Το οριακό σημείο της καπιταλιστικής ισότητας

σημειώσεις για έναν αντιρατσισμό της κατάργησης [της φυλής]

Του Chris Chen

Εndnotes #3

Αναδημοσίευση από την ελληνική μετάφραση του Endnotes 3 (Φύλο, Φυλή, Τάξη και άλλες Δυστυχίες), φίλοι του κεραυνοβόλου κομμουνισμού, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, Νοέμβριος 2015.

Χωρίς μιαν επεξεργασία της σχέσης ανάμεσα στη «φυλή» και τη συστηματική αναπαραγωγή της ταξικής σχέσης, το ζήτημα της επανάστασης ως υπέρβασης των εδραιωμένων κοινωνικών διαιρέσεων μπορεί να τεθεί μόνο με μια στρεβλή και μη-πλήρη μορφή. Και χωρίς μια κατανόηση της δυναμικής της φυλετικοποίησης (racialisation) –από την ιστορική αφετηρία του καπιταλισμού κατά την περίοδο της «πρωταρχικής συσσώρευσης» μέχρι την κρατική αναδιάρθρωση των ΗΠΑ στη μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο εποχή– οι συνεχιζόμενοι αγώνες ενάντια στις εξελισσόμενες μορφές φυλετικής κυριαρχίας μπορούν μόνο να παραγνωριστούν ως ευρισκόμενοι στην περιφέρεια μιας, εν τέλει, φυλετικά ουδέτερης σύγκρουσης ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία. Αντί μιας εξασθένησης εξαιτίας της παρακμής ενός, όπως ερμηνεύεται μερικές φορές, άχρηστου πλέον συστήματος λαϊκών αντιλήψεων, η αντίσταση στη φυλετική υποταγή στις ΗΠΑ συνεχίζεται. Η «φυλή» δεν έχει αποδυναμωθεί: έχει, μάλλον, μετασχηματιστεί στο πλαίσιο των μέτρων λιτότητας και ενός ενισχυμένου «μετα-φυλετικού» κράτους ασφαλείας, το οποίο δημιουργήθηκε για να διαχειριστεί τις δήθεν φυλετικές απειλές στις οποίες εκθέτουν το έθνος η ζωή των άμισθων μαύρων, η εργασία των λατινοαμερικάνων μεταναστών και η «ισλαμική τρομοκρατία».

Το δουλεμπόριο των μαύρων στις ΗΠΑ συγκρότησε, μέσω της «φυλής», την «ελεύθερη» εργασία ως λευκή και το να είναι κανείς λευκός ως μια ιδιότητα μη-υποδούλωσης και αναπαλλοτρίωτου. Η τυπική κατάργηση της δουλείας έρχεται κατόπιν να ορίσει το αμερικανικό επίτευγμα αυτού που ο Μαρξ αποκάλεσε «διπλή ελευθερία»: την «ελευθερία» του αναγκαστικού διαχωρισμού από τα μέσα παραγωγής, και την «ελευθερία» πώλησης της εργασιακής δύναμης στη συλλογική τάξη των ιδιοκτητών αυτών των μέσων.1 Παρ’ όλα αυτά, όμως, η «φυλή» δεν καθιστά απλά πιο πολύπλοκη την όποια περιοδολόγηση της ιστορικής αφετηρίας του καπιταλισμού· ήταν ο πρωταγωνιστής μιας ολόκληρης σειράς εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων, κινημάτων ενάντια στο απαρτχάιντ και για τα πολιτικά δικαιώματα στα μέσα του 20ου αιώνα. Μια πλανητικής έκτασης αντιρατσιστική επίθεση αμφισβήτησε τεσσερισήμισι σχεδόν αιώνες ρατσιστικής «κοινής λογικής» και, σε μεγάλο βαθμό, απαξίωσε τη λευκή υπεροχή ως εκπεφρασμένη κρατική πολιτική. Η «φυλή» ανασχηματίστηκε απέναντι σε αυτήν την ιστορικής σημασίας αντιρατσιστική έκρηξη συνεχίζοντας να υπάρχει ως ένα σώμα ιδεών –αλλά επίσης και ως μια σχέση κυριαρχίας εντός και εκτός της μισθωτής σχέσης– που αναπαράγεται μέσα από φαινομενικά μη-ρατσιστικούς θεσμούς και πολιτικές. Δυο δυναμικές αναπαρήγαγαν τη «φυλή» στις ΗΠΑ μετά τα αντιρατσιστικά κινήματα στα μέσα του 20ου αιώνα: πρώτον, η οικονομική υποταγή μέσω φυλετικών διαφοροποιήσεων στους μισθούς και της διαδικασίας συγκρότησης του [φυλετικά] περιττού (superfluisation) και, δεύτερον, η φυλετικοποιημένη βία και η παγκόσμια επέκταση του τιμωρητικού κράτους και του κράτους εθνικής ασφάλειας. Πιο πρόσφατες διαδικασίες κατ’ απόδοσιν φυλετικοποίησης δεν αντιπροσωπεύονται, σε μεγάλο βαθμό, πολιτικά ως ζητήματα «φυλής» επειδή έχουν επιφανειακά κωδικοποιηθεί ως φυλετικά-ουδέτερα – κρατικά εργαλεία πειθάρχησης, για παράδειγμα, που ορίζονται διαμέσου λόγων που αφορούν «τις απειλές για την εθνική ασφάλεια», την «παράνομη μετανάστευση» και την «αστεακή εγκληματικότητα».

Χωρίς μια κατανόηση της δομικής ισχύος της «φυλής» στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ και ως οδηγού για την άνοδο του κράτους εγκλεισμού, ως απάντησης στο τέλος του νομικού διαχωρισμού, μπορούμε να έχουμε μια μερική μόνο κατανόηση της θεσμικής συγχώνευσης και της φαινομενικά απεριόριστης επέκτασης της αστυνομικής και στρατιωτικής εξουσίας τα τελευταία σαράντα χρόνια. Η αντιρατσιστική κριτική πρόσφατων κοινωνικών κινημάτων, όπως το Occupy Wall Street, και η ενοποίηση της αντιπολίτευσης κάτω απ’ τη σημαία μιας πολιτικής απο-αποικιοποίησης, διαφωτίζουν ένα μείζον ρήγμα στην αμερικανική πολιτική ζωή, το οποίο διαχωρίζει μια «πολιτική της φυλής» από μια «ταξική πολιτική». Η διανοητική πόλωση ανάμεσα σε αυτούς τους δυο πολιτικούς σχηματισμούς έχει αποκαλύψει την ανεπάρκεια τόσο των μαρξιστικών προσεγγίσεων της έννοιας της τάξης όσο και των θεωριών για τη «φυλή» που είναι διατυπωμένες σε ένα ιδίωμα πολιτισμικής διαφοράς, μάλλον, παρά κυριαρχίας.

Καθώς επικαλύπτεται με την τάξη, την κουλτούρα, την κάστα, το φύλο, το έθνος και την εθνότητα (ethnicity) –μολονότι εννοιολογικά διακριτή–, η φυλή δεν είναι μόνο ένα σύστημα ιδεών αλλά μια σειρά από διαδικασίες κατ’ απόδοσιν φυλετικοποίησης που δομούν πολλαπλά επίπεδα της κοινωνικής ζωής. Παρά την αφοσίωση στην αμφισβήτηση της ρατσιστικής ιδεολογίας ως αποδίδουσας διαφοροποιητική αξία στη φυσική εμφάνιση και την καταγωγή, μεγάλο μέρος της αντιρατσιστικής ανάλυσης και πρακτικής εξακολουθεί να χρησιμοποιεί τη «φυλή» ως ουσιαστικό, σαν μια ιδιότητα ή γνώρισμα ταυτοτήτων ή ομάδων μάλλον, παρά ως ένα σύνολο διαδικασιών απόδοσης που επιβάλλουν πλασματικές ταυτότητες και καθυποτάσσουν φυλετικοποιημένους πληθυσμούς. Η διαφοροποίηση της κατ’ απόδοσιν φυλετικής κατάταξης από εθελούσιες πράξεις πολιτισμικής ταυτοποίησης –και από ένα εύρος αποκρίσεων στη φυλετική κυριαρχία που εκτείνεται από τη (δια)φυγή μέχρι την ένοπλη εξέγερση– απαιτεί μια μετατόπιση της εστίασης από τη «φυλή» στον ρατσισμό. Αλλά η εστίαση στο φαινόμενο του ρατσισμού τείνει να περιορίζει το έδαφος πάνω στο οποίο η «φυλή» επιβάλλεται δομικά σε προσωπικές αντιλήψεις ή ρατσιστικές ιδεολογίες μάλλον, παρά σε θεσμικές διαδικασίες που μπορεί να γεννούν βαθιές φυλετικές ανισότητες χωρίς να απαιτούν ατομικές ρατσιστικές πεποιθήσεις ή προθέσεις.

Ως αποτέλεσμα, η «φυλή» θεωρητικοποιείται με όρους πολιτισμικής ή οικονομικής απόκλισης ως ένδειξη της ανάγκης είτε για την επιβεβαίωση υποτιμημένων συλλογικών ταυτοτήτων είτε για την πιο ολοκληρωμένη ενσωμάτωση ατόμων στις καπιταλιστικές αγορές που έχουν προσωρινά διαστρεβλωθεί από ατομικές προκαταλήψεις. Από τη μια πλευρά, η «φυλή» είναι μια μορφή πολιτισμικού στιγματισμού και στρεβλής αναπαράστασης που απαιτεί προσωπική, θεσμική και/ή κρατική αναγνώριση. Από την άλλη, η «φυλή» είναι ένα σύστημα μισθολογικών διαφοροποιήσεων, διαστρωμάτωσης πλούτου, επαγγελματικού και χωρικού διαχωρισμού. Είτε ως αντικείμενο υπεράσπισης είτε λοιδορούμενη από κριτικούς όλου του πολιτικού φάσματος, η έννοια της φυλετικής ή πολιτισμικής ταυτότητας έχει γίνει ένα είδος αντιπροσώπου για τη συζήτηση ζητημάτων που αφορούν τη «φυλή» εν γένει. Αντίστροφα, απόψεις που απορρίπτουν την «πολιτική της ταυτότητας» βασισμένες σε λειτουργιστικές ή επιφαινομεναλιστικές2 θεωρήσεις της «φυλής», προτείνουν μιαν εναλλακτική σοσιαλιστική και σοσιαλδημοκρατική «ταξική πολιτική» που βασίζεται, ουσιαστικά, πάνω στην ίδια πολιτική λογική της επιβεβαίωσης υποκειμένων –δηλαδή των εργατών– εντός και, μερικές, φορές ενάντια στον καπιταλισμό. Αυτή η διαίρεση ανάμεσα σε οικονομικές και πολιτισμικές μορφές της «φυλής» φυσικοποιεί τη φυλετική οικονομική ανισότητα και μετασχηματίζει το πρόβλημα της φυλετικής καταπίεσης και εκμετάλλευσης είτε σε ένα επιφαινόμενο της τάξης είτε σε ζήτημα παραγνώρισης της ταυτότητας.3

Οι θεωρίες τόσο της πολιτισμικής όσο και της οικονομικής διαστρωμάτωσης έχουν την τάση να πλαισιώνουν το ζήτημα της φυλετικής ανισότητας κυρίως με τους όρους ενός προβλήματος άνισης κατανομής υπαρκτών προνομίων, ισχύος και πόρων ενώ ταυτόχρονα εξακολουθούν να θέτουν την οικονομία ως φυλετικά-ουδέτερη θεμελιωδώς ή ακόμα και ως μια μηχανή φυλετικής προόδου. Ένα έλλειμμα υλιστικών αναλύσεων της δέσμης των διαδικασιών απόδοσης [ταυτότητας] και τιμωρίας που οργανώνονται κάτω από το σημείο της «φυλής», σημαίνει ότι κριτικοί από όλο το πολιτικό φάσμα συνεχίζουν να υποτιμούν την οξύτητα και την έκταση της φυλετικής κυριαρχίας που οργανώνεται από κοινωνικούς θεσμούς οι οποίοι, θεωρητικά, «δεν κάνουν φυλετικές διακρίσεις». Φορτωμένη με λόγους περί αξιοκρατικής φυλετικής ανόδου, η «φυλή» εξακολουθεί να αναπαρίσταται είτε ως μια πολιτισμική ιδιαιτερότητα είτε ως μια απόκλιση από τη φυλετικά απροκατάληπτη πολιτική ισότητα. Και στις δυο περιπτώσεις η «φυλή» αρθρώνεται με τους όρους μιας πραγματικής ή απατηλής διαφοράς από μια πολιτική ή πολιτισμική νόρμα μάλλον, παρά ως μια μορφή δομικού καταναγκασμού.

Αν η «φυλή» κατανοηθεί έτσι, με όρους διαφοράς μάλλον, παρά κυριαρχίας, τότε η αντιρατσιστική πρακτική θα απαιτεί την κατάφαση των στιγματισμένων ταυτοτήτων και όχι την κατάργησή τους, ως δεικτών δομικής καθυπόταξης. Η διαμόρφωση ενός αντιρατσισμού της κατάργησης (abolitionist antiracism) θα απαιτούσε να φανταστούμε το τέλος της «φυλής» ως απόδοσης [ταυτότητας] ιεραρχικού χαρακτήρα και όχι ως μια άρνηση της υπεροχής των πολιτισμικών ταυτοτήτων. Η «φυλή» κατονομάζει εδώ μια σχέση καθυπόταξης. Η εννοιολογική έκθλιψη (elision) της διαφοράς ανάμεσα στην κατ’ απόδοσιν φυλετική κατάταξη και τις ατομικές και συλλογικές αποκρίσεις στη φυλετική έγκληση (interpellation) είναι ενδημική στο μεγαλύτερο μέρος της βιβλιογραφίας είτε της υπεράσπισης είτε της αποκήρυξης μιας πολιτικής των ταυτοτήτων. Από τη σκοπιά της χειραφέτησης, μια κοινωνική τάξη (order) απελευθερωμένη από τη φυλετική και έμφυλη κυριαρχία δεν θα σήμαινε απαραίτητα το τέλος της ταυτότητας ως τέτοιας αλλά, μάλλον, των διαδικασιών απόδοσης ταυτότητας που είναι τόσο βαθιά συνδεδεμένες με την ιστορική γέννηση και διαδρομή του παγκόσμιου καπιταλισμού ώστε οι βασικές κατηγορίες της συλλογικής κοινωνικότητας θα μετασχηματίζονταν μέχρι του σημείου να μην είναι αναγνωρίσιμες.4

Η ραγδαία πτώση κατά τον 21ο αιώνα του μεριδίου της εργασίας στις ΗΠΑ στο εισόδημα των επιχειρήσεων και η μετάβαση στη λιτότητα άλλαξαν άρδην το έδαφος, τα επίδικα ζητήματα και τις δυνατότητες επιτυχίας όχι μόνο για το αμερικανικό εργατικό κίνημα αλλά και για όλους τους σύγχρονους αντιρατσιστικούς αγώνες. Η κληρονομιά των φυλετικών και έμφυλων αποκλεισμών που έχουν δομήσει το εργατικό κίνημα των ΗΠΑ υφίσταται μια σταθερή διάβρωση, την ίδια στιγμή που το σχετικό μέγεθος και η ισχύς της οργανωμένης εργασίας έχουν συρρικνωθεί. Επειδή ο δημόσιος τομέας, με τις ισχυρές επιταγές του κατά των διακρίσεων, αντιπροσωπεύει το τελευταίο οχυρό της οργανωμένης εργασίας στις ΗΠΑ, η εχθρότητα απέναντι στο αμερικανικό εργατικό κίνημα ενδύεται συχνά μια ρατσιστική ρητορική. Όπως επιχειρηματολογούν οι Kyriakides και Torres, τα οράματα της εποχής του 1960 για έναν Τρίτο Κόσμο αδέσμευτο ή για ένα υποκείμενο του αντιαποικιοκρατικού συνασπισμού στις ΗΠΑ έχουν, σε μια εποχή φθίνουσας ανάπτυξης, κατακερματιστεί σε πολλαπλά «εθνοτικά καθορισμένα υποκείμενα ταυτότητας που ανταγωνίζονται όχι μόνο για ένα κομματάκι ενός διαρκώς συρρικνούμενου οικονομικού διακανονισμού αλλά και για την αναγνώριση των δεινών που τους επιφέρει ένα έθνος-κράτος στο οποίο η δεξιά κέρδισε την πολιτική μάχη και η αριστερά τον πολιτισμικό πόλεμο».5

Προσάρτημα: σχετικά με την ορολογία

Η «φυλή» έχει περιγραφεί κατά καιρούς ως μια αυταπάτη, κοινωνική κατασκευή, πολιτισμική ταυτότητα, βιολογικό μύθευμα που είναι όμως κοινωνικό γεγονός καθώς και ως ένα εξελισσόμενο σύμπλεγμα από κοινωνικές σημασίες. Σε όλη την έκταση του παρόντος άρθρου, η «φυλή» εμφανίζεται μέσα σε εισαγωγικά ακριβώς για να αποφευχθεί η απόδοση ανεξάρτητων αιτιακών ιδιοτήτων σε αντικείμενα που ορίζονται από διαδικασίες απόδοσης. Για να το θέσουμε απλά, η «φυλή» είναι το αποτέλεσμα και όχι η αιτία της φυλετικής απόδοσης ταυτότητας ή των φυλετικοποιητικών διαδικασιών που δικαιολογούν ιστορικά ασύμμετρες σχέσεις ισχύος διαμέσου της αναφοράς σε φαινοτυπικά χαρακτηριστικά και την κοινή καταγωγή: «Ως υποκατάστατο του ρατσισμού, η φυλή μετασχηματίζει τη δράση ενός υποκειμένου σε γνώρισμα του αντικειμένου».6

Έχω επίσης περικλείσει τη «φυλή» σε εισαγωγικά για να προτείνω τρεις αμοιβαία επικαλυπτόμενες διαστάσεις του όρου: αυτή του δείκτη για ποικιλίες υλικών ανισοτήτων, αυτή μιας δέσμης ιδεολογιών και διαδικασιών που δημιουργούν μια φυλετικά διαστρωματωμένη κοινωνική τάξη (order) και αυτή μιας εξελισσόμενης ιστορίας της πάλης ενάντια στον ρατσισμό και τη φυλετική κυριαρχία – μια ιστορία που έχει βρεθεί συχνά μπροστά στη διακινδύνευση της εκπραγματίσης της «φυλής» με την επανεκτίμηση των επιβεβλημένων ταυτοτήτων ή της εκπραγμάτισης της «αφυλετικότητας» με την επιβεβαίωση των φιλελεύθερων φαντασιώσεων μιας ατομικιστικά απομονωμένης προσωπικότητας. Η συνύφανση της φυλετικής κυριαρχίας με την ταξική σχέση συντηρεί την ελπίδα του συστηματικού «ξηλώματος» της «φυλής» ως δείκτη άνισα δομημένων σχέσεων εξουσίας. Έτσι μπορούμε να φανταστούμε τη «φυλή» ως μια κατηγορία χειραφέτησης όχι από τη σκοπιά της επιβεβαίωσής της αλλά διαμέσου της κατάργησής της.

1 Μια σύντομη ιστορία της φυλετικής καθυπόταξης: από τη limpieza de sangre στο παγκόσμιο πλεονάζειν

Η τροχιά της φυλετικής κυριαρχίας, από τη σκλαβιά μέχρι τους φυλετικοποιημένους πλεονάζοντες πληθυσμούς, διαγράφει ένα μεγάλο ιστορικό τόξο ανάμεσα στην αποικιοκρατική δημιουργία της «φυλής» από την ισπανική έννοια της «καθαρότητας του αίματος» (limpieza de sangre) τον 16ο αιώνα και τη δομική της αναπαραγωγή κάτω από έναν αναδιαρθρωμένο παγκόσμιο καπιταλισμό – μια ιστορία που μόνο εν συντομία μπορεί να σκιαγραφηθεί εδώ. Η γενεαλογία της «φυλής» και των προδρόμων της μπορεί να ιχνηλατηθεί πίσω στη χωρική επέκταση της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας – από το μπαρόκ φυλετικοποιημένο σύστημα των καστών της Ισπανικής και Πορτογαλικής διοίκησης, μέχρι τη μεταγενέστερη, περισσότερο μανιχαϊστική, φυλετική τάξη που δημιουργήθηκε από τον βρετανικό αποικισμό της Αφρικής, της Αμερικής και της Ασίας. Η εξόντωση, υποδούλωση ή η αποικιοποίηση φυλετικοποιημένων πληθυσμών –συχνά από τα χέρια μιας τάξης υπηρετών υποκείμενων σε συμβάσεις υποτέλειας (indentured servants)7– σταθεροποίησε τη «φυλή» μέσω της μείωσης των ευρωπαίων υπηρετών και την ανάδυση του δουλεμπορίου των μαύρων. Πρόκειται για την άλλη όψη αυτού που οι μαρξιστές αποκαλούν «προλεταριοποίηση». Σημαδεμένοι από ατέλειωτες ιστορίες αποκλεισμού από τη μισθωτή σχέση και τη βίαιη υποταγή σε διάφορες μορφές «ανελεύθερης εργασίας», οι φυλετικοποιημένοι πληθυσμοί εισήχθησαν στον πρώιμο καπιταλισμό με τρόπους που εξακολουθούν να ορίζουν τους σύγχρονους πλεονάζοντες πληθυσμούς.

Η πρόχειρη αντιμετώπιση της φυλετικής βίας στην ιστορική αφήγηση της «πρωταρχικής συσσώρευσης» παραμένει ένα τυφλό σημείο στις μαρξιστικές αναλύσεις της σχέσης ανάμεσα στη «φυλή» και τον καπιταλισμό. Στην εποχή της κατάκτησης (conquista) και κατά τη μετάβαση στον καπιταλισμό, η «φυλή» δημιουργήθηκε μέσα από τη λεηλασία, την υποδούλωση και την αποικιοκρατική βία. Την ίδια ακριβώς στιγμή, η πρωταρχική συσσώρευση στην Αγγλία παρήγαγε μια εκτοπισμένη και πλεονάζουσα πρώην-αγροτιά καθώς το εργοστασιακό σύστημα που θα μπορούσε να την απορροφήσει δεν είχε ακόμα δημιουργηθεί. Πολλοί πρώην αγρότες στάλθηκαν, τελικά, στις αποικίες ή εντάχθηκαν σε αυτοκρατορικές επιχειρήσεις – στο πολεμικό και το εμπορικό ναυτικό, κ.λπ. Κατά τον 18ο και τον 19ο αιώνα, ακόμα περισσότεροι από αυτούς τους πλεονάζοντες πληθυσμούς ενσωματώθηκαν στην αναπτυσσόμενη καπιταλιστική οικονομία είτε ως σκλάβοι από το δουλεμπόριο είτε ως μισθωτοί εργάτες, σύμφωνα με μια αυξανόμενα περίπλοκη τυπολογία της φυλής. Τελικά, μετά από δεκαετίες σύνθετων (compounding) αυξήσεων στην παραγωγικότητα της εργασίας, το κεφάλαιο άρχισε να αποβάλλει από την παραγωγική διαδικασία περισσότερη εργασία απ’ αυτή που απορροφούσε. Αυτό με τη σειρά του δημιούργησε ένα ακόμα είδος πλεονάζοντος πληθυσμού, με τη μορφή ενός δυσανάλογα μη-λευκού εφεδρικού στρατού εργασίας. Στην περιφέρεια του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος, το κεφάλαιο ανανεώνει σήμερα τη «φυλή», δημιουργώντας τεράστιους πλεονάζοντες αστικούς πληθυσμούς από το σχεδόν ένα δισεκατομμύριο απελπιστικά φτωχοποιημένων απογόνων των σκλαβωμένων και αποικιοκρατούμενων που ζουν σε παραγκουπόλεις.

Τον 21ο αιώνα, η σημαντική υπεραντιπροσώπευση φυλετικοποιημένων ομάδων στις ΗΠΑ μεταξύ των ανέργων και των υποαπασχολούμενων –«οι τελευταίοι που προσλαμβάνονται και οι πρώτοι που απολύονται»– καταδεικνύει την κατά παραχώρηση, άνιση ενσωμάτωση αυτών των ομάδων σε ένα σύστημα έντονα φυλετικοποιημένων μισθολογικών διαφορών, επαγγελματικών διαχωρισμών και επισφαλούς εργασίας. Καθώς το κεφάλαιο απορρίπτει αυτούς τους σχετικά πλεονάζοντες πληθυσμούς στον πυρήνα του, το πλεονάζον κεφάλαιο, που παράγεται από λιγότερους και υφιστάμενους εντατικότερη εκμετάλλευση εργάτες στον Παγκόσμιο Βορρά, οργώνει την υδρόγειο για χαμηλότερους μισθούς και επανεμφανίζεται ως η φυλετική απειλή της φθηνής εργασίας από τον Παγκόσμιο Νότο. Στις ΗΠΑ, με το τέλος της εξασφαλισμένης εργασίας και την κατάργηση όσων προέβλεπε το κράτος προνοίας, έχει δημιουργηθεί ένα μαζικό «μετα-φυλετικό» κράτος ασφαλείας για να διαχειριστεί τις υποτιθέμενες πολιτισμικές απειλές για το έθνος – αστυνομεύοντας τη μαύρη άμισθη ζωή, απελαύνοντας την εργασία των μεταναστών και εξαπολύοντας έναν ατελείωτο «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας». Η καταστροφική άνοδος του μαζικού εγκλεισμού των μαύρων, η υπερ-στρατιωτικοποίηση των νοτίων συνόρων των ΗΠΑ και η χωρίς τέλος συνέχιση των επιχειρήσεων ασφαλείας στον μουσουλμανικό κόσμο αποκαλύπτουν με ποιον τρόπο η «φυλή» παραμένει όχι μόνο μια πιθανοκρατικού χαρακτήρα απόδοση σχετικής οικονομικής αξίας αλλά και ένας δείκτης διαφοροποιημένης τρωτότητας απέναντι στην κρατική βία.8

2 Αναγιγνώσκοντας τη λευκή ανωτερότητα ξανά πίσω στη «βάση»

Ενώ ο Μαρξ και ο Ένγκελς επέμεναν γενικά στην ανάγκη οι εργάτες να αντισταθούν στις πιο κραυγαλέες εκδηλώσεις του ρατσισμού κατά τον 19ο αιώνα, δεν προσπάθησαν να αρθρώσουν τη σχέση «φυλής» και τάξης σε ένα επίπεδο κατηγοριών.9 Όπως παρατηρεί ο Derek Sayer, «ο Μαρξ ήταν ένας άνθρωπος της εποχής του και του τόπου του»:

Όπως οι περισσότεροι Βικτωριανοί, ο Μαρξ σκεφτόταν τόσο τη «φυλή» όσο και την οικογένεια ως φυσικές κατηγορίες (έστω και αν υπόκειντο σε κάποιες ιστορικές τροποποιήσεις) και δεν είχε κανένα πρόβλημα να διακρίνει μεταξύ «πολιτισμού» (που γι’ αυτόν είναι λευκός, δυτικός και σύγχρονος) και «βαρβαρότητας». Οι απόψεις του για τα ευεργετικά αποτελέσματα της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας θα έφερναν σε δύσκολη θέση πολλούς μαρξιστές του 20ου αιώνα, άσχετα από τη στιλήτευση, εκ μέρους του, της βιαιότητας των μέσων του…».10

Η θεωρητική σχέση ανάμεσα στη «φυλή» και την τάξη έχει γίνει, έκτοτε, αντικείμενο μιας μακράς αντιπαράθεσης στις διάφορες ποικιλίες του ακαδημαϊκού μαρξισμού που αναδύθηκε καθώς η γενιά της «Νέας Αριστεράς», εμπνευσμένη από τους αγώνες της δεκαετίας του 1960, μπήκε στα πανεπιστήμια. Σε μια πρώιμη και σημαντική συνεισφορά σε αυτή τη συζήτηση, ο Stuart Hall ισχυρίστηκε ότι η «φυλή» είναι «η τροπικότητα (modality) με την οποία ‘βιώνεται’ η τάξη», το μέσο δια του οποίου αποκτάται η εμπειρία των ταξικών σχέσεων, η μορφή με την οποία [η τάξη] γίνεται αντικείμενο ιδιοποίησης και αγώνα.11 O Hall και άλλοι θεωρητικοί της κουλτούρας συμπλήρωσαν τις μαρξιστικές κατηγορίες της «βάσης» και του «εποικοδομήματος» με τις ιδέες δυτικών μαρξιστών όπως ο Λουί Αλτουσέρ και ο Αντόνιο Γκράμσι. Ειδικότερα ο Γκράμσι, με την ανάπτυξη της ιδέας της «ηγεμονίας» –που αφήνει χώρο για λεπτότερης υφής θεωρίες της κουλτούρας, της ιδεολογίας και της πολιτικής– έχει αποτελέσει κεντρική αναφορά στις ακαδημαϊκές προσπάθειες να επαναρθρωθεί η σχέση ανάμεσα στη «φυλή» και την τάξη. Σε αυτό το πνεύμα, η αντιρατσιστική πάλη θεωρείται ως ένας αγώνας για «δημοκρατική ηγεμονία», ο οποίος ήταν απόρροια της απαξίωσης της λευκής υπεροχής ως ρητής κρατικής πολιτικής.12 Μέχρι πρόσφατα, η γκραμσιανή ανάλυση της ηγεμονίας, η οποία διαμόρφωσε τόσο τη μαρξιστική πολιτισμική θεωρία όσο και αρκετές άλλες, με πολύ μεγάλη επιρροή, κριτικές αποτιμήσεις της «φυλής» και της δουλείας, έχει παραμείνει αδιαμφισβήτητη.13

Το πρόσφατο κριτικό έργο του Frank Wilderson –μέλους μιας ομάδας σύγχρονων θεωρητικών της μαύρης πολιτικής την οποία ο ίδιος ο Wilderson έχει γενικά ονομάσει ως «αφρο-πεσσιμιστική» και η οποία συμπεριλαμβάνει τους Saidiya Hartman, Hortense Spillers, Jared Sexton και Joy James– αμφισβητεί έντονα την καταλληλότητα αυτού του γκραμσιανού πλαισίου. Ο Wilderson αξιολογεί τα όρια μιας πολιτικής οικονομίας της «φυλής» που επικεντρώνεται στη μισθωτή εργασία μάλλον, παρά στις άμεσες σχέσεις φυλετικής βίας και τρόμου – από το δουλεμπόριο των μαύρων μέχρι τη μαζική τους φυλάκιση. Σε αντίθεση με μια μαρξιστική προοπτική που εστιάζει στην πάλη γύρω από τον μισθό ή γύρω από τους όρους εκμετάλλευσης, ο Wilderson αναγνωρίζει «τον δεσποτισμό της μη-μισθωτής σχέσης» ως τη μηχανή που κινεί τον ρατσισμό κατά των μαύρων14.

O Wilderson παρουσιάζει μια καταλυτική κριτική της συνάφειας μιας γκραμσιανής ανάλυσης της ηγεμονίας με την κατανόηση της δομικής βίας κατά των μαύρων. Για τον Wilderson, είναι η εστίαση στον μισθό που οδηγεί στην αδυναμία του μαρξισμού να εννοιολογήσει την άσκοπη βία ενάντια στα μαύρα σώματα, μια «σχέση τρόμου εν αντιθέσει προς μια σχέση ηγεμονίας».15 Ο Wilderson έχει δίκιο όταν τονίζει πως «το προνομιακό αντικείμενο του μαρξιστικού λόγου είναι ένας υποτελής (subaltern) ο οποίος προσεγγίζεται από το μεταβλητό κεφάλαιο – από έναν μισθό».16 Αυτό συμβαίνει επειδή η πρόσβαση στον μισθό ήταν ένα προαπαιτούμενο τόσο για την εργασία όσο και για τους μετέπειτα, βασισμένους στην ταυτότητα, πολιτικούς αγώνες που ακολούθησαν το τέλος του νομικού διαχωρισμού, καθ’ όλη τη διάρκεια του 20ου αιώνα. Από τη σκοπιά του κλασικού εργατικού κινήματος, ο ρατσισμός θεωρείτο ένα ατυχές εμπόδιο σε μια διαδικασία προοδευτικής ενσωμάτωσης σε μια διευρυνόμενη εργατική τάξη. Όμως είναι ακριβώς η φυλετικοποίηση των άμισθων, των ανελεύθερων και των αποκλεισμένων που συγκροτεί την κοινωνία των πολιτών ως έναν χώρο στον οποίο η αναγνώριση είναι κατοχυρωμένη για τα μέλη της μέσω των τυπικών συμβάσεων μισθού και των αφηρημένων δικαιωμάτων του πολίτη.17 Έτσι, για τον Wilderson «το μαύρο υποκείμενο αποκαλύπτει την αδυναμία του μαρξισμού να σκεφτεί τη λευκή ανωτερότητα ως τη βάση».18

Σε αντίθεση με μια γκραμσιανή ανάγνωση του Μαρξ, με την καταφατική της εστίαση στη μισθωτή εργασία, οι θεωρητικοί της αξιακής μορφής παρέχουν ένα εναλλακτικό πλαίσιο για τη χαρτογράφηση της πολύπλοκης αλληλεπίδρασης ανάμεσα σε άμεσες και έμμεσες μορφές κυριαρχίας. Αν και το κεφάλαιο αποτελεί, πρώτα και κύρια, μια έμμεση ή απρόσωπη μορφή κυριαρχίας (σε αντίθεση, για παράδειγμα, με το δουλεμπόριο μαύρων και τη φεουδαρχία) στην οποία οι σχέσεις παραγωγής δεν υπάγονται σε άμεσες κοινωνικές σχέσεις, αυτό δεν είναι απαραίτητα ασύμβατο με τη διατήρηση ή την αύξηση ευθέων μορφών φυλετικής και έμφυλης κυριαρχίας. Εδώ δεν εμπλέκονται μόνο άμισθες, καταναγκαστικές ή εξαρτημένες μορφές εργασίας αλλά, επίσης, και με κρίσιμο τρόπο, η διαχείριση αυτών των πληθυσμών που έχουν καταστεί περιττοί σε σχέση με το κεφάλαιο. Τέτοιοι πληθυσμοί είναι αναλώσιμοι αλλά, παρ’ όλα αυτά, παγιδευμένοι μέσα στη σχέση-κεφάλαιο, επειδή η ύπαρξή τους καθορίζεται από μια γενικευμένη εμπορευματική οικονομία που δεν αναγνωρίζει την ικανότητά τους για εργασία. Η διαχείριση αυτών των πληθυσμών μπορεί να ειπωθεί ότι είναι «μορφικά καθορισμένη» από τη σχέση-κεφάλαιο χωρίς, όμως, να υπάγεται σ’ αυτήν.

Η θεωρία του «μορφικού καθορισμού» του κράτους μπορεί επίσης να βοηθήσει στην υπέρβαση κάποιων ορίων της γκραμσιανής θεώρησης του κράτους ως ενός αντικειμένου επί του οποίου διάφορες κοινωνικές ομάδες ανταγωνίζονται να αποκτήσουν τον έλεγχο. Από τη «διαμάχη για την παραγωγή του κράτους» (statederivation debate) της δεκαετίας του 1970 προέκυψε μια εναλλακτική θεώρησή του ως ιδιαίτερης εκδήλωσης της σχέσης-κεφάλαιο – η οποία συνίσταται στον διαχωρισμό των έμμεσων, απρόσωπων σχέσεων παραγωγής από την άμεση πολιτική εξουσία. Έτσι, το κράτος, με τις επεκτεινόμενες τιμωρητικές του δυνατότητες ή τις δυνατότητες εγκλεισμού, μπορεί να επιβάλλει άμεσες σχέσεις φυλετικής κυριαρχίας ενώ, για παράδειγμα, εμπλέκεται το ίδιο στην πειθαρχική ρύθμιση και απέλαση της μεταναστευτικής εργασίας. Στις σχέσεις αυτές που διαμεσολαβούνται από την «ελεύθερη» ανταλλαγή, όπου ανταλλάσσεται ως εμπόρευμα η μισθωτή εργασία, το κράτος είναι υποχρεωμένο να εξασφαλίζει τους όρους της ανταλλαγής και των συμβολαίων, ενώ οι μη-μισθωτές σχέσεις θέτουν τη μία ή και τις δυο πλευρές σε μια σχέση δυνητικά εκτός ή κάτωθεν του νόμου. Η αυξανόμενα τιμωρητική ποινικοποίηση της αγοράς, πώλησης και μεταφοράς παράνομων ναρκωτικών αποτελεί, ίσως, ένα από τα πιο κακόφημα παραδείγματα φυλετικοποιημένης και φυλετικοποιούσας άτυπης οικονομίας η οποία δομείται θεμελιωδώς από την κρατική βία. Το προηγούμενο νομικό καθεστώς των γυναικών ως κινητής περιουσίας (chattel), όσον αφορά τον γάμο, παρέχει ένα άλλο παράδειγμα στο οποίο οι γυναίκες, κατά παράδοση, δεν προστατεύονταν από τη βία των συζύγων τους αλλά μόνο από τους άντρες που δεν ήταν σύζυγοί τους. Η περιορισμένη προστασία που αυτό το νομικό καθεστώς παρείχε στη γυναίκα ως κινητή περιουσία, ανακλήθηκε στην περίπτωση του μαύρου οικιακού υπηρετικού προσωπικού για να εξορθολογίσει τον βιασμό και τη διαδεδομένη σεξουαλική βία από τους λευκούς άντρες εργοδότες.19 Και στις δυο περιπτώσεις, η φυλετική διαίρεση τόσο της παραγωγικής όσο και της αναπαραγωγικής εργασίας διατηρεί με συνέπεια φυλετικές ιεραρχίες εντός των έμφυλων κατηγοριών και έμφυλες ιεραρχίες εντός των φυλετικών κατηγοριών.20

Το εργατικό κίνημα –αποδίδοντας αξία στη μισθωτή εργασία (wagelabour), την εργασία (work) και τον εργάτη ως το υποκείμενο της ιστορίας– απέτυχε να συλλάβει ότι η μισθωτή εργασία δεν είναι η μοναδική σταθερή μορφή εκμετάλλευσης στη βάση της οποίας μπορούν οι καπιταλιστές να αποκομίζουν κέρδος. Ο καπιταλισμός όχι μόνο αποδείχτηκε συμβατός με την ανελεύθερη εργασία –από τη σκλαβιά, τις συμβάσεις υποτέλειας, την εκμίσθωση των κατάδικων και την εργασία για την αποπληρωμή χρεών, μέχρι τις έμφυλες μορφές εργασίας στο σπίτι και την άμισθη παραγωγική εργασία– αλλά έχει απαιτήσει τη συστηματική φυλετικοποίηση αυτής της εργασίας διαμέσου της δημιουργίας μιας σειράς ουσιαστικά μη-αυτεξούσιων (nonsovereign),φυλετικοποιημένων (raced) και εμφυλοποιημένων (gendered) υποκειμένων. Αυτοί οι τρόποι εκμετάλλευσης δεν πρόκειται να εξαφανιστούν με την επέκταση των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων σε ολόκληρο τον κόσμο – πχ. μέσω των μαζικών εκστρατειών των ανεξάρτητων κρατών στην Αφρική, τη Λατινική Αμερική και την Ασία για να υποτάξουν τους τοπικούς πληθυσμούς σε εγχειρήματα εκβιομηχάνισης. Αντίθετα, αναπαράγονται μέσα από τη δημιουργία πλεοναζόντων πληθυσμών με μορφή που μοιάζει με εκείνη της κάστας, πληθυσμών αποστερημένων από τον μισθό αλλά εγκλωβισμένων, ακόμα, μέσα στις καπιταλιστικές αγορές. Η «φυλή» δεν είναι εξωτερική στον καπιταλισμό ή απλά το προϊόν συγκεκριμένων ιστορικών σχηματισμών, όπως το καθεστώς απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική ή η Αμερική του Jim Crow.21 Με τον ίδιο τρόπο, ο καπιταλισμός δεν ενσωματώνει απλά τη φυλετική κυριαρχία σαν ένα παρεμπίπτον κομμάτι των λειτουργιών του, αλλά, από την γέννησή του, αρχίζει συστηματικά να παράγει και να αναπαράγει την «φυλή» ως μια παγκόσμια πλεονάζουσα ανθρωπότητα.

Σύμφωνα με την περίφημη παρατήρηση του Μαρξ, η βάση της «πρωταρχικής συσσώρευσης», η οποία απαιτεί την αποστέρηση της αγροτιάς [από τα μέσα αναπαραγωγής της] στην Αγγλία και τη Σκωτία, δημιουργεί στον Νέο Κόσμο τους σκλάβους των φυτειών, την απόσπαση πόρων και την εξόντωση των μη-ευρωπαϊκών πληθυσμών σε παγκόσμια κλίμακα:

Η ανακάλυψη των χρυσοφόρων και ασημοφόρων περιοχών στην Αμερική, η εξόντωση, το σκλάβωμα και το παράχωμα του ιθαγενούς πληθυσμού στα μεταλλεία, η έναρξη της κατάχτησης και της λεηλασίας των Ανατολικών Ινδιών, η μετατροπή της Αφρικής σε περιφραγμένη περιοχή κυνηγιού Μαύρων για το δουλεμπόριο – χαρακτηρίζουν τη χαραυγή της εποχής της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής. Αυτά τα ειδυλλιακά προτσές είναι κύρια στοιχεία της πρωταρχικής συσσώρευσης. Ακολουθεί κατά πόδας ο εμπορικός πόλεμος των ευρωπαϊκών εθνών με θέατρο την υδρόγειο. Ο πόλεμος αυτός αρχίζει με την αποσκίρτηση των Κάτω Χωρών από την Ισπανία, παίρνει γιγάντιες διστάσεις με τον αντιγιακωμπίνικο πόλεμο της Αγγλίας, συνεχίζεται με τέτιες πειρατικές εκστρατείες, όπως είναι ο πόλεμος του οπίου στην Κίνα κ.ο.κ.22

Ενώ μη-φυλετικά καθορισμένες ποικιλίες δουλικής εργασίας προηγούνται χρονικά της ευρωπαϊκής αποικιοκρατικής «εποχής των ανακαλύψεων», ο καπιταλισμός φέρει το μοναδικό διακριτικό γνώρισμα της χάλκευσης (forging) ενός συστηματικού ρατσιστικού δόγματος από τον 16ο έως τον 19ο αιώνα –με αποκορύφωμα τις ανθρωπολογικές θεωρίες του επιστημονικού ρατσισμού του 19ου αιώνα– για να δικαιολογήσει τη φυλετική κυριαρχία, την αποικιοκρατική λεηλασία και μια σειρά από φυλετικά οριοθετημένες μορφές ανελεύθερης εργασίας και άνισων πολιτικών δικαιωμάτων. Η ιστορία του καπιταλισμού δεν είναι απλά η ιστορία της προλεταριοποίησης ενός ανεξάρτητου αγροτικού πληθυσμού αλλά και της βίαιης φυλετικής κυριάρχησης επί πληθυσμών των οποίων η αξιοποίηση με τους όρους της μισθωτής εργασίας, για να αντιστρέψουμε μια κοινά αποδεκτή διατύπωση, έχει υπάρξει ιστορικά απλώς ενδεχομενική: οι «κοινωνικά απονεκρωμένοι» αφρικανοί σκλάβοι, η ανακλητή κυριαρχία (revocable sovereignty) και η terra nullius23 των ιθαγενών λαών αλλά και το άνευρο, υπεράριθμο σώμα των χαμάληδων εργατών.

Οι φυλετικές ανισότητες έχουν αναπαραχθεί ως μια εγγενής κατηγορία του καπιταλισμού από τις απαρχές του όχι κατά κύριο λόγο διαμέσου του μισθού αλλά διαμέσου της απουσίας του. Η αρχική στιγμή επαφής ανάμεσα σε μια ευρωπαϊκή αποικιοκρατική τάξη (order) και ένα άμισθο, φυλετικοποιημένο «εκτός» του κεφαλαίου έχει σταδιακά συστηματοποιηθεί εντός του ίδιου του καπιταλισμού ως μια φυλετικοποιημένη παγκόσμια διαίρεση της εργασίας και ως μόνιμη δομική υπερπροσφορά αυτής της εργασίας, η οποία έχει παραγάγει «ένα δισεκατομμύριο κατοίκους πόλεων που κατοικούν σε μεταμοντέρνες παραγκουπόλεις».24

Στον βαθμό που οι αγορές εργασίας οργανώνουν την αναλογία της πληρωμένης προς την απλήρωτη εργασία, η «φυλή», ως δείκτης της οικονομικής υποταγής, θεμελιώνεται τόσο σε έναν μόνιμα πλεονάζοντα πληθυσμό όσο και στις παγιωμένες φυλετικοποιημένες μισθολογικές διαφορές. Η αποβολή ζωντανής εργασίας από την παραγωγική διαδικασία θέτει ένα είδος ημι-περατού φυλετικοποιημένου ορίου που χωρίζει τους παραγωγικούς από τους μη-παραγωγικούς πληθυσμούς ακόμα και εντός παλιότερων φυλετικών κατηγοριών: πρόκειται για ένα είδος εύκαμπτης παγκόσμιας χρωματικής γραμμής που διαχωρίζει την επίσημη από την παράτυπη οικονομία καθώς και την έμμισθη από την άμισθη ζωή. Αν και η χρωματική γραμμή της άμισθης ζωής είναι ελάχιστα περατή και τα ρητά φυλετικά κριτήρια δεν τιμωρούνται, πλέον, επισήμως, η υλική αναπαραγωγή της φυλετικής κυριαρχίας, περιλαμβανομένου του πολλαπλασιασμού των εντός του έθνους (intranational) μη-λευκών εθνοτικών (ethnic) ιεραρχιών25, θεμελιώνεται στις συνυφασμένες διαδικασίες του αποκλεισμού από τον μισθό, της αυξανόμενης εγκληματοποίησης των παράτυπων οικονομιών και της αναβασθμισμένης τρωτότητας απέναντι στην κρατική τρομοκρατία.

3 Η φυλετική κυριαρχία μετά τη «φυλετική ρήξη»

Αυτό που οι Howard Winant και Michael Omi αποκαλούν φυλετική «ρήξη» ή «μεγάλο μετασχηματισμό» –που τροφοδοτήθηκε, στα μέσα του 20ου αιώνα, από μια ιστορικής κλίμακας παγκόσμια αντιρατσιστική άνοδο των κοινωνικών κινημάτων απο-αποικιοποίησης, διεκδίκησης πολιτικών δικαιωμάτων και εναντίωσης στο απαρτχάιντ– έχει απαξιώσει τη λευκή ανωτερότητα ως ρητή κρατική πολιτική σε ολόκληρο τον κόσμο. Για τους Winant και Omi, η φυλετική κυριαρχία έδωσε τη θέση της στην πάλη για τη φυλετική ηγεμονία και ο καταναγκασμός έδωσε τη θέση του στη συναίνεση. Όμως, πενήντα χρόνια μετά τη φυλετική «ρήξη», η φυλετική κυριαρχία έχει επίσης εξελιχθεί. Πολλά, φαινομενικά, «μετα-αποικιακά» κράτη έχουν καταφύγει στη φυλετική βία και την εθνοκάθαρση (ethnic cleansing) στο όνομα της οικοδόμησης του έθνους και της οικονομικής ανάπτυξης. Μετά τη φυλετική «ρήξη», κεφάλαιο και φυλή συνυφαίνονται τόσο εντός όσο και εκτός της μισθωτής σχέσης. Μετά την κατάργηση των περισσότερων νόμων του Jim Crow στις ΗΠΑ και των φυλετικοποιημένων εθνικών περιορισμών στη μετανάστευση, αναδύθηκαν δύο αντιρατσιστικοί πολιτικοί προσανατολισμοί. Στην περίπτωση των αγώνων στις ΗΠΑ για την ελευθερία των μαύρων μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι διατηρούμενες φυλετικοποιημένες μισθολογικές διαφορές –όπως και οι φυλετικές διακρίσεις στην κατοικία, την εκπαίδευση και την πίστωση– έγιναν ο στόχος της πολιτικής ενός ύστερου κινήματος πολιτικών δικαιωμάτων, ισότιμης ένταξης και εκλογικής αντιπροσώπευσης. Την ίδια στιγμή, ο φυλετικός αποκλεισμός από τον μισθό, ο de facto διαχωρισμός στα γκέτο και η έκθεση στη συστηματική αστυνομική βία, κατέστησαν τους κρατικούς θεσμούς –όπως η πρόνοια, οι φυλακές και η αστυνόμευση– στόχο ενός φεμινιστικού μαύρου κινήματος αναμόρφωσης του κράτους προνοίας, κυμάτων ταραχών σε γκέτο και φυλακές και μιας πιο μαχητικής πολιτικής αυτοάμυνας και αυτεπιβεβαίωσης.26

Μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου του 2001, δημοφιλή στερεότυπα στις ΗΠΑ όσον αφορά τη σχετική παραγωγικότητα διαφόρων φυλετικών υπο-ομάδων έχουν δικαιολογήσει την έκθεση αυτών των ομάδων στην κρατική επιτήρηση, αστυνόμευση ή φυλάκιση – από τους πυροβολισμούς «παρανόμων μεταναστών» από τη συνοριοφυλακή μέχρι τη μαζική φυλάκιση μαύρων. Την ίδια στιγμή, η «μετα-φυλετική» εκπολιτιστική αποστολή των ΗΠΑ και η συνεχιζόμενη διεξαγωγή μιας στρατιωτικής εκστρατείας κόστους πολλών τρισεκατομμυρίων δολαρίων σε ολόκληρο τον ισλαμικό κόσμο έχουν διασφαλιστεί χάρη σε μια εθνική μυθολογία προοδευτικού ξεπεράσματος της κληρονομιάς της δουλείας και του νομικού διαχωρισμού.

Η μεταβαλλόμενη σχέση ανάμεσα στο κράτος των ΗΠΑ και τους πλεονάζοντες εγχώριους πληθυσμούς τονίζει τον παγκόσμιο, θεμελιώδη ρόλο της κρατικής βίας ως διαδικασίας φυλετικοποίησης. Ο ρόλος του ίδιου του κράτους ως ενός φαινομενικά ουδέτερου φορέα φυλετικής αναμόρφωσης μάλλον, παρά ως του κύριου φορέα φυλετικής βίας, παρέχει τον ελλείποντα τρίτο όρο για τη θεωρητικοποίηση της σχέσης ανάμεσα στη φυλή και το κεφάλαιο. Η σύγχρονη φυλετική πολιτική των ΗΠΑ δομείται θεμελιωδώς από την υποχώρηση της παγκόσμιας οικονομικής ηγεμονίας τους και από την υπερ-στρατιωτικοποίηση ενός «μετα-φυλετικού» κράτους ασφαλείας, ως απάντηση σε τρεις φυλετικοποιημένες «πολιτισμικές» απειλές: την εγκληματική απειλή των μαύρων πλεοναζόντων πληθυσμών, τη δημογραφική απειλή της μεταναστευτικής εργασίας λατινοαμερικάνικης καταγωγής και τον απεριόριστο κίνδυνο στον οποίο θέτει την εθνική ασφάλεια μια ελαστικά νοούμενη ισλαμική τρομοκρατική απειλή, της οποίας οι υποστηρικτές υπόκεινται σε συλλογική τιμωρία, βασανιστήρια και προληπτική εκρίζωση. Και οι τρεις αυτές απειλές στοχοποιούνται άμεσα και φυλετικοποιούνται από τους σωφρονιστικούς θεσμούς, τους θεσμούς απόδοσης ιθαγένειας και εσωτερικής ασφάλειας. Η άνοδος του κράτους εγκλεισμού (carceral state) κατά των μαύρων στις ΗΠΑ από τη δεκαετία του 1970 και μετά, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα τελετουργιών βίας του κράτους και των πολιτών οι οποίες ενισχύουν τη φυλετικοποίηση της άμισθης ζωής και την απόδοση φυλετικού χαρακτήρα στην έλλειψη μισθού. Από τη σκοπιά του κεφαλαίου, η «φυλή» ανανεώνεται όχι μόνο μέσα από τις επίμονες φυλετικοποιημένες μισθολογικές διαφορές ή τα είδη επαγγελματικού διαχωρισμού που έθεταν προηγούμενες θεωρίες της φυλής οι οποίες αναφέρονταν στη «διαιρεμένη αγοράς εργασίας», αλλά και μέσα από τη φυλετικοποίηση των άμισθων πλεοναζόντων ή περιττών πληθυσμών από το Χαρτούμ μέχρι τις παραγκουπόλεις του Καΐρου.27

4 «Φυλή» και πλεονάζουσα ανθρωπότητα

Η αποικιοκρατική και φυλετική γενεαλογία του ευρωπαϊκού καπιταλισμού έχει κωδικοποιηθεί ευθέως στην οικονομική «βάση» διαμέσου μιας συνεχιζόμενης ιστορίας φυλετικής βίας που δομεί τόσο την ανελεύθερη όσο και την παράτυπη εργασία και η οποία δένει τους πλεονάζοντες πληθυσμούς στις καπιταλιστικές αγορές. Αν η περιττότητα, η διαστρωμάτωση και οι μισθολογικές διαφορές απο-φυλετικοποιούνται και αν το φυλετικό περιεχόμενο τέτοιων κατηγοριών καθίσταται ενδεχομενικό, τότε η «φυλή» μπορεί να επανεμφανίζεται μόνο ως επιφαινόμενο και αποκτά μια de facto «ιδιαιτερότητα» που δυσχεραίνει οποιονδήποτε αιτιακό δεσμό ανάμεσα στον καπιταλισμό και τη φυλετικοποίηση. Οι φυλετικές τυπολογίες που αναδύθηκαν από, και κατέστησαν δυνατή, τη χωρική επέκταση του ευρωπαϊκού καπιταλισμού ως τρόπου παραγωγής, έχουν ανανεωθεί μέσα στους αιώνες από μια εγγενή τάση του καπιταλισμού να παράγει πλεονάζοντες πληθυσμούς στα γκέτο, τις παραγκουπόλεις και τις φαβέλες σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Μετά τη φυλετική «ρήξη» στα μέσα του 20ου αιώνα, η τυπική αποαποικιοποίηση –σε χώρες και περιοχές όπως η Βραζιλία, η υποσαχάρια Αφρική και η Νότια Ασία– άφησε στο πέρασμά της κράτη εστιασμένα στην ανάπτυξη (developmentalist states) τα οποία απορρόφησαν ιδεολογίες βιομηχανοποίησης και έτσι, επίσης, φυλετικοποίησαν ιθαγενείς πληθυσμούς, εθνοτικές ομάδες και στιγμάτισαν κάστες ως περιφερειακές της μισθωτής σχέσης. Τέτοιοι πληθυσμοί δεν θα ενσωματωθούν ποτέ πλήρως στις διαδικασίες καπιταλιστικής συσσώρευσης, παρά μόνο ως σώματα για αστυνόμευση, αποθήκευση ή εξόντωση.

Στις ΗΠΑ, η μεταπολεμική απρόθυμη επέκταση των κοινωνικών παροχών του κεϋνσιανού κράτους σε μη-λευκές κοινότητες κατά τη δεκαετία του 1960, έχει τώρα ανακληθεί και, σε μεγάλο βαθμό, αντικατασταθεί από εργασιακά καθεστώτα σωφρονιστικά που λειτουργούν κατ’ εντολήν του κράτους και εφαρμόζονται σε αναλώσιμους πληθυσμούς οι οποίοι κατοικούν στις, πολιτικά μη εκπροσωπήσιμες, νεκρές ζώνες της φυλετικής, έμφυλης και σεξουαλικοποιημένης (sexualised) φτώχειας. Για τους πληθυσμούς αυτούς η μόνη εναλλακτική στη χαμηλόμισθη, επισφαλή κοινωφελή εργασία (service work) είναι μια εγκληματοποιημένη άτυπη οικονομία εφαπτόμενη στο αχανές σύστημα εγκλεισμού των ΗΠΑ. Ιδιαίτερα οι ΗΠΑ έχουν λειτουργήσει ως παγκόσμιο μοντέλο για μια «νέα διακυβέρνηση της κοινωνικής ανασφάλειας» που θεμελιώνεται σε μια τιμωρητική έξαρση της επιτήρησης, της αστυνόμευσης και της φυλάκισης ως απάντησης στην εξαφάνιση της εξασφαλισμένης μισθωτής εργασίας.28

Η «φυλή» έχει, κατ’ αυτόν τον τρόπο, ριζώσει σε δύο αλληλεπικαλυπτόμενες διαδικασίες κατανομής και ελέγχου. Η φυλετική διάκριση του παρελθόντος και του παρόντος λειτουργεί σωρευτικά και κατανέμει με άνισο τρόπο την επισφάλεια, την ανεργία και τον άτυπο χαρακτήρα της εργασίας σε ολόκληρη την οικονομία κατά μήκος «φυλετικών» και έμφυλων γραμμών. Ωστόσο, η «φυλή» έχει καταστεί λειτουργικό στοιχείο πολιτικών εγχειρημάτων κοινωνικού ελέγχου, κρατικών αλλά και του πεδίου των πολιτών (civilian), τα οποία ταξινομούν και ασκούν καταναγκασμό στα «άξια» και τα «ανάξια» τμήματα διαφόρων φυλετικών ομάδων ενώ καθορίζουν, ταυτόχρονα, την καταλληλότητά τους για την ιδιότητα του πολίτη. Διαβρώνοντας τον θεσμικό διαχωρισμό μεταξύ αστυνόμευσης, ασφαλειοποίησης (securitization) των συνόρων και παγκόσμιων πολεμικών επιχειρήσεων, ένα μαζικά επεκτεινόμενο κράτος ασφαλείας στέλνει πλέον κατά τη διάρκεια του βίου τους 1 στους 3 μαύρους στη φυλακή, απελαύνει σχεδόν μισό εκατομμύριο μετανάστες χωρίς χαρτιά τον χρόνο, έχει εξοντώσει από 100.000 μέχρι πάνω από ένα εκατομμύριο πολίτες μόνο στο Ιράκ και τώρα «ανεβάζει στροφές» για ένα πρόγραμμα «ύψωσης συνόρων» 46 δισεκατομμυρίων δολαρίων που περιλαμβάνει επιτήρηση με αυτόματες ιπτάμενες συσκευές (drones) και βιομετρική ανίχνευση κατά την έξοδο από τη χώρα. Η «φυλή» στον 21ο αιώνα αναδύεται απ’ αυτή τη μήτρα ασφαλειοποίησης.

5 Το πρόβλημα με την «τάξη»: η ταξική πολιτική ως πολιτική ταυτοτήτων

Καθώς μια ρητορική της φυλετικής διαφορετικότητας χρησιμοποιείται ευρέως για να συγκαλύψει ή ακόμα και να δικαιολογήσει την αυξανόμενη οικονομική ανισότητα, σύγχρονοι θεωρητικοί από τον Ζλαβόι Ζίζεκ και την Έλεν Μέικσινς Γουντ μέχρι τον Walter Ben Michaels ισχυρίζονται ότι αυτό που αποκαλούν πολυεθνικό ή νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό, έχει φθάσει να υπεραμύνεται μιας «πολιτικής της φυλής» εναντίον μιας «ταξικής πολιτικής». Για τους κριτικούς αυτούς, τα κοινωνικά κινήματα που βασίζονται στην έννοια της ταυτότητας και, συγκεκριμένα, στη φιλελεύθερη πολυπολιτισμικότητα, είναι στην καλύτερη περίπτωση ουδέτερα και, στη χειρότερη, εχθρικά σε αυτό που ο Michaels θεωρεί ως το πλέον επείγον πρόβλημα, αυτό της ταξικής ανισότητας. Αντίστροφα, αντιρατσιστές θεωρητικοί, από τον Howard Winant μέχρι τον David Theo Goldberg, δεν κουράζονται να επιχειρηματολογούν για τη μη-αναγωγιμότητα της «φυλής» στην πολιτική οικονομία. Η θεσμικά επανενδυναμωμένη διαίρεση μεταξύ αντιρατσισμού και μαρξισμού έχει μακρά ιστορία. Δημοφιλείς, πρόσφατες ιστορικές θεωρήσεις της πολιτικής τροχιάς που διέγραψε η «Νέα Αριστερά» της δεκαετίας του 1960, έχει γίνει κοινός τόπος να αποδίδουν την ευθύνη για τον «κατακερματισμό» ενός ενιαίου επαναστατικού ταξικού υποκειμένου στην ανάδυση διαφόρων αντιρατσιστικών αγώνων: από τους εθνοτικούς εθνικισμούς των ΗΠΑ που ήταν ευθυγραμμισμένοι με τα αντιαποικιοκρατικά κινήματα των μέσων του 20ου αιώνα στην Αφρική και την Ασία· μέχρι την κριτική των μαύρων φεμινιστριών στην κεντρικότητα των εμπειριών των λευκών, ετεροφυλόφιλων γυναικών της μεσαίας τάξης κατά τη διάρκεια του δεύτερου φεμινιστικού κύματος· και μέχρι αυτό που συντηρητικοί και φιλελεύθεροι κριτικοί έχουν θρηνήσει ως άνοδο μιας βαλκανιοποίησης της «πολιτικής των ταυτοτήτων».

Η ιδεολογική πόλωση των θεωρητικών παραδόσεων που θέτουν είτε το ζήτημα της φυλής είτε της τάξης, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως «ο άτυχος γάμος του αντιρατσισμού με τον μαρξισμό»29. Στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, με τον μαρασμό των μαρξιστικών αναλύσεων για τη «φυλή» και την αποικιοκρατία τριτοκοσμικού, μαοϊκού και γκεβαρικού τύπου καθώς και του τύπου των παγκοσμίων συστημάτων, ακαδημαϊκοί θεωρητικοί επικαλέστηκαν τον Μαρξ για να ξαναδιαβάσουν τη «φυλή» ως ιστορική ενδεχομενικότητα. Η «φυλή», τυπικά, διατηρείται στον ακαδημαϊκό μαρξιστικό λόγο ως μια κοινωνική διαίρεση στο εσωτερικό της εργατικής τάξης που «σπέρνεται» από τις οικονομικές ελίτ για να μειώσουν τους μισθούς, να κατακερματίσουν την εργατική εξεγερτικότητα και να δημιουργήσουν τη μόνιμη απειλή ενός μη-λευκού εφεδρικού στρατού εργασίας. Σε αυτές τις θεωρήσεις, η «φυλή» γίνεται μια λειτουργική ή παράγωγη συνιστώσα της ταξικής κυριαρχίας. Αυτή η λειτουργιστική ή «ταξικά αναγωγιστική» θεώρηση της «φυλής», έχει αμφισβητηθεί εκτεταμένα κατά τα τελευταία πενήντα χρόνια από αντιρατσιστές διανοητές, αν και, συνήθως, η αμφισβήτηση αυτή δίνει έμφαση στη μη-αναγωγιμότητα ή τη σχετική αυτονομία της «φυλής» ως ενός από τα πολλά ισοδύναμα κι ωστόσο διαπεπλεγμένα συστήματα κυριαρχίας που μπορούν απλά να προστεθούν πάνω στην «τάξη». Τόσο οι μαρξιστικές όσο και οι αντιρατσιστικές θεωρίες ισχυρίζονται, αν και για εντελώς διαφορετικούς λόγους η καθεμία, ότι δεν υπάρχει συγκροτησιακή (constitutive) σχέση ανάμεσα στη «φυλή» και τον καπιταλισμό.

Οι σαρωτικές κριτικές που ασκήθηκαν στην «πολιτική των ταυτοτήτων» ή στη φιλελεύθερη πολυπολιτισμικότητα με όρους νεοφιλελεύθερης μυστικοποίησης, συγκαλύπτουν μια βαθύτερη έκθλιψη της ταυτοτικής (identitarian) λογικής που βρίσκεται επί τω έργω σε μια σοσιαλιστική και σοσιαλδημοκρατική «ταξική πολιτική». Το κλασικό εργατικό κίνημα, με την αντίληψή του για την «ταξική συνείδηση», οικοδομήθηκε πάνω στο όνειρο ότι η γενικευμένη κατάφαση μιας ταυτότητας της εργατικής τάξης θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως η βάση για μια εργατική ηγεμονία –στο πλαίσιο εθνικά συγκροτημένων ζωνών καπιταλιστικής συσσώρευσης–, συνεπώς και ως βάση για μια εργατική επανάσταση. Όπως συμβαίνει και με ένα μεγάλο κομμάτι της αντιρατσιστικής ακαδημαϊκής διανόησης, η μαρξιστική κριτική της πολιτικής ταυτοτήτων ανακατασκευάζει, τυπικά, τον καπιταλισμό ως πρόβλημα ταυτότητας, και συγκεκριμένα της εργατικής ταυτότητας, και ανάγει τη δομική εκμετάλλευση σε ανισότητες κατανομής του πλούτου. Εργατικοί αγώνες και αγώνες βασισμένοι στην ταυτότητα που σ’ αυτές τις θεωρήσεις υποτίθεται ότι διαφέρουν ποιοτικά, δομούνται στην πραγματικότητα από την ίδια λογική εκπροσώπησης που επιβεβαιώνει τις ταυτότητες μέσα στον καπιταλισμό. «Η ‘διαφορά’ που συγκροτεί την τάξη ως μια ‘ταυτότητα’», γράφει η Έλεν Μέικσινς Γουντ, «είναι εξ ορισμού μια σχέση ανισότητας και εξουσίας, με έναν τρόπο που δεν είναι αναγκαίος στη σεξουαλική ή την πολιτισμική ‘διαφορά’»:

Η εργατική τάξη, ως το άμεσο αντικείμενο της πιο θεμελιώδους και καθοριστικής – αν και σίγουρα όχι μοναδικής – μορφής καταπίεσης, και ως η μοναδική τάξη που τα συμφέροντά της δεν εξαρτώνται από την καταπίεση των άλλων τάξεων, μπορεί να δημιουργήσει, στον αγώνα της για να απελευθερωθεί η ίδια, τις συνθήκες για την απελευθέρωση όλων των ανθρώπων».30

Αυτό το επιχείρημα της Γουντ αναδεικνύει τρία αλληλένδετα προβλήματα στην πλαισίωση της διάδρασης ανάμεσα σε συστήματα φυλετικής, έμφυλης και οικονομικής κυριαρχίας που ταλανίζουν τόσο τις μαρξιστικές κριτικές της «πολιτικής των ταυτοτήτων» όσο και τις σύγχρονες θεωρίες της φυλετικής διαφοράς. Αν για τη Γουντ, η φυλή, το φύλο και η σεξουαλικότητα είναι εξ ορισμού μη-οικονομικές κατηγορίες της κοινωνικής ζωής που ενδεικνύουν (index) την οικονομική ανισότητα μόνο ενδεχομενικά, τότε η θέση ότι οι ταυτότητες αυτές δεν είναι συγκροτησιακές του καπιταλισμού ως τέτοιου, αποτελεί απλά μια ταυτολογία. Η κατάργηση της σεξουαλικής ή φυλετικής κυριαρχίας, που εδώ κατανοούνται κατά κύριο λόγο ως κατάλοιπες μορφές ιστορικής αδικίας, δεν θα ήταν λοιπόν κατ’ αρχήν ασύμβατη με τον καπιταλισμό. Εν κατακλείδι, σύμφωνα με αυτόν τον συλλογισμό, η ποιοτική διαφορά ανάμεσα στην τάξη και άλλες μορφές ταυτότητας έγκειται στο γεγονός ότι η ταυτότητα της τάξης δεν μπορεί να καταστεί αντικείμενο πανηγυρισμού. Κι όμως, το επιχείρημα παραλείπει τη θεμελιώδη αντίφαση ανάμεσα στην κατάργηση της ταξικής ανισότητας και τον υπόρρητο φορέα της χειραφέτησης που αποτυπώνεται στη φιγούρα της εργατικής τάξης. Μπορεί η φτώχεια να μην αποτελεί μια μορφή διαφοράς που επιδέχεται «πανηγυρισμού», παρόλα αυτά η Wood παράγει μιαν υπόρρητη καταφατικού χαρακτήρα θεώρηση της εργατικής τάξης ως εκείνου του κοινωνικού φορέα που είναι ταυτόχρονα υπεύθυνος και ο μοναδικά ικανός να τερματίσει τον καπιταλισμό. Το ερώτημα του πώς η επιβεβαίωση μιας τέτοιας ταυτότητας θα μπορούσε να φέρει το τέλος της ταξικής καταπίεσης χωρίς απλά να επανεπιβεβαιώνει τον καπιταλισμό με τη μεταμφίεση της εργατικής αυτο-διαχείρισης, παραλείπεται σιωπηρά. Παρά την προσπάθεια να ασκήσει κριτική στη λογική των βασισμένων στην ταυτότητα αγώνων, η Wood προσφέρει τελικά αυτό που θέλω να αποκαλώ μια καταφατικού χαρακτήρα πολιτική, δομικά μη-διακρίσιμη από ανάλογες καταφατικές θεωρήσεις της φυλετικής και έμφυλης διαφοράς.

Κι αν δεν επικεντρώναμε τους αντιρατσιστικούς αγώνες στη διαφορά αλλά στην κυριαρχία; Το να κατανοήσουμε τη «φυλή» όχι ως ένα σημάδι της διαφοράς αλλά ως ένα σύστημα κυριαρχίας, θέτει το ερώτημα της υλικής κατάργησης της «φυλής» ως δείκτη δομικής υποταγής. Τόσο οι αντιρατσιστικές κριτικές των μαρξισμών του ταξικού αναγωγισμού όσο και οι μαρξιστικές κριτικές των φιλελεύθερων μεταρρυθμιστικών, «απλώς πολιτισμικών»31 αντιρατσισμών, παρασιωπούν τις (ενοχλητικές γι’ αυτές) στρατηγικού χαρακτήρα ομοιότητες ανάμεσα στους αυξανόμενα απελπισμένους, αμυντικούς αγώνες του εργατικού κινήματος στις ΗΠΑ και τις βασισμένες στη φυλή και το φύλο «πολιτικές ταυτότητας», απέναντι στις οποίες τίθεται με τόση συνέπεια αυτό το κίνημα. Όπως αποκάλυψαν, τόσο δραματικά, οι εργατικοί αγώνες στο Γουισκόνσιν το 2011, η στροφή του εργατικού κινήματος στις ΗΠΑ προς το κράτος και τις εκλογικές πολιτικές προκειμένου να εξασφαλίσει το ίδιο του το δικαίωμα να υπάρχει, καθρεφτίζει την εξαιρετική δυσκολία εξασφάλισης, ακόμα και κατ’ ελάχιστον, φυλετικών προγραμμάτων αναδιανομής στον απόηχο των προγραμμάτων της «Μεγάλης Κοινωνίας» (Great Society)32 της δεκαετίας του 1960. Αυτό είναι σαν να λέμε ότι σε μια εποχή φθίνουσας συμμετοχής στη μαζική εργασία και στις οργανώσεις πολιτικών δικαιωμάτων, οι προοπτικές είναι ιδιαιτέρως αμυδρές τόσο για μια «πολιτική της φυλής» όσο και για μια «ταξική πολιτική». Η μετατόπιση της αναλυτικής εστίασης από τη διαφορά στην κυριαρχία κατευθύνει την προσοχή μας στη διαπλοκή (entanglement) της φυλής και του περιττεύειν, καθώς και της φυλετικοποιητικής επίδρασης της βίας, της φυλάκισης και του πολέμου. Απορρίπτοντας μια κατανόηση του καπιταλισμού ως μιας μηχανής φυλετικής ανόδου με αυξανόμενα συμπεριληπτικό χαρακτήρα και του κράτους ως του έσχατου εγγυητή της πολιτικής ισότητας, ένας αντιρατσισμός της κατάργησης θα απέρριπτε κατηγορηματικά τη συνεχιζόμενη επιβεβαίωση της θεμελιώδους ευπρέπειας, της παραγωγικότητας ή του πατριωτισμού των φυλετικοποιημένων ομάδων ως τρόπου καθορισμού της σχετικής καταλληλότητάς τους για τη φυλετική κυριαρχία. Ξεκινώντας από ριζικά διαφορετικές ιστορίες φυλετικοποίησης, αντιρατσιστικοί αγώνες καταργητικού χαρακτήρα θα στόχευαν να αποδιαρθρώσουν τον μηχανισμό της «φυλής» στην καρδιά της φαντασίωσης μιας τυπικής ελευθερίας, εκεί όπου το «οριακό σημείο της καπιταλιστικής ισότητας κείται γυμνό ως ο κεντρικός πρωταγωνιστής της φυλετικής διάταξης».33

1 Βλ., «Η Λογική του Φύλου» στην παρούσα έκδοση.

2 [Σ.τ.Μ.] Ο επιφαινομεναλισμός (epiphenomenalism) είναι φιλοσοφική θεώρηση σύμφωνα με την οποία η σκέψη και η συνείδηση δεν είναι παρά επιφαινόμενα οργανικών διαδικασιών.

3 Βλ., τις Nancy Fraser και Linda Alcoff, οι οποίες διατυπώνουν θεωρητικές απόψεις λεπτών αποχρώσεων, αν και αντιτιθέμενων σε μεγάλο βαθμό, σχετικά με τις πολιτικές δυνατότητες και τα όρια της «πολιτικής των ταυτοτήτων». Όπως υποστηρίζει το παρόν άρθρο, και οι δύο αυτές θέσεις διαπνέονται από την ιστορική υπόσχεση ενός υποκειμένου με χαρακτήρα σοσιαλδημοκρατικού συνασπισμού, που θα ένωνε την εργατική, φεμινιστική και αντιρατσιστική εξόρμηση. Βλ., Alcoff, Visible identities: Race, Gender, and the Self (Oxford University Press 2006) · και Fraser, ‘Rethinking Recognition’, New Left Review 3 (May-June 2000).

4 Βλ., «Αυθορμησία, διαμεσολάβηση, ρήξη», στην παρούσα έκδοση.

5 Christopher Kyriakides and Rodolfo Torres, Race Defaced: Paradigms of Pessimism, Politics of Possibility (Stanford University Press 2012), 119.

6 Barbara J. Fields, ‘Whiteness, racism, and identity’, International Labor and Working Class History 60 (Φθινόπωρο 2001), 48-56.

7 [Σ.τ.Μ.] Η σύμβαση υποτέλειας αποτελούσε σύστημα εργασίας εφαρμοζόμενο στις αγγλικές αποικίες στη Βόρεια Αμερική και αλλού κατά τον 17ο και 18ο αιώνα. Σύμφωνα με αυτό κάποιος μετανάστης-τρια από τη μητρόπολη «ξεχρέωνε» για τα έξοδα μεταφοράς του αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να υπηρετεί κάποιο αφεντικό για ορισμένο χρόνο.

8 Βλ., Nikhil Pal Singh, ‘Racial Formation in an Age of Permanent War’ in Daniel HoSang, Oneka LaBennett, and Laura Pulido, eds., Racial Formation in the Twenty-First Century (University of California 2012), 276-301.

9 Η διακήρυξη του Μαρξ ότι: «Η εργασία των ανθρώπων με λευκή επιδερμίδα δεν μπορεί να χειραφετηθεί εκεί όπου στιγματίζεται η εργασία των ανθρώπων με μαύρη επιδερμίδα» αναφέρεται συχνά από τους υπερασπιστές του όπως και οι καταγγελίες του για τον ρατσισμό κατά των Ιρλανδών. Λιγότερο συχνά αναφέρονται οι απόψεις του Μαρξ και του Ένγκελς για τους «τεμπέληδες Μεξικάνους» και για το ότι η αιτία της πολιτικής ανωριμότητας του Λαφάργκ, γαμπρού του Μαρξ, είναι το «στίγμα της νέγρικης κληρονομιάς του» και το «κρεολικό αίμα του». Βλ., Μαρξ, Κ. (1978α). Το Κεφάλαιο, Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, Τόμος Πρώτος. Αθήνα: Σύγχρονη εποχή, σελ. 314∙ Ένγκελς, Φ. (1985). «Ο Δημοκρατικός Πανσλαβισμός [και οι ιστορικές προοπτικές των Σλάβων της ευρωπαϊκής Τουρκίας]» στο Κ. Μαρξ, Φ. Ένγκελς. Η Ελλάδα, η Τουρκία και το ανατολικό ζήτημα. Αθήνα: Γνώση, σελ. 85· Babacar Camara, Marxist Theory, Black/African Specificities, and Racism (Lexington 2008), 71-2.

10 Derek Sayer, ‘Introduction to Readings from Karl Marx(Routledge 1989), ixx-xx.

11 Stuart Hall, ‘Race, Articulation, and Societies Structured in Dominance’, Black British Cultural Studies (University of Chicago Press 1996), 55.

12 Michael Omi and Howard Winant, «Racial Formation in the United States» (Routledge 1994).

13 Για μαρξιστικές προσεγγίσεις εναλλακτικές στην γκραμσιανή ανάλυση της ηγεμονίας, βλ., Bonefeld, Holloway, Richard Gunn, and Kosmas Psychopedis Open Marxism, vols. 1-3 (Pluto 1995).

14 Frank Wilderson III, ‘Gramsci’s Black Marx: Whither the Slave in Civil Society?’ Social Identities 9 (2003), 230.

15 Ό.π., σελ. 230.

16 Ό.π., σελ, 225.

17 Για μια μακροσκελή κριτική του μύθου της φυλετικής και έμφυλης ουδέτερης συμμετοχικής ομοτιμίας, που κυριαρχεί σε μεγάλα τμήματα της σκέψης τα οποία βασίζονται σε «κοινωνικά συμβόλαια», δείτε Charles W. Mills, «The Racial Contract» (Cornell UP 1997)· Carole Pateman, «The Sexual Contract» (Stanford UP 1988); Pateman και Mills, «Contract and Domination» (Polity 2007).

18 Wilderson, ‘Gramsci’s Black Marx: Whither the Slave in Civil Society?’, 225.

19 Βλ., Evelyn Nakano Glenn, ‘From Servitude to Service Work: Historical Continuities in the Racial Division of Paid Reproductive Labor’, Signs 18: 1 (1992), 1-43.

20 Όπως έχει παρατηρήσει η P. Valentine, «αυστηρές προσπάθειες να εμπλακεί κανείς με και να ενσωματώσει αναλύσεις για τη φυλή που δεν εναρμονίζονται άψογα (seamlessly mesh) με τις μαρξιστικές κατηγορίες, θα απαιτήσουν αναπόφευκτα τόσο μια αναθεώρηση μερικών από αυτές τις κατηγορίες όσο και την αμφισβήτηση μερικών εδραιωμένων ορθοδοξιών της αντιρατσιστικής σκέψης», P. Valentine, ‘The Gender Distinction in Communisation Theory’, Lies 1 (2012), 206. Το παρόν άρθρο είναι εν μέρει μια προσπάθεια ανταπόκρισης σε αυτήν την πρόσκληση.

21 [Σ.τ.Μ.] Η προέλευση του ονόματος «Jim Crow» έχει συχνά αποδοθεί στον «Jump Jim Crow», μια καρικατούρα των μαύρων χορευτών και τραγουδιστών παιγμένη από τον λευκό ηθοποιό Thomas D. Rice βαμμένο μαύρο, που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1832. Ως αποτέλεσμα της φήμης του Rice, το όνομα Jim Crow είχε φτάσει ήδη από το 1838 να γίνει μια μειωτική έκφραση που σήμαινε τον «νέγρο». Η διατύπωση «νόμοι του Jim Crow» (Jim Crow Laws) αναφέρεται στο ρατσιστικό καθεστώς φυλετικού διαχωρισμού που θεσπίστηκε στον Νότο των Ηνωμένων Πολιτειών στα τέλη του 19ου αιώνα και τερματίστηκε νομικά, ως επί το πλείστον, το 1964 με τον Νόμο για τα Πολιτικά Δικαιώματα (Civil Rights Act).

22 Μαρξ, ό.π., σελ. 775.

23 [Σ.τ.Μ.] Η γη του κανενός. Όρος αναγόμενος στο ρωμαϊκό δίκαιο ο οποίος αναφέρεται σε περιοχές στις οποίες (θεωρείται πως) κανένα κράτος δεν ασκεί κυριαρχία.

24 Mike Davis, Planet of Slums (Verso 2006), 19.

25 [Σ.τ.Μ] Εδώ η τοποθέτηση των εθνοτικών (ethnic) ιεραρχιών εντός του έθνους φανερώνει μια εννόηση του τελευταίου που δεν οργανώνεται γύρω από την υποτιθέμενη κοινή καταγωγή και τον κοινό πολιτισμό. Η έννοια του έθνους στην περίπτωση αυτή αναφέρεται στην εθνική/κρατική επικράτεια ή/και στην ιδιότητα του πολίτη στην οποία (είναι δυνατό να) συμπεριλαμβάνονται άνθρωποι διαφορετικής καταγωγής.

26 Πρόσφατες μελέτες της ιστορίας της ένοπλης αυτοάμυνας στο Κίνημα για τα Πολιτικά Δικαιώματα, ομάδων όπως, για παράδειγμα, οι Διάκονοι για την Άμυνα και τη Δικαιοσύνη (Deacons for Defense and Justice), έχουν τονίσει την πολυπλοκότητα της αφοσίωσης των ακτιβιστών του κινήματος στη στρατηγική της μη-βίας του Γκάντι. Βλ., Akinyele Omowale Umoja, We Will Shoot Back: Armed Resistance in the Mississippi Freedom Movement (NYU Press 2013) · Simon Wendt, The Spirit and the Shotgun: Armed Resistance and the Struggle for Civil Rights (University Press of Florida 2007).

27 Για να είμαστε ξεκάθαροι, αυτοί οι πληθυσμοί δεν βρίσκονται εκτός αλλά σταθερά εντός του καπιταλισμού –με μια σειρά ρυθμίσεων της εργασίας, που επιβάλλονται από μια σειρά τιμωρητικών μηχανισμών του κράτους– έτσι ώστε, μολονότι ο μισθός δεν διαμεσολαβεί πια άμεσα τη συλλογική πρόσβαση σε βασικές ανάγκες, όπως το φαγητό και η στέγαση, μια τεράστια παράτυπη οικονομία έχει αναδυθεί για να εξασφαλίσει τα βασικά μέσα επιβίωσης. Στο παράδειγμα της μερικής προλεταριοποίησης του αγροτικού πληθυσμού στην Κίνα και της δημιουργίας μιας μαζικής εργατικής δύναμης 160 εκατομμυρίων μεταναστών από την ύπαιθρο, οι εργάτες γης ή οι μικροαγρότες έχουν συχνά γίνει άμισθοι, αυτοαπασχολούμενοι εργάτες του τομέα της παράτυπης οικονομίας. Το όνειρο του ιστορικού εργατικού κινήματος (ένα όνειρο που ήταν, επίσης, το στήριγμα του κινήματος πολιτικών δικαιωμάτων στις ΗΠΑ και μιας σειράς αντιαποικιακών εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων) για την προοδευτική ενσωμάτωση στον μισθό, προσέκρουσε στην πραγματικότητα της μόνιμης δομικής ανεργίας και περιττότητας (superfluity) .

28 Loïc Wacquant, Punishing the Poor: The Neoliberal Government of Social Insecurity (Duke University Press 2009). Για μια συζήτηση σχετικά με το πώς αναπτύχθηκε ένα τέτοιο μοντέλο στην περίπτωση της Βρετανίας, βλ., ‘A Rising Tide Lifts All Boats, στο παρόν τεύχος.

29 [Σ.τΜ.] Στο σημείο αυτό υπονοείται το άρθρο της Heidi Hartman (1979), ‘The Unhappy Marriage of Marxism and Feminism: Towards a More Progressive Union’. Βλ., «Ο άτυχος γάμος του μαρξισμού με το φεμινισμό: για μια πιο προοδευτική ένωση». Το κείμενο είναι προσβάσιμο στο http://www.genderpanteion.gr/gr/didaktiko_pdf/Hartmann_Feminism_Marxism.pdf.

30 Βλ., Γουντ, Ε. Μ. (1998). Η δημοκρατία ενάντια στον καπιταλισμό: για μια ανανέωση του ιστορικού υλισμού. Αθήνα: Στάχυ, σελ. 258· καιMarxism Without Class Struggle?’ Socialist Register 20 (Merlin 1983), 242.

31 [Σ.τ.Μ] Στο σημείο αυτό υπάρχει έμμεση αναφορά στο άρθρο της Judith ButlerMerely Cultural’. Βλ., Butler, J.(2005). «Ο Μαρξισμός και το απλώς πολιτισμικό». Θέσεις 93.

32 [Σ.τ.Μ.] Ο όρος Μεγάλη Κοινωνία (Great Society) αναφέρεται σε μια σειρά κρατικών προγραμμάτων της δεκαετίας του 1960 στις ΗΠΑ, τα οποία στόχευαν στην εξάλειψη της φτώχειας και της φυλετικής αδικίας.

33 Kyriakides and Torres, Race Defaced: Paradigms of Pessimism, Politics of Possibility, 36.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

css.php