Ο Ερρίκο Μαλατέστα και το αναρχικό κίνημα σήμερα

Μια συζήτηση στην κατάληψη της Ανάληψης με εισήγηση του σ. Π. Καλαμαρά

Στις 13 Oκτωβριου πραγματοποιήθηκε πολιτική εκδήλωση στην Κατάληψη Ανάληψη, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων για τα 3 χρόνια λειτουργίας της, με θέμα «Ο Ερρίκο Μαλατέστα και το αναρχικό κίνημα σήμερα». Η εισήγηση έγινε από τον σ. Π. Καλαμαρά, των εκδόσεων Ελευθεριακή Κουλτούρα. Μεθοδολογικά ξεκαθάρισε ότι δεν θα μιλούσε ως ειδικός στον Μαλατέστα αλλά για να μοιραστεί ιδέες και σκέψεις πάνω στην ζωή και το έργο του καθώς και την πιθανή επικαιρότητα του. Όσα ακολούθησαν κινήθηκαν γύρω από δύο βασικούς άξονες: α) ιστορικά στοιχεία γύρω από τη ζωή και το έργο του Μαλατέστα και τη σχέση τους με τα δύο μεγάλα επαναστατικά γεγονότα του 20ου αιώνα (Ρωσική Επανάσταση, Ισπανική Επανάσταση) και β) προβληματισμούς που προκύπτουν από τις ιδέες του ιταλού επαναστάτη και αφορούν το αναρχικό κίνημα του σήμερα, όπως η απόσταση μεταξύ θεωρίας και πράξης και το πρόβλημα της κατάργησης της (πολιτικής) εξουσίας. Θα προσπαθήσουμε να αποδώσουμε συνοπτικά αυτά τα δύο σημεία.

 

Ο Μαλατέστα υπήρξε ένας από τους βασικούς «ιδρυτικούς πατέρες» της αναρχίας μαζί με τους Προυντόν, Κροπότκιν, Μπακούνιν και ο πιο «συνεπής» αναρχικός ανάμεσά τους, όντας μέλος του αναρχικού κινήματος από μικρή ηλικία μέχρι και το τέλος της ζωής του το 1932. Έζησε όλη την πρώτη φάση ανάπτυξης του αναρχικού ρεύματος, από τη διάσπαση της Πρώτης Διεθνούς το 1872 και το συνέδριο του St. Imier μέχρι τη γιγάντωσή του, κυρίως στις Η.Π.Α και στη Νότια Αμερική στα τέλη του 19ου αι., την ανάπτυξή του στην Ιταλία, τη Γαλλία και την Ισπανία τη δεκαετία του 1910, αλλά και την εμπλοκή των αναρχικών στη ρωσική επανάσταση.

Η ζωή του ήταν ταραχώδης, γεμάτη από φυλακίσεις, εξορίες, ταξίδια καθώς και συμμετοχή σε μεγάλες επαναστατικές στιγμές όπως η Κόκκινη Εβδομάδα (Settimana Rosa) στην Ιταλία το 1914. Αρχικά, και με σύγχρονους όρους, θα τον λέγαμε εξεγερσιακό αναρχικό, πολύ κοντά στις ιδέες του Μπακούνιν, κάτι που φαίνεται και από τη συμμετοχή του στη συμμορία Ματέζε (La Banda del Matese), η οποία to 1877 κήρυξε «πραξικοπηματικά» τον ελευθεριακό κομμουνισμό στην ιταλική επαρχία Benevento. Αργότερα εγκατέλειψε αυτές τις απόψεις και πρακτικές.

Ι. Για την επανάσταση

Γύρω από το ζήτημα της επανάστασης, που τότε έμπαινε με πολύ πιο πραγματικούς όρους στο αναρχικό κίνημα, ο Μαλατέστα υποστηρίζει ότι η αυτή είναι αναπόφευκτη. Αναλυτικότερα: Αν θέλουμε να αλλάξουμε την υπάρχουσα εκμεταλλευτική εξουσιαστική κοινωνία δεν υπάρχει άλλος τρόπος από μία βίαιη επανάσταση, διότι ποτέ στην ιστορία οι κρατούντες δεν εγκατέλειψαν την εξουσία με ειρηνικό τρόπο. Θεωρεί, δε, ως επανάσταση, την πράξη ή την στιγμή στην οποία γίνεται μια ριζική ρήξη με την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων. Υπάρχει μια ολόκληρη και πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση σχετικά με το ζήτημα επανάσταση ή μεταρρύθμιση (όπως και για το συναφές θέμα δημοκρατία ή αναρχία) στις αρχές του 20ου αιώνα ανάμεσα στον Μαλατέστα και τον γνωστό δικηγόρο Fransesco Saverio Merlino, που αρχικά ήταν αναρχικός και στη συνέχεια έγινε σοσιαλιστής. Ο Merlino θεωρεί πως η επανάσταση μπορεί να γίνει μέσω ουσιαστικών μεταρρυθμίσεων χωρίς την καταφυγή σε μια επανάσταση, ενώ ο Μαλατέστα τον αντικρούει ρητά.

Στο ερώτημα «Πώς γίνεται η επανάσταση; Από ποιους και για ποιους;», ο Μαλατέστα απαντά κάπως αντιφατικά. Από τη μια είναι μπακουνικός και θεωρεί ότι μια μικρή ομάδα αποφασισμένων ανθρώπων θα διαβλέψουν τη σωστή στιγμή που μπορεί να πραγματοποιηθεί, θα αρπάξουν την ευκαιρία και θα την πραγματοποιήσουν. Από την άλλη, θεωρεί ότι δεν μπορεί να είναι έργο μόνο κάποιων συγκεκριμένων, ενός κόμματος, μιας κοινωνικής τάξης (π.χ της εργατικής) ή των αναρχικών αλλά θα είναι έργο όλων όσων αρνούνται το υπάρχον και θα έχει ως βασικό σκοπό της την ελευθερία (από κοινού με την ισότητα), την οποία θα επιδιώκει συνεχώς, αίροντας ταυτοχρόνως όλες τις ανισότητες (πολιτικές, οικονομικές κ.λπ.). Εάν δεν πληρείται αυτό το κριτήριο, το πολύ που μπορεί να γίνει είναι μια δικτατορία, έστω και αυτής της πρώτης μικρής ομάδας που έκανε την επανάσταση και είναι σαφές πως θα πρόκειται για κάτι τελείως διαφορετικό από την κοινωνία που οραματίζονται οι αναρχικοί. Αυτή η θέση είναι πολύ σημαντική και είναι μέσω αυτής που έρχεται σε πλήρη ρήξη με το μπολσεβίκικο μοντέλο κατάκτησης της εξουσίας, διαβλέποντας αυτό που επρόκειτο να συμβεί τελικά στη Σοβιετική Ένωση.

Στο επόμενο ερώτημα που τίθεται: «Τι θα γίνει μετά την επανάσταση; Πώς θα εδραιωθεί μια κοινωνία ίσων και αδελφωμένων ανθρώπων;» ο Μαλατέστα θεωρεί ότι η επανάσταση (στιγμή της ρήξης) αποτελεί το πρώτο στάδιο, ακολουθούμενο από ένα δεύτερο, στο οποίο έρχεται η στιγμή, ελεύθεροι πια από τους δυνάστες, να φτιάξουμε τη δική μας κοινωνία. Συγκεκριμένα έχει μια άποψη για την πολιτική που, στα ιταλικά, ονομάζεται gradualismo (από το graduale: βαθμιαίος, σταδιακός). Στην περιπτωσή μας, σημαίνει ότι ναι μεν κάνουμε την επανάσταση αλλά δεν βιαζόμαστε να την ολοκληρώσουμε. Συνεχίζουμε με στάδια τα οποία προϋποθέτουν να μην κάνουμε πίσω στις αρχές μας αλλά να πείθουμε και άλλους ανθρώπους πως η λογική και οι πρακτικές μας είναι οι πλέον αποτελεσματικοί τρόποι για να πραγματοποιήσουμε την ατομική και συλλογική αλλαγή της καθημερινής ζωής. Έτσι κάνει μία διάκριση ανάμεσα σε αναρχισμό και αναρχία. Ο αναρχισμός είναι η μέθοδος για να φτάσουμε σε αυτό που επιθυμούμε ενώ η αναρχία είναι το κοινωνικό σύστημα στο οποίο θα ζήσουμε. Αυτό δεν μπορεί να είναι κάτι το οριστικό ούτε μια ολοκληρωμένη ουτοπία, σε αντίθεση με διάφορα σοσιαλιστικά-μαρξιστικά σχήματα. Θα είναι μία κατάσταση σε διαρκή εξέλιξη και πορεία.

Αναφορικά με το οικονομικό μοντέλο που θα μπορούσε να ακολουθηθεί, από τα διαθέσιμα προτεινόμενα, από την ακραία πτέρυγα του σοσιαλισμού ως την αναρχία (π.χ κολλεκτιβιστικό. κομμουνιστικό, αναρχοκομμουνιστικό, συνεργατικό) υποστηρίζει πως αυτά θα πρέπει να συνυπάρξουν. Η επιβολή «από τα πάνω» ενός, έναντι των υπόλοιπων, όπως έγινε στη Ρωσία με την κολλεκτιβοποίηση, θα είναι πρακτική άρνηση της αναρχίας. Καταλήγει στο συμπέρασμα πως θα ήταν καλύτερο να ηττηθούμε από το να εφαρμόσουμε τις ιδέες μας με δικτατορικό τρόπο. Στην δεύτερη περίπτωση, θα καταδικάσουμε τις ιδέες μας όχι, μόνο, σε μία συγκυριακή ήττα αλλά θα τις καταστήσουμε σε τέτοιο βαθμό ανενεργές που κανείς δεν θα τις χρησιμοποιήσει στο μέλλον.

ΙΙ. Για τη ρωσική και ισπανική επανάσταση

Η κριτική του Μαλατέστα στη ρωσική επανάσταση είναι σαφής. Ήδη από το 1918 γράφει πως στη Ρωσία δεν γίνεται κάτι που μπορεί να μας εμπεριέχει και τα πράγματα δεν ακολουθούν την κατεύθυνση που θα θέλαμε. Είναι γεγονός ότι η επανάσταση αυτή, κυρίως τον Φλεβάρη του 1917, και όχι στο πραξικόπημα των μπολσεβίκων στις 26 Οκτώβρη 1917, δεν ήταν έργο μόνο των τελευταίων, που ανήκαν σαφώς στη μειοψηφία, αλλά σημαντικό ρόλο έπαιξαν και οι αναρχικοί και οι σοσιαλεπαναστάτες (εσέροι). Αρχικά, γι’ αυτόν τον λόγο, ο ίδιος ο Λένιν ήταν υποκριτικά φίλα προσκείμενος στους αναρχικούς, και μάλιστα στο «Κράτος και Επανάσταση» εξυμνεί την υποκειμενικότητα, τον βολονταρισμό κ.λπ. Ο Μalatesta δηλώνει, ήδη από το 1918, ότι θα υπάρξουν μεγάλα προβλήματα για τους αναρχικούς στη Ρωσία, μερικοί από τους οποίους, μάλιστα, είχαν προσχωρήσει στο μπολσεβίκικο κόμμα. Πράγματι, από τις αρχές της επανάστασης, και μάλιστα με την καθοδήγηση του ίδιου του Λένιν, δημιουργήθηκε η πρώτη μυστική αστυνομία, η Τσεκά (στα ρωσικά: чрезвычайная комиссия), με επικεφαλής τον Felix Dzerzhinsky, η οποία σταδιακά εξόντωσε τους αναρχικούς, τους σοσιαλεπαναστάτες, ακόμη και την εργατική αντιπολίτευση εντός του ίδιου του κόμματος των μπολσεβίκων.

Ο Μαλατέστα δικαιώθηκε από τη γνωστή ιστορία με τον Μάχνο και την Μαχνοβτσίνα στην Ουκρανία, όπως και με την καταστολή της εξέγερσης της Κροστάνδης το 1921, που υπήρξε και η ταφόπλακα κάθε έννοιας αντιπολίτευσης στην Ρωσία. Ο Μαλατέστα ήταν πολύ καλος φίλος με τον Ιταλό αναρχοσυνδικαλιστή Luigi Fabbri, ιδρυτικό μελος της USI, ο οποίος πήγε στη Ρωσία τα χρόνια της επανάστασης και έγραψε ένα βιβλίο για το τι γινόταν εκεί. Ο Fabbri θεωρεί πως πρόκειται για κάτι το ολέθριο και καταστροφικό για την ίδια την επανάσταση, και πιο συγκεκριμένα πως εκεί βιώνεται η δικτατορία ενός κομματικού μηχανισμού και σαφώς όχι κάποια έννοια μιας δικτατορίας του προλεταριάτου (καθώς βλέπουμε να έχει εγκαθιδρυθεί μια δικτατορία επί του προλεταριάτου). Η δικτατορία του προλεταριάτου η οποία, υποτίθεται ότι στοχεύει, σύμφωνα με την ίδια τη μαρξική ιδέα, στην τελική εξάλειψη του κράτους, κατέληξε να αποτελεί το όργανο στα χέρια ενός κόμματος προκειμένου να επιβάλλει βιαίως αυτό που θεωρεί σωστό, όπως ακριβώς δηλαδή έκαναν και οι προηγούμενοι κυρίαρχοι (και μάλιστα με έναν ακόμη πιο ωμό και «επιστημονικό» τρόπο). Ο Μαλατέστα συμφωνεί με αυτή τη θέση και γράφει, με αφορμή τον θάνατο του Λένιν, στο περιοδικό «Pensiero y Volonta», την Φεβρουαρίου του 1924, το κείμενο «Πένθος ή Γιορτή;», απόσπασμα του οποίου είναι το παρακάτω σε ελεύθερη μετάφραση:

«Μπορούμε να έχουμε κάποιου είδους αναγκαστικό σεβασμό γι αυτόν (τον Λένιν), όπως δείχνουν τα πλήθη απέναντι στους ισχυρούς άνδρες, ακόμη κι αν αυτοί έχουν αποδειχθεί όχι και τόσο σύμφωνοι με τις επιθυμίες τους, καμιά φορά μάλιστα μπορεί να τους έχουν κάνει και κακό, οι οποίοι ωστόσο κατάφεραν να αφήσουν στην ιστορία ένα βαθύ ίχνος από το πέρασμά τους. Τέτοιοι άνθρωποι ήταν ο Αλέξανδρος, ο Ιούλιος Καίσαρ, ο Λογιόλα, ο Κρόμγουελ, ο Ροβεσπιέρος, ο Ναπολέων. Αλλά αυτός, παρ’ ότι μπορεί να είχε τις καλύτερες προθέσεις, ήταν ένας τύραννος, ήταν ο στραγγαλιστής της Ρώσικης Επανάστασης, και γι’ αυτό αφού δεν μπορούσαμε να τον αγαπήσουμε ζωντανό, δεν μπορούμε να τον κλάψουμε και πεθαμένο. Ο Λένιν είναι νεκρός, Ζήτω η ελευθερία!».

Σχετικά με την ισπανική επανάσταση εκφράστηκε από τον εισηγητή η άποψη ότι η επιλογή των αναρχικών να βρεθούν ακόμα και σε κυβερνητικά πόστα επιβεβαίωσε, σε έναν βαθμό, τις ιδέες του Μαλατέστα σχετικά με το επαναστατικό υποκείμενο (που δεν μπορεί να είναι μόνο οι αναρχικοί) και το πώς μπορεί να επιτευχθούν οι στόχοι μιας επανάστασης μέσα από την ευρύτερη συμμαχία των ριζοσπαστικών δυνάμεων, κι αυτό για τους εξής λόγους: πρώτον, οι αναρχικοί στην Ισπανία δεν ήταν οι μόνοι που είχαν ισχυρές δυνάμεις, αλλά δεν ήταν και η πλειοψηφία στο ριζοσπαστικό στρατόπεδο. Επιπλέον, όπως πολύ καλά αναπτύσσεται από τον σ. Claudio Venza στο βιβλίο του «Αναρχία και πολιτική εξουσία στον Ισπανικό Εμφύλιο», οι αναρχικοί είχαν πολύ συγκεκριμένα «τεχνικά» προβλήματα. Δηλαδή, παρά τη φοβερή μαχητικότητά τους, στις απεργίες και στον δρόμο, γενικότερα, ήταν, στην πλειοψηφία τους, προλετάριοι αγράμματοι και ανειδίκευτοι και, συνεπώς, δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν πλήρως σε καθήκοντα που αφορούν την κοινωνική-οικονομική οργάνωση (είχαν μεγάλες ελλείψεις σε μηχανικούς, λογιστές κ.λπ.), κάτι που δεν συνέβαινε κυρίως με το σοσιαλιστικό κόμμα. Τέλος, αναπτύχθηκε από τον εισηγητή και ένας ευρύτερος προβληματισμός σχετικά με το γεγονός ότι η ήττα των αναρχικών στην Ισπανία μπορεί να οφείλεται στο ότι δεν είχαν σκεφτεί αρκετά και σε βάθος πάνω στο πρόβλημα της πολιτικής εξουσίας και την πλήρη της κατάργηση (και απουσία) της στη μελλοντική κοινωνία της ισότητας και της ελευθερίας.

ΙΙΙ. Θεωρία και πράξη και το πρόβλημα της πολιτικής εξουσίας

Από τα παραπάνω προέκυψαν τα εξής ζητήματα, που αντανακλώνται και στο σήμερα. Το πρώτο αφορά στο αν και πώς γίνονται όλα αυτά που οραματίζονται οι αναρχικοί στην πράξη. Κατά πόσο, δηλαδή, το ιδεώδες της άμεσης συνάφειας μέσων και σκοπών μπορεί να εφαρμοστεί σε μεγάλη κλίμακα, στο πλαίσιο της σημερινής μαζικής κοινωνίας. Με άλλα λόγια, πώς μπορούν τα ελευθεριακά μορφώματα να επιβιώσουν μη δεχόμενα το δόγμα «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», μη ερχόμενα συνεπώς σε αντίφαση με αυτά που πρεσβεύουν; Πώς θα καταφέρουν κάποιοι να πείσουν αυτούς που δεν είναι πεισμένοι και πώς αυτοί που είναι πεισμένοι δεν θα θεωρήσουν ότι έχουν κάποιο «δικαίωμα» παραπάνω από τους υπόλοιπους;

Ιστορικά δεν έχει συμβεί ποτέ μια τέτοιου είδους επανάσταση. Τέτοια προβλήματα αντιφάσεων αντιμετωπίζουμε ακόμα, σε μικροκλίμακα, λίγο πολύ και εντός των δικών μας συλλογικοτήτων, όπως για παράδειγμα με τις άτυπες ιεραρχίες (άνιση κατανομή του λόγου, έμφυλες διακρίσεις κ.λπ.). Συνεπάγεται ότι θα πρέπει να δομήσουμε συλλογικά κάποιες δικλείδες ασφαλείας, γιατί αλλιώς μπορεί να βρεθούμε μπροστά σε κάθε είδους ολοκληρωτισμούς.

Το δεύτερο ζήτημα που αναδείχθηκε αφορά την πολιτική εξουσία. Οι αναρχικοί, ήδη από το συνέδριο του St. Imier το 1872, υποστήριζαν ότι κύριος στόχος του κινήματος είναι η καταστροφή κάθε πολιτικής εξουσίας. Τι ορίζουμε όμως τελικά ως πολιτική εξουσία; Υπάρχει δυνατότητα οργάνωσης της κοινωνίας χωρίς καμία μορφή εξουσίας; Η ελληνική γλώσσα είναι κάπως φτωχή στις φιλοσοφικές πολιτικές έννοιες. Έτσι, όταν μιλάμε για «εξουσία», εννοούμε, συνήθως, κάτι το δυναστικό, με αυτή την έννοια να είναι σχεδόν πάντα αρνητικά φορτισμένη. Στις λατινογενείς γλώσσες, αντίθετα, ξεκινώντας από το ρωμαϊκό δίκαιο, το οποίο έθεσε για πρώτη φορά τα ζητήματα με τα οποία καταπιάστηκαν οι μεγάλοι επαναστάτες όπως ο Μάρξ, ο Μπακούνιν κ.λπ., η «εξουσία» ονομάζεται «potere» που σημαίνει δύναμαι, δηλαδή έχω τη δύναμη ή αλλιώς μπορώ να κάνω κάτι. Ενώ για την καταπιεστική εξουσία χρησιμοποιείται ο όρος όρο «dominio», που σημαίνει κυριαρχία και έχει σαφώς αρνητική χροιά. Υπάρχει, τέλος, η έννοια της «autorita», που μπορεί να μεταφραστεί ως υπέρτατη εξουσία, αυθεντία ή αυταρχία και σημαίνει τη μία και μοναδική αρχή που αποφασίζει. Οι αναρχικοί μάλιστα, την εποχή του σχίσματος της Πρώτης Διεθνούς, δηλώνουν Antiautoritari Socialisti δηλαδή αντι-αυταρχικοί σοσιαλιστές.

Θα πρέπει να διερωτηθούμε εδώ για την χρήση του όρου αντιεξουσία στα ελληνικά, που δηλώνει μόνο άρνηση και όχι ταυτότητα, και γι’ αυτό μπορεί να χρησιμοποιηθεί και από αντιδραστικά μορφώματα. Στα ιταλικά υπάρχει μεν η έννοια της «contro-potere», της αντι-δύναμης, αλλά σημαίνει κυρίως τη δική μας δύναμη (των εκμεταλλευόμενων, των κυριαρχούμενων) ενάντια στην κατεστημένη εξουσία. Κάτι που, στο σύγχρονο κινηματικό λεξιλόγιο, παραπέμπει στο λενινιστικό μοντέλο, που πρεσβεύει ότι πριν την επανάσταση, όταν υφιστάμεθα τη διαρκή εξουσία του καπιταλιστικού συστήματος, πρέπει και έχουμε την δύναμη να οργανωθούμε ενάντιά της, φτιάχνοντας την δική μας «εξουσία» (συνδικάτα, ένοπλες οργανώσεις, ενώσεις γυναικών κ.λπ.). Μιλάμε, δηλαδή, για έναν τύπο δυαδικής εξουσίας. Έτσι, τα ερωτήματα μπορούν τελικά να τεθούν ως εξής: Μπορεί να υπάρξει κοινωνία χωρίς «εξουσία» με την έννοια της κυριαρχίας; Εμείς λέμε ότι μπορεί. Μπορεί όμως να υπάρξει κοινωνία χωρίς «εξουσία», με την έννοια της δύναμης, της δυνατότητας επιβολής μιας απόφασης; Πρόκειται για ένα εμμενές πρόβλημα των κοινωνιών, που θα πρέπει να μας απασχολήσει, ακριβώς αντλώντας και συμπεράσματα από τη στάση των αναρχικών και τα προβλήματα που αντιμετώπισαν στην ισπανική επανάσταση.

Τέλος τέθηκε το ζήτημα του εγχώριου αναρχικού κινήματος και αναπτύχθηκε ένας προβληματισμός σχετικά με την αναδυόμενη συμπάθεια κάποιων τμημάτων του αναρχικού χώρου προς τη λενινιστική- μπολσεβίκικη επαναστατική μέθοδο, με ιδιαίτερη αναφορά στη δράση του ΚΚΕ τη δεκαετία του 1940. Είναι δυνατόν να συνυπάρξει μια τέτοια αντίληψη και πρακτική με τα αναρχικά προτάγματα; Αλλά και τι έχει παραγάγει αυτή η μέθοδος ιστορικά; Zούμε σε μια εποχή μάλλον κοινωνικής νηνεμίας, αλλά τι θα σήμαιναν αυτά για περιόδους που παίζονται μεγαλύτερα στοιχήματα;

Ακολούθησε συζήτηση.

Αναφορές

Ερρίκο Μαλατέστα, “Δημοκρατία, φασισμός, αναρχία”, εκδόσεις Ελευθεριακή Κουλτούρα

Τζιαμπέτρο “Νίκο” Μπέρτι, “Μαρξισμός και Αναρχισμός”, εκδόσεις Ελευθεριακή Κουλτούρα

Errico Malatesta, “Buon senso e utopia”, edizioni Eleuthera

Claudio Venza, “Anarchia e potere nella guerra civile spagnola”, edizioni Eleuthera

Lamberto Borghi, “Dittatura e rivoluzione”, Ανκόνα 1921

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

css.php