που είναι μάλλον απίθανο να υποστούν εκμετάλλευση σε συνθήκες που θα τους έκαναν αξιοσέβαστους καταναλωτές. Περιγράφοντας τον γενικό νόμο της καπιταλιστικής συσσώρευσης, ο Μαρξ παρατηρεί, κατά την αποσαφήνιση της έννοιας του σχετικού πλεονάζοντος πληθυσμού, στάσιμες, “επιπλέουσες”14, λανθάνουσες και φτωχοποιητικές τάσεις. Συνεπώς, ξεκινώντας ήδη με τον Μαρξ, το φαινόμενο του πλεονάζοντος πληθυσμού αποκαλύπτει μια ετερογένεια των σύγχρονων εργασιακών συνθηκών σε μια λιγότερο ή περισσότερο δυναμική ταλάντωση μεταξύ των πόλων της απασχόλησης και της ανεργίας. Από την αλλοπρόσαλλη και ασταθή φύση της εποχικής, μερικής, άτυπης και αυτοαπασχολούμενης εργασίας15, στη δόλια άνοδο του “επιχειρηματισμού” υπό την “οικονομία διαμοιρασμού16,17 και των καθεστώτων της απλήρωτης μαθητείας· από τις εργατικές μεταναστεύσεις της υπαίθρου στους διαμένοντες στις παραγκουπόλεις των μητροπόλεων· από την με συμβόλαια επικυρωμένη παρωδία των φοιτητικών δανείων και το πολιτικό Ισλάμ18 μέχρι την καθολική αβεβαιότητα που αντιμετωπίζουν οι νεότερες γενιές – συνολικά, το προλεταριάτο, σήμερα, χρωματίζεται από μια άνευ προηγουμένου αντικειμενική επιβολή σημαντικής υποτίμησης της εργατικής δύναμης, που θέτει τις συνθήκες αναπαραγωγής του υπό πλήρη αμφισβήτηση. Ως τέτοιο, το τράβηγμα μιας απόλυτης γραμμής ανάμεσα στην απασχόληση και την ανεργία, για τη σύλληψη της δυναμικής του πλεονάζοντος πληθυσμού, μοιάζει εξαιρετικά ανεπακής για την κατανόησή του ως απορρέοντος από την ιστορική ανάπτυξη της συσσώρευσης του κεφαλαίου. Αντίθετα, για να αντισταθούμε στον πειρασμό να εστιάσουμε απλά στην αμεσότητα του δεδομένου – και, εκτός από αυτόν, στη γοητεία που περιβάλλει το παρατσούκλι “συγκεκριμένο” – προσπαθούμε να διαφωτίσουμε την ουσία της έννοιας του σχετικού πλεονάζοντος πληθυσμού ως μιας κατηγορίας κοινωνικής διαμεσολάβησης που ξεδιπλώνει την αυτοαναπαραγώμενη ολότητα του κεφαλαίου.

Ο Αντόρνο παρατηρεί ότι[η] κοινωνία γίνεται άμεσα αντιληπτή εκεί που πονά”

Ο Αντόρνο παρατηρεί ότι “[η] κοινωνία γίνεται άμεσα αντιληπτή εκεί που πονά”. Στην πραγματικότητα δεν λείπουν οι συναισθηματικά και αισθηματικά προκαλούμενες εικόνες που παρουσιάζουν στο κοινό τους τις συνθήκες της δομικής ανεργίας. Περισσεύουν οι πειρασμοί για την προσκόλληση στην αμεσότητα των ηθικιστικών κατηγοριών της διάκρισης, του αποκλεισμού και της αποβολής που, στην καλλίτερη περίπτωση, δεν μπορούν να προάγουν παρά τη δίκαιη κατανομή της εκμετάλλευσης.

Φημισμένοι πολιτικοί φορείς όπως το “πλήθος”, το “πρεκαριάτο” και οι “αποκλεισμένοι” – που όλοι επιδιώκουν, ολόψυχα, να θριαμβεύσουν επί της ανισότητας κάτω από τη σημαία της πλήρους απασχόλησης με επίκεντρο την οριζοντιότητα – συσκοτίζουν την αλήθεια της ταξικής σχέσης, εξυμνώντας έναν στενό πρακτικισμό στην υπηρεσία αυτού ακριβώς που απλά συμβαίνει19. Αποτέλεσμα αυτών των επιφανειακών παρατηρήσεων είναι η παραίτηση από τον κομμουνισμό και η στροφή στον εξισωτισμό και τον κομμουναλισμό20, από την κριτική στην ηθική έγνοια. Διαιρέσεις σχετικά με τις ταυτότητες, κατά μήκος μιας ιεραρχίας προνομίων ή καταπίεσης, φέρουν μικρό εννοιολογικό βάρος πέρα από την δειγματική21 αποθέωση όσων είναι στο περιθώριο και την πραγμοποίηση της αποστέρησης. Παρ’ όλο που η ουσία μιας κατηγορίας δεν μπορεί παρά να συλληφθεί μέσω των μορφών της εμφάνισής της, ο κριτικός στοχασμός παρακινείται να προχωρήσει πέρα από αυτές τις αμεσότητες χωρίς να οδηγεί σε κενές αφαιρέσεις22.

Η αντίληψη του Μαρξ για τον σχετικό πλεονάζοντα πληθυσμό αναφέρεται σε δομικά φαινόμενα μιας αντιφατικής ολότητας και δεν αποτελεί μια συνηθισμένη23 κοινωνιολογική κατηγορία. Ως τέτοιες, οι εμπειρικά δοσμένες συνθήκες του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής είναι μόνο στιγμές που μεθοδολογικά αποκαλύπτουν αντικειμενικές νομοειδείς24 τάσεις για τις οποίες το κεφάλαιο θέτει τις ίδιες τις συνθήκες ύπαρξής του. Όπως έχει ειπωθεί νωρίτερα, “[το] συγκεκριμένο είναι συγκεκριμένο επειδή είναι η συμπύκνωση πολλών καθορισμών, συνεπώς ενότητα του διαφορετικού” (Grundrisse)25. Οι κατηγορίες της κριτικής της πολιτικής οικονομίας δεν μπορούν να αναχθούν απλά σε μια ολοφάνερα εμπειρικιστική προοπτική ευρισκόμενη υπό την ποσοτική βασιλεία των γεγονότων26. Απέναντι στον θετικισμό της υπόθεσης των κοινωνικών γεγονότων καθεαυτά, η αμεσότητα των συνθηκών των πλεοναζόντων πληθυσμών πρέπει να αποκαλύπτει βαθύτερες διαμεσολαβήσεις, οι οποίες μπορούν να βρεθούν στην έννοια της τάξης στον βαθμό που η τάξη δεν αναφέρεται σε ένα σύνολο ατόμων που μοιράζονται κοινά γνωρίσματα, όπως το εισόδημα, η συνείδηση, οι πολιτισμικές συνήθειες [ήθη και έθιμα] κλπ. αλλά είναι, αντίθετα, μια εγγενώς ανταγωνιστική σχέση ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία που δομεί τις ζωές των ατόμων27,28. Αυστηρά μιλώντας, δεν μπορεί να υπάρχει κάτι τέτοιο όπως το ταξικόανήκειν29. Μια τέτοια κατανόηση δεν μπορεί να συμβάλλει παρά σε έναν “εργαλειακό χειρισμό” της προοπτικής της ολότητας, προοπτική χωρίς την οποία η τάξη καταρρέει απέναντι σε μια χωρική σχηματικότητα διακεκριμένων “σφαιρών”, “επιπέδων” ή “συγκεκριμενοποιήσεων”. Δεν υπάρχει μοναδικός αιτιακός καθορισμός αλλά διαφορετικές στιγμές μιας ολότητας της ταξικής σχέσης κεφάλαιο-εργασία από την οποία παράγεται το φαινόμενο του σχετικού πλεονάζοντος πληθυσμού.

Η έννοια του σχετικού πλεονάζοντος πληθυσμού δεν είναι μια εμπειρική κατηγορία και παρ’ όλα αυτά ενσωματώνει εντός της το ίδιο το συγκεκριμένο”

Αναλύοντας τον πλεονάζοντα πληθυσμό γίνεται φανερό ότι μια διατεταγμένη συνάθροιση της κοινωνικής τραγωδίας, ανυψωμένη μέσω μιας ποσοτικής γεγονικότητας [facticity], δεν μπορεί να γίνει υποκατάστατο εμμενούς κριτικής. Η έννοια του σχετικού πλεονάζοντος πληθυσμού δεν είναι μια εμπειρική κατηγορία και παρ’ όλα αυτά ενσωματώνει εντός της το ίδιο το συγκεκριμένο. Όντας ταυτόχρονα συγκεκριμένη και αφηρημένη έννοια, ο σχετικός πλεονάζων πληθυσμός είναι ταυτόχρονα τόσο ένα άμεσα παρατηρήσιμο όσο και μια καθολική συνιστώσα της διαδικασίας συσσώρευσης30. Το πλεονάζον προλεταριάτο είναι μια ποιοτική κατηγορία της παραγωγικότητας της εργασίας που έχει ποσοτικές διαστάσεις επειδή η παραγωγικότητα της εργασίας καθορίζεται από τον λόγο του σταθερού προς το μεταβλητό κεφάλαιο. Χωρίς αυτή την κατανόηση, κάποιος κινδυνεύει να περιπέσει στην υπόθεση ότι οι απασχολούμενοι και οι άνεργοι μάλλον συνιστούν δυο διαφορετικά τμήματα του πληθυσμού και όχι μια δυναμική της σχέσης κεφάλαιο-εργασία. Αυτή η δυναμική χαρακτηρίζεται από την ανασφάλεια στην πραγμάτωση της εργατικής δύναμης απέναντι στην άνεση του κεφαλαίου να αυξάνει την υπερεργασία και όχι από μια κοινωνιολογική ταξινομία του φαινομένου ως προς την οποία οργανώνονται τα άτομα. Έχει παρατηρηθεί ότι ο χρήσιμος χαρακτηρισμός του Mike Davis ως ενός “συνεχούς”, μάλλον, παρά ενός οξέος συνόρου μεταξύ των απασχολούμενων και των ανέργων, είναι μια πιο κατάλληλη περιγραφή31. Ορίζοντας κανείς το πλεονάζον προλεταριάτο ως ένα συνεχές έχει τη δυνατότητα να συλλάβει το φαινόμενο ως μια γενική δυναμική που υπάρχει στη σχέση κεφάλαιο-εργασία, μια δυναμική που σηματοδοτεί άτομα που κινούνται ξέφρενα στο φάσμα της ανεργίας, της υποαπασχόλησης και της απασχόλησης με έναν άνευ προηγουμένου ρυθμό επισφαλούς μετάβασης. Γι’ αυτό το πλεονάζον προλεταριάτο εκφράζει την αλήθεια της ταξικής κινητικότητας. Το ζήτημα είναι να διαρραγεί ένας πάγιος διαχωρισμός ανάμεσα στους απασχολούμενους και τους ανέργους, λες κι αυτοί αποτελούν στατικές θέσεις μέσα στην οικονομία. Το πρόβλημα του πλεονάζοντος προλεταριάτου δεν ανάγεται στο φαινομενικά απλό ζήτημα ποιος δουλεύει και ποιος όχι αλλά μια δυναμική που διατρέχει και συγκροτεί κάθε μια από αυτές τις θέσεις. Ο αποκλεισμός από την τυπική αγορά εργασίας προκύπτει από μια αντίθεση που είναι εμπεδωμένη μέσα στην ίδια τη μισθωτή σχέση. Όσοι είναι μακροχρόνια ανεργοι είναι τόσο μέρος της [διαδικασίας] παραγωγής όσο και προϊόν της. Η ανεργία πρέπει λοιπόν να συλληφθεί ως μια κατηγορία της εκμετάλλευσης και όχι ως κάτι εξωτερικό προς αυτήν. Επιπλέον, η διάχυτη υποαπασχόληση μεταφράζεται τόσο σε έναν μηχανισμό πειθάρχησης από το κεφάλαιο για όσους απασχολούνται σε φαινομενικά σταθερές θέσεις όσο και ως ένα μέσο για τη μείωση της αξίας της εργατικής δύναμης και την αύξηση του ρυθμού εκμετάλλευσης. Οι συμβασιούχοι εργάτες πρέπει να “ανακαλύψουν ότι ο βαθμός της έντασης του ανταγωνισμού μεταξύ τους εξαρτάται αποκλειστικά από τον σχετικό πλεονάζοντα πληθυσμό” (Μαρξ). Μ’ αυτή την έννοια, δεν υπάρχει τίποτα πλεονάζον στο πλεονάζον προλεταριάτο. Το πλεονάζον προλεταριάτο είναι στην πραγματικότητα μια δυναμική εντός του προλεταριάτου ως έννοιας. Εξαιτίας αυτού, μπορούμε να πούμε περαιτέρω ότι, όπως και ο αντικειμενικός ανταγωνισμός της ίδιας της ταξικής σχέσης, η δομή του πλεονάζοντος προλεταριάτου διαποτίζει τη ζωή κάθε ατόμου με διαφοροποιημένους τρόπους χωρίς, παρ’ όλα αυτά, να ανάγεται σε μια ταυτότητα. Η ολότητα του πλεονάζοντος προλεταριάτου, όπως παράγεται από τη σχέση κεφάλαιο-εργασία και την επιταγή της υποτίμησης της συνολικής αξίας της εργατικής δύναμης, είναι παρουσα σε όλα τα άτομα32.

Το πλεονάζον προλεταριάτο σήμερα

Η “καινοτομία” της παραγωγής του πλεονάζοντος προλεταριάτου στην παρούσα στιγμή μπορεί να προσεγγιστεί από τις τρείς προοπτικές – της εργασίας, του κεφαλαίου και του κράτους αντίστοιχα – κάθε μια από τις οποίες αποκαλύπτει αποχρώσεις σχετικά με το παρόν χάσμα ανάμεσα στην προσφορά και τη ζήτηση για εργασία. Η τωρινή πρόσβαση στις αγορές εργασίας με συμβάσεις διαμορφώνεται βίαια στις συνθήκες ενός ελαστικοποιημένου εργατικού δυναμικού και πρόχειρων συμβάσεων εργασίας σε τέτοιο βαθμό που να καθιστά τους περισσότερους απασχολούμενους ήδη μισο-άνεργους. Η δραστηριότητα του πλεονάζοντος προλεταριάτου προϋποθέτει τον αποκλεισμό του από την αγορά εργασίας ως μιας συνθήκης για την είσοδό του σ’ αυτήν. Οι καινούργιες τυμπανοκρουσίες του “επιχειρηματισμού”, σύμφωνα με τις οποίες οποιοσδήποτε μπορεί να γίνει δάσκαλος, οδηγός ταξί ή διευθυντής ενός μοτέλ, δεν είναι παρά η γλώσσα ενός εργατικού δυναμικού που εντατικοποιεί τον ανταγωνισμό στο εσωτερικό του. Η αυτοαπασχόληση, που κάποτε εμφανιζόταν ως ένα σημάδι επιτυχίας, τώρα σηματοδοτεί την παρέλαση της εξατομίκευσης που βαδίζει σταθερά προς τον απόλυτο κίνδυνο. Επιπλέον, από τη δεκαετία του 1990 και μετά, όσοι ζούνε κοντά ή κάτω από το όριο της φτώχειας, ως αποτελέσματος μιας μέτριας αγοράς εργασίας, εξαρτώνται όλο και περισσότερο από τον χαμηλότοκο καταναλωτικό δανεισμό για να μπορέσουν να ενισχύσουν κάπως τους αποδυναμωμένους μισθούς τους.

Επιπλέον, οι ανταγωνιστικές σχέσεις εντός του πλεονάζοντος προλεταριάτου τείνουν να εκφράζονται κατά μήκος διαφορών φύλου, φυλής και γενιάς”

Για όλους αυτούς τους λόγους, μπορεί να ειπωθεί ότι η αναδιάρθρωση έχει μετατοπίσει ποιοτικά το προλεταριάτο από την κατάσταση της δυνητικής πενίας σ’ αυτό που έχει περιγραφεί ως συγκεκριμένη λουμπενοποίηση33. Αν, κατά τη διάρκεια των μέσων του 19ου αιώνα, το πλεονάζον προλεταριάτο συνίστατο στην δυνητική φτωχοποίηση του ελεύθερου εργάτη, η αναδιάρθρωση των δεκαετιών του 1970 και 1980 έχει καθιερώσει την συγκεκριμένη “υλοποίηση” του δυνητικού πένητα ως μιας μόνιμης συνθήκης του προλεταριάτου στη σχέση του με το κεφάλαιο. Ως τέτοιο, το πλεονάζον προλεταριάτο αναφέρεται στην παρούσα θέση της εργατικής δύναμης στη δυσκολία της να επιβεβαιώσει και πραγματώσει την κοινωνική της θέση μέσω – και εξαιτίας – της μισθωτής σχέσης. Επιπλέον, οι ανταγωνιστικές σχέσεις εντός του πλεονάζοντος προλεταριάτου τείνουν να εκφράζονται κατά μήκος διαφορών φύλου, φυλής και γενιάς34.

Αυτές οι εξελίξεις μέσα στις αγορές εργασίας σηματοδοτούν μια κρίση αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης. Πράγματι, για τον Μαρξ, όπως γράφει στα Grundrisse, είναι τα μέσα απασχόλησης που χαρακτηρίζουν το πλεονάζον προλεταριάτο: “αυτό θα πρέπει να κατανοηθεί γενικότερα, και σχετίζεται με την κοινωνική διαμεσολάβηση ως τέτοια, μέσω της οποίας το άτομο αποκτά πρόσβαση στα μέσα της αναπαραγωγής του και τα δημιουργεί”. Προσπάθειες να ορίσουμε το πλεονάζον προλεταριάτο απλά ως μια συγκεκριμένη θέση μέσα στην παραγωγική διαδικασία αποτυγχάνουν να συλλάβουν τη δυναμική του σύμφωνα με μια μορφή κοινωνικής διαμεσολάβησης και σε σχέση με τη σφαίρα της αναπαραγωγής. Αν την παρούσα στιγμή το κεφάλαιο δεν εγγυάται πλέον την κανονικότητα και την επάρκεια της μισθωτής σχέσης στην αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης, το προλεταριάτο εισέρχεται σε μια κρίση στο επίπεδο της ίδιας της αναπαραγωγής του. Το πλεονάζον προλεταριάτο είναι συνεπώς η έκφραση της επίθεσης του κεφαλαίου στην αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης, μια θέση σε οξεία αντίθεση με την μεταπολεμική σοσιαλδημοκρατία, για την οποία οι ισχυρότεροι μισθοί και οι μεγαλύτερες δαπάνες για το κοινωνικό κράτος χαρακτήριζαν τις συνθήκες εκμετάλλευσης. Στη διάρκεια [της αναδιάρθρωσης], το κεφάλαιο αρνήθηκε την συμφωνία του με την εργασία, συμφωνία που είχε ως στόχο μια ενσωμάτωση της εργασίας στη διαδικασία της συσσώρευσης. Μπορεί επίσης να ειπωθεί ότι αυτή η ρηγμάτωση στη διαδικασία της αναπαραγωγής των ταξικών σχέσεων ήταν μια αντίδραση του κεφαλαίου στον κύκλο ταξικών αγώνων στις δεκεαετίες του 1960 και 1970, δεκαετίες στις οποίες το προλεταριάτο άσκησε πίεση στην προηγούμενη συμφωνία μισθού-παραγωγικότητας πετυχαίνοντας να αποσπάσει μαζικές αυξήσεις, αυξάνοντας έτσι το κόστος αναπαραγωγής του εργατικού δυναμικού35. Σε αντίθεση μ’ αυτή την κατάσταση, η σημερινή έκφραση του πλεονάζοντος προλεταριάτου είναι η μόνιμη απαξίωση της εργατικής δύναμης, αξεδιάλυτα συνδεδεμένης με την απαξίωση κεφαλαίου που αυτή τη στιγμή επιταχύνεται μέσα στην κρίση. Το προλεταριάτο των παγκόσμιων παραγκουπόλεων και γκέτο είναι μόνο η συμπυκνωμένη μορφή αυτής της συνολικής κρίσης αναπαραγωγής. Αυτή η διαδικασία, στην οποία ο Robert Kurz έχει αναφερθεί ως ένα “σπιράλ απαξίωσης”36, διαγράφει το περίγραμμα μιας εποχής βραδείας ανάπτυξης δίπλα-δίπλα με τον πολλαπλασιασμό του πλεονάζοντος προλεταριάτου και την κρίση αναπαραγωγής του37. Η ασφαλέστερη πρόβλεψη είναι αυτή της σταδιακής επιδείνωσης που θα διαρκέσει για δεκαετίες.

Η άλλη πλευρά αυτού του νομίσματος είναι ότι αυτή η ανάπτυξη υπονομεύει επίσης την ίδια την αυτοπροϋπόθεση του κεφαλαίου για την παραγωγή αξίας:

την ανθρώπινη εργατική δύναμη”

Ως μια δυναμική της σχέσης κεφάλαιο-εργασία, ο σχετικός πλεονάζων πληθυσμός αναδύεται από την παρούσα κρίση. Η απλή επίκληση του “εφεδρικού βιομηχανικού στρατού’ – για τον οποίο ο όρος “εφεδρικός” με τη συσχέτισή του με μια δυναμική τροχιά “χρησιμοποίησης” δεν συλλαμβάνει πλέον τις συνθήκες του πλεονάζοντος προλεταριάτου – δεν αποκαλύπτει πολλά για την παρούσα συγκυρία – με άλλα λόγια, ότι η αύξηση του πλεονάζοντος προλεταριάτου δεν μπορεί να γίνει κατανοητή ως μια αποκλειστική κρίση της εργασίας αλλά είναι ενδεικτική των τωρινών περιορισμών στη συσσώρευση του κεφαλαίου38. Αυτή η κρίση αναγκάζει το κεφάλαιο να επιταχύνει τη διαδικασία αύξησης της παραγωγικότητας του προλεταριάτου για να μειώσει την αναλογία της αναγκαίας εργασίας, δηλαδή – σε μαρξικούς όρους – να αυξήσει την οργανική σύνθεση του κεφαλαίου. Η άλλη πλευρά αυτού του νομίσματος είναι ότι αυτή η ανάπτυξη υπονομεύει επίσης την ίδια την αυτοπροϋπόθεση του κεφαλαίου για την παραγωγή αξίας: την ανθρώπινη εργατική δύναμη.

Επιπλέον, η όποια βιομηχανοποίηση έλαβε χώρα τις τελευταίες δεκαετίες – ωθούμενη, ως επί το πλείστον, από την απελευθέρωση του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου – δύσκολα μπορεί να ειπωθεί ότι χαρακτηρίζεται από ένταση-εργασίας, και απασχολεί έναν αναλογικά μικρότερο αριθμό προλεταρίων σε σχέση με προγενέστερες περιόδους και τομείς της βιομηχανίας του 20ου αιώνα. Για παράδειγμα, θεωρώντας την οικονομική ανάπτυξη των αγορών των BRICS (δηλαδή Βραζιλίας, Ρωσίας, Ινδίας, Κίνας και Νότιας Αφρικής) φυσικά και μπορεί να παρατηρηθεί ότι στις περιοχές αυτές η συσσώρευση του κεφαλαίου έχει εξελιχθεί, πρόσφατα, με ταχύτερους ρυθμούς από τις οικονομίες που αναπτύχθηκαν σε μια προγενέστερη περίοδο. Πραγματικά οι χώρες αυτές, και πιο αξιοσημείωτα η Κίνα και η Ινδία, έχουν δει επιταχυνόμενους ρυθμούς ανάπτυξης συνοδευόμενους από σημαντικές γεωγραφικές μετατοπίσεις στην παγκόσμια βιομηχανική παραγωγή και απασχόληση. Όμως, μέσα σ’ αυτές τις αγορές, και ήδη από τη δεκεαετία του 1989, υπάρχει μια μικρή μόνο αύξηση της απασχόλησης στη βιομηχανία ως ποσοστού της συνολικής απασχόλησης39, με την απασχόληση στους μη γεωργικούς τομείς να κινείται πρωτίστως προς τον τομέα των υπηρεσιών, ιδιαίτερα στη Βραζιλία. Ως ποσοστό, για παράδειγμα, του συνολικού εργατικού δυναμικού στην Κίνα και την Ινδία, η αναλογία της απασχόλησης στη βιομηχανία μόλις που αγγίζει το 15%. Επιπρόσθετα, στην Κίνα, από τη δεκαετία του 1990, υπάρχει μια σταδιακή μείωση στον αριθμό των προλεταρίων που είναι ενεργοί μέσα στην παραγωγική διαδικασία σχετικά με τον συνολικό πληθυσμό40. Εδώ, παρά το γεγονός ότι έχει υπάρξει επέκταση των βιομηχανικών εργασιών κατά την ίδια περίοδο, αυτό δεν είχε σαν αποτέλεσμα μια αυτόματη αύξηση στο μέγεθος του εργατικού δυναμικού αλλά μάλλον τη μείωσή του. Καθώς η Κίνα χάνει θέσεις εργασίας στη βιομηχανία στις παλιές βιομηχανίες της, οι οποίες μεταφέρονται σε περιοχές της Νοτιοανατολικής Ασίας με ακόμα μεγαλύτερη υποτίμηση της εργατικής δύναμης (για παράδειγμα, Καμπότζη, Βιετνάμ, Μπαγκλαντές), οι νεο-αναδυόμενες βιομηχανίες “έχουν την τάση να απορροφούν λιγότερη εργασία σχετικά με τον ρυθμό ανάπτυξης”41. Εδώ η περιγραφή του Μαρξ για τον λανθάνοντα πλεονάζοντα πληθυσμό φέρει μια αξιοσημείωτη ομοιότητα με την αστικοποιημένη και μεταναστεύουσα εργατική δύναμη του κινέζικου πλεονάζοντος προλεταριάτου42, του οποίου οι αναγκαστικές “αποστολές”, τόσο στην ίδια την ενδοχώρα όσο και στις διάφορες ηπείρους – αποτέλεσμα της καπιταλιστικοποίησης της γεωργίας – μαστίζονται από αβεβαιότητα43.

Η παγκόσμια καθήλωση του αριθμού των βιομηχανικών εργατών ως ποσοστού του συνολικού εργατικού δυναμικού συσχετίζεται με έναν επεκτεινόμενο τομέα υπηρεσιών, με χαμηλές αμοιβές, που χαρακτηρίζεται από εργασιακή ευελιξία για το πλεονάζον προλεταριάτο. Ως τέτοια, παρ’ όλο που η καπιταλιστικοποίηση των αναδυόμενων αγορών ίσως μειώνει τον απόλυτο αριθμό των φτωχών σ’ αυτές τις χώρες, αυτή η διαδικασία συνεπάγεται πρωτίστως την αύξηση της χαμηλόμισθης εργασίας. Οι επικοινωνίες και η διάδοση των υπολογιστών στην Ινδία μπορεί να αποφέρουν υψηλότερους ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ, αλλά η αυξανόμενη ανεργία παραμένει ο κανόνας. Επιπλέον, στο παρελθόν, οι κρατικές δαπάνες στις χώρες των BRICS συγκάλυπταν την πραγματικότητα μια εκβιομηχάνισης που δεν απορροφούσε εργατικό δυναμικό σε έναν ρυθμό αντίστοιχο με την αύξηση του ρυθμού συσσώρευσης. Αυτά τα δίχτυα ασφαλείας, που συχνά έπαιρναν τη μορφή επιδοτήσεων για τη αγορά ειδών πρώτης ανάγκης, τώρα καταστρέφονται, ως επί το πλείστον, μέσα από τις ιδιωτικοποιήσεις και τη λιτότητα.

Η παρούσα κρίση παίρνει τη μορφή μιας γενικευμένης υποτίμησης”

Το κύριο πρόβλημα για το κεφάλαιο στην παρούσα κρίση θα μπορούσε να εκφραστεί με την ακόλουθη ταυτολογία: το κεφάλαιο αναγκάζεται να καταστήσει την εργασία πιο παραγωγική και για να το κάνει αυτό χρειάζεται περισσότερο κεφάλαιο. Όμως, απέναντι στο ιστορικό υπόβαθρο μιας ήδη πολύ υψηλής οργανικής σύνθεσης, το ελάχιστο κεφάλαιο που θα πρέπει να επενδυθεί ώστε να υπάρξει μια συγκεκριμένη επιστροφή κέρδους είναι πάρα πολύ υψηλό. Οπότε, για να αποκτήσει περισσότερο από το αναγκαίο προς επένδυση κεφάλαιο, το κεφάλαιο πρέπει να κάνει την εργασία πιο παραγωγική44. Εξαιτίας αυτής της ταυτολογίας ή απορίας45, το κεφάλαιο όλο και περισσότερο “δραπετεύει” από τη σφαίρα της παραγωγής και βρίσκει καταφύγιο επενδύοντας στις χρηματαγορές, στις οποίες μοιάζει να είναι ευκολότερο να βγάλει κέρδη από την κερδοσκοπία με την αγορά συναλλάγματος, τα κρατικά ταμεία ή την αγορά ακινήτων κ.λπ. Αυτή η τάση μπορεί να περιγραφεί επίσης σαν μια απόδραση από υπαγωγή στην αυστηρή εφαρμογή του νόμου της αξίας – μια απόδραση που, εν τέλει, δεν μπορεί ποτέ να είναι επιτυχής.

Η παρούσα κρίση παίρνει τη μορφή μιας γενικευμένης απαξίωσης η οποία, εκτός από το ότι συνεπάγεται αναδιαμορφωμένους όρους εκμετάλλευσης, προκαλεί και δημοσιονομικά αδιέξοδα ως αποτέλεσμα των εξωφρενικών δαπανών για τα δημοσιονομικά ελλείματα. Το κράτος είναι ταυτόχρονα η προϋπόθεση και το αποτέλεσμα συνθηκών συσσώρευσης του κεφαλαίου. Η παρούσα κρίση του κεφαλαίου εκφράζεται η ίδια και ως μια κρίση του κράτους, η οποία, στη συνέχεια εμφανίζεται ως νομισματική ενίσχυση, ενέσεις ρευστότητας, λιτότητα και, στο τέλος, καταστολή. Η αστυνομία είναι συγκεντρωμένη σε περιοχές άδειες από κεφάλαιο. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, η κρατική διαχείριση του πλεονάζοντος προλεταριάτου αντιστοιχεί σε μια παγκοσμιοποιημένη γεωγραφική ζωνοποίηση του εργατικού δυναμικού που αναμένεται να αποκτήσει αυξανόμενη σπουδαιότητα σύμφωνα, για παράδειγμα, με τις μαζικές μεταναστευτικές και προσφυγικές ροές καθώς και μια αστική και προαστιακή κοινωνική διαίρεση της εργασίας.

Από τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο κι ύστερα, η ανακούφιση της φτώχειας εφαρμοζόταν με τη μορφή μιας μαζικής καταστροφής και υποτίμησης κεφαλαίου. Τότε, το κράτος προσανατολίστηκε κυρίως στην σταθεροποίηση της κρίσης, αυξάνοντας διαρκώς τις δαπάνες που μεγάλωναν το έλλειμμα, διαδικασία που, με τη σειρά της, εξασφάλισε την κεϋνσιανή συμφωνία ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία46. Ενώ αυτή η συμφωνία έφτασε τελικά σε ένα τέρμα με την κρίση της δεκαετίας του 1970, η περίοδος 2007-08 επιβεβαίωσε την σαθρότητα μιας τέτοιας προσέγγισης στην επίτευξη πραγματικής οικονομικής ανάπτυξης. Αυτή τη στιγμή, ο ρόλος του κράτους, άσχετα από τις σοσιαλδημοκρατικές του επιφάσεις47, είναι η συνεχιζόμενη λιτότητα, μέσα από την οποία το κράτος μειώνει το μερίδιό του στο κόστος της αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης – μια πολιτική που έχει αναπόφευκτα ως αποτέλεσμα μεγαλύτερη εγκληματ(ικ)οποίηση και καταστολή48. Το κράτος, ως μια διαμεσολαβητική στιγμή της συνολικής υποτίμησης της εργατικής δύναμης, μπορεί να ειδωθεί πιο έντονα αυτή τη στιγμή στις χώρες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, στις κυβερνήσεις των οποίων οι δανειστές επιβάλλουν, για παράδειγμα, να μειώσουν τον αριθμό των δημοσίων αργιών, το κόστος των υπερωριών και των πακέτων αποζημιώσεων απόλυσης, να διαλύσουν τις διαπραγματεύσεις για συλλογικές συμβάσεις και γενικά να καταργήσουν τις δημόσιες δαπάνες για το κράτος πρόνοιας, δηλαδή τον έμμεσο μισθό. Εδώ το κράτος χάνει την ενοποιητική ισχύ του και η δυνατότητα πολιτικής διαμεσολάβησης τείνει να εξαφανιστεί. Δεν είναι λοιπόν συμπτωματικό ότι οι κοινωνικοί αγώνες τα τελευταία χρόνια εκεί συνίστανται όλο και περισσότερο σε μια ευθεία αναμέτρηση με το κράτος49. Στο παρελθόν, το κράτος ήταν ο σταθεροποιητής της κρίσης.

Όμως, η κεϋνσιανή λύση δεν αποτελεί πλέον μια επιλογή εξαιτίας της χρεοκοπίας του κράτους, μετά την χρηματοδότηση της ιδιωτικής σφαίρας και του υψηλού δανεισμού καθ’ όλη την μεταπολεμική περίοδο. Στο παρελθόν, η αναπαραγωγή του πλεονάζοντος προλεταριάτου μπορούσε να διαμεσολαβηθεί από τα έσοδα προϋπάρχουσας υπεραξίας που διανέμονταν μέσω των κρατικών δαπανών και των κοινωνικών επιδομάτων. Σ’ αυτό το σενάριο, πιο εύλογο πριν την οικονομική αναδιάρθρωση της δεκαετίας του 1970, ο έμμεσος μισθός του πλεονάζοντος προλεταριάτου φιλτραριζόταν μέσα από την φορολόγηση των ιδιωτικών επιχειρήσεων. Τώρα, όμως, το ίδιο το κράτος είναι σε κρίση και αδυνατεί πλέον να εγγυηθεί την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης. Αυτή η ανικανότητα είναι μια έκφραση της παγκόσμιας υποτίμησης της εργατικής δύναμης, που οδηγεί σε μια χωρίς σύγκριση έκρηξη μιας γενιάς πλεοναζόντων προλεταρίων με ζοφερό μέλλον.

Οι αγώνες του πλεονάζοντος προλεταριάτου

Απέναντι στον επιπόλαιο χαρακτήρα ανάμεικτων σημαδιών, μπορούμε να προειδοποιήσουμε τώρα τους αναγνώστες ώστε να συγκρατήσουν δύο έγνοιες που ίσως ανακύψουν – πιθανά αδιέξοδα που, ουσιαστικά, εκφράζουν τις δυο όψεις του ίδιου νομίσματος: την εξιδανίκευση της εργασίας είτε στην παλιά της δόξα είτε στην παρούσα μεταβλητότητά της. Πρώτον, η σε εξέλιξη κουβέντα για τα φαινόμενα σχετικά με το πλεονάζον προλεταριάτο στην παρούσα στιγμή δεν θα πρέπει να γίνει κατανοητή ως ένας θρήνος για την περιθωριοποίηση αυτού που συνήθως φανταζόμαστε ως έναν κλασσικό παραγωγικό εργάτη με το χέρι “βαρύ” στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, που χαρακτήριζε, ίσως, παλιότερες περιόδους. Αν μη τι άλλο, η παρούσα συγκυρία σηματοδοτεί την ένδεια της εργατίστικης προοπτικής. Το ζήτημα είναι να μην προσπαθήσουμε για μια αποκατάσταση προηγούμενων συνθηκών εκμετάλλευσης αλλά να αναμετρηθούμε με τα ιστορικά όρια της αναπαραγωγής της ταξικής σχέσης σήμερα. Η παραγωγή του κομμουνισμού δεν είναι η εξύμνηση της εργασίας αλλά η κατάργησή της. Η εσωτερική αντίθεση του χωρίς κανένα προσανατολισμό θρήνου είναι η ανύψωση των συνθηκών του πλεονάζοντος προλεταριάτου σε ένα μοναδικό επαναστατικό υποκείμενο ικανό για κατορθώματα τα οποία για άλλους, που είναι αρκετά τυχεροί ώστε να διατηρήσουν τις προγενέστερες συνθήκες εκμετάλλευσης, είναι δομικά απαγορευμένα. Ο πολλαπλασιασμός των ταραχών στην τωρινή συγκυρία, ως συμπληρώματος στην ανάπτυξη του πλεονάζοντος προλεταριάτου, δεν κάνει απαραίτητα αναγκαία μια ρομαντική προβολή που διακρίνει έναν ταυτοτιστικό [identitarian] φορέα πιο κοντινό στον κομμουνισμό από άλλους που είναι πιο τυχεροί50.Ακόμα και οι πιο χορτασμένοι μπορούν να θυμηθούν τα χειρότερα51.

Ως εκ τούτου, η σύγχρονη ταξική πάλη συγκροτείται συχνά από συμμετέχοντες με προέλευση από ποικίλα υπόβαθρα και εμπειρίες, συχνά αντικρουόμενες”

Η δυναμική του πλεονάζοντος προλεταριάτου είναι μια δυναμική του κατακερματισμού του προλεταριάτου – με άλλα λόγια, μια διαδικασία που επαναδιαμορφώνει το συνολικό εργατικό δυναμικό σύμφωνα με τις μεταβαλλόμενες συνθήκες του κεφαλαίου και την υποτίμηση από αυτό της εργατικής δύναμης, που έχει ως αποτέλεσμα εσωτερικούς μετασχηματισμούς του προλεταριάτου ως ολότητας και και των διαφοροποιημένων σχέσεών του με την παραγωγική διαδικασία52. Ως εκ τούτου, η σύγχρονη ταξική πάλη συγκροτείται συχνά από συμμετέχοντες με προέλευση από ποικίλα υπόβαθρα και εμπειρίες, συχνά αντικρουόμενες. Αυτή η διαταξικότητα είναι πιο ορατή στις συγκρούσεις που περιβάλλουν αυτά που, περιστασιακά, ονομάζονται “μεσαία στρώματα” και στον φόβο τους για το “βύθισμά” τους σε λιγότερο ευνοϊκές συνθήκες εκμετάλλευσης. Η κρίση τους, που περιλαμβάνει την έκκληση για δικαιότερη οικονομική διανομή, είναι η ίδια μια στιγμή της ολότητας του πλεονάζοντος προλεταριάτου, δηλαδή εντός και μέσω του εσωτερικού κατακερματισμού του προλεταριάτου. Το παρόν πρόβλημα του πλεονάζοντος προλεταριάτου, συνεπώς, φέρνει στην επιφάνεια το πρόβλημα της διαταξικότητας ως μιας δυναμικής εντός των σύγχρονων αγώνων του προλεταριάτου, του οποίου η κατακερματισμένη φύση συχνά εμφανίζεται ως το ίδιο το όριό του.

Αυτό το πρόβλημα έχει συχνά περιγραφεί και ως ένα πρόβλημα σύνθεσης, με άλλα λόγια ως το ζήτημα της πολυπλοκότητας της ενοποίησης των διαφόρων φραξιών του προλεταριάτου κατά την εξέλιξη των αγώνων. Πραγματικά, το περιεχόμενο της επανάστασης δεν εμφανίζεται πλέον ως ο θρίαμβος μιας υπερχειλίζουσας ταξικής ισχύος του προλεταριάτου όπως φαινόταν, ίσως, στη διάρκεια του πρώτου μισού του 20ου αιώνα53. Αγώνες που ο τόπος σύγκρουσης είναι λιγότερο το βασίλειο της παραγωγής και, όλο και περισσότερο, η σφαίρα της αναπαραγωγής, εκφράζουν αυτή την εξέλιξη. Η Αραβική Άνοιξη, οι Αγανακτισμένοι, το κίνημα Occupy, το κίνημα στις πλατείες Taksim και Maidan και οι ανομοιογενείς ταραχές στο εξωτερικό, για παράδειγμα, δεν ”βλέπουν” την επιβεβαίωση της ταυτότητας στη σύγκρουσή τους με το κεφάλαιο αλλά, μάλλον, ότι μια τέτοια ενοποιητική ταυτότητα δεν είναι διαθέσιμη στη δυναμική αυτών των κινημάτων. Ο πρόσφατος φυλετικός ξεσηκωμός εναντίον της αστυνομίας στις ΗΠΑ, και πιο αξιοσημείωτα στο Φέργκιουσον και τη Βαλτιμόρη, ελάχιστα κοινά έχει με τις προσδοκίες σχετικά με τις συνθήκες απασχόλησης της τελευταίας χρονιάς. Αυτό επιβεβαιώνεται περαιτέρω από την επέκταση του πλεονάζοντος προλεταριάτου, παράλλημα με την αύξηση του πλεονάζοντος κεφαλαίου και μια ικανότητας υπερπαραγωγής που δεν μπορεί να βρει σταθερή και με διάρκεια επένδυση. Το εργατικό κίνημα δεν προσφέρει πλέον σταθερότητα στην ταξική πάλη. Ως τέτοιος, ο κατακερματισμός αναδύεται ως μια νέα συνθήκη συγκρότησης της τάξης. Οι σύγχρονοι αγώνες εκφράζονται οι ίδιοι λιγότερο ως μια ενότητα και περισσότερο ως ένα άθροισμα κατά τομείς συμφερόντων που μοιράζονται κάποιες συνάφειες μέσω της υλικής αναπαραγωγής (εξώσεις, τιμές των τροφίμων, κόστος μετακίνησης), αφηρημένων αιτημάτων (“διαφθορά”, “ανισότητα”, “αδικία”), μέσα από αυτοθυσιαστικές ταυτίσεις με ψευδή κομμάτια που προσωποποιούν το κοινωνικό σύνολο (είτε με εθνικές είτε με θρησκευτικές σέκτες). Ως αποτέλεσμα, αυτό που στο παρελθόν αποτελούσε το κεντρικό ζήτημα των μισθολογικών αιτημάτων, και τα οποία χαρακτήριζαν τους αγώνες της προηγούμενης περιόδου, έχει γίνει τώρα παρεμπίπτον5455. Το πλεονάζον προλεταριάτο, ως μια δυναμική της ταξικής πάλης στην παρούσα στιγμή, δεν μπορεί να γίνει “απάγκιο” για τα όνειρα ενός κεϋνσιανού ταξικού συμβιβασμού. Η επιβεβαίωση του προλεταριάτου ως τάξης είναι αενάως αμυντική.

Όταν θεωρούμε την έννοια του πλεονάζοντος προλεταριάτου στο πλαίσιο της ταξικής πάλης, η προηγούμενη συζήτηση θα πρέπει να έχει καταστήσει καθαρό ότι δεν πρόκειται απλά για ένα εμπειρικό ερώτημα ποιες είναι αυτές οι ομάδες, όσον αφορά τη σύνθεσή τους. Οι σύγχρονες κοινωνιολογικές ταυτότητες είναι οι ίδιες μορφές φαίνεσθαι, στιγμές της ολότητας της αναπαραγωγής της σχέσης κεφάλαιο-εργασία και εντός αυτής στιγμές της υποτίμησης του εμπορεύματος εργατική δύναμη που ξεδιπλώνεται σήμερα μέσα από το πλεονάζον προλεταριάτο. Το πιο σημαντικό ερώτημα για την κομμουνιστική θεωρία είναι τι κάνουν οι προσωποποιήσεις της κατηγορίας του πλεονάζοντος προλεταριάτου ενάντια σ’ αυτό που οι ίδιες είναι – δηλαδή τι κάνουν ως μια εμμενής αρνητική δύναμη της ίδιας της προλεταριακής συνθήκης τους ως μιας τάξης αντίθετης στον εαυτό της εντός της κρίση αναπαραγωγής της. Η συζήτηση παραμένει ανοιχτή σχετικά με το πώς η συγκεκριμένη ανάπτυξη του πλεονάζοντος προλεταριάτου, που είναι ταυτόχρονα η εν εξελίξει κρίση του κεφαλαίου, εντατικοποιεί τη διαίρεση και τον κατακερματισμό του προλεταριάτου, και σε ποιες γραμμές το κάνει αυτό μέσα στους σύγχρονους αγώνες (πχ. ανταγωνισμός μεταξύ γεωγραφικών τόπων, μεταξύ ειδικευμένης και ανειδίκευτης εργασίας, μέσω στιγματισμών ηλικίας, φυλής και φύλου κλπ.). Συνεπώς, η έννοια του πλεονάζοντος προλεταριάτου εξάγει το πιο σημαντικό ερώτημα του πώς, μέσα στην παρούσα στιγμή, η απαλλοτριωμένη και εκμεταλλευόμενη τάξη – παρά τις εντεινόμενες διαιρέσεις – μπορεί να ενεργήσει καθαυτή και ενάντια στον εαυτό της ως μιας τάξης του κεφαλαίου. Μ’ αυτόν τον τρόπο, το πλεονάζον προλεταριάτο είναι απλά η πιο σύγχρονη εμφάνιση του ίδιου του προλεταριάτου – μια μορφή που η ουσία της παραμένει αυτή της ενοποίησής της μέσα στον διαχωρισμό της από τα μέσα της ίδιας της αναπαραγωγής της.

SurPlus-Club, Frankfurt am Main, Άνοιξη 2015

1 Μεταφρασμένο από εδώ: https://kosmoprolet.org/en/trapped-party-where-no-one-likes-you.

2 Πιο αξιοσημείωτα, “[το] Διεθνές Νομισματικό Ταμείο έχει μειώσει τις προβλέψεις του για ανάπτυξη για την παγκόσμια οικονομία στη σκιά μιας επιβράδυνσης στην Κίνα, μια ελλοχεύουσας ύφεσης στη Ρωσία και της συνεχιζόμενης αναιμικότητας στην Ευρωζώνη”, http://www.theguardian.com/business/2015/jan/20/imf-cuts-global-economic-growth-forecast. Επιπρόσθετα, ο Διεθνής Οργανισμός Εργασίας [International Labor Organization, ILO] “προβλέπει μια δυσάρεστη εικόνα της απασχόλησης για την παγκόσμια οικονομία συνολικά για τα επόμενα χρόνια”, http://blogs.wsj.com/economics/2015/01/21/world-economy-needs-280-million-jobs-in-next-five-years-ilo-says. Οι προσδοκίες για τη Λατινική Αμερική δεν είναι καλλίτερες καθώς το ΔΝΤ “είπε ότι αναμένει οικονομική συρρίκνωση στη Βενεζουέλα και την Αργεντινή και ανάπτυξη μόνο 0.3% στη Βραζιλία για το 2015, και μείωσε επίσης την πρόβλεψή του για την ανάπτυξη στη Λατινική Αμερική για το 2016 στο 2.3%, από το αρχικό 2.8”, http://laht.com/article.asp?ArticleId=2370538&CategoryId=12394. Η οικονομία της Βραζιλίας, ειδικότερα, πλησιάζει σε σημείο ένρηξης καθώς “οικονομολόγοι ανέβασαν για τέταρτη συνεχόμενη εβδομάδα τις προβλέψεις τους για τον πληθωρισμό και μείωσαν την εκτίμησή τους για τον ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας”, http://www.bloomberg.com/news/articles/2015-01-26/brazil-economists-raise-2015-cpi-cut-gdp-for-fourth-week-in-row. Ούτε η Βόρεια Ευρώπη έχει ανοσία στην επιβράδυνση καθώς “η σουηδική κυβέρνηση χαμηλώνει τις προβλέψεις της για την οικονομική ανάπτυξη και προέβλεψε ότι θα αποτύχει να έχει δημοσιονομικό πλεόνασμα για τα επόμενα τέσσερα χρόνια”, http://www.bloomberg.com/news/articles/2015-01-20/sweden-cuts-gdp-forecast-as-deficit-seen-stretching-past-2018.

3 “Η Chevron σφίγγει το ζωνάρι καθώς μια αναδιάρθρωση 40 δις δολαρίων σαρώνει τον πετρελαϊκό τομέα”, http://www.bloomberg.com/news/articles/2015-01-30/chevron-profits-fall-to-lowest-since-2009-as-oil-prices-collapse.

4 “Διασχίσαμε την Κίνα και γυρίσαμε τρομοκρατημένοι για την οικονομία”. http://www.bloomberg.com/news/articles/2015-04-09/we-travelled-across-china-and-returned-terrified-for-the-economy.

5 Η υποτιθέμενη “σταθερή” οικονομική άνθιση στη Γερμανία βασίζεται στην αναδιάρθρωση της αγοράς εργασίας της τελευταίας δεκαετίας που είχε ως αποτέλεσμα μια σημαντική μείωση στο κόστος της αναπαραγωγής του κοινωνικού εργατικού δυναμικού, http://foreignpolicy.com/2015/05/05/rich-germany-has-a-poverty-problem-inequality-europe. Επιπλέον, όντας μια οικονομία κατεξοχήν βασισμένη στις εξαγωγές σε άλλες χώρες, η δήθεν ανθεκτικότητά της μπορεί να τελειώσει πολύ γρήγορα με την επόμενη αναποδιά της παγκόσμιας οικονομίας εξαιτίας της εξάρτησής της από τις εξαγωγές και τους χαμηλούς μισθούς, http://blogs.lse.ac.uk/eurocrisispress/2015/03/12/germany-the-giant-with-the-feet-of-clay.

6 “Τα βουνά χρέους ανάβουν φόβους και για άλλη κρίση”, http://www.ft.com/intl/cms/s/0/2554931c-ac85-11e4-9d32-00144feab7de.html#axzz3QuNTKwet.

7 “Απομόχλευση, ποια απομόχλευση; Η 16η Έκθεση της Γενεύης για την Παγκόσμια Οικονομία”, http://www.voxeu.org/article/geneva-report-global-deleveraging. Οι χώρες της νότιας Ευρώπης, ιδιαίτερα, έχουν δει το κλάσμα Χρέους/ΑΕΠ να σκαρφαλώνει κατά 15% τα τελευταία τρία χρόνια. “Η Γερμανία είναι αντιμέτωπη με μια μη-επιλογή καθώς η εξέγερση της ελληνικής λιτότητας απλώνεται”, http://www.telegraph.co.uk/finance/economics/11407256/Germany-faces-impossible-choice-as-Greek-austerity-revolt-spreads.html. Πιο αξιοσημείωτο, πρόσφατα, είναι το χρέος της Κίνας το οποίο τώρα αναλογεί στο 282% του ΑΕΠ, έχει τετραπλασιαστεί από το 2007, αύξηση που αποδίδεται, μαζί με τη λανθάνουσα υπερικανότητα παραγωγής, πρωτίστως σε μια υπεθερμασμένη αγορά ακινήτων. “Χρέος και (όχι και τόση) απομόχλευση”, http://www.mckinsey.com/insights/economic_studies/debt_and_not_much_deleveraging και: “Πώς ο εθισμός του χρέους έφτασε ακόμα και στην Κίνα”, http://www.ft.com/intl/cms/s/0/585ae328-bc0d-11e4-b6ec-00144feab7de.html#axzz3SjqvVqAV.

8 “Οι περισσότεροι εργάτες του κόσμου δεν έχουν εξασφαλισμένες δουλειές, αποκαλύπτει η έκθεση του ILO”, http://www.theguardian.com/business/2015/may/19/most-of-the-worlds-workers-have-insecure-jobs-ilo-report-reveals .

9 Στμ. Δηλαδή του ρυθμού απόσπασης υπεραξίας.

10 “Η έκθεση για τις θέσεις εργασίας τον Δεκέμβριο σε 10 γραφήματα”, http://blogs.wsj.com/economics/2015/01/09/the-december-jobs-report-in-10-charts.

11 Όπως γράφει ο Μαρξ: “Die Vermehrung der Produktivkraft der Arbeit und die größte Negation der notwendigen Arbeit ist die notwendige Tendenz des Kapitals” (Grundrisse) [στμ.: “Η αύξηση της παραγωγικής ισχύος της εργασίας και η αυξανόμενη άρνηση της αναγκαίας εργασίας είναι η αναγκαστική τάση του κεφαλαίου”].

12 Εδώ αξίζει να τονίσουμε τη σχετικότητα αυτής της πτώσης – με άλλα λόγια, ακόμα κι αν το κεφάλαιο αυξάνει ποσοτικά τον αριθμό όσων απασχολούνται, ο γενικός νόμος της συσσώρευσης του κεφαλαίου θέτει ότι αυτό θα το κάνει με αναλογικά πιο αργό ρυθμό από τον συνολικό ρυθμό συσσώρευσης. Αυτό σημαίνει ότι “ο εργαζόμενος πληθυσμός αυξάνει πάντα πιο ραγδαία από τις ανάγκες παραγωγής αξίας του κεφαλαίου” και ότι “αναλογικά, καθώς το κεφάλαιο συσσωρεύεται, η θέση του εργάτη, άσχετα από το αν ο μισθός του είναι υψηλός ή χαμηλός, πρέπει να χειροτερέψει”, (Το Κεφάλαιο, Τόμος Ι).

13 Όπως γράφει ο Μαρξ: “Η εργατική δύναμη μπορεί να επιτελέσει την αναγκαία γι’ αυτήν ργασία μόνο αν η υπερεργασία της έχει αξία για το κεφάλαιο, εφόσον του είναι χρήσιμη. Αν αυτή η χρησιμότητα, συνεπώς, παρεμποδίζεται, από το ένα ή το άλλο εμπόδιο, τότε η ίδια η εργατική δύναμη 1. εμφανίζεται πέραν των συνθηκών αναπαραγωγής της ύπαρξής της· υπάρχει χωρίς τις συνθήκες ύπαρξής της και είναι, συνεπώς, απλά εμπόδιο· 2. η αναγκαία εργασία εμφανίζεται πλεονάζουσα επειδή το πλεονάζον δεν είναι αναγκαίο. Είναι αναγκαίο μόνο αν αποτελεί συνθήκη της πραγμάτωσης του κεφαλαίου”. Και πρέπει να τονίσουμε, επιπλέον, ότι αυτός ο ισχυρός καταναγκασμός του κορεσμού των αναγκών είναι αποτέλεσμα της σχέσης ανταλλαγής: “Ότι είναι τα μέσα απασχόλησης και όχι συντήρησης που τον θέτουν στην κατηγορία του πλεονάζοντος πληθυσμού ή όχι. Αλλά αυτό είναι πιο γενικό και αναφέρεται γενικά στην κοινωνική διαμεσολάβηση μέσω της οποίας το άτομο αναφέρεται και δημιουργεί τα μέσα της αναπαραγωγής του· με άλλα λόγια, τις συνθήκες παραγωγής και τη σχέση του μ’ αυτές”, (Grundrisse).

14 Στμ. Στο αγγλικό κείμενο: floating.

15 “Ένας στους τρεις εργάτες στις ΗΠΑ είναι αυτοαπασχολούμενος (ελεύθερος επαγγελματίας)” http://blogs.wsj.com/atwork/2014/09/04/one-in-three-u-s-workers-is-a-freelancer.

16 “Ενάντια στον Διαμοιρασμό”, https://www.jacobinmag.com/2014/09/against-sharing.

17 Στμ. Αποδίδουμε έτσι τους αγγλικούς όρους entrepreneurialism και sharing economy.

18 “Ο ISIS αποπληρώνει φοιτητικά δάνεια για να δελεάσει και να στρατολογήσει Αμερικανούς”. http://dailycurrant.com/2015/01/20/isis-paying-off-student-debt-to-lure-american-recruits.

19 Όπως γράφει ο Αντόρνο: “Ο νομιναλισμός συνδέεται, ίσως, πιο βαθιά με την ιδεολογία από την άποψη ότι λαμβάνει το συγκεκριμένο [concretion] ως ένα δεδομένο που είναι αδιαμφισβήτητα διαθέσιμο· μ’ αυτόν τον τρόπο εξαπατά τον εαυτό του και την ανθρωπότητα υπονοώντας ότι η πορεία του κόσμου συμβάλλει με την ειρηνική καθοριστότητα [determinacy] του υπάρχοντος που απλά usurped από την έννοια του δεδομένου και smitten με αφαίρεση with abstractness”, (Αισθητική Θεωρία).

20 Στμ. Απόδοση του αγγλικού όρου communitarianism.

21 Στμ. Απόδοση του αγγλικού όρου tokenized.

22 Όπως γράφει ο Zamora: “οι κατηγορίες του ‘ανέργου’, ‘του φτωχού’, ή του ‘επισφαλούς’ αποσυνδέονται γρήγορα από το να γίνονται κατανοητοί με όρους εκμετάλλευσης στην καρδιά των καπιταλιστικών οικονομικών σχέσεων και βρίσκονται, οι ίδιες και η κατάστασή τους, να συλλαμβάνονται με όρους μιας σχετικής αποστέρησης (νομισματικής, κοινωνικής ή ψυχολογικής), αρχειοθετούμενες κάτω από τη γενική ταμπέλα του ‘αποκλεισμού’, της ‘διάκρισης’ ή μορφών ‘κυριαρχίας’”, Zamora, Daniel. “When Exclusion Replaces Exploitation”, http://nonsite.org/feature/when-exclusion-replaces-exploitation.

23 Στμ. Στο αγγλικό κείμενο run-of-the-mill.

24 Στμ. Στο αγγλικό κείμενο lawlike, δηλαδή που έχουν τη μορφή νόμου.

25 Στμ. Όχι τυχαία αυτή η φράση σχολιάζεται εκτενώς από τον Κώστα Παπαϊωάννου σε σχέση με την κατανόηση της εγελιανής διαλεκτικής από τον Μαρξ! Παραπομπές.

26 Στμ. Αποδοση του αγγλικού όρου facticity. Ο όρος χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά από τον Γερμανό φιλόσοφο Φίχτε (1762-1814) και έχει μια ποικιλία σημασιών. Μπορεί να αναφέρεται σε γεγονότα και στην ιδιότητα να είναι κάτι γεγονός [factuality, πραγματικότητα], όπως στον θετικισμό του 19ου αιώνα, αλλά φτάνει να σημαίνει και αυτό που αντιστέκεται στην εξήγηση και την ερμηνεία στον Wilhelm Dilthey και τον νεοκαντιανισμό.

27 Πβλ. Gunn, Richard. “Σημειώσεις για την ‘Τάξη’”,http://www.richard-gunn.com/pdf/4_notes_on_class.pdf.

28 Στμ. Πολύ ενδιαφέρουσα διατύπωση για την τάξη ως σχέση.

29 Στμ. Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα θέση. Πρόκειται, θα λέγαμε, χωρίς να επεκταθούμε εδώ, για μια άμεσα υποτεινόμενη κατηγοροθεωρητική σύλληψη της τάξης ως σχέσης, ως κατηγορίας και όχι ως συνόλου με “μέλη”. Τάξη “χωρίς άτομα” (κατά το “τόπος χωρίς σημεία” της Θεωρίας τόπων, για παράδειγμα).

30 Είναι γι’ αυτό τον λόγο – δηλαδή το ταυτόχρονο του αφηρημένου και του συγκεκριμένου – που, εφεξής, θα αναφερόμαστε στην κατηγορία του “πλεονάζοντος πληθυσμού” ως την κατηγορία του “πλεονάζοντος προλεταριάτου”. Όπως σημειώνει ο Μαρξ στην εισαγωγή των Grundrisse, η κατηγορία του “πληθυσμού” – που προϋποθέτει ότι η κοινωνία είναι μια ποσοτική συλλογή μεμονωμένων ατόμων – είναι η ίδια μια “χαοτική” αφαίρεση της ταξικής σχέσης. Ο “πληθυσμός” είναι, συνεπώς, μια περίπλοκη υποκειμενικοποίηση μιας έννοιας στην οποία το παρόν κείμενο προσπαθεί να δώσει έμφαση όχι ως μια ταυτότητα αλλά ως μια δυναμική κοινωνική σχέση. Όσον αφορά τη χρήση του όρου “πλεονάζων πληθυσμός” από τον ίδιο τον Μαρξ θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι η επίκληση από αυτόν της κατηγορίας αυτής έχει να κάνει σε μεγάλο βαθμό με την αντιπαράθεσή του με τον Μάλθους και μια επιχειρηματολογία εναντίον του υπερπληθυσμού ως βιολογικής αναγκαιότητας. Ως τέτοια, ο Μαρξ θεμελιώνει την κατηγορία ώστε να τραβήξει την προσοχή πίσω στους ιστορικούς και κοινωνικούς καθορισμούς των φαινομένων του υπερπληθυσμού. Κατά κάποιο τρόπο, μπορεί να ειπωθεί ότι η κατηγορική χρήση από τον Μαρξ του “πλεονάζοντος πληθυσμού” είναι ένα είδος σφετερισμού του Μάλθους, δηλαδή μια πολεμική ιδιοποίηση των Μαλθουσιανών κατηγοριών της κλασσικής πολιτικής οικονομίας μέσω του αναποδογυρίσματός τους. Είναι γι’ αυτόν τον λόγο που ο Μαρξ αναφέρεται στον σχετικό πλεονάζοντα πληθυσμό, μάλλον, παρά στον απόλυτο. Παραμένει ανοιχτό ερώτημα το πόσο σοβαρά θα έπρεπε κανείς να αντιπαρατεθεί με την ιδεολογική δύναμη των Μαλθουσιανών θεωριών υπερπληθυσμού αυτή τη στιγμή. Πρόκειται για μια θεμιτή διερεύνηση στον βαθμό που παραμένουν, υπόδηλα, μαλθουσιανές προϋποθέσεις για τα δημογραφικά ζητήματα εντός του κοινωνιολογικού λόγου που ουσιαστικά μυστικοποιούν τον ιστορικά συγκεκριμένο χαρακτήρα της παραγωγικότητας της εργασίας στην παραγωγή του πλεονάζοντος πληθυσμού. Ένα πιο τοπικό παράδειγμα θα ήταν ο λαϊκισμός που περιβάλλει την καταστροφή του περιβάλλοντος και την προσκόλλησή του σε ζητήματα κατανάλωσης και δημογραφικών μοτίβων, παρά στην πραγματική υπαγωγή της φύσης από τους προσδιορισμούς της αξιακής μορφής.

31 Davis, Mike. Planet of Slums. 2006.

32 Ανάλογα με την έκταση στην οποία η σχέση κεφάλαιο-εργασία, εκφραζόμενη η ίδια μέσα από το πλεονάζον προλεταριάτο, διαποτίζει τόσο τις σχέσεις μεταξύ των ατόμων όσο και τα άτομα τα ίδια, τα ακόλουθα άρθρα περιγράφει, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, τους ζοφερούς ορίζοντες της πάλης με το βάσανο της μερικής μόνο αναγνώρισης από το κεφάλαιο: “Οι νέοι άνθρωποι ‘αισθάνονται ότι δεν έχουν τίποτα για το οποίο να αξίζει να ζήσουν’” http://www.bbc.com/news/education-25559089 “Οι αυτοκτονίες στην Ισπανία καταγράφουν μέγιστο οκταετίας” http://www.zerohedge.com/news/2014-02-03/spanish-suicides-rise-eight-year-high, “Μήπως η δουλειά σε σκοτώνει; Στην Κίνα, οι εργάτες πεθαίνουν πάνω στα γραφεία τους”, http://investmentwatchblog.com/is-work-killing-you-in-china-workers-die-at-their-desks, “Η ελληνική κρίση στην ψυχική υγεία: καθώς η οικονομία καταρρέει, η κατάθλιψη και οι αυτοκτονίες εκτοξεύονται”, http://content.time.com/time/world/article/0,8599,2079813,00.html “Τα ποσοστά αυτοκτονιών αυξάνονται με την παγκόσμια οικονομική κρίση” http://www.medicalnewstoday.com/articles/266181.php, “Τα ποσοστά αυτοκτονιών αυξάνονται κατακόρυφα μεταξύ των μεσηλίκων” http://bigstory.ap.org/article/us-suicide-rate-rose-sharply-among-middle-aged, “Οι αυτοκτονίες τραπεζιών επιστρέφουν, http://www.zerohedge.com/news/2014-10-24/banker-suicides-return-dsks-hedge-fund-partner-jumps-23rd-floor-apartment.

33 Όπως γράφει ο Rocamadur από το Blaumachen, “[οι] επικίνδυνες τάξεςι του 21ου αιώνα δεν είναι το παραδοσιακά ορισμένο λούμπεν προλεταριάτο που, ως ένα μόνιμο περιθώριο του εφεδρικού στρατού εργασιάς, συνήθιζε να ζει στον κόσμο του, και συνεπώς αντιπροσώπευε ευθύς εξ αρχής κάτι “έξω” από την κεντρική καπιταλιστική σχέση. Το νέο ‘λούμπεν προλεταριάτο’ relation (οι νέες επικίνδυνες τάξεις) παρεισδύει/εισβάλλει από την κανονικότητα της μισθωτής σχέσης, ακριβώς επειδή το ‘κανονικό’ προλεταριάτο λουμπενοποιείται. Η κρίση από τη μια δημιουργεί μια απότομη/βίαιη φτωχοποίηση πολλών εργατών (όπως στην περίπτωση ολόκληρου του δυτικού κόσμου), υπό το βάρος της αυξανόμενης ανεργίας/περιστασιακής απασχόλησης και των χρεών (δάνεια τα οποία δεν μπορούν τώρα να αποπληρώσουν, κάτι που επιβαρύνεται από το γεγονός ότι αυτοί που έχουν στεγαστικά δάνεια δεν μπορούν πάντα να διεκδικήσουν επιδόματα ώστε να καλύψουν το κόστος της στέγασής τους) ή από περιορισμούς πρόσβασης στην πίστωση. Ακόμα περισσότερο, όμως, παράγει την αυξανόμενη λουμπενοποίηση του ίδιου του προλεταριάτου – μια λουμπενοποίηση που δεν εμφανίζεται ως εξωτερική προς τη μισθωτή εργασία αλλά ως το καθοριστικό της στοιχείο”. “Η Άγρια κατώτερη τάξη βγαίνει στους δρόμους”, (The Feral Underclass Hits the Streets), Sic Volume 2 (2014).

34 Η υπόθεση/πρόταση ότι η δυναμική του πλεονάζοντος προλεταριάτου εκφράζεται η ίδια μέσα από έμφυλες, φυλετικές και γενεαλογικές σχέσεις παραμένει ένα ανοιχτό ερώτημα προς διερεύνηση σε περαιτέρω συζητήσεις. Παρ’ όλα αυτά, κάποιες προκαταρκτικές παρατηρήσεις μπορούν να προσφερθούν ώστε να τροφοδοτήσουν/ωθήσουν τη θεωρητικοποίηση της έννοιας του πλεονάζοντος προλεταριάτου πάνω σε ήδη διατυπωμένες γραμμές: (1) όσον αφορά το φύλο, μπορεί να τεθεί ότι το πλεονάζον προλεταριάτο, ουσιαστικά στην ολότητά του, είναι φεμινιστικό, στον βαθμό που “η γενική τάση προς την ‘φεμινιστικοποίηση’ δεν είναι η εμφυλοποίηση της τυφλής ως προς το φύλο αγοράς, αλλά μάλλον η κίνηση του κεφαλαίου προς την χρησιμοποίηση φτηνής ευέλικτης εργατικής δύναμης υπό τις μεταφορντικές , παγκοσμιοποιημένες συνθήκες συσσώρευσης, όλο και περισσότερο ανειδίκευτης και “just-in-time”, “Η Λογική του Φύλου”, Endnotes τόμος 3 (2013) [στμ. Στα ελληνικά: ]. Εδώ μπορεί να ειπωθεί ότι η παραγωγή του πλεονάζοντος προλεταριάτου είναι ο “εκφεμινισμός” του ίδιου του προλεταριάτου. Μια τέτοια γραμμή σκέψης πρέπει επίσης να εξετάσει την επανα-ιδιωτικοποίηση της αναπαραγωγής και την ενεργοποίηση παραδοσιακών οικογενειακών ρόλων που συνεπάγονται από τις παρούσες εξελίξεις μετά την κρίση. (2) Ανάλογα, διαδικασίες φυλετικοποίησης μπορούν να κατανοηθούν από τις ανταγωνιστικές σχέσεις [εντός] του πλεονάζοντος προλεταριάτου. Μέσα από τη συνθήκη του πλεονάζοντος προλεταριάτου, η εργατική δύναμη χλευάζεται [taunted] από τα όρια της ίδιας της ανταλλαξιμότητάς της και αφήνεται με μια μη-πραγματωμένη αξία-χρήσης για το κεφάλαιο, μια κούφια υλικότητα που προσπαθά πενιχρά να συλλάβει την κοινωνική εγκυρότητα της ανταλλακτικής σχέσης για να βρεί, αντ’ αυτού, καταφύγιο στη φυσικοποίηση των φαινοτυπικών διαφορών. Περαιτέρω, μπορούμε να πούμε ότι οι μετανάστες και η εργασία τους είναι συστατικές των ίδιων των αγορών της παράτυπης/μαύρης εργασίας και συνεπώς δομικά απαραίτητες προσωποποιήσεις της συνολικής υποτίμησης της εργατικής δύναμης [στμ. Πολύ σημαντική θέση. Επιρρώνει την ιδέα ότι οι μεταναστευτικές “ροές” είναι πράγματι τροχιές μιας δυναμικής που ωθεί την εργατική δύναμη προς τις “πηγές” αξιοποίησης από το κεφάλαιο, είτε με “οικονομικά” είτε με βίαια-πολεμικά μέσα. Η δυναμική είναι από τις ζώνες συσσώρευσης με τον μικρότερο βαθμό-ένταση αξιοποίησης, άρα και τον μεγαλύτερο βαθμό υποτίμησης, στις ζώνες υψηλότερης αξιοποίησης. Το κεφάλαιο κάνει έτσι τους προλετάριους πραγματικά απρόσωπες μονάδες της δυναμικής της αναζήτησης της μεγαλύτερης εκμετάλλευσής τους]. Ως τέτοιο, το φυλετικοποιημένο εργατικό δυναμικό δεν αναφέρεται σε έναν συγκεκριμένο κατακερματισμό του προλεταριάτου αλλά είναι η παραγόμενη κοινωνική συγκεκριμενοποίηση/instantiation της δυναμικής του πλεονάζοντος προλεταριάτου εκφρασμένης μέσα από εθνοτικά, εθνικά και φαινοτυπικά χαρακτηριστικά. Πρβλ. R.L. “Inextinguishable Fire: Ferguson and Beyond” και “Burning and/or Demanding. On the Riots in Sweden”. Sic τόμες 3(αναμένεται). (3) Σε συμφωνία με τους τρόπους με τους οποίους εμφανίζεται η ουσία του πλεονάζοντος προλεταριάτου μέσα από γενεαλογικές ανισότητες, δείτε R.L. “Inextinguishable Fire: Ferguson and Beyond”, Sic τόμος 3 (αναμένεται) και “’Old People are Not Revolutionaries!’ Labor Struggles Between Precarity and Istiqrar in a Factory Occupation in Egypt”, http://www.focaalblog.com/2014/11/14/dina-makram-ebeid-labor-struggles-and-the-politics-of-value-and-stability-in-a-factory-occupation-in-egypt. Η περιγραφή του Μαρξ για τον επιπλέοντα πλεονάζοντα πληθυσμό στρέφεται συγκεκριμένα γύρω από την διαδικασία γήρανσης του εργατικού δυναμικού. Στην εποχή του, όταν οι εργάτες έφταναν σε μια ορισμένη ηλικία, δεν ήταν πια αρκετά ζωτικοί για να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της παραγωγικής διαδικασίας. Σήμερα, η κατάσταση έχει αλλάξει σημαντικά στον βαθμό που το κεφάλαιο έχει τώρα την ικανότητα να βολεύει τους ηλικιωμένους μέσα σε έναν τεράστιο τομέα υπηρεσιών για χαμηλά αμοιβόμενες και μερικής απασχόλησης δουλειές χωρίς κοινωνικά επιδόματα ή σύνταξη, ιδιαίτερα στις βιομηχανίες ταχυφαγείων. Πβλ. “Low-Wage Workers Are Older Than You Think”, http://www.epi.org/publication/wage-workers-older-88-percent-workers-benefit, “In Tough Economy, Fast Food Workers Grow Old”, http://www.nbcnews.com/feature/in-plain-sight/tough-economy-fast-food-workers-grow-old-v17719586.

35 Το αυξανόμενο κόστος των κρατικών δαπανών για την πρόνοια και η χρήση του από τους προλετάριους, που στόχευε στην αποσύνδεση του εισοδήματος από τους μισθούς, ήταν άλλη μια εκδήλωση/έκφραση της προλεταριακής αντίστασης/αψήφισης εκείνης της περιόδου.

36 Robert Kurz. “Double Devalorization”, https://libcom.org/library/double-devalorization-robert-kurz.

37 Για τη σύνδεση ανάμεσα στα υποτιμώμενα νομίσματα και τα μοτίβα μετανάστευσης από το πρώην Ανατολικό Μπλοκ, δείτε “Russian Rouble Crisis Poses Threat to Nine Countries Relying on Remittances”, http://www.theguardian.com/world/2015/jan/18/russia-rouble-threat-nine-countries-remittances.

38 Ένα πιο εντυπωσιακό παράδειγμα αφορά εκείνες τις περιπτώσεις στις οποίες οι εργοδότες διαδίδουν πολιτικές σύνδεσης του ύψους των μισθών με τα κέρδη κάτω από την αστεία ταμπέλα/ρουμπρίκα της καταπολέμησης της ανισότητας. Πρβλ. “Fiat Chrysler CEO Takes Aim at Two-Tier Wages for UAW Workers”, http://www.wsj.com/articles/fiat-chrysler-ceo-takes-aim-at-two-tier-wages-for-uaw-workers-1421080693, “Fiat Chrysler Sets Bonus Scheme for Italian Workers”, http://www.thelocal.it/20150417/fiat-chrysler-sets-bonus-scheme-for-italian-workers.

39 Για μια συζήτηση αυτού του ζητήματος σε σχέση με την ιστορική απαρχαίωση της μορφής-κόμμα της οργάνωσης των εργατών δείτε Benanav, Aaron and Clover, Joshua. “Can Dialectics Break BRICS?”, South Atlantic Quarterly (2014).

40 Παγκόσμια Τράπεζα: “Ποσοστό συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό, σύνολο (επί τοις εκατό % του συνολικού πληθυσμού, για ηλικίες άνω των 15) (εκτίμηση μοντέλου του ΔΟΕ, Διεθνούς Οργανισμού Εργασίας)”, http://data.worldbank.org/indicator/SL.TLF.CACT.ZS/countries/CN?display=default.

41Μιζέρια και Χρέος”. Endnotes τόμος 2: Μιζέρια και η Αξιακή Μορφή (2010), στμ. Στα ελληνικά από τους φίλους του κεραυνοβόλου κομμουνισμού, 2015.

42 Για μια καλή σύνοψη για την αφετηρία του σύγχρονου λανθάνοντος πλεονάζοντος προλεταριάτου στην Κίνα, δείτε “Land Grabs in Contemporary China”, http://libcom.org/blog/china-land-grabs.

43 Είναι επίσης σημαντικό να θυμόμαστε ότι ο παγκόσμιος καταμερισμός εργασίας ή κατάτμηση της συσσώρευσης του κεφαλαίου, μεταμορφώνει προφανώς επίσης την εσωτερική δυναμική δυναμική κεφαλαίου-εργασίας στις μεμονωμένες χώρες. Για πολύ καιρό, η Κίνα έπαιζε τον ρόλο μιας χώρας με χαμηλή οργανική σύνθεση με μεγάλες βιομηχανίες έντασης-εργασίας. Ενώ αυτό αλλάζει τώρα, η εκβιομηχάνιση της Κίνας τις τελευταίες δεκεαετίες εκφράζει επίσης την παραγωγή πλεονάζοντος προλεταριάτου στον υπόλοιπο κόσμο. Δημοφιλείς αφηγήσεις για την παγκόσμια οικονομία στη δεκεαετία του 2000 σταθερά θρηνούσαν για την φυγή κεφαλαίων δουλειών στον πυρήνα της εγχώριας βιομηχανίας προς τα ανατολικά, προς περιοχές μεγαλύτερης υποτίμησης της εργασίας [στμ. Θα λέγαμε ότι οι τροχιές της ροής του κεφαλαίου είναι αντίθετες από αυτές της ροής της εργατικής δύναμης – διαλεκτικά γαρ!]. Το αποτέλεσμα που παράχθηκε ήταν μια υποτίμηση της εργατικής δύναμης μέσα στις κατασκευαστικές βιομηχανίες της Δυτικής Ευρώπης και των ΗΠΑ. Ως τέτοια, η προλεταριοποίηση του κινέζικου πληθυσμού – που είναι ταυτόχρονα και παραγωγή του δικού της πλεονάζοντος προλεταριάτου – είναι η έκφραση της παραγωγής πλεονάζοντος προλεταριάτου σε άλλα μέρη του πλανήτη.

44 Στμ. Και για να κάνει την εργασία πιο παραγωγική χρειάζεται περισσότερο κεφάλαιο, εξ ου και η ταυτολογία ή αντίφαση ή φαύλος κύκλος.

45 Στμ. Στο αγγλικό κείμενο aporia, μια αξεδιάλυτη εσωτερική αντίφαση ή λογική διάζευξη, από την αρχαιοελληνική απορίααδιέξοδο (πόρος: διέξοδος) και δη το φιλοσοφικό αδιέξοδο, η κατάσταση κατά την οποία ο φιλόσοφος δεν μπορεί να δώσει απάντηση σε κάποιο φιλοσοφικό ερώτημα, επειδή έχει φτάσει σε μια αντίδαση ή επειδή δύο αντίθετες προτάσεις φαίνονται εξίσου πειστικές.

46 Αυτή η ιστορική στιγμή παρήγαγε – σε αντάλλαγμα της τεράστιας αύξησης της παραγωγικότητας και της μείωσης των τιμών των εμπορευμάτων, που προέκυψε ως αποτέλεσμα της μαζικής απαξίωσης του κεφαλαίου στην περίοδο του πολέμου – αυξημένη αγοραστική δύναμη και μεγαλύτερη ενσωμάτωση για το προλεταριάτο στις σφαίρες της κατανάλωσης. Αν και αυτό αντανακλάστηκε ως μια σχετική μείωση της αξίας της εργατικής δύναμης στην συνολική παραγώμενη κοινωνική αξία, προξένηση περιστασιακά μια απόλυτη αύξηση της πραγματικής αξίας των μισθών. Αυτή η τάση συνοδεύτηκε, επιπρόσθετα, από άμεσες επιδοτήσεις στην σφαίρα της παραγωγής καθώς και ως μια αύξηση στον έμμεσο μισθό του προλεταριάτου, το οποίο απέκτησε έτσι τις πολυτέλειες μιας ελαφράς αύξησης στην τιμή της εργασίας του πάνω από το ελάχιστο αναγκαίο για την αναπαραγωγή αυτής της εργασίας, καθώς και διάφορα συμπληρώματα όπως δάνεια, πίστωση και επιδόματα πρόνοιας και σύνταξης.

47 Για κάποιες χρήσιμες σκέψεις σχετικά με τις προοπτικές του ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα, δείτε Cognord: “Είναι εφικτό να κερδίσεις τον πόλεμο αφού έχεις χάσει όλες τις μάχες;”, http://www.brooklynrail.org/2015/02/field-notes/is-it-possible-to-win-the-war-after-losing-all-the-battles.

48 Για ένα πιο πρόσφατο παράδειγμα στην Ισπανία, δείτε “Η ισπανική κυβέρνηση προετοιμάζει καιν ούριο νόμο εθνικής ασφάλειας”, https://www.wsws.org/en/articles/2015/02/11/spai-f11.html.

49 Το μόνιμο συναίσθημα της αγνόησης δυνητικά από τη διαδικασία εκμετάλλευσης εκφράζει τα δεινά προλετάριων που καταλαβαίνουν τον εαυτό τους ως μεσαία τάξη. Αυτό εκφράζεται ως πολιτικό πρόβλημα και συχνά ερμηνεύεται κάτω από την ταμπέλα της ιδιότητας του παγκόσμιου πολίτη [citizenry]. Τέτοια ήταν μια κεντρική δυναμική του κινήματος καταλήψεων των πλατειών το 2011, που είχαν οι ίδιες ως ερέθισμα ζητήματα αστικοποίησης, κρατικών υποδομών και καταστολής. Από την μια πλευρά, το κράτος χάνει τη δύναμη ενσωμάτωσης, και, από την άλλη, στα πολιτικά κινήματα διαμορφώνεται μια νέα μορφή πολιτικής διαμεσολάβησης. Γενικότερα, μπορούμε να πούμε ότι το κύμα αγώνων στο διάστημα 2008-2012 χαρακτηριζόταν συγκεκριμένα από μια αναμέτρηση με το κράτος ως του βασικού ανταγωνιστή τους.

50 Είναι γι’ αυτό τον λόγο, μεταξύ άλλων, που η περιστασιακή αντίληψη του Μαρξ για τον αντιδραστικό χαρακτήρα αυτού στο οποίο αναφέρεται ως λούμπεν προλεταριάτο εγγυάται μια επανεξέτασή της κάτω από τις παρούσες συνθήκες.

51 Στμ. Στο αγγλικό κείμενο: Even those most satiated can be recalled at their worst.

52 Φυσικά, μπορεί να ειπωθεί ότι υπάρχει μια κανονιστική κατανόηση του προλεταριάτου ως πάντοτε ήδη κατακερματισμένου από την ίδια τη φύση του. Αυτό αναφέρεται σε μια γενική συνθήκη διαχωρισμού από τα μέσα παραγωγής και αναπαραγωγής καθώς και στις διάφορες διαμεσολαβήσεις της αξίας που καθιστούν τη δραστηριότητα του προλεταριάτου μια δύναμη αποξένωσης “πέρα και ενάντια στον εαυτό του”. Παρ’ όλα αυτά, όσο θεμελιώδεις κι αν είναι αυτές οι συνθήκες ως προαπαιτούμενα της σχέσης ανταλλαγής, αυτοί οι διαχωρισμοί δεν μας λένε τίποτα για την ιστορική ανάπτυξη του κατακερματισμού του προλεταριάτου μέσα στον καπιταλισμό την παρούσα στιγμή.

53 Αυτό δεν σημαίνει, φυσικά, ότι αγώνες μέσα στη σφαίρα της παραγωγής δεν είναι πια σημαντικοί, αλλά μόνο ότι αποκτούν ένα καινούριο μέσα σε ένα αλλαγμένο πλαίσιο ταξικής σύνθεσης. Δεν μπορούν, συνεπώς, να κατανοηθούν ως μια επιστροφή στο παλιό εργατικό κίνημα. Το πιο σημαντικό ερώτημα στη θεώρηση τέτοιων αγώνες είναι κατά πόσον συνεπάγονται μια στιγμή άρνησης της ύπαξης της ταξικής σχέσης και των διαμεσολαβήσεών της ή όχι.

54 Στμ. Στο αγγλικό κείμενο tangential.

55 Στμ. Όπως πολύ διορατικά είχαμε θέσει ως InMediasRes στην κουβέντα με θέμα: “Πού πήγαν οι αγώνες για το μεροκάματο;” πριν από τρία χρόνια! Στο ίδιο πνεύμα, οι αγώνες πχ. σχετικά με την κατοικία δεν είναι για τη μείωση των ενοικίων αλλά για την υπεράσπιση της μικροϊδιοκτησίας, γεγονός ανεξήγητο για τους εργατιστές autonome, που το ανακαλύπτουν τώρα στη σχετική αφίσα. Γενικά η ένδεια του εργατισμού συνίσταται ακριβώς στο να περιορίεται σε πικρές διαπιστώσεις για τις συνθήκες της αναδιάρθρωσης των οποίων την παραγωγή και γενεσιουργές αιτίες δεν μπορεί (ή δεν θέλει) να κατανοήσει, μένοντας να αναπολεί τις ένδοξες ημέρες ενός κινήματος και μιας τάξης που εξακολουθεί να αγιογραφεί και να εξυμνεί ως αφηρημένη ταυτότητα. Το “κανένα νοίκι στα χέρια ιδιοκτήτη” αποκτά ένα νόημα όχι τυχαία στο πλαίσιο της κρίσης στέγης που τροφοδοτεί το Airbnb, δηλαδή μια προχωρημένη συνθήκη της κρίσης αναπαραγωγής του προλεταριάτου, αλλά και πάλι κομματιών που δεν είναι ούτε ομοιογενή. Το όριο που ένας τέτοιος αγώνας μπορεί να αποκτήσει χαρακτηριστικά αμφισβήτησης της ιδιοκτησίας και άρα να διαχωριστεί από “διαταξικα” πλαίσιοα είναι ενδιαφέρον να δούμε πού μπορεί να προκύψει.