Πόσο εθνικιστικό είναι το κεφάλαιο σήμερα;

Kosmoprolet1

Καταγράφουμε εδώ μια συνεισφορά του Robert Schlosser2, ο οποίος με βάση τους εθνικιστικούς οικονομικούς τόνους της κυβέρνησης Τραμπ, εξετάζει τη σημερινή σχέση ανάμεσα στο ελεύθερο εμπόριο και τον προστατευτισμό. Η προσέγγισή του μας φαίνεται ενδιαφέρουσα, γιατί, σε αντίθεση με πολλές άλλες αριστερές ερμηνείες, για τις οποίες ο καπιταλισμός είναι κατ’ ουσίαν εθνικό γεγονός, υποστηρίζει ότι μια πραγματική φυγή από το ελεύθερο εμπόριο θα μπορούσε να νοηθεί μόνο ως μια πολιτική καταστροφής, που θα μπορούσε να φτάσει μέχρι και την στρατιωτική αντιπαράθεση. (Kosmoprolet).

 

Όταν ο Ντόναλντ Τραμπ έβγαλε το σλόγκαν του “Πρώτα η Αμερική” [America first], υπήρξε μεγάλη παγκόσμια αναστάτωση μεταξύ των εκπροσώπων του ελεύθερου εμπορίου. Φυσικά, ο Τραμπ απλά εξέφρασε ανοιχτά ένα απόφθεγμα απέναντι στο οποίο οι κυβερνήσεις όλων των εθνών-κρατών αισθάνονται υποχρεωμένες. Ο όρκος της ανάληψης καθηκόντων για τα μέλη της κυβέρνησης στη Γερμανία είναι: “ορκίζομαι ότι θα αφιερώσω τις δυνάμεις μου για το καλό του γερμανικού λαού, την αύξηση της χρησιμότητάς του, την αποτροπή κάθε ζημιάς γι’ αυτόν. Είθε ο Θεός να με βοηθήσει”· είναι, όμως, ανάλογος σε όλες τις αστικές δημοκρατίες. Αυτή είναι μια πρακτική ένδειξη για το πώς γίνονται κατανοητά τα “ανθρώπινα δικαιώματα” που διατυπώνονται στα συντάγματά τους· μια κατανόηση που δεν ωφελεί καθόλου αυτούς που “ξεφεύγουν” από τις πολιτικές και κοινωνικές συνέπειες του καλοκάγαθου καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Κάποιος αισθάνεται υποχρέωση μόνο για το καλό του γερμανικού έθνους, όχι όλων των ανθρώπων. “Η Γερμανία πρώτη” λέγεται σιωπηλά στον όρκο.

Αποφασιστική σ’ αυτήν την αύξηση του εθνικού ευ ζην είναι η αύξηση της αντίστοιχης εθνικής οικονομίας. Με αυτήν την έννοια, όλες οι κυβερνήσεις είναι αφοσιωμένες στον εθνικισμό. Στην πράξη, όμως, υπάρχει διαφορά στον τρόπο με τον οποίον θα γίνει αυτό, δηλαδή αν αισθάνεται κανείς αρκετά ισχυρός για τον ελεύθερο ανταγωνισμό, συνεπώς στηρίζεται περισσότερο στο ελεύθερο εμπόριο και τις ανοιχτές αγορές – και άρα, ασυνείδητα, στον “οικονομικό νόμο της σύγχρονης κοινωνίας” που “Επιτρέπει την ελεύθερη ανάπτυξη”, όπως ανακάλυψε ο Μαρξ – ή περισσότερο στην χρήση εξωοικονομικής, πολιτικής ισχύος για να “σφραγίσει”, να απομονώσει την αγορά του, με άλλα λόγια, στον προστατευτισμό· αν βλέπει την βελτίωσή του εμβαπτισμένη στο ευ ζην όλων των “λαών” – δηλαδή, βλέπει την οικονομική ανάπτυξη μέσω της συσσώρευσης του κεφαλαίου στη χώρα του ως μια λειτουργία της παγκόσμιας ανάπτυξης – ή ανεξάρτητη από αυτήν και, συνεπώς, προσπαθεί να την επιβάλλει πολιτικά εντός μιας συγκεκριμένης πολιτικής οικονομίας, όταν οι αναπτυγμένες χώρες είναι, γενικά, σε οικονομική κάθοδο ή στασιμότητα.

Ελεύθερο εμπόριο τότε και τώρα

Στα μέσα του 19ου αιώνα, ο Μαρξ μίλησε ανοιχτά υπέρ του ελεύθερου εμπορίου για αρκετούς θεμελιώδεις λόγους. Όπως εξήγησε ο Ένγκελς: “επειδή το κατάλαβε ως την ‘κανονική κατάσταση της σύγχρονης καπιταλιστικής παραγωγής’, που προάγει την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, τη διαίρεση της κοινωνίας σε δυο τάξεις, τις αυξανόμενες οξείες κρίσεις και τελικά “έναν κοινωνικό μετασχηματισμό” που θα απελευθέρωνε τις μάζες του πληθυσμού “από τη μισθωτή σκλαβιά” – γι’ αυτόν τον λόγο και μόνο ο Μαρξ το ονόμασε “ελεύθερο εμπόριο” (MEW 21, 394).

Αν κάποιος, ως κομμουνιστής, επιθυμεί να μιλήσει σήμερα υπέρ του ελεύθερου εμπορίου με έναν ανάλογο τρόπο, αυτό θα αποτελούσε ένα κακόγουστο αστείο: θα ισοδυναμούσε με το να αγνοήσει όλα όσα έχουν αλλάξει από τον 19ο αιώνα, όπως την τεράστια αύξηση στην παραγωγικότητα της εργασίας, την ανάπτυξη του καπιταλισμού σε αμέτρητες χώρες και την ενσωμάτωση ακόμα και της τελευταίας γωνίας πάνω στη γη στην παγκόσμια αγορά.

Το ελεύθερο εμπόριο, επί της αρχής, έχει κάνει όλα όσα θα μπορούσε και έπρεπε να κάνει, σύμφωνα με τον Μαρξ. Υπό την κυριαρχία του, ιδιαίτερα μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ο διεθνής καταμερισμός εργασίας έχει αναπτυχθεί εξαιρετικά. Χωρίς το ελεύθερο εμπόριο, η ύπαρξη και η οικονομική σπουδαιότητα των πολυεθνικών και διεθνικών εταιρειών δεν θα ήταν νοητή: από το 1990 μέχρι το 2008, ο αριθμός τους αυξήθηκε από 35000 σε 82000, και οι θυγατρικές τους από 150000 σε 800000· και ενώ οι έδρες των κεντρικών εταιρικών τους γραφείων το 1990 ήταν σχεδόν αποκλειστικά στις αναπτυγμένες χώρες, το 2008 αυτό το ποσοστό ήταν λίγο πάνω από το 70%. Σχεδόν τα δύο-τρίτα του παγκόσμιου εμπορίου σήμερα αντιστοιχεί σε συναλλαγές εντός της ίδιας εταιρεάις σε τιμές [κόστους] μεταφοράς.

Οι αποκαλούμενες αλυσίδες αξίας αυτών των εταιρειών οργανώνονται διεθνώς και οι διευθυντές τους, ιδιαίτερα, ενδιαφέρονται για το ελεύθερο εμπόριο σε ανοιχτές αγορές. Ο γενικευμένος προστατευτισμός θα σήμαινε το τέλος του επιχειρηματικού τους μοντέλου, σύμφωνα με το οποίο τα προ- και τα τελικά προϊόντα τους παράγονται κάτω από τις πιο αποδοτικές συνθήκες [κόστους] στην αγορά σε διαφορετικές εθνικές οικονομίες, επιτρέποντας έτσι μια αύξηση στο ποσοστό κέρδους. To παράδειγμα της γερμανικής αυτοβιομηχανίας VW (Volkswagen) είναι πολύ ενδεικτικό.

Αν η γερμανική ομοσπονδιακή κυβέρνηση επέβαλε προστατευτικούς δασμούς στα εισαγόμενα αυτοκίνητα, με σκοπό να προστατέψει τη ντόπια βιομηχανία από τον φθηνότερο ανταγωνισμό, θα έπρεπε να το κάνει αυτό επίσης και για τα αυτοκίνητα Skoda από την Τσεχία ή τα Seat από την Ισπανία3. Οι τιμές τους θα αυξάνονταν στη Γερμανία, εξαιτίας των δασμών, και κατά συνέπεια και οι πίεση στις πωλήσεις τους· κάτι τέτοιο δεν θα αύξανε τα κέρδη της VW αλλά, αντίθετα, θα τα μείωνε. Η Mercedes εδώ και κάποιο καιρό διαφημίζει τα αυτοκίνητά της όχι ως Made in Germany αλλά ως Made by Mercedes. Αυτή είναι μια ξεκάθαρη ένδειξη αυτού που οι δημιουργοί αυτής της παγκόσμιας εταιρείας σκέφτονται για την “εθνική οικονομία”. Δεν αποτελεί συνεπώς έκπληξη το γεγονός ότι οι διοικήσεις τέτοιων μεγάλων εταιρειών στις ΗΠΑ δεν ενθουσιάστηκαν ιδιαίτερα με την προστατευτική εκδοχή του Τραμπ “Πρώτα η Αμερική”. Ο Τραμπ απειλεί να τους τιμωρήσει αν δεν φέρουν την παραγωγή τους πίσω στην Αμερική. Αλλά για να σταματήσουν οι πολυεθνικές να είναι πολυεθνικές πρωτίστως των δικών τους συμφερόντων και να επαναφέρουν την παραγωγή τους πίσω στην Αμερική, πρέπει να αλλάξουν πολλά ακόμα εκεί· θα πρέπει να εξαφανιστούν οι διαφορές στην παραγωγή υπεραξίας με χώρες όπως η Κίνα και το Μεξικό.

Σε σχέση με τον 19ο αιώνα και το πρώτο μισό του 20ου, η οικονομία της παγκόσμιας αγοράς έχει αλλάξει δραματικά· όχι μόνο εξαφανίστηκαν οι εδαφικές διαιρέσεις της αποικιοκρατίας και τα σύνορα που είχε θέσει ο “υπαρκτός” σοσιαλισμός με την εξάπλωση της παγκόσμιας αγοράς – συμπεριλαμβανομένου και του σχετιζόμενου πολεμικού κινδύνου – αλλά άλλαξε επίσης και το βάρος και η δομή της καπιταλιστικής βιομηχανίας. Το γεγονός ότι η βαριά βιομηχανία, που ήταν τόσο σημαντική για τη Γερμανία, υποσχέθηκε προστατευτισμό για τον εαυτό της, για την προστασία της “γερμανικής παραγωγής” σε γερμανικό έδαφος – σε συνδυασμό με την στρατιωτική επιθετικότητα και την αποικιοκρατία για την εξασφάλιση της προμήθειας πρώτων υλών – είχαν νόημα από μια καπιταλιστική σκοπιά. Αντίστοιχα, και το πλάνο των Εθνικοσοσιαλιστών για αυτάρκεια, με σκοπό τη δημιουργία μιας “ελεύθερης από αποκλεισμό μεγάλης αυτοκρατορίας”, συνάντησαν την αποδοχή. Και δεν είχαν επίσης λιγότερη σχέση με την εξασφάλιση πρώτων υλών. Όμως, “η μήτρα από την οποία [αυτό το πλάνο] σύρθηκε προς τα έξω”, δεν είναι πλέον γόνιμη στη Γερμανία ή σε κάποια άλλη βιομηχανικά αναπτυγμένη χώρα. Με την τάση προς την απόλυτη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, το κεφάλαιο αναπτύσσει ταυτόχρονα μια αυξανόμενη δίψα όχι μόνο για διαρκώς περισσότερες αλλά, επίσης, και για καινούριες πρώτες ύλες, εξαιτίας της διαφοροποίησης των αξιών χρήσης. Η Γερμανία εισάγει, αυτή τη στιγμή, πρώτες ύλες από περισσότερες από 160 χώρες. Κι όμως, αυτό δεν έχει σαν αποτέλεσμα μια αναζήτηση για προσαρτήσεις ή για μια εδαφική αναδιανομή του κόσμου. Το αντίθετο: η πρωτοβουλία της ΕΕ για τις πρώτες ύλες στοχεύει, ειδικότερα, στην κατάργηση των εμπορικών περιορισμών ώστε να επιτραπούν οι απευθείας επενδύσεις στον παγκόσμιο Νότο, παρέχοντας, έτσι, στις ευρωπαϊκές εταιρείες απεριόριστη πρόσβαση σε πρώτες ύλες. Σε καμμιά καπιταλιστική χώρα του κόσμου – ούτε καν στις ΗΠΑ, την Ρωσία ή την Κίνα, χώρες πλούσιες σε ορυκτές ύλες – δεν νομίζουμε ότι είναι πιθανόν οι σημερινές ισχυρές φιλοδοξίες για αυτάρκεια να αναδυθούν ως πολεμικός σκοπός και μέσο για την κήρυξη πολέμου εναντίον άλλων καπιταλιστικών χωρών.

Ακόμα και στον κόσμο της πολυεθνικής εταιρικής διακυβέρνησης, οι απόψεις του προστατευτισμού δεν είναι πιθανόν να εμπνεύσουν ιδιαίτερο ενθουσιασμό. Ο γενικός προστατευτισμός ως ένα ανταγωνιστικό μοντέλο είναι δύσκολο να βρει έναν κοινωνικό φορέα σ’ αυτήν την τάξη. Γι’ αυτούς, η ελευθερία της επένδυσης σημαίνει επίσης την ελευθερία να μεταφέρει κανείς την παραγωγή στην τοποθεσία εκείνη στον κόσμο όπου μπορεί να οργανωθεί με τον πιο αποδοτικό από άποψη κόστους και κερδοφορίας τρόπο. Από τη μια αυτό προϋποθέτει διαφορετικές εθνικές οικονομίες με διαφορετικές νομοθεσίες αλλά, από την άλλη, απαιτεί ανοιχτές αγορές και το άνοιγμα στην απεριόριστη επένδυση κεφαλαίου. Συνεπώς, ακόμα και η πιο αναπτυγμένη μορφή κεφαλαίου δεν παράγει κανένα ενδιαφέρον για την εξαφάνιση των εθνών-κρατών, σε αντίθεση μ’ αυτό που υποθέτουν οι θεωρητικοί του “υπερ-ιμπεριαλισμού”. Η κάθε μεμονωμένη εθνική οικονομία, ως ένα κρατικά προστατευόμενο καταφύγιο για το κεφάλαιο, στέκεται “εγκάρσια” στα συμφέροντα των πολυεθνικών.

Παρ’ όλα αυτά, ο προστατευτισμός, και η εθνικιστική ιδεολογία που τον συνοδεύει, δεν έχουν εξαφανιστεί καθώς, στον βαθμό που ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής – ιδιαίτερα στο υπόβαθρο του ελεύθερου εμπορίου σε ανοιχτές αγορές – οδηγεί σε υπερσυσσώρευση και παράγει έναν αυξανόμενο αριθμό χαμένων στον ελεύθερο ανταγωνισμό. Έτσι, η υπόσχεση της οικονομικής ανάπτυξης και συμμετοχής στον ελεύθερο ανταγωνισμό γίνεται μια απειλή για απώλειες και κοινωνική ύφεση μέσω του ελεύθερου ανταγωνισμού4.

Προοπτική “δίκαιο εμπόριο”;

Στον πρόλογό του στο έργο του Μαρξ “Ομιλία για το Ελεύθερο Εμπόριο” του 1848, που παρατέθηκε προηγουμένως, ο Ένγκελς τονίζει, το 1888, ότι η Βρετανία, κάποτε ο μεγαλύτερος συνήγορος του ελεύθερου εμπορίου, έλαβε υπόψιν κάποια στιγμή τον προστατευτισμό, “με πρόχειρο τρόπο συγκαλυμμένο κάτω από το πέπλο του δίκαιου εμπορίου”, επειδή οι ΗΠΑ και η Γερμανία την είχαν οικονομικά ξεπεράσει. Όταν η Γερμανία το 1914, και αργότερα η Γερμανία και η Ιαπωνία στα τέλη της δεκαετίας του 1930 και στις αρχές αυτής του 1940, προσπάθησαν να αναδιοργανώσουν στρατιωτικά την παγκόσμια οικονομία, ήταν χαμένες ευθύς εξ αρχής απέναντι στις ΗΠΑ. Ο σύγχρονος πόλεμος κρίνεται από τη βιομηχανία και η καπιταλιστική βιομηχανία των ΗΠΑ θα μπορούσε αδιαμφισβήτητα να είχε ενώσει τις προσπάθειές της με τη Γερμανία και την Ιαπωνία.

Το ερώτημα διαφέρει σήμερα με την ανάδυση της Κίνας ως μιας καινούριας υπερδύναμης στηριζόμενης στην καπιταλιστική βιομηχανία. Στην πραγματικότητα η Κίνα είναι δυνάμει ικανή να σπάσει την οικονομική-πολιτική-στρατιωτική κυριαρχία των ΗΠΑ στον κόσμο. Κάτι που συνειδητοποιούν όλο και περισσότερο οι ΗΠΑ, κι εκείνοι οι καπιταλιστές ιδιοκτήτες και μισθωτοί εργάτες που είναι ανάμεσα στους χαμένους στον ανταγωνισμό στην παγκόσμια αγορά. Αυτή η κατάσταση εξηγεί, τουλάχιστον σε ένα βαθμό, την επιτυχία του Τραμπ. Και γι’ αυτό ο Τραμπ απαιτεί “δίκαιο εμπόριο”.

Όμως, το “δίκαιο εμπόριο” δεν είναι σήμερα μια απαίτηση μόνο στις ΗΠΑ, ώστε να τιθασευτούν οι βασικοί ωφελούμενοι του ελεύθερου ανταγωνισμού που επιβλήθηκε από τις ΗΠΑ μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο – η Γερμανία και η Κίνα. Αυτή η απαίτηση τίθεται επίσης από τμήματα του μεγάλου ιδιωτικού κεφαλαίου, ακόμα και στη Γερμανία, που βλέπουν να απειλούνται. Για παράδειγμα, η Thyssen-Krupp στη Γερμανία απαιτεί πολύ σοβαρά “δίκαιο εμπόριο” στον ανταγωνισμό με την κινέζικη χαλυβουργία, και το εργατικό δυναμικό, υπό την καθοδήγηση του συνδικάτου IG Metall και των συνδικάτων, αγανακτεί με τις τιμές του dumping5. Προφανώς ξεχνιέται ότι η γερμανική χαλυβουργία έγινε αυτό που έγινε η ίδια για πολύ καιρό, και είναι σε κάποιο βαθμό ακόμα και σήμερα, μέσω των ίδιων φθηνών προϊόντων που ωθούν την κινέζικη χαλυβουργία στην παγκόσμια αγορά τώρα. Το “Made in Germanyήταν η επιτομή των φθηνών αντιγράφων κατά τον 19ο αιώνα που υποτίθεται θα έσπαγαν το βιομηχανικό μονοπώλιο της Βρετανίας.

Αλλά, σήμερα, το “δίκαιο εμπόριο” είναι ένα δημοφιλές σλόγκαν και της αριστεράς, σχεδιασμένο με την πρόθεση να προστατεύσει από τα αποτελέσματα του ελεύθερου ανταγωνισμού. Ακόμα και αυτοί που αναγνωρίζουν την νομιμοποίηση της απαίτησης για “δίκαιο εμπόριο” για λιγότερο αναπτυγμένες χώρες, δεν θα πρέπει να παραβλέπουν το γεγονός ότι είναι μια ιδεολογική απαίτηση της αγοράς που βλέπει την σωτηρία στον έλεγχο της προσφοράς και ζήτησης και συνεπώς, ακόμα και χωρίς πρόθεση, οδηγεί γρήγορα σε συμμαχίες που δεν θέλουμε πραγματικά. Αν η γερμανική αριστερά κινητοποιήθηκε ενάντια στην TTIP (Διατλαντική Συνεργασία Εμπορίου και Επενδύσεων, Transatlantic Trade and Investment Partnership), ο Τραμπ σταμάτησε τις διαπραγματεύσεις ενώ ανακοίνωσε και την αποχώρηση των ΗΠΑ από την TPP (Συνεργασία των Δυο πλευρών του Ειρηνικού, Trans-Pacific Partnership) – την άλλη μείζονα συμφωνία ελεύθερου εμπορίου στην περιοχή του Ειρηνικού.

Οι προοπτικές ότι ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής – ιδιαίτερα στις βιομηχανικά αναπτυγμένες χώρες – έχει ακόμα να προσφέρει σήμερα παραμένουν άσχημες. Δεν υπάρχει κάτι όπως μια “εθνική λύση” σ’ αυτή τη μιζέρια, ούτε κάποια “αριστερή εθνική” λύση. Ακόμα και η υπεράσπιση των κοινωνικών μεταρρυθμίσεων που κερδήθηκαν ή παραχωρήθηκαν στον απόηχο το αποδεκατισμένου συστημικού ανταγωνισμού, προϋποθέτει ένα διεθνές κίνημα το οποίο, όσο το αφορά, μπορεί να αντλήσει τη δύναμή του μόνο από ριζική κριτική των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων. Ο προστατευτισμός, διαδιδόμενος σαν επιδημία – πιθανότερο κάτω από την αιγίδα των καπιταλιστών, μάλλον, παρά της “αριστεράς” – θα κατέστρεφε γρήγορα την παγκόσμια αγορά και θα οδηγούσε σε έκρηξη τις κοινωνικές αντιθέσεις στα αναπτυγμένα καπιταλιστικά έθνη-κράτη και τις πολιτικές αντιθέσεις μεταξύ τους – ανάλογα με τα χρόνια μετά το 1929. Από την άλλη, η συνεργατική παγκόσμια οικονομική τάξη “μαζί με το ελεύθερο εμπόριο”, θα ευνοήσει την υπερσυσσώρευση και, μαζί με αυτήν, την δυναμική της εντατικοποίησης των κρίσεων6.

Ο προσανατολισμός προς την ενίσχυση της εθνικής κυριαρχίας με σκοπό την κοινωνική μεταρρύθμιση, το φλερτ με την εθνική δημοκρατία, ως ένα μέσο για την ενίσχυση των συμφερόντων των μισθωτών εργατών στην εν λόγω χώρα, δεν έχει μακροπρόθεσμες προοπτικές επιτυχίας κάτω από τις σημερινές συνθήκες της διαμεσολαβημένης από την αγορά παγκόσμιας αλληλεξάρτησης και εξάρτησης των εθνικών οικονομιών, και τη σημερινή αδυναμία ανάπτυξης του κεφαλαίου εν γένει. Χρησιμοποιώντας εθνικιστικά επιχειρήματα, ο προστατευτισμός δουλεύει σε αντιδραστική κατεύθυνση. Ο εθνικισμός ήταν πάντα ένα αστικό-καπιταλιστικό σχέδιο, που μόνο περιστασιακά απέφερε κοινωνική πρόοδο, όταν ακόμα ταυτιζόταν με την ανάπτυξη των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων και του αντίστοιχου τρόπου παραγωγής μέσω του οικονομικού προστατευτισμού. Στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, ο εθνικισμός γίνεται μια ιδεολογία που προετοιμάζει “οικονομικούς” και, πιθανόν, και κυριολεκτικούς πολέμους μεταξύ τους.

1 Στμ. Μεταφρασμένο από εδώ: https://kosmoprolet.org/de/wie-nationalistisch-ist-das-kapital-heute.

2 Ο Robert Schlosser ζει στο Μπόχουμ. Εργάστηκε για πολλά χρόνια – με επανειλημμένες διακοπές λόγω χρεωκοπίας και ανεργίας – σαν εκπαιδευόμενος, μηχανικός και τεχνικός εκδότης σε διάφορες εταιρείες στη βιομηχανία (χαλυβουργεία, εργαστάσια αυτοκινήτων, εργοστάσια φλάντζας, μηχανολογικές εγκαταστάσεις, καταστκευή εργοστασίων) και σήμερα είναι στη σύνταξη. Διάφορες πολιτικές θέσεις και θεωρητικά άρθρα του μπορούν να βρεθούν στον προσωπικό του ιστότοπο: www.rs002.de/Soziale_Emanzipation/Start.htm.

3 Στμ. Ως γνωστόν οι δυο αυτές εταιρείες – Skoda και Seat – είναι θυγατρικές της Volkswagen στην Τσεχία και την Ισπανία αντίστοιχα.

4 Στμ. Εξαιρετικά σημαντικό σημείο που αναδεικνύει, κατά την άποψή μας, την διαλεκτικά αντιφατική δυναμική του κεφαλαίου σ’ αυτή την φάση της αναδιάρθρωσης-κρίσης: από την μια, η παγκοσμιοποίηση – ως περαιτέρω άνοιγμα των αγορών και απεριόριστης κινητικότητας του κεφαλαίου σε συνθήκες ανοιχτών αγορών – προϋποθέτει τη διατήρηση διαφοροποιημένων ζωνών συσσώρευσης, δηλαδή των εθνικών οικονομιών (είτε ως εθνικών ζωνών συσσώρευσης είτε ως διεθνικών, με έναν βαθμό ολοκλήρωσης)· από την άλλη ο προστατευτισμός προϋποθέτει την παγκοσμιοποίηση – όπως αναφέρεται και στο κείμενο, ως ανάγκη εξομοίωσης των όρων απόσπασης υπεραξίας μεταξύ διαφορετικών ζωνών συσσώρευσης.

5 Στμ. Αντι-ντάμπινγκ: δασμοί που εφαρμόζονται για να αποθαρρύνουν τις πολύ επιθετικές τιμές στο παγκόσμιο εμπόριο.

6 Στμ. Εν ολίγοις ο προστατευτισμός φαίνεται να τείνει να επιδεινώνει τις κοινωνικές και διακρατικές αντιθέσεις και η παγκοσμιοποίηση την κρίση υπερσυσσώρευσης και οι δυο αυτές διαδικασίες ενισχύουν η μια την άλλη.Μπορούμε, δηλαδή,να πούμε ότι ηδιαλεκτικά αντιφατικήδυναμική του κεφαλαίου, που θίγουμε στην υποσημείωση [4], είναι “διπλά” αντιφατική, καθώς οι δυο επί μέρους τάσειςτηςη παγκοσμιοποίηση και προστατευτισμόςως προϋπόθεση αλλά και όριο/αναίρεση το ένα του άλλουαλληλοτροφοδοτούνται αναδραστικά, προσδίδονταςστην τρέχουσα κρίση του κεφαλαίου συστημικό χαρακτήρα και καθιστώντας δύσκολα ορατή μια υπέρβασή της.Οι χαμένοι μοιάζει να αυξάνονται σε αυτήν την αντιφατική προσπάθεια των εθνικών οικονομιών να βελτιώσουν τη θέση τους σε έναν παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας με φόντο ένα περιβάλλον ελεύθερου ανταγωνισμού που τις υπονομεύει.

 

Απεικόνιση της επιβράδυνσης του “ρυθμού της παγκοσμιοποίησης”, με βάση τον όγκο των παγκόσμιων εξαγωγών, λόγω της κρίσης (από τον Economist, στοιχεία του 2013).

 

Προστατευτικά μέτρα που έχουν ληφθεί μετά το 2008 (Πηγή: Wikiwand).

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

css.php