Ένα ταυτόσημο αποκείμενο-υποκείμενο;

των Endnotes από το Endnotes #4

 

Το παρόν κείμενο έχει μεταφραστεί και εδώ: https://2008-2012.net/2016/02/10/ένα-ταυτόσημο-αποκείμενο-υποκείμενο/

Αν εδώ μιλάμε μάλλον για τα υποκείμενα της “αποκειμενοποίησης, παρά για “πλεονάζοντα πληθυσμό”, τι μπορούμε να πούμε για το αποκείμενο ως κοινωνικό υποκείμενο; Οι εξελίξεις αυτές σηματοδοτούν όχι την δημιουργία μιας καινούριας μορφής κοινωνικού (ή δυνητικά, επαναστατικού) υποκειμένου αλλά μάλλον το πρόβλημα της ύπάρξης του οποιουδήποτε ταξικού υποκειμένου. Καθαυτό, αυτό που αποκειμενοποιείται θα έμοιαζε να είναι εξ ορισμού μη-επιβεβαιώσιμο, μη-ενοποιήσιμο, γιατί δεν έχει μια δική του (αφεαυτού) θετική ύπαρξη, αλλά είναι απλά η άρνηση κάποιου άλλου. Αυτοί/ές που αποκειμενοποιούνται δεν είναι τίποτα άλλο από το προλεταριάτο. Πιο συχνά από ό,τι όχι, είναι εργάτες, φοιτητές κ.λπ. Μόνο που είναι εργάτες, φοιτητές κ.λπ. που δαιμονοποιούνται, που πετιούνται έξω από την περίφραξη της κοινωνικής αξιοπρέπειας. Αυτές οι εξελίξεις αντιπροσωπεύουν προβλήματα της συγκρότησης ενός ενοποιημένου ταξικού υποκειμένου· πραγματικά, είναι άμεσες εκφράσεις της αποσύνθεσης της τάξης. Το αποκείμενο προβάλλεται ως ένα είδος οριακής έννοιας μιας επιβεβαιώσιμης κοινωνικής τάξης, σε μια λειτουργία κατά την οποία η ίδια η τάξη ορίζεται αρνητικά ως προς αυτό που έχει αποκειμενοποιηθεί. Το “Δεν είμαστε όπως αυτοί” αντικαθιστά το “εργάτες ενωμένοι ποτέ νικημένοι”. Και ως τέτοια, η αποκειμενοποίηση μπορεί να έχει μια κάπως κλασματοδιαστατική23 ποιότητα: δεν εφαρμόζεται ομοιόμορφα σε μια κοινωνική ομάδα, αλλά εντός και ανάμεσα σε κοινωνικές ομάδες, ανάλογα, σε κάποιον βαθμό, με το πού βρίσκεται κανείς στο κοινωνικό τοπίο. Πάντα υπάρχει κάποιος που είναι περισσότερο αποκειμενοποιημένος από σένα.

 

Στο τεύχος Endnotes 2 παρουσιάσαμε μια ανάλυση της εγγενούς τάσης του κεφαλαίου για κρίσεις, ανάλυση που περιστρεφόταν γύρω από την θεωρία του πλεονάζοντος πληθυσμού. Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί μια προσπάθεια να εκλεπτυνθούν, να διευκρινιστούν και να αναπτυχθούν οι κεντρικές κατηγορίες αυτής της θεωρίας1. Το κίνητρό μας γι’ αυτό απορρέει από συγκεκριμένες παρανοήσεις με τις οποίες ήρθαμε αντιμέτωποι, παρανοήσεις που προδίδουν την γενικότερη τάση μιας απευθείας απεικόνισης της κατηγορίας του “πλεονάζοντος πληθυσμού” σε ένα μοναδικό, συνεκτικό κοινωνικό υποκείμενο ή κοινωνιολογική ομάδα, με την εν δυνάμει υποδήλωση ότι αυτή η ομάδα μπορεί να ειδωθεί ως ένα καινούριο είδος επαναστατικού φορέα. Η επέκταση του πλεονάζοντος πληθυσμού, όμως, όχι μόνο δεν αναπαριαστά την ανάδυση ενός συνεκτικού φορέα, αλλά αντίθετα σηματοδοτεί την τάση εξαφάνισης του προηγούμενου επαναστατικού ορίζοντα.

Κάποτε ήταν δυνατό – για την ακρίβεια αρκετά εύλογο – να σκεφτόμαστε το προλεταριάτο ως ένα αναδυόμενο κοινωνικό υποκείμενο, που διαρκώς διευρυνόταν και ενοποιούνταν με την παγκόσμια επέκταση και ανάπτυξη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, ιδιαίτερα με την ενσωμάτωση ενός αυξανόμενου κομματιού της τάξης στην απασχόληση στη βιομηχανία. Σήμερα, σε μια εποχή επιβραδυνόμενης οικονομικής ανάπτυξης – η οποία είναι επίσης μια εποχή γενικότερης αποβιομηχάνισης – οι επαναστατικοί προσανατολισμοί του παρελθόντος δεν έχουν πλέον κανένα νόημα. Η εργατική τάξη – πάντα εσωτερικά διαφοροποιημένη – παρουσιάζει μια διαρκώς μειούμενη ικανότητα ενοποίησης κάτω από μια μοναδική ηγεμονική φιγούρα, πραγματώνοντας, έτσι, την πάντα λανθάνουσα τάση διάσπασής της σε κομμάτια, τα οποία έρχονται αντιμέτωπα το ένα με το άλλο.

Στην καρδιά αυτού του κατακερματισμού βρίσκεται η διαίρεση της τάξης σε δυο κομμάτια: (1) ένα συρρικνούμενο κομμάτι, που διατηρεί υψηλότερους μισθούς και κοινωνική προστασία, αλλά πρέπει διαρκώς να δίνει μάχες οπισθοφυλακής ενάντια στις καπιταλιστικές “μεταρρυθμίσεις” και αναδιαρθρώσεις· και (2) ένα διευρυνόμενο κομμάτι, που αντιμετωπίζει πενιχρές δυνατότητες απασχόλησης και της παρέχονται ελάχιστες δικλείδες κοινωνικής προστασίας2. Ο σχετικά πιο ασφαλής τομέας – που είναι επίσης πιο οργανωμένος – έχει συχνά ανάγκη την υποστήριξη του πιο επισφαλούς κομματιού για να κερδίσει τις μάχες που δίνει. Όμως, οι εκκλήσεις για μεγαλύτερη “συμπερίληψη” αυτού του επισφαλούς κομματιού ίσως “πυροδοτήσει” δικαιολογημένους φόβους ότι κάτι τέτοιο θα υπονομεύσει τις πιο ασφαλείς δουλειές, ανοίγοντας την πρόσβαση στην εκπαίδευση και την κατάρτιση και, συνεπώς, αυξάνοντας την προσφορά εργατικής δύναμης και μειώνοντας την διαπραγμευτική ισχύ της3. Την ίδια στιγμή, μέλη αυτού του πιο επισφαλούς τμήματος πιθανόν να είναι δικαιολογημένα καχύποπτα σχετικά με τα κίνητρα αυτών που είναι σε ασφαλέστερη θέση: αφού γίνουν όλες αυτές οι θυσίες, αυτό που θα έχει κερδηθεί δεν θα είναι απλά οι αγώνες οπισθοφυλακής των δεύτερων; Άλλωστε, όσοι έχουν μεγαλύτερη ασφάλεια σπάνια κατεβαίνουν στους δρόμους όταν πλήττονται οι λιγότερο ευνοημένοι. Η διεύρυνση του πλεονάζοντος πληθυσμού είναι σημαντική για να εξηγήσει κανείς αυτή την διαίρεση, η οποία, όμως, δεν είναι η μοναδική στο εσωτερικό της τάξης.

Υπάρχει μια δυνητικά άπειρη ποικιλία τέτοιων διακρίσεων, συνεπώς το ερώτημα της εξήγησης των σημερινών διαιρέσεων μπορεί με μια έννοια να αντιστραφεί: ποια ήταν αυτή η ενότητα που βρίσκεται τώρα σε προχωρημένα στάδια αποσύνθεσης; Πώς συνέβη αυτό; Είναι ένα ερώτημα που έχουμε προσπαθήσει να απαντήσουμε σε ένα άλλο σημείο του παρόντος τεύχους, στο άρθρο “Μια ιστορία του Διαχωρισμού”. Για τον σκοπό μας, όμως, εδώ αρκεί απλά να παρατηρήσουμε ότι υπήρχε κάποτε μια ηγεμονική ταυτότητα και προσανατολισμός ανάμεσα στους εργάτες που μπορούσε να παράσχει το έδαφος για την επιβεβαίωση συγκεκριμένων αγώνων ως κεντρικών, αποκλείοντας ταυτόχρονα άλλους ως δευτερεύοντες ή άνευ σημασίας. Είναι εξίσου καθαρό ότι αυτή η επιβεβαίωση μοιάζει όλο και λιγότερο εύλογη σήμερα. Στην θέση της εργατικής ταυτότητας είμαστε αντιμέτωποι με τόσες ανταγωνιστικές εναλλακτικές, κάθε μια με τις δικές της στρατηγικές προτεραιότητες: αυτούς που θέλουν περισσότερες δουλειές εναντίον αυτών που θέλουν να αποτρέψουν την περιβαλλοντική καταστροφή· αυτούς που θέλουν να διατηρήσουν τον οικογενειακό μισθό για τους οργανωμένους στα συνδικάτα άντρες εργάτες εναντίον αυτών που θέλουν την ισότητα των φύλων· αυτούς με κυρίαρχη εθνική ή φυλετική ταυτότητα εναντίον αυτών που ανήκουν σε φυλετικοποιημένες μειονότητες κ.ο.κ.

Με αυτή την έννοια, ο “εριστικός” χαρακτήρας της “πολιτικής ταυτοτήτων” είναι συμπτωματικός μιας εποχής. Σε μια περίοδο όλο και πιο αργής οικονομικής ανάπτυξης υπό την απειλή μιας οικολογικής καταστροφής, μοιάζει ελάχιστα εύλογο να ισχυριστούμε ότι το να δώσει κανείς τους αγώνες ενός κομματιού της τάξης θα βελτιώσει την θέση της τάξης συνολικά. Αυτός είναι ο λόγος που απορρίπτουμε οποιαδήποτε προσπάθεια να βρεθεί στην έννοια του πλεονάζοντος πληθυσμού ένα υποκατάστατο [ersatz] κοινωνικού υποκειμένου που θα μπορούσε να αντικαταστήσει τον ηγεμονικό ρόλο που έπαιζε ο λευκός εργοστασιακός εργάτης στο εργατικό κίνημα. Αυτή τη στιγμή δεν φαίνεται να υπάρχει κομμάτι της τάξης – είτε πρόκειται για “το πιο στρατηγικά τοποθετημένο” είτε για το “περισσότερο καταπιεσμένο” – του οποίου οι αγώνες εκφράζουν ένα γενικό συμφέρον. Την ίδια στιγμή, προσπάθειες να εμφανιστεί με έναν μαγικό τρόπο μια καινούρια ενότητα από την πολυμορφία, μετονομάζοντάς την, για παράδειγμα, απλά σε “πλήθος” ή “πρεκαριάτο”, απλά αποφεύγει το θεμελιώδες πρόβλημα της εσωτερικής διαίρεσης.

Αν υπάρχει οποιοδήποτε επαναστατικό δυναμικό αυτή τη στιγμή, φαίνεται ότι θα πρέπει να πραγματωθεί όχι στους αγώνες οποιουδήποτε συγκεκριμένου κομματιού της τάξης αλλά, μάλλον, σε κείνες τις στιγμές που διάφορα τμήματά της συναντιούνται στους αγώνες παρά την αμοιβαία καχυποψία τους· παρά την απουσία ενός σταθερού, συνεκτικού ηγεμονικού πόλου. Σε τέτοιες στιγμές, τα αιτήματα των διαφόρων τμημάτων της τάξης συγκρούονται μεταξύ τους – μια σύγκρουση που μπορεί να φέρει την προοπτική αποσταθεροποίησης ή υπονόμευσης αμοιβαία αποκλειόμενων αιτημάτων και ταυτοτήτων. Οι τρόποι με τους οποίους οργανώνεται και κατακερματίζεται η κοινωνική ζωή στις καπιταλιστικές κοινωνίες μπορεί τότε να φτάσει να εμφανίζεται ως ένα εμπόδιο στο προχώρημα των αγώνων, στρέφοντας τους εργάτες τον έναν εναντίον του άλλου. Εγείρεται, τότε, τουλάχιστον το πρόβλημα πώς να προχωρησουμε μπροστά, αν και χωρίς εύκολες απαντήσεις. Στο κάτω κάτω, μια οριστική απάντηση θα εμπεριείχε μιαν υπέρβαση της ενότητας-στον-διαχωρισμό που οργανώνει την κοινωνική ζωή.

Τι είναι ένας πλεονάζων πληθυσμός;

Η θεωρία του πλεονάζοντος πληθυσμού απορρέει από επιχειρήματα που εκθέτει ο Μαρξ στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου, συγκεκριμένα στο κεφάλαιο 25, που αφορά τον “γενικό νόμο της καπιταλιστικής συσσώρευσης”. Ο Μαρξ ορίζει τον πλεονάζοντα πληθυσμό ως εργάτες που δεν έχουν τακτική πρόσβαση στην εργασία: ένας εργάτης “ανήκει” στον πλεονάζοντα πληθυσμό “όταν εργάζεται περιστασιακά (μερικά) ή είναι εντελώς άνεργος4. Ο Μαρξ αναφέρεται σ’ αυτόν τον πλεονάζοντα πληθυσμό ως “σχετικά πλεονάζοντα πληθυσμό”, επειδή οι εργάτες αυτοί δεν είναι απόλυτα πλεονάζοντες, κατά την Μαλθουσιανή εκδοχή (με άλλα λόγια, δεν πρόκειται για μια κατάσταση έλλειψης επαρκούς τροφής, νερού, στέγης κ.λπ.). Αντίθετα, οι εργάτες αυτοί πλεονάζουν σχετικά με τις ανάγκες του κεφαλαίου – δηλαδή σχετικά με τις ανάγκες του κεφαλαίου σε εργασία.

Στην ιστορία των καπιταλιστικών κοινωνιών, μεγάλες μάζες πληθυσμού έχουν απορροφηθεί στην αγορά εργασίας φτάνοντας να εξαρτώνται εντελώς, για την επιβίωσή τους, από την απόκτηση μισθού. Δεν μπορούν να εγκαταλείψουν την αγορά εργασίας εκτός κι αν μπορούν να βρουν άλλους εργάτες να τους υποστηρίζουν. Με άλλα λόγια, οι εργάτες είναι αναγκασμένοι να εργάζονται άσχετα από το είδος και την ποσότητα εργασίας που είναι διαθέσιμη. Είναι στο έλεος των αναγκών του κεφαλαίου για εργασία. Όταν αυτές οι ανάγκες μειώνονται, και δεν υπάρχει αρκετή διαθέσιμη εργασία, οι εργάτες δεν σταματούν να εργάζονται εντελώς – εκτός κι αν δεν έχουν πραγματικά άλλες επιλογές, οπότε και γίνονται επαίτες [paupers]. Αντίθετα, εισέρχονται στο ένα ή το άλλο παρακλάδι ενός εκτεταμένου και πολυποίκιλτου πλεονάζοντος πληθυσμού.

Ο Μαρξ περιγράφει “κάθε μορφής” πλεονάζοντες πληθυσμούς. Εξαιτίας των μετασχηματισμών στην παραγωγή, οι εργάτες μετακινούνται διαρκώς από παλιές σε καινούριες βιομηχανίες, με βάση τις μεταβαλλόμενες ανάγκες του κεφαλαίου. Αυτό κάνει να εμφανίζονται, κατά την ανάλυση του Μαρξ, τόσο “λανθάνοντες” όσο και “επιπλέοντες” [floating] πλεονάζοντες πληθυσμούς. Αυτούς τους “επιπλέοντες” πληθυσμούς, ο Μαρξ τους αποκαλεί συχνά ως “εφεδρικό στρατό εργασίας”. Σαν συνέπεια, όμως, αυτής της διαρκούς διαδικασίας, όταν το κεφάλαιο αποτυγχάνει να επαναπορροφήσει εκτοπισμένους εργάτες σε καινούριες γραμμές παραγωγής, παράγει επίσης έναν υπερεκμεταλλευόμενο “στάσιμο” πλεονάζοντα πληθυσμό.

Ο Μαρξ πίστευε ότι το πρόβλημα του πλεονάζοντος πληθυσμού – σε τελική ανάλυση ένα πρόβλημα υπερπροσφοράς και υποζήτησης εργασίας – θα επιδεινωνόταν με τον χρόνο, και, συνεπώς, οι άνθρωποι θα βρίσκονταν όλο και περισσότερο αποσυνδεδεμένοι από τις αγορές εργασίας, άρα και από την τακτική πρόσβαση στον μισθό. Στην πραγματικότητα, ο Μαρξ περιγράφει αυτή την κατάσταση ως τον “απόλυτο γενικευμένο νόμο της καπιταλιστικής συσσώρευσης”. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι η διαρκής διαδικασία συσσώρευσης του κεφαλαίου οδηγεί στην αυξανόμενη παραγωγικότητα της εργασίας που, με τη σειρά της, διευρύνει τον “βιομηχανικό εφεδρικό στρατό”, προκαλώντας έτσι την αύξηση ενός “συμπαγοποιημένου πλεονάζοντος πληθυσμού” – “του οποίου η δυστυχία είναι αντιστρόφως ανάλογη (;) με το μέγεθος του μαρτυρίου που πρέπει να υποστεί με τη μορφή της εργασίας”, αυξάνοντας επίσης και την “επίσημη εξαθλίωση”· με άλλα λόγια, όσους δεν μπορούν να κερδίσουν έναν επαρκή μισθό για να επιβιώσουν και θα πρέπει να ζητιανεύουν για το ψωμί τους5. Το τελικό αποτέλεσμα είναι ότι η συσσώρευση του πλούτου συμβαίνει παράλληλα με την συσσώρευση της φτώχειας.

Σύμφωνα με την ανάλυση του Μαρξ, η κύρια αιτία που η καπιταλιστική ανάπτυξη οδηγεί στην ανάπτυξη του πλεονάζοντος πληθυσμού έχει να κάνει με αυτό που έχουμε αποκαλέσει “μονόδρομο της τεχνολογικής ανάπτυξης”6. Στην ουσία, ο Μαρξ ισχυρίζεται ότι η ανάγκη για εργασία σε κάθε βιομηχανία πέφτει, τελικά, εξαιτίας της αύξησης της παραγωγικότητάς της. Καινούριες βιομηχανίες αναδύονται, φυσικά, με βραδύτερο ή ταχύτερο ρυθμό, αυξάνοντας τις απαιτήσεις σε εργασία. Αυτές οι βιομηχανίες, όμως, δεν ξεκινούν ποτέ από το μηδέν: δεν χρειάζεται, για παράδειγμα, να ανακαλύψουν ξανά τον ατμό, την γραμμή συναρμολόγησης ή τον ηλεκτρικό κινητήρα. Αντίθετα, οι καινούριες γραμμές παραγωγής απορροφούν τις τεχνολογικές καινοτομίες που προηγήθηκαν. Ως εκ τούτου, η ανάδυση καινούριων βιομηχανιών είναι όλο και λιγότερο αποτελεσματική στο να αυξάνει την ανάγκη για εργασία. Συνεπώς, το κεφάλαιο έχει αυτό που ο Μαρξ αποκαλεί “αυξανόμενη οργανική σύνθεση”. Ο Μαρξ ισχυρίζεται ότι είναι οι παλιότερες γραμμές παραγωγής που τείνουν να απορροφούν την περισσότερη εργασία, δηλαδή αυτές που δεν έχουν ακόμα ανανεωθεί τεχνολογικά.

Αυτή η θεωρία θα μπορούσε να αποκτήσει περισσότερη “σάρκα και οστά” αναπτύσσοντας συνδέσεις με τις σημειώσεις του Μαρξ σχετικά με την υπερσυσσώρευση στον τόμο 3 του Κεφαλαίου, αλλά αυτό είναι ένα άλλο εγχείρημα. Εδώ, θα σημειώσουμε μόνο ότι αυτό που σήμερα καθιστά πολλούς εργάτες πλεονάζοντες, ως προς τις ανάγκες του κεφαλαίου, είναι μια διπλή τάση: από τη μια πλευρά προς την υπερσυσσώρευση – η οποία μειώνει τα ποσοστά κέρδους και, συνεπώς, επιβραδύνει την επέκταση της παραγωγής – και, από την άλλη, προς την διαρκή αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, που αναδύεται από τον καπιταλιστικό ανταγωνισμό, και έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια θέσεων εργασίας σ’ εκείνους τους τομείς της οικονομίας στους οποίους το αποτέλεσμα της παραγωγής δεν αυξάνεται με τον ίδιο ρυθμό που αυξάνεται η παραγωγικότητα. Ο συνδυασμός αυτων των παραγόντων εγγυάται ότι σε μια οικονομία που μαστίζεται από την υπερσυσσώρευση οι ανάγκες σε εργασία θα αδυνατούν να συμβαδίζουν με την προσφορά της. Αυτό, με τη σειρά του, θα διευρύνει τον πλεονάζοντα πληθυσμό.

Στο Endnotes 2, επιχειρηματολογήσαμε ότι αυτές οι εξελίξεις τείνουν να καταστήσουν την αναπαραγωγή του προλεταριάτου εξαρτώμενη [contingent] από αυτήν του κεφαλαίου. Αν ο μεταπολεμικός διακανονισμός είχε τυποποιήσει την αμοιβαία, αλλά ασύμμετρη, σχέση με την οποία η αναπαραγωγή του προλεταριάτου είναι αναγκαία για την αναπαραγωγή του κεφαλαίου, με το τέλος αυτού του διακανονισμού, και την αύξηση των πλεοναζόντων πληθυσμών, αυτοί που “περισσεύουν” αναπαράγονται στην ουσία ως ένα είδος “παρενέργειας” της καπιταλιστικής παραγωγής7. Το νόημα αυτής της θέσης είναι ότι η καπιταλιστική παραγωγικότητα, ιδιαίτερα στην περίπτωση της γεωργίας, έχει όλο και περισσότερο την δυνατότητα να υποστηρίζει κομμάτια του παγκόσμιου πληθυσμού που ζουν πολύ μακριά από τις δυναμικές βιομηχανίες στην καρδιά της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Όταν, όμως, συμβαίνει κάτι τέτοιο, οι διαπλεκόμενοι κύκλοι της αμοιβαίας αναπαραγωγής του κεφαλαίου και της τάξης μοιάζει να έχουν όλο και λιγότερο νόημα. Όπως επιχειρηματολογεί η Screamin’ Alice, αυτό οδηγεί, με μια έννοια, στην “αποσύνθεση” αυτών των κυκλωμάτων, την ίδια στιγμή που η “ολοκλήρωσή” τους γίνεται, από άλλες απόψεις, βαθύτερη – για παράδειγμα, στην χρηματιστικοποίηση ακόμα περισσότερων τομέων της ζωής8.

Αποβιομηχάνιση, τότε και τώρα

Kατά τον 20ο αιώνα, αυτή η ιδέα για την τάση του καπιταλισμού να παράγει όλο και περισσότερο πλεονάζοντες εργάτες είχε σε μεγάλο βαθμό απορριφθεί ως μια “θέση εξαθλίωσης”, με το επιχείρημα ότι η ιστορία την είχε διαψεύσει: η εργατική τάξη οπωσδήποτε “απέτυχε” να εξαθλιωθεί· αντίθετα, το βιωτικό επίπεδο είχε βελτιωθεί. Η απασχόληση στην βιομηχανία είχε αυξηθεί δραματικά, υποδηλώνοντας ότι η βιομηχανική εργατική τάξη θα αποτελούσε τελικά την μεγάλη πλειοψηφία της εργατικής δύναμης. Ενώ ο Μαρξ φαινόταν να έχει γενικά δίκιο σχετικά με την ερμηνεία των τάσεων στα μέσα του 19ου αιώνα (που περιόριζαν την ανάπτυξη της ζήτησης εργασίας στη βιομηχανία), δεν προέβλεψε την ανάδυση νέων γραμμών παραγωγής που θα αποδεικνύονταν ικανές να απορροφήσουν το πλεόνασμα κεφαλαίου και εργασίας που παράγονταν σε άλλους τομείς της οικονομίας. Αυτές οι βιομηχανίες – όπως οι αυτοκινητοβιομηχανίες και οι βιομηχανίες “λευκών” αγαθών – βρίσκονταν στον ίδιο τον πυρήνα της καπιταλιστικής ανάπτυξης και της βιομηχανικής απασχόλησης τον 20ο αιώνα. Ο ημι-καταρτισμένος εργοστασιακός εργάτης ήταν η καθοριστική φιγούρα στο παλιό εργατικό κίνημα. Αλλά στο Endnotes 2 θέσαμε το ερώτημα: κι αν ο Μαρξ είχε κάνει λάθος μόνο σχετικά με το πότε;

Είναι φανερό πλέον ότι αυτές οι βιομηχανίες του 20ου αιώνα βρίσκονται σε πτώση ως εργοδότες. Αν και έχουν αναδυθεί καινούριες βιομηχανίες, αυτές δεν έχουν απορροφήσει το σύνολο της εργασίας που έχει αποβληθεί από αλλού. Έτσι η αποβιομηχάνιση συνεχίζεται από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 σε όλες τις χώρες υψηλού εισοδήματος. Ακόμα και στις πρόσφατα βιομηχανοποιημένες χώρες, όπως η Νότια Κορέα, η Ταϊβάν, η Βραζιλία, το Μεξικό η Νότια Αφρική και η Αίγυπτος, το ποσοστό της απασχόλησης στη βιομηχανία είναι στάσιμο ή σε πτώση από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 ή του 1990. Η Κίνα μοιάζει να αποτελεί μια εξαίρεση στον κανόνα, αλλά, ακόμα κι εκεί, ο κατασκευαστικός τομέας αποτελεί μεγάλη συνιστώσα της καινούριας “βιομηχανικής” εργατικής δύναμης και το ποσοστό της απασχόλησης στην κινέζικη βιομηχανία έχει παραμείνει στην πραγματικότητα, στάσιμο κατά την περίοδο της ραγδαίας ανάπτυξης από το 1980 μέχρι το 2006 – κάπου μεταξύ 14% και 16% της εργατικής δύναμης. Αν και άνοιξαν αρκετές καινούριες βιομηχανίες, για παράδειγμα στην περιοχή του δέλτα του ποταμού Pearl, απορροφώντας εργατική δύναμη, αυτό έτεινε μόνο να εξισορροπεί – αλλά όχι και να αναστρέφει – τις συνολικές συνέπειες του κλεισίματος των κρατικών επιχειρήσεων και τις απολύσεις εργατών στην βορειοανατολική Κίνα9. Το ποσοστό βιομηχανικής απασχόλησης στην Κίνα αυξήθηκε πάνω από τα επίπεδα που είχαν επιτευχθεί παλιότερα μόνο το 2006, φτάνοντας στο 19% το 2011 (τελευταία χρονιά για την οποία υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία). Ενώ ο απόλυτος αριθμός των απασχολούμενων στη βιομηχανία στην Κίνα είναι σαφώς ιλιγγιώδης, το ποσοστό του βιομηχανικού τομέα στο “καινούριο εργαστήρι του κόσμου” απέχει πάρα πολύ από τα αντίστοιχα υψηλά σημεία στη Δύση κατά την περίοδο του “πυρετού” της εκβιομηχάνισης. Στην πραγματικότητα το ποσοστό αυτό στην Κίνα είναι πλησιέστερα στα επίπεδα που κυριαρχούν σήμερα στο Μεξικό και τη Βραζιλία παρά στα επίπεδα της Γερμανίας και του ΗΒ στα μισά του 20ου αιώνα (όπου το ποσοστό κυμαινόταν ανάμεσα στο 31% και το 35%).

Σύμφωνα με ένα παλιό αναπτυξιακό αφήγημα, η απασχόληση στον αγροτικό τομέα θα απομειωνόταν καθώς η αγροτική παραγωγή θα γινόταν πιο αποδοτική, παρασύροντας έτσι μεγάλο αριθμό εν δυνάμει νέων εργατών στις πόλεις, οι οποίοι στην συνέχεια θα απορροφούνταν από την επεκτεινόμενη βιομηχανική παραγωγή. Αυτές οι εξελίξεις θα οδηγούσαν, τελικά, όλες τις χώρες στη σύγχρονη εποχή. Για τους ορθόδοξους Μαρξιστές, αυτό θα έτεινε να δημιουργήσει ένα προλεταριάτο ενωμένο υπό την ηγεμονία των πιο “πρωτοπόρων” τμημάτων του στη βιομηχανία. Καθώς, όμως, το παγκόσμιο αποκορύφωμα της εκβιομηχάνισης γίνεται παρελθόν, σήμερα συμβαίνει κάτι άλλο. Ενώ η απασχόληση στη γεωργία δεν έχει σταματήσει να μειώνεται, οι αγρότες που αποβάλλονται από κει είναι περισσότερο πιθανό να προστεθούν στις τάξεις ενός τεράστιου και ετερογενούς τομέα υπηρεσιών. Αυτή τη στιγμή, σε παγκόσμιο επίπεδο, ο αριθμός όσων απασχολούνται στον τομέα των υπηρεσιών είναι διπλάσιος από τον αριθμό όσων απασχολούνται στην βιομηχανία: οι υπηρεσίες αντιστοιχούν το 44% της παγκόσμιας απασχόλησης ενώ η βιομηχανία μόλις στο 22%. Το μερίδιο, δε, που απασχολείται στα εργοστάσια είναι ακόμα μικρότερο από ό,τι υποδηλώνει αυτό το 22%, όχι μόνο επειδή αυτό το ποσοστό περιλαμβάνει και τον μεγάλης έντασης εργασίας κατασκευαστικό τομέα αλλά και γιατί ένα ευμέγεθες ποσοστό βιομηχανικής απασχόλησης στις χώρες χαμηλού εισοδήματος αντιστοιχεί στην μικρή παραγωγή άτυπων, αυτοαπασχολούμενων προλεταριακών νοικοκυριών.

Υπηρεσίες και περίσσεια

Πολλοί αναλυτές θα ισχυριστούν ότι η συνεχιζόμενη τελμάτωση ή πτώση στην βιομηχανική απασχόληση, που περιγράψαμε παραπάνω, δεν είναι κάτι για το οποίο θα έπρεπε να ανησυχούμε. Υποτίθεται ότι είναι ένα είδος ημι-φυσικής εξέλιξης στην καταναλωτική ζήτηση, καθοδηγούμενη από δυνάμεις της αγοράς. Όπως ακριβώς η γεωργία έχει φθάσει να απασχολεί ένα μειωνόμενο ποσοστό της εργατικής δύναμης, λόγω των ορίων στη ζήτηση φαγητού, το ίδιο συμβαίνει με την βιομηχανική παραγωγή: υποτίθεται ότι υπάρχουν όρια στη ζήτηση αγαθών (αλλά, προφανώς, υπάρχει μια απεριόριστη ζήτηση για υπηρεσίες). Το αποτέλεσμα, σύμφωνα με αυτή την προοπτική, είναι ότι, με το πέρασμα του χρόνου, μια αυξανόμενη ζήτηση για υπηρεσίες θα ωθήσει δυναμικά τους εργάτες στον τομέα των υπηρεσιών, όπως ακριβώς, σε μια προγενέστερη φάση εργάτες, ωθούνταν στον βιομηχανικό τομέα.

Στην πραγματικότητα, η δυναμική έλξης της βιομηχανίας στη διάρκεια της εκβιομηχάνισης ήταν μοναδική σε αυτόν τον τομέα. Η βιομηχανική κατασκευή ενός πράγματος σημαίνει να πάρει κανείς ένα προϊόν – ή να μετασχηματίσει μια υπηρεσία, όπως το πλύσιμο πιάτων, σε ένα προϊόν, όπως το πλυντήριο πιάτων – και να το παράγει σε ένα εργαστάσιο, σύμφωνα με κάποιες διαρκώς αποτελεσματικότερες τεχνικές. Αυτό που μειώνει ραγδαία το κόστος παραγωγής στις εργοστασιακές γραμμές είναι ακριβώς η προκύπτουσα αύξηση στην αποτελεσματικότητα της παραγωγής μέσα στον χώρο του εργοστασίου. Αυτό, με τη σειρά του, οδηγεί σε μια ραγδαία πτώση στις σχετικές τιμές. Οι αγορές για τους κατασκευαστές επεκτείνονται, καθιστώντας δυνατή μια δραματική επέκταση της παραγωγής. Ως εκ τούτου, τεράστιες μάζες της ανθρωπότητας ωθούνται στην εργασία στις βιομηχανικές γραμμές. Αυτό είναι το κλειδί στην δυναμική ανάπτυξη της βιομηχανικής παραγωγής και απασχόλησης: η πρώτη είναι εξαιρετικά ραγδαία και αυτός είναι ο λόγος που, παρά τα υψηλά επίπεδα στην αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, η δεύτερη εξακολουθεί να επεκτείνεται, αυξάνοντας έτσι το ποσοστό απασχόλησης στη βιομηχανία.

Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο στον τομέα των υπηρεσιών. Οι υπηρεσίες είναι ακριβώς εκείνα τα είδη δραστηριοτήτων που δεν μπορούν – ή δεν μπορούν ακόμα – να αντικατασταθούν από προϊόντα. Στις υπηρεσίες, η παραγωγικότητα της εργασίας τείνει να αυξάνεται αργά, αν αυξάνεται καθόλου, και ως αποτέλεσμα, οι τιμές ακολουθούν την ίδια τροχιά. Στην πραγματικότητα, στον βαθμό που οι πραγματικοί μισθοί αυξάνονται, οι σχετικές τιμές των υπηρεσιών θα τείνουν και οι ίδιες να αυξάνονται. Καθώς οι σχετικές τιμές δεν πέφτουν δραματικά, δεν υπάρχει ώθηση για μια ραγδαία επέκταση των αγορών για υπηρεσίες. Συνεπώς, δεν υπάρχει η δυναμική τάση για μια δραματική αύξηση της παραγωγής και άρα προσέλκυσης πολλών εργατών στον τομέα αυτό· αντίθετα, η απασχόληση στον τομέα των υπηρεσιών αυξάνεται αργά.

Στη βάση αυτή είναι εφικτό να περιγράψουμε μια βασική διάκριση ανάμεσα στις φάσεις εκβιομηχάνισης και αποβιομηχάνισης στην ιστορία των καπιταλιστικών κοινωνιών. Κατά την πρώτη φάση, η ζήτηση για εργασία στη βιομηχανία – όχι τόσο στη διάρκεια υφέσεων [busts] αλλά, αν μη τι άλλο, στη διάρκεια άνθησης – ήταν πολύ υψηλή. Αυτό επηρέαζε ολόκληρη την αγορά εργασίας, απομειώνοντας την αναδουλειά [slack], μειώνοντας το μέγεθος του πλεονάζοντος πληθυσμού και αυξάνοντας την διαπραγμευτική δύναμη των εργατών. Από τη στιγμή, όμως, που η εκβιομηχάνιση εισήλθε σε μια αντίστροφη πορεία, ο βιομηχανικός τομέας έγινε, μαζί με τον αγροτικό, άλλη μια πηγή αυξανόμενης αναδουλειάς στην αγορά εργασίας, αυξάνοντας τον πλεονάζοντα πληθυσμό και μειώνοντας την διαπραγμευτική δύναμη των εργατών. Ενώ την ίδια στιγμή, η ζήτηση για εργασία στον τομέα των υπηρεσιών είναι χαρακτηριστικά χαμηλή. Έχει διευρυνθεί αλλά με αργό ρυθμό, επειδή ακριβώς απαιτείται, γενικά, περισσότερο εργατικό δυναμικό για να αυξηθεί η παραγωγή στον τομέα των υπηρεσιών, καθώς ο ίδιος αυξάνεται αργά. Η μετατόπιση από την εκβιομηχάνιση στην αποβιομηχάνιση είναι απαραίτητα μια μετατόπιση από μια οικονομία που αυξάνεται ραγδαία, με διαστήματα εκρηκτικής ανάπτυξης αλλά και ύφεσης, σε μια οικονομία που αυξάνεται πολύ αργά, τείνοντας προς την στασιμότητα. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, τα διαστήματα άνθησης και ύφεσης δίνονται απλά από οικονομικές φούσκες, οι οποίες “φουσκώνουν” και “ξεφουσκώνουν” γύρω από έναν κόσμο πλεονάζοντος κεφαλαίου10.

Η θεωρία αυτή έχει ένα συμπέρασμα που εξηγεί γιατί ένα μεγάλο τμήμα του πλεονάζοντος πληθυσμού καταλήγει στον τομέα των υπηρεσιών, και ιδιαίτερα στους τομείς χαμηλής αμοιβής και υπερεκμετάλλευσης, όπως και στους τομείς άτυπης εργασίας και αυτο-εκμετάλλευσης. Καθώς η δουλειά στον τομέα των υπηρεσιών τείνει να είναι υψηλής έντασης (έντασης-εργασίας), ο μισθός αποτελεί ένα μεγάλο ποσοστό του τελικού κόστους. Επειδή, δε, οι πραγματικοί μισθοί δεν πέφτουν, συνήθως, στο σύνολο της οικονομίας, είναι δύσκολο για τις εταιρείες του τομέα των υπηρεσιών να μειώνουν τα κόστη τους σε τακτική βάση (οι γενικές τάσεις μείωσης του κόστους στη βιομηχανία και την γεωργία οφείλονται σε βελτιώσεις στην αποδοτική χρήση πιο κοστοβόρας εργασίας). Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα ένα σχετικά χαμηλό επίπεδο αύξησης της παραγωγής στις υπηρεσίες. Αλλά, εξαιτίας ακριβώς αυτού του λόγου, όταν εργάτες αποβάλλονται από άλλους τομείς, είναι πιθανόν να προσλάβει κανείς πολύ φθηνότερους εργάτες στις υπηρεσίες – καθώς όσοι απολύονται ως πλεονάζοντες θα πρέπει συνήθως να δεχτούν ένα επίπεδο χαμηλότερου μισθού. Αυτό μειώνει το κόστος και επιτρέπει μια κάποια επέκταση στη ζήτηση, και στην παραγωγή, υπηρεσιών. Στον τομέα των υπηρεσιών υπάρχει μεγαλύτερος χώρος για επέκταση της αγοράς μέσω της μείωσης των μισθών. Αντίθετα, στις περισσότερες βιομηχανικές δραστηριότητες, οι μισθοί αποτελούν έναν μικρό, μόνο, ποσοστό του τελικού κόστους του προϊόντος, οπότε υπάρχει μικρότερο περιθώριο για ελιγμούς.

Φυσικά αυτό δεν σημαίνει ότι καμμιά συγκεκριμένη υπηρεσία δεν έχει τις πιθανότητες να αποτέλεσει βάση για δυναμική ανάπτυξη. Αρκετές δουλειές που, κάποτε, πραγματοποιούνταν σαν υπηρεσίες έχουν, τουλάχιστον εν μέρει, μετατραπεί σε βιομηχανικά αγαθά στην διάρκεια της ιστορίας του καπιταλισμού, είτε για τα μεμονωμένα νοικοκυριά είτε για συλλογικούς χώρους. Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, η υπηρεσία του πλυσίματος των ρούχων στο χέρι αντικαταστάθηκε από το πλυντήριο, στα σπίτια ή στα καθαριστήρια. Ο μετασχηματισμός υπηρεσιών σε προϊόντα είναι μέρος της εκβιομηχάνισης που μετασχηματίζει δραστηριότητες, καθιστώντας τες επιδεκτικές στη σταθερή αύξηση της παραγωγικότητας, σε αυτό που ο Μαρξ αποκάλεσε “πραγματική υπαγωγή της εργασιακής διαδικασίας”, ανοίγοντας αγορές και επιτρέποντας μακροπρόθεσμη ανάπτυξη.

Ενώ είναι δύσκολο να ταυτοποιήσει κανείς μια ακριβή και καθορισμένη “λογική” σχετικά με το γιατί κάποιες δραστηριότητες υπάγονται πραγματικά ενώ άλλες όχι, το γεγονός ότι συγκεκριμένες δραστηριότητες απαιτούν “λεπτοδουλειά” ή άμεση ανθρώπινη επαφή, και, συνεπώς, πρέπει να παραμείνουν δραστηριότητες έντασης-εργασίας, είναι προφανώς καθοριστικό. Μοιάζει να υπάρχει πάντοτε ένα “υπόλοιπο” τέτοιων δραστηριοτήτων, μια ποικιλία διαφοροποιημένων καθηκόντων, κυρίως στις υπηρεσίες11.

Όσο οι υπηρεσίες παραμένουν υπηρεσίες, τείνουν κατεξοχήν να αποτελούν πηγή μόνο “απόλυτης” και όχι “σχετικής υπεραξίας”. Αυτός είναι απλά ένας άλλος τρόπος να πει κανείς ότι υπάρχουν όρια στην αύξηση της παραγωγικότητας. Κατά συνέπεια, “μετα-βιομηχανικές” οικονομίες που επικεντρώνονται γύρω από τις υπηρεσίες τείνουν να έχουν χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης.

Σε τέτοιες συνθήκες, είναι επιτακτικό για τους καπιταλιστές να αποσπάσουν από τους εργάτες τους όσο το δυνατόν περισσότερα, αυξάνοντας τη διάρκεια ή την ένταση της εργασίας. Σε έναν βαθμό, η προϋπόθεση για την ύπαρξη πολλών θέσεων εργασίας είναι οι εντατικοποιημένες εργασιακές συνθήκες. Αν οι υπερ-εντατικοποιημένοι τομείς καταλαμβάνουν αυξανόμενο μερίδιο της αγοράς εργασίας, αυτό ασκεί μια πίεση για μείωση σε όλους τους μισθούς και αυξάνει την ανασφάλεια καθώς οι εργάτες χάνουν τη διαπραγμευτική τους δύναμη και τα αφεντικά αποθρασσύνονται και απαιτούν ακόμα μεγαλύτερη “ευελιξία”. Υπό αυτές τις συνθήκες, είναι ορθάνοιχτη η πόρτα για την εμφάνιση κάθε λογής καταχρήσεων σε βάρος των εργατών – σεξουαλικών, συναισθηματικών και ψυχολογικών, καθώς και της κλοπής ή της παρακράτησης μισθών και υπερωριών πολλών χρόνων. Συγκεκριμένες θέσεις εργασίας εμφανίζονται μ’ αυτόν τον τρόπο σαν μια ειδική κατηγορία πλεοναζόντων εργατών, παρόμοια με την κατηγορία των αυτο-απασχολούμενων στις χώρες χαμηλού εισοδήματος (κατά την τελευταία περίπου δεκαετία, όμως, και στις χώρες υψηλού εισοδήματος). Οι χαμηλόμισθοι εργάτες στον τομέα των υπηρεσιών θα πρέπει να εκμεταλλεύονται τον εαυτό τους ακραία και/ή να γίνονται υπερ-εκμεταλλευόμενοι, αν θέλουν να βρουν δουλειά. Πολλές από αυτές τις δουλειές (ντελίβερυ, οικιακό καθάρισμα, συσκευασία σε σούπερ-μάρκετ κοκ.) μπορούν να υπάρχουν μόνο και μόνο επειδή οι μισθοί όσων τις κάνουν είναι απλά ένα μικρό κλάσμα του μισθού αυτών που καταναλώνουν αυτές τις υπηρεσίες. Με τον τρόπο αυτό, η συνθήκη για να βρει κανείς δουλειά σε έναν επεκτεινόμενο τομέα υπηρεσιών είναι συχνά να αποδεχτεί έναν σημαντικά χαμηλότερο, από τον μέσο όρο, μισθό.

Πλεονάζοντες πληθυσμοί και ανεργία

Ελπίζουμε να είναι πλέον φανερό, ότι η τάση για αυξανόμενη περίσσεια δεν είναι μια τάση για την κυριολεκτικό “πέταγμα” [extrusion] ενός μέρους της εργατικής τάξης από την οικονομία. Οι πλεονάζοντες εργάτες εξακολουθούν να πρέπει να αγοράσουν τουλάχιστον κάποια από αυτά που χρειάζονται για να επιβιώσουν και, συνεπώς, θα πρέπει να κερδίζουν ή να αποκτούν χρήματα για να ζήσουν. Όσοι παράγονται ως πλεόνασμα σχετικά με τις ανάγκες του κεφαλαίου, πιθανόν να εξακολουθούν να παίρνουν έναν μισθό σε κάποιους τομείς υπερ-εκμετάλλευσης ή μπορεί να είναι αυτο-απασχολούμενοι – άρα και αυτο-εκμεταλλευόμενοι – στην άτυπη οικονομία (μιας και στερούνται την πρόσβαση σε κεφάλαιο).

Ο Μαρξ ξεκαθαρίζει μερικά από τα σημεία αυτά στην συζήτηση σχετικά με τον “στάσιμο πλεονάζοντα πληθυσμό”. Δεν μπορούμε να διαβάσουμε αυτήν την ανάλυση του Μαρξ χωρίς να σκεφτούμε την παγκόσμια άτυπη οικονομία σήμερα, μεγάλο κομμάτι της οποίας θα είχε συμπεριληφθεί, την εποχή του Μαρξ, κάτω από την ταμπέλα της οικιακής εργασίας ή της “οικιακής βιομηχανίας”. Ο στάσιμος πλεονάζων πληθυσμός:

αποτελεί ένα κομμάτι της ενεργούς αγοράς εργασίας αλλά με εξαιρετικά ακανόνιστη απασχόληση. Με τον τρόπο αυτό προσφέρει στο κεφάλαιο μιαν ανεξάντλητη δεξαμενή αναλώσιμης εργασίας. Οι συνθήκες ζωής του βυθίζονται κάτω από το συνηθισμένο μέσο επίπεδο της εργατικής τάξης, και είναι ακριβώς αυτό που τον καθιστά μια ευρεία βάση για ειδικούς κλάδους καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Χαρακτηρίζεται από ένα μέγιστο εργάσιμου χρόνου και ένα ελάχιστο μισθού. Έχουμε ήδη εξοικειωθεί με την πρωταρχική της μορφή υπό τον τίτλο της “οικιακής βιομηχανίας”…Το μέγεθός του αυξάνεται αναλογικά καθώς με την αύξηση της έκτασης και της ενέργειας της συσσώρευσης προχωρά και η δημιουργία του πλεονάζοντος πληθυσμού. Την ίδια στιγμή, όμως, σχηματίζει και ένα αυτο-αναπαραγώμενο και αυτο-διευρυνόμενο στοιχείο της εργατικής τάξης, καταλαμβάνοντας αναλογικά ένα μεγαλύτερο μερίδιο στην γενικότερη αύξηση της τάξης από αυτήν που καταλαμβάνουν άλλα τμήματά της12.

Θα ήταν, συνεπώς, λάθος να ταυτίσουμε τον πλεονάζοντα πληθυσμό με τους “ανέργους”. Αυτή η κατηγορία (δηλαδή των ανέργων) είναι, σε κάποιο βαθμό, κατασκεύασμα της παροχής, τον 20ο αιώνα, μιας εξασφάλισης σχετικά με την ανεργία στις χώρες υψηλού εισοδήματος. Κατά τον 19ο αιώνα, όπως και στις περισσότερες χώρες χαμηλού εισοδήματος σήμερα, το να “είναι κανείς άνεργος”, μ’ αυτή την έννοια, απλά δεν αποτελούσε επιλογή. Δεν υπήρχε καμμιά εξασφάλιση σχετικά με την ανεργία – και σήμερα στις χώρες χαμηλού εισοδήματος μόνο λίγοι εργάτες έχουν κάποια – οπότε οι εργάτες δεν είχαν την πολυτέλεια να μείνουν χωρίς δουλειά για μεγάλο διάστημα: έπρεπε να βρούν δουλειά όσο το δυνατόν γρηγορότερα, ανεξάρτητα από τον βαθμό που το κεφάλαιο απαιτούσε την εργασία τους. Αν δεν υπήρχε τέτοια ζήτηση, έπρεπε να στήσουν ένα μαγαζί για τους ίδιους, χωρίς κανέναν εργαζόμενο – για παράδειγμα, μαζεύοντας κουρέλια.

Στις χώρες υψηλού εισοδήματος, η κατηγορία των “ανεργίας” υπονομεύεται τώρα για μια ακόμα φορά, και εμφανίζεται όλο και περισσότερο ακαθόριστη. Ως γενική τάση, το κράτος πρόνοιας έχει μετασχηματιστεί δραματικά έτσι ώστε το επίδομα ανεργίας, που τυπικά καταβάλλεται σε ένα κομμάτι του εργατικού δυναμικού που αποκλείεται δομικά από την απασχόληση, τείνει να αντικατασταθεί από επιδόματα που εξαρτώνται από το εισόδημα. Ο σκοπός τους είναι μάλλον να συμπληρώσουν και να υποστηρίξουν εισοδήματα μόνο στο χαμηλότερο άκρο της κλίμακας απασχόλησης, παρά να στηρίξουν αυτούς που είναι απλά άνεργοι, και συμβάλλουν σε μεγάλη αύξηση της χαμηλόμισθης απασχόλησης στον τομέα των υπηρεσιών. Αυτός ο μετασχηματισμός συμβαίνει, φυσικά, με διαφορετικό ρυθμό στις διάφορες χώρες υψηλού εισοδήματος. Σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, οι σχετικές προστασίες έχουν διατηρηθεί για πολύ μεγαλύτερο διάστημα, αποτρέποντας την ολοσχερή αποβολή όσων είναι στην δυσμενέστερη θέση από την αγορά εργασίας. Για τον λόγο αυτό, έχει ανοίξει ένα σημαντικό “χάσμα θέσεων εργασίας” ανάμεσα στις ΗΠΑ και το ΗΒ, από την μια, και την ηπειρωτική Ευρώπη, από την άλλη, η οποία έχει αντιμετωπίσει υψηλότερα ποσοστά ανεργίας, καθώς και χαμηλότερα ποσοστά καταναγκασμού συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό, ιδιαίτερα για τις γυναίκες. Αυτό το χάσμα μπορεί να εξηγηθεί αποκλειστικά από την σχετική απουσία απασχόλησης στον τομέα των υπηρεσιών στην ηπειρωτική Ευρώπη, και ιδιαίτερα σε σχέση με την χαμηλόμισθη απασχόληση. Το μερίδιο του τομέα των υπηρεσιών στην απασχόληση είναι χαμηλότερο στην Γερμανία και την Ιταλία, κοντά στο 70%, σε σύγκριση με τις ΗΠΑ, το ΗΒ και την Γαλλία, στις οποίες κυμαίνεται γύρω στο 80%13.

Επιπρόσθετα, στην παγκόσμια οικονομία – στην οποία οι διαρκείς ροές πλεονάζοντος κεφαλαίου πειθαρχούν τα κράτη – οι χώρες υψηλού εισοδήματος πρέπει να κάνουν ό,τι μπορούν για να αποτρέψουν μια γενικευμένη ανεργία, συνεπώς και μια δραματική αύξηση των προνοιών για τους άνεργους. Οι δαπάνες για το κράτος πρόνοιας πρέπει να διατηρούνται σε ένα ελάχιστο δυνατόν ώστε να αποφευχθεί η δημιουργία ανησυχίας στους μετόχους και τους φορολογούμενους. Η τρέχουσα κυβερνητική πολιτική στο ΗΒ, για παράδειγμα, στοχεύει σε μια προσπάθεια να ξεριζωθούν, όσο το δυνατόν περισσότερο, οι πιθανότητες μιας ανεργίας ως οποιουδήποτε είδους σταθερής κατηγορίας, μετασχηματίζοντας τα επιδόματα πρόνοιας σε σε επιδόματα εργασίας [workfare]. Αυτό έχει το αποτέλεσμα, στις χώρες υψηλού εισοδήματος, πολλοί εργαζόμενοι να πέφτουν ή να βγαίνουν από μια κατάσταση σχετικής περίσσειας αρκετές φορές, εξαιτίας τόσο της αυξανόμενης ελαστικοποίησης της αγοράς εργασίας και της αποσταθεροποίησης των κατηγοριών απασχόλησης σε ένα δομικό επίπεδο, όσο και της μειούμενης ζήτησης εργασίας14.

Το να ξεκινά κανείς από την ταυτοποίηση συγκεκριμένων κοινωνικών υποκειμένων σημαίνει τυπικά την αναζήτηση προσχηματισμένων φιγουρών που σηματοδοτούν στην κοινωνική “φαντασία” ένα απλό κοινωνικό περιθώριο, όπως πχ. αυτούς που ζουν στις παραγκουπόλεις. Αλλά ο πλεονάζων πληθυσμός δεν μπορεί να ταυτοποιηθεί τόσο εύκολα. Αν και διαφορετικές θέσεις σε σχέση με την εργασιακή διαδικασία μπορούν σίγουρα να ταυτοποιηθούν και να ταξινομηθούν σύμφωνα με τύπους και βαθμούς περίσσειας, είναι απαραίτητο να ταυτοποιήσουμε καταρχήν την ευρύτερη λογική που ενεργεί εδώ, πριν απεικονίσουμε τους πολύπλοκα διαφοροποιημένους τρόπους με τους οποίους ενεργεί αυτή η λογική· τίποτα από αυτά δεν επιτρέπει μια άμεση ταυτοποίηση της “περίσσειας” με ένα ιδιαίτερο κοινωνικό υποκείμενο ή ομάδα15. Όπως έχουμε δει, αυτό που διευκολύνει την παραγωγή εργατών ως πλεονάζοντες είναι η διττή τάση του κεφαλαίου τόσο για υπερσυσσώρευση όσο και για μια αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας που, με τη σειρά της, μειώνει τον αριθμό των εργατών που απαιτούνται για να εκτελεστούν πολλές δουλειές. Αλλά από την αρχική τους κατάσταση ως πλεονάζοντες, αυτοί οι εργάτες μπορεί τελικά να αποτελέσουν απλά έναν “λιμνάζοντα” πλεονάζοντα πληθυσμό – που θα επανα-απορροφηθεί στην παραγωγή σε ένα μεταγενέστερο σημείο – ή θα καταλήξει να επιβιώνει στον ένα ή στον άλλο σχετικά τελματωμένο τομέα της οικονομίας (το δεύτερο είναι, φυσικά, πολύ πιο συνηθισμένο στις χώρες χαμηλού εισοδήματος). Σε καμμιά από τις δυο αυτές περιπτώσεις δεν είναι οι πλεονάζοντες εργάτες απαραίτητα είτε άνεργοι είτε μη-παράγοντες υπεραξία. Και, σε ένα γενικότερο επίπεδο, ο “πλεονάζων πληθυσμός” αναφέρεται σε ένα μεγάλο, εξαιρετικά διαφοροποιημένο τμήμα του πληθυσμού, που χαρακτηρίζεται από κάθε είδος εσωτερικών διαιρέσεων και διαστρωματώσεων, από κάθε είδος σχέσης με την εργασιακή διαδικασία.

Ένα ταυτόσημο αποκείμενο-υποκείμενο;

Από την μια πλευρά, αυτή η σχετικά απλή θεωρία της τάσης για την παραγωγή πλεονάζοντος πληθυσμού μπορει να βοηθήσει πάρα πολύ στην εξήγηση διαφόρων κομβικών όψεων της σημερινής παγκόσμιας κατάστασης. Μας παρέχει μια βάση για να εξηγήσουμε την αποβιομηχάνιση, την σχετική ανάπτυξη των υπηρεσιών, την διάδοση μορφών επισφαλούς και ελαστικής εργασίας, και τις πολυάριθμες καταχρήσεις για τις οποίες αυτά ανοίγουν τον δρόμο. Με τη σειρά τους, αυτές οι τάσεις εντείνουν και επιδεινώνουν τη δυσκολία ενοποίησης της εργατικής τάξης κάτω από την ηγεμονία (της φιγούρας) του βιομηχανικού εργάτη, με τον τρόπο που ο παραδοσιακός Μαρξισμός προσδοκούσε· μας παρέχει συνεπώς και μια βάση για να εξηγήσουμε την κρίση της αριστεράς και άλλες στρατηγικές δυσχέρειες του παρόντος. Φαίνεται, επίσης, να προσφέρει μια εξήγηση για τους μειούμενους ρυθμούς ανάπτυξης κατά τις πρόσφατες δεκαετίες καθώς η εργασία που παράγει σχετική υπεραξία έχει καταστεί ένα ελλατούμενο μερίδιο της παγκόσμιας εργατικής δύναμης. Υπάρχουν και άλλα πράγματα που θα μπορούσαμε να προσθέσουμε στον κατάλογο, για παράδειγμα: την δυσκολία των κρατών να ισορροπήσουν ανάμεσα στις απαιτήσεις του κράτους πρόνοιας και τις απαιτήσεις των αγορών· τον σχηματισμό των μεγα-παραγκουπόλεων· τις μετα-βιομηχανικές μορφές μητροπολιτικού αστισμού [urbanism]. Ή, από την άλλη πλευρά: “χρηματιστικοποίηση”, “νεοφιλελευθερισμός” κοκ. Στον βαθμό που ο συνδυασμός αυτών των τάσεων περιγράφουν την κύρια δυναμική και το περίγραμμα της παρούσας παγκόσμιας κατάστασης, παίρνουμε την θεωρία του πλεονάζοντος πληθυσμού ως ένα σημαντικό σημείο αναφοράς στην σχηματοποίηση του παρόντος.

Από την άλλη, όταν μια θεωρία διαθέτει εμφανή επεξηγηματική δύναμη, είναι ίσως δελεαστικό να γλιστρήσει κανείς στο είδος εκείνο εννοιολογικής πλειοδοσίας, στην οποία η θεωρία υποτίθεται ότι εξηγεί πράγματα που δεν μπορεί πραγματικά να εξηγήσει, ή ότι λέει πράγματα που στην πραγματικότητα δεν μπορεί να πει. Μπορεί δε να ειπωθεί ότι οι Μαρξιστές έχουν ιδιαίτερα κακές συνήθειες στο επίπεδο αυτό: για παράδειγμα, το “κεφάλαιο” και η “υπαγωγή” είναι έννοιες στις οποίες κατατείνουν πολύ βιαστικά, ζητώντας από αυτές να κάνουν περισσότερη επεξηγηματική δουλειά από αυτήν που πραγματικά μπορούν να κάνουν. Για να έχει μια θεωρία πραγματική επεξηγηματική δύναμη θα πρέπει να έχει κανείς την ικανότητα να πει τι μπορεί – αλλά και τι δεν μπορεί – να εξηγήσει αυτή η θεωρία.

Αυτό που μοιάζει να είναι μια συνηθισμένη παρερμηνεία ή “τέντωμα” της θεωρίας του πλεονάζοντος πληθυσμού χαρακτηρίζεται από μια υποστασιοποίηση του “πλεονάζοντος πληθυσμού” ως ενός ιδιαίτερου κοινωνικού υποκειμένου, με την φαινομενική υποδήλωση ότι αυτό το υποκείμενο μπορεί να ειδωθεί ως ο νέος επαναστατικός φορέας, ή τουλάχιστον ότι αποτελεί τον φορέα πίσω από διάφορες μορφές των σύγχρονων αγώνων. Αυτό εμπλέκει ένα εννοιολογικό ολίσθημα μεταξύ μιας γενικής τάσης και συγκεκριμένων κοινωνιολογικών ή εμπειρικών περιπτώσεων.

Αν και θα ήταν τελικά λάθος να τα διαχωρίσουμε αυτά τα δύο, είναι επίσης σημαντικό να μην τα ταυτίσουμε πολύ άμεσα ή απλουστευτικά. Έτσι, η θεωρία του πλεονάζοντος πληθυσμού δεν περιλαμβάνει κάποιο είδους νεο-Μπακουνινικής εξιδανίκευσης ενός πλεονάζοντος υποκειμένου, “πιο ριζοσπαστικού” ή “πιο επικίνδυνου” από την οργανωμένη εργατική τάξη· ούτε περιλαμβάνει μια ανάγνωση των σημερινών αγώνων ως αγώνων ενός “πλεονάζοντος” υποκειμένου.

Αποκειμενοποίηση

Ένας τέτοιος τρόπος σκέψης ήταν “στον αέρα” στις συζητήσεις σχετικά με τις ταραχές στην Αγγλία το 2011, τις οποίες και αναλύσαμε σε κάποια έκταση στο Endnotes 3. Μια σύντομη αναδρομή στις προβληματικές που ήταν στο προσκήνιο, εκείνη την περίοδο, θα μας βοηθήσει να δώσουμε υπόσταση και να συγκεκριμενοποιήσουμε αυτά τα σημεία σχετικά με τον πλεονάζοντα πληθυσμό.

Φαινόταν, τότε, ότι κάποιες από τις ταραχές θα μπορούσαν να διαβαστούν σαν μια εξέγερση του “πλεονάζοντος πληθυσμού”. Όμως, τέτοιες αναγνώσεις έμοιαζαν, κάπως, με μια απλοϊκή – και συγκεχυμένη – αντιστροφή συνηθισμένων και αντιδραστικών ερμηνειών τέτοιων γεγονότων, ερμηνειών τροφοδοτημένων από τα καθεστωτικά μέσα, που υποστήριζαν ότι οι ταραχές ήταν το έργο μιας άτακτης και επικίνδυνης “κατώτερης τάξης”. Η τελευταία δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια ψευδο-έννοια, μια ιδεολογική γενίκευση από αυτό που δεν μπορεί να γενικευθεί. Για τον λόγο αυτό, δεν μπορεί να αντιστραφεί με απλό τρόπο σε κάτι θετικό, που μπορεί κανείς να του προσδώσει αξία.

Και σε κάθε περίπτωση, ήταν ξεκάθαρο ότι ο φτωχός αστικός πληθυσμός στη Βρετανία που βγήκε στους δρόμους δεν μπορούσε να ταυτιστεί άμεσα με την έννοια του πλεονάζοντος πληθυσμού. Πρώτα απ’ όλα, όπως έχουμε ήδη δει, η έννοια του πλεονάζοντος πληθυσμού είναι σχετικά μη-προσδιορισμένη με κοινωνιολογικούς όρους. Εφαρμόζεται σε μια μεγάλη ποικιλία εργατών, κάποιοι από τους οποίους είναι πλήρως εργαζόμενοι αλλά σε συνθήκες υπερ-εκμετάλλευσης, άλλοι υπο-απασχολούνται ή είναι άτυπα αυτο-απασχολούμενοι. Είναι εύλογο, λοιπόν, να υποθέσουμε ότι ένα σημαντικό κομμάτι της βρετανικής εργατικής τάξης είναι σχετικά “πλεονάζον” με την μια ή την άλλη σημασία16. Ούτε μπορεί να συλληφθεί εύκολα η ταυτότητα της αστικής φτωχολογιάς στη Βρετανία κάτω από συγκεκριμένες κατηγορίες “περίσσειας”, όπως οι “άνεργοι”. Αν και η ανεργία τείνει, φυσικά, να είναι ψηλότερη στις φτωχές αστικές περιοχές, το ποσοστό ανεργίας στη Βρετανία είναι τα τελευταία χρόνια, σε σύγκριση με άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, σχετικά χαμηλό, και μια πλειοψηφία των φτωχών στις πόλεις – και αυτών που συμμετείχαν στις ταραχές – ήταν είτε εργαζόμενοι είτε παρακολουθούσαν προγράμματα πλήρους εκπαίδευσης. Ούτε μπορούν να ταυτιστούν απλά ως “άτυποι”, με όρους της “γκρίζας οικονομίας”, ή με την παρανομία, με όρους της “μαύρης οικονομίας”. Αρχικοί αντιδραστικοί ισχυρισμοί, ότι οι περισσότεροι από όσους συμμετείχαν στις ταραχές εμπλέκονταν σε εγληματικές συμμορίες, αποδείχτηκαν, όπως ήταν αναμενόμενο, αβάσιμοι17. Και όπως έχουμε ήδη δει, δεν έχει νόημα να δούμε την αστική φτωχολογιά ως “πλεονάζουσα” με την ισχυρή σημασία του αποκλεισμού από την οικονομία καθαυτήν.

Μια άλλη, συχνά ιδεολογική, έννοια που εισάγεται στη συζήτηση για την φτωχολογιά των πόλεων είναι αυτή του γκέτο, έννοια με συνδηλώσεις σχετικές με τις ιδέες της περίσσειας, που έχουμε ήδη συζητήσει: το γκέτο συλλαμβάνεται ως ένα είδος κοινωνικού σκουπιδοντενεκέ στον οποίο ρίχνεται το προλεταριάτο, όπου οι κρατικοί φορείς συχνά φοβούνται να πάνε και όπου απουσιάζει η αγορά. Η έννοια του γκέτο σηματοδοτεί την περίσσεια, την εξωτερικότητα προς την (τυπική) οικονομία, και, επίσης, τείνει να συνδέει την δεύτερη με την έννοια της φυλής. Τα γκέτο είναι, φυσικά, πραγματικότητα σε διάφορα σημεία του πλανήτη. Αλλά οι φτωχοί στη Βρετανία δεν ζουν σε γκέτο με οποιαδήποτε έννοια παρά μόνο μεταφορικά: οι φτωχικές κατοικίες στη Βρετανία είναι μικρές, συνήθως μεικτές εθνοτικά, ενσωματωμένες στις ευρύτερες πόλεις στις οποίες βρίσκονται, με τη διαχείριση και την αστυνόμευσή τους να γίνεται από το κράτος. Συνεπώς, δεν είναι πλεονάζουσες ή εξωτερικές με οποιαδήποτε απλοϊκή σημασία είτε ως προς το κράτος είτε την αγορά.

Αν μπορούμε να πούμε ότι αυτό που αποκαλούσαμε “αστική φτωχολογιά” ήταν ένας καθοριστικός ενεργός παράγοντας το 2011, αυτό ισχύει μόνο και μόνο επειδή αποτελεί μια ασθενή, ασαφή και απλά περιγραφική κατηγορία. Από τη στιγμή που θα προσπαθήσουμε να εφαρμόσουμε την περισσότερο τεχνικά καθορισμένη κατηγορία του πλεονάζοντος πληθυσμού στην περίπτωση αυτή, πέφτουμε σε προβλήματα. Φυσικά, δεν ήταν εντελώς παράλογο να θέλουμε να κάνουμε κάτι τέτοιο: υπήρχε ένα κάποιο είδος διαισθητικού “ταιριάσματος”, τουλάχιστον στο επίπεδο της αναπαραστατικής σκέψης. Η χειροπιαστή, διαρρηκτική παρουσία διαφόρων στρωμάτων ανθρώπων στους δρόμους, που είναι κατά τα συνήθη απόβλητοι, αποκλεισμένοι με διάφορους τρόπους, ήταν μια από τις πιο εντυπωσιακές πτυχές του 2011.

Αυτό μας έφερε αντιμέτωπους με τρία ερωτήματα. Πρώτον: πώς να θεωρητικοποιήσουμε τα κοινωνικά υποκείμενα που εξεγέρθηκαν το 2010-11, και να ταυτοποιήσουμε τους τρόπους με τους οποίους αυτοί οι άνθρωποι εμφανίζονται πραγματικά ως “αποκλεισμένοι” ή περιθωριακοί, χωρίς να ταυτίσουμε κάτι τέτοιο με την γενική πολιτικο-οικονομική λογική της παραγωγής ενός πλεονάζοντος πληθυσμού; Δεύτερον: πώς να επανασυνδέσουμε αυτόν τον αποκλεισμό ή την περιθωριοποίηση με την ιδέα του πλεονάζοντος πληθυσμού από την στιγμή που έχουμε διακρίνει αυτή την ιδέα από αυτόν τον πληθυσμό; Τρίτον: πώς μπορεί να σχετίζονται αυτά τα ζητήματα με τα βαθύτερα προβλήματα της επαναστατικής υποκειμενικότητας και οργάνωσης;

Κοιτώντας την ιστορία των αστικών ταραχών στην Βρετανία, είναι φανερό ότι αυτέ είναι ευκρινώς περιοδολογήσιμες και ότι η περίοδος της πραγματικής ανάδυσης της σύγχρονης μορφής τους – όπως και τόσα άλλα πράγματα – συμπίπτει με την καπιταλιστική αναδιάρθρωση που έχει συμβεί μετά τη δεκαετία του 1970. Αν η τάση παραγωγής ενός πλεονάζοντος πληθυσμού, σε παγκόσμιο επίπεδο, μας δίνει μια κάποια βάση για να εξηγήσουμε αυτή την περίοδο αναδιάρθρωσης, τότε αυτη η ίδια τάση θα μπορούσε, υποθέσθω, να συνδεθεί με την ανάδυση των σύγχρονων αστικών ταραχών σε αυτή την περίοδο, χωρίς να είναι απαραίτητο να εδραιώσουμε μια άμεση ταύτιση ανάμεσα στις αστικές ταραχές και τον “πλεονάζοντα πληθυσμό” ως ένα απλό και συνεκτικό κοινωνικό υποκείμενο.

Από την δεκαετία του 1970 έχουμε, φυσικά, δει αυξανόμενη και γενικευμένη ανασφάλεια, καθώς η σταθερή απασχόληση στην βιομηχανία έδωσε τη θέση της στην απασχόληση από το κράτος και την τομέα των υπηρεσιών. Αλλά αυτές οι εξελίξεις ήταν άνισες, πλήττοντας κάποια κομμάτια της εργατικής τάξης νωρίτερα από κάποια άλλα. Πριν από την εκτεταμένη αποβιομηχάνιση στην Βρετανία, η βρετανική εργατική τάξη ήταν φυσικά διαστρωματωμένη, με ένα περισσότερο ανασφαλές, παράτυπο στρώμα στον “πάτο”, επιρρεπές στην αποβολή από την απασχόληση σε εποχές οικονομικής ύφεσης, όπως αυτές στη διάρκεια της δεκαετίας του 1970: ένας κλασικός εφεδρικός βιομηχανικός στρατός. Αυτοί οι εργάτες, στα φυλετικοποιημένα περιθώρια της οργανωμένης εργατικής τάξης, ήταν από τους πρώτους που ένιωσαν την κρίση της δεκαετίας του 1970. Χτυπήθηκαν δυσανάλογα από την ανεργία και δεν μπόρεσαν να επανα-απασχοληθούν στις καινούριες αναδυόμενες γραμμές παραγωγής, μιας και αυτές οι γραμμές δεν απασχολούσαν, στην πραγματικότητα, πολύ κόσμο.

Αν ο πλεονάζων πληθυσμός έχει οποιαδήποτε χρησιμότητα, σε αυτή την ιστορία, για την ταυτοποίηση μιας άμεσης κοινωνιολογικής πραγματικότητας, είναι εδώ, όπου μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να διακρίνουμε ένα συγκεκριμένο στρώμα σε σχέση με την υπόλοιπη εργατική τάξη. Όμως, για να ερμηνεύσουμε την αποβιομηχάνιση, που όντως εκκινήθηκε από το σημείο αυτό, είναι απαραίτητο να πάμε πέρα από το στενά πολιτικο-οικονομικό επίπεδο, στο οποίο έχει “σφυρηλατηθεί” αυτή η θεωρία. Αυτό συμβαίνει γιατί ο χρόνος και ο χαρακτήρας της αποβιομηχάνισης στη Βρετανία είναι αξεδιάλυτα από την συγκεκριμένη δυναμική της ταξικής πάλης εκεί, και από τις πολιτικές διαμεσολαβήσεις αυτής της πάλης.

Αν και η βιομηχανική βάση της Βρετανίας ήταν σε παρακμή από καιρό, η διάλυση από την Θάτσερ επιχειρήθηκε ενεργά, τουλάχιστον εν μέρει για στρατηγικούς λόγους. Αν τα επισφαλή περιθώρια της εργατικής δύναμης αυξήθηκαν στην Αγγλία από το 1970 και μετά, αυτό δεν μπορεί να αναχθεί πλήρως στην παγκόσμια γενική τάση παραγωγής ενός πλεονάζοντος πληθυσμού.

Χρειαζόμαστε αναφορές στις συγκεκριμένες πολιτικές διαμεσολαβήσεις, έστω κι επειδή αυτή η γενική τάση μπορεί να συμβάλλει στην κατανόησή μας για το τι διαμεσολαβείται από αυτές τις διαμεσολαβήσεις.

Είναι ανάμεσα σε αυτά τα πιεζόμενα κομμάτια της εργατικής τάξης – τα πιο επισφαλή, παράτυπα, φυλετικοποιημένα στρώματα, που αγωνίζονταν να επανα-απορροφηθούν από την αγορά εργασίας – που οι ταραχές έγιναν ιδιαίτερα σημαντικός τρόπος πάλης, από τα μέσα της δεκαετίας του 1970, και φαίνεται εύλογο να υποθέσουμε ότι αυτή η άρτι θεμελιωμένη σημαντικότητα είναι άμεσα σχετιζόμενη με την απουσία πιθανοτήτων για “κανονική”, ρυθμιζόμενη, παράγουσα ανάγκες και διεκδικητική εργασία “κορπορατίστικου” τύπου. Στις εξελίξεις που διαπλέκονται διαλεκτικά με αυτούς τους αγώνες, η αστυνομία ανέπτυξε, αυτή την περίοδο, όλο και περισσότερο καινούριες τακτικές καταστολής, που στόχευαν συγκεκριμένα τις φτωχές αστικές γειτονιές. Μπορεί κανείς να πει ακόμα και ότι οι ταραχές, και η καταστολή τους, έγιναν ένα είδος “ενδιάμεσου” με τον οποίον ρυθμίζονταν οι ταξικές σχέσεις στην απουσία του “κανονικού” τρόπου ρύθμισης που εξασκείται από την διαπραγμάτευση για τον μισθό κ.λπ. Δεν πρόκειται για διαστροφή: ιστορικά οι ταραχές έχουν προωθήσει διεκδικήσεις στις οποίες το κράτος έκανε παραχωρήσεις. Αυτό αποδείχτηκε αληθές το 2011, όπως αποδείχτηκε και το 1981· πιο πρόσφατα αποδείχτηκε στις ΗΠΑ, μετά τις ταραχές στο Ferguson18.

Στο Endnotes 3 ονομάσαμε την κοινωνική λογική του στιγματισμού που συνδέεται με τέτοιες εξελίξεις ως “αποκειμενοποίηση” [abjection] – μια έννοια δανεισμένη από το πρόσφατο βιβλίο της Imogen Tyler19 Revolting Subjects20 (Zed Books 2013). Εξαιτίας τής, κατά κάποιον τρόπο, αμφιλεγόμενης προέλευσής του, δεν συμπαθούσαμε ιδιαίτερα τον συγκεκριμένο όρο, ο οποίος, παρ’ όλα αυτά, φαινόταν αρκετά κατάλληλος σαν όνομα για κάποιες συγκεκριμένες προβληματικές με τις οποίες παλεύαμε21. Αυτό που είναι χρήσιμο είναι το γεγονός ότι ο όρος κατονομάζει ένα συγκεκριμένο είδος αφηρημένης δομής στην οποία κάτι είναι “απόβλητο”, σημαδεύτεται ως “ξεπεσμένο” ή “ενδεχομενικό” χωρίς, στην πραγματικότητα, όμως, να εξωτερικοποιείται. Η συνάφεια μιας τέτοιας δομής στο παρόν πλαίσιο πρέπει να είναι προφανής: οι αρχικά φυλετικοποιημένες κοινότητες που υπόκειντο στις μορφές καταπίεσης οι οποίες αναπτύχθηκαν αυτή την περίοδο, στιγματίζονται κοινωνικά ως πρόβλημα – ή ακόμα και ως ένα είδος απόρριψης από το υγιές σώμα της κύριας πολιτικής – χωρίς να εξωτερικοποιούνται στην πραγματικότητα με οποιαδήποτε έννοια είτε από την οικονομία είτε από το κράτος.

Η αστυνομική καταστολή καραδοκεί σε μεγάλο βαθμό στην άμεση εμπειρία της “αποκειμενοποίησης” με αυτή την έννοια, αλλά ο όρος έχει επίσης την πρόθεση να συλλάβει ευρύτερες κοινωνικές διαδικασίες, όπως οι ηθικιστικές εκστρατείες του αντιδραστικού τύπου ή η μόνιμη εμμονή των πολιτικών με διάφορα αποτυχημένα υποκείμενα του έθνους. Δεν πρόκειται για ασύνδετες στιγμές· αντίθετα, θα μπορούσαμε να επεξεργαστούμε συγκεκριμένες συνδέσεις μεταξύ όλων αυτών έτσι ώστε να δούμε ένα συγκεκριμένο κοινωνικο-πολιτικό σχήμα της καταπίεσης.

Η αποκειμενοποίηση φαίνεται ότι θα μπορούσε να σχετιστεί, με έναν διαμεσολαβημένο τρόπο, με την παραγωγή και διαχείριση ενός πλεονάζοντος πληθυσμού εκείνη την συγκεκριμένη ιστορική στιγμή της δεκαετίας του 1970, στο ξεκίνημα της αναδιάρθρωσης. Οι διαμεσολαβήσεις αυτές, όμως, χρειάζονται προσεκτική διαύγαση. Άλλωστε – αν και υπήρχε τουλάχιστον μια σημαντική αλληλεπικάλυψη – οι στιγματισμένες αστικές κοινότητες που αποτελούσαν τα “κύρια αποκείμενα” αυτού του καινούριου τύπου αστυνόμευσης, δεν αποτελούνταν, φυσικά, αποκλειστικά από εργάτες στα περιθώρια της βιομηχανικής απασχόλησης. Επιπλέον, καθώς η Βρετανία αποβιομηχανοποιούνταν και καθώς γενικότερες παγκόσμιες τάσεις στην παραγωγή πλεονάζοντος πληθυσμού άρχισαν να γίνονται αισθητές, ιδιαίτερα ως μια γενικευμένη αποσύνθεση της εργατικής τάξης, η συσχέτιση αυτών των χαρακτηριστικά φυλετικοποιημένων κοινοτήτων, με την ειδική λειτουργία ενός εφεδρικού στρατού εργασίας, κατέπιπτε. Η ανεργία γενικεύτηκε εξαιρετικά στην Βρετανική οικονομία, για να ξεπεραστεί, αργά, από μια εξαιρετικά ευέλικτη και επισφαλή αγορά εργασίας. Ενώ η σύνδεση των φυλετικοποιημένων περιθωρίων της εργατικής τάξης με έναν εφεδρικό στρατό μειωνόταν, η αστυνομική καταστολή ανέβαινε.

Αν η ανάπτυξη νέων τύπων καταστολής συνδέεται σε κάποιο βαθμό, αρχικά, με την διαχείριση ενός πλεονάζοντος πληθυσμού, αυτή η σύνδεση γίνεται όλο και πιο ισχνή καθώς προχωράμε στις δεκαετίες του 1980 και 1990. Μπορεί κανείς να μιλήσει για μια αναπτυσσόμενη “αυτοματοποίηση” του εργαλείου της καταπίεσης και των, σχετιζόμενων με αυτήν, λογικών στιγματισμού και φυλετικοποίησης. Με αυτό εννοούμε ότι ένα εργαλείο που, αρχικά, έμοιαζε να εφαρμόζεται συγκεκριμένα σε αμιγή, οικονομικά περιθωριοποιημένα κομμάτια της τάξης, αποσυνδέεται από αυτή την στενή λειτουργία. Αν και όσοι υπόκεινται σε αυτές τις διαδικασίες αποκειμενοποίησης φτάνουν να συμβολίζουν τα όρια της επιβεβαιώσιμης τάξης, αυτά τα όρια είναι στην πραγματικότητα ασταθή, μετατοπιζόμενα και ατελώς καθορισμένα. Γίνονται περισσότερο μια κοινωνικο-πολιτική ή, ίσως, κοινωνικο-πολιτισμική, παρά πολιτικο-οικονομική κατασκευή. Αν αυτό όντως ισχύει, είναι πολύ αμφισβητήσιμο ότι έχουμε οποιαδήποτε πιθανότητα να πετύχουμε κάπως στην κατασκευή του αντικειμένου αυτού του εργαλείου με καθαρούς πολιτικο-οικονομικούς όρους. Ποιος “αποκειμενικοποιείται” λοιπόν; Μπορούμε να απαντήσουμε προσωρινά και κάπως ταυτολογικά: εκείνοι/ες που προσδιορίζονται ως τέτοιοι/ες από το γεγονός ότι είναι το αντικείμενο αυτών των διαδικασιών καταστολής. Δεν υπάρχει συγκεκριμένο προϋπάρχον στίγμα ή κοινωνική κατηγοριοποίηση που πρέπει καθαυτή να σημαδεύει απαραίτητα ή αναπόφευκτα κάποιον/α ως αντικείμενο αυτών των διαδικασιών· κάτι που δεν σημαίνει, βέβαια, ότι δεν υπάρχουν συγκεκριμένες κοινωνικές κατηγορίες που καταλήγουν να αναπαράγονται σε τέτοιες θέσεις. Η αποκειμενοποίηση σχετίζεται πολύ στενά – χωρίς να ταυτίζεται – με την φυλετικοποίηση.

Αν, κάποτε, οι μηχανισμοί της αποκειμενοποίησης μπορούσαν να σχετιστούν με μια συγεκριμένη λειτουργία στην κρατική διαχείριση των επισφαλών περιθωρίων της βιομηχανικής εργατικής τάξης, καθώς το αντικείμενο αυτής της διαχείρισης διαλύεται κοινωνικά, η ίδια αυτή η λειτουργία θα έμοιαζε να τίθεται εν αμφιβόλω. Αν κάτι είναι υπό “διαχείριση”, μέσω της αποκειμενοποίησης, δεν είναι πλέον αυτονόητο ακριβώς ποιο είναι αυτό, από ποιον, και με ποιο σκοπό. Έχουμε τυφλά κοινωνικά σχήματα στιγματισμού και καταπίεσης που είναι αρκετά γενικά και, συνεπώς, δεν μπορούν να ειδωθούν ως έργο μιας κάποιας συνωμοσίας. Και έχουμε, επίσης, τη συνεχιζόμενη λειτουργία τυποποιημένων δομών εξουσίας και καταπίεσης μέσα σε αυτά τα σχήματα, με την αστυνομία, τους πολιτικούς και τα ΜΜΕ να παίζουν σημαντικούς ενεργούς ρόλους – αν και, γενικά, ανταποκρινόμενοι εν μέρει στα πολύ πραγματικά (συν)αισθήματα των πολιτών. Στην πορεία μπορεί να γίνει αντιληπτό ένα καινούριο είδος “λειτουργίας”, καθώς η γενικευμένη ανασφάλεια της μετα-βιομηχανικής εργατικής δύναμης επιδεινώνεται από την εξασθένιση της αλληλεγγύης εδώ και οι άνθρωποι στρέφονται πολύ άμεσα ο ένας εναντίον του άλλου. Αλλά αυτό “δουλεύει” μόνο με μια διεστραμμένη έννοια: δεν είναι το προϊόν οποιουδήποτε σχεδίου ή πρόθεσης· είναι ένα εντελώς “παράλογο” αποτέλεσμα, αποτέλεσμα που, ωστόσο, αποδεικνύεται, τελικά, χρήσιμο, με κάποιους τρόπους, στο κεφάλαιο και το κράτος στον βαθμό που αποδυναμώνει περαιτέρω τους δυνητικούς ανταγωνιστές τους22.

Αν εδώ μιλάμε μάλλον για τα υποκείμενα της “αποκειμενοποίησης, παρά για “πλεονάζοντα πληθυσμό”, τι μπορούμε να πούμε για το αποκείμενο ως κοινωνικό υποκείμενο; Οι εξελίξεις αυτές σηματοδοτούν όχι την δημιουργία μιας καινούριας μορφής κοινωνικού (ή δυνητικά, επαναστατικού) υποκειμένου αλλά μάλλον το πρόβλημα της ύπάρξης του οποιουδήποτε ταξικού υποκειμένου. Καθαυτό, αυτό που αποκειμενοποιείται θα έμοιαζε να είναι εξ ορισμού μη-επιβεβαιώσιμο, μη-ενοποιήσιμο, γιατί δεν έχει μια δική του (αφεαυτού) θετική ύπαρξη, αλλά είναι απλά η άρνηση κάποιου άλλου. Αυτοί/ές που αποκειμενοποιούνται δεν είναι τίποτα άλλο από το προλεταριάτο. Πιο συχνά από ό,τι όχι, είναι εργάτες, φοιτητές κ.λπ. Μόνο που είναι εργάτες, φοιτητές κ.λπ. που δαιμονοποιούνται, που πετιούνται έξω από την περίφραξη της κοινωνικής αξιοπρέπειας. Αυτές οι εξελίξεις αντιπροσωπεύουν προβλήματα της συγκρότησης ενός ενοποιημένου ταξικού υποκειμένου· πραγματικά, είναι άμεσες εκφράσεις της αποσύνθεσης της τάξης. Το αποκείμενο προβάλλεται ως ένα είδος οριακής έννοιας μιας επιβεβαιώσιμης κοινωνικής τάξης, σε μια λειτουργία κατά την οποία η ίδια η τάξη ορίζεται αρνητικά ως προς αυτό που έχει αποκειμενοποιηθεί. Το “Δεν είμαστε όπως αυτοί” αντικαθιστά το “εργάτες ενωμένοι ποτέ νικημένοι”. Και ως τέτοια, η αποκειμενοποίηση μπορεί να έχει μια κάπως κλασματοδιαστατική23 ποιότητα: δεν εφαρμόζεται ομοιόμορφα σε μια κοινωνική ομάδα, αλλά εντός και ανάμεσα σε κοινωνικές ομάδες, ανάλογα, σε κάποιον βαθμό, με το πού βρίσκεται κανείς στο κοινωνικό τοπίο. Πάντα υπάρχει κάποιος που είναι περισσότερο αποκειμενοποιημένος από σένα.

Αυτό δεν είναι κάτι που μπορεί να αποκτήσει (θετική) αξία ή να ειδωθεί ρομαντικά ή να προβληθεί ως μια θετική βάση για κάποιο μελλοντικό κοινωνικό υποκείμενο. Αν είναι μια φορά κατάρα να “καταντά” κανείς προλετάριος, τότε είναι δυο φορές το να αποκειμενοποιείται. Ούτε ο πλεονάζων πληθυσμός ούτε το αποκείμενο παρέχουν οποιαδήποτε έσχατη απάντηση στο πρόβλημα του επαναστατικού φορέα· εκφράζουν, αμφότερα, πτυχές αυτού του προβλήματος, και είναι από αυτό το πρόβλημα που πρέπει να ξεκινήσουμε. Αυτό που είναι καθαρό είναι ότι, όποιο σχήμα κι αν πάρει μια μελλοντική ενότητα της τάξης, δεν θα είναι κάποια που θα ηγεμονεύεται από την μορφή ενός εξελιγμένου βιομηχανικού εργάτη· αν και μοιάζει, εξίσου καθαρό, ότι ούτε κανένα “αποκείμενο” ή “πλεονάζον” υποκείμενο δεν μας προσφέρει καθαυτό μια προφανή εναλλακτική. Παρ’ όλα αυτά, θα εξακολουθούμε να ερχόμαστε αντιμέτωποι με το πρόβλημα, καθώς οι άνθρωποι που αγωνίζονται έχουν την τάση να συνθέτουν και να επεκτείνουν κάποιου είδους ενότητα για να μπορέσουν να προχωρήσουν μπροστά. Και οι συνδυαστικές διαδικασίες των αγώνων μπορούν να είναι ανεξάντλητα δημιουργικές.

1 Το παρόν άρθρο βασίζεται σε μια ομιλία που δόθηκε στο Βερολίνο στις αρχές του 2014. Επιχειρήματα στις ενότητες 2 και 3 αντλούν από το έργο του Aaron Benanav: A Global History of Unemployment, υπό έκδοση από τον εκδοτικό οίκο Verso.

2 Ενώ στις χώρες χαμηλού εισοδήματος, αυτό το δεύτερο τμήμα είναι στην πραγματικότητα η συντριπτική πλειοψηφία, ανάλογες διαιρέσεις και συγκρούσεις είναι επίσης εμφανείς.

3 Είναι εν μέρει εξαιτίας αυτού του λόγου, που οι πιο επισφαλείς θεωρούνται συχνά ως “άχρηστοι” με τον ένα ή τον άλλο τρόπο· ως upstart νεολαία, ως παράνομοι μετανάστες κ.ο.κ. Δείτε την ενότητα σχετικά με το αποκείμενο, στη συνέχεια.

4 Μαρξ, Κεφάλαιο, τομ. 1 (MECW 35) σελ. 634-635.

5 Μαρξ, Κεφάλαιο, τομ. 1 (MECW 35), σελ. 638-647.

6 Δείτε το “Αθλιότητα και Χρέος”, Endnotes 2, εκδ. φίλοι του κεραυνοβόλου κομμουνισμού, σελ.

7 Δεν θα πρέπει κανείς να αντιμετωπίζει την αμοιβαία αναπαραγωγή κεφαλαίου-εργασίας ωσάν να συλλαμβάνεται από ένα μοναδικό κοινωνικό “σύστημα”, έγκυρο σε κάθε επίπεδο και για κάθε έθνος-κράτος· το βασικό πλαίσιο ανάλυσης για τέτοια ζητήματα είναι απαραίτητα παγκόσμιο. Ούτε, όμως, μπορούμε φυσικά να σκεφτόμαστε με όρους ενός αδιαφοροποίητου παγκόσμιου επιπέδου: οι μεμονωμένες εθνικές οικονομίες πρέπει να συλλαμβάνονται διαφορικά εντός ενός παγκοσμίου επιπέδου. Συνεπώς, ο μεταπολεμικός διακανονισμός δεν ήταν, φυσικά, κάποια ομοιόμορφη παγκόσμια διευθέτηση: εφαρμόστηκε συγκεκιμένα στις Δυτικές βιομηχανοποιημένες χώρες, ενώ κάποιες ανάλογες διευθετήσεις μπορούν να γίνουν αντιληπτές στις χώρες του Ανατολικού μπλοκ (και, πράγματι, η πίεση για έναν τέτοιο διακανονισμό προερχόταν εν μέρει από την γεωπολιτική πόλωση ανάμεσα στα δυο αυτά μπλοκ). Αλλά στον βαθμό που αυτά τα μέρη στα οποία εφαρμόστηκε αντιπροσωπεύουν την πλειοψηφία του εκβιομηχανισμένου κόσμου, είναι εύλογο να σκεφτεί κανείς ότι αυτός ο “διακανονισμός” χαρακτηρίζει τη γενική φύση των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων αυτής της εποχής. Η ουσιώδης φύση αυτού του διακανονισμού ήταν ότι το κράτος θα ρύθμιζε την αναπαραγωγή της εργατικής τάξης από την οποία εξαρτάται το κεφάλαιο, καθώς οι μεμονωμένοι καπιταλιστές – που σχετίζονταν με αυτή την αναπαραγωγή αναγκαστικά ως μια εξωτερικότητα – ήταν ανίκανοι να την φροντίζουν οι ίδιοι.

8 Screamin’ Alice: “On the Periodisation of the Capitalist Class Relation”, (“Για την περιοδολόγηση της καπιταλιστικής ταξικής σχέσης”), SIC 1, Νοέμβριος 2011.

9 Βλέπε: Ching Kwan Lee: “Against the Law: Labour Struggles in China’s Rustbelt and Sunbelt, University of California, 2007.

10 Το γεγονός ότι αυτή η επιβράδυνση λαμβάνει χώρα σε ολόκληρο τον κόσμο – φυσικά, με κάποιες τοπικές εξαιρέσεις – είναι η ίδια μια απόδειξη κατά της θεωρίας μιας απλής μετατόπισης της ζήτησης από τη βιομηχανία στις υπηρεσίες.

11 Δεν αποτελούν υπηρεσίες όλα αυτά τα είδη εργασίας. Για παράδειγμα, η βιομηχανία ενδυμάτων απαιτούσε πάντα πολύ λεπτεπίλετη ραπτική δουλειά. Δουλειά που αποδείχτηκε δύσκολο να εκμηχανιστεί περισσότερο μετά την εφεύρεση των ραπτομηχανών, με αποτέλεμα να παραμένει ένας σημαντικός εργοδότης. Είτε αφορά προϊόντα είτε υπηρεσίες, ένα πράγμα παραμένει σταθερό: επειδή ο μισθός αποτελεί ένα τόσο μεγάλο μέρος του τελικού κόστους αυτών των αγαθών, αυτοί οι τομείς απασχολούν σε πολύ μεγάλο βαθμό γυναίκες, των οποίων η εργατική δύναμη μπορεί να βρεθεί στην αγορά εργασίας σε μια τιμή κάτω του μέσου όρου. Δες το: “Λογική του Φύλου”, Endnotes 3, φίλοι του κεραυνοβόλου κομμουνισμού, 2015, για την σχέση ανάμεσα στο φύλο και την διαφοροποίηση στην τιμή της εργατικής δύναμης.

12 Mαρξ, Κεφάλαιο, τομ. 1 (ΜECW 35), σελ. 637.

13 Tο ποσοστό των υπηρεσιών στην απασχόληση είναι επίσης χαμηλότερο και στην Ιαπωνία, γύρω στο 70%.

14 Αυτό αληθεύει σε μικρότερο βαθμό σε χώρες χαμηλού εισοδήματος, στις οποίες δεν υπάρχει βασικά κοινωνική προστασία, και όπου περισσότερο από το μισό της εργατικής δύναμης είναι συχνά “άτυπο”, και μόνο ένα μικρό ποσοστό αυτού του πληθυσμού έχει την εμπειρία της κινητικότητας εντός ή εκτός του “τυπικού” τομέα της εργασίας.

15 Έχουμε συζητήσει αυτό το ζήτημα και πριν, σε σχέση με τις ταραχές στην Αγγλία το 2011. Δείτε και το κείμενο “Μια πλημμυρίδα σηκώνει όλες τις βάρκες”, Endnotes 3, φίλοι του κεραυνοβόλου κομμουνισμού, σελ. 118–19.

16 Ο ίδιος ο Μαρξ επεκτείνει αυτή την κατηγορία στα ορφανά και τους ηλικιωμένους!

17 Η παρατυπία διακρίνεται συνήθως από την παρανομία. Ο παγκόσμιος τομέας παράτυπης εργασίας περιλαμβάνει όλους εκείνους που δουλεύουν νόμιμα, αλλά χωρίς καμμιά προστασία, ή σε εταιρείες με λιγότερους από πέντε εργαζόμενους. Συνεπώς, δεν περιλαμβάνει όσους εργάζονται σε παράνομη σεξουαλική εργασία ή εμπλέκονται σε εμπόριο ναρκωτικών κ.λπ.

18 Δείτε το άρθρο “Brown vs. Ferguson”, στο παρόν 4ο τεύχος για μια ανάλυση.

19 Στμ. Η Imogen Tyler είναι θεωρητικός της κοινωνίας [social theorist] και κοινωνιολόγος, καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του Λάνκαστερ. Όπως λέει η ίδια στο ιστολόγιο https://socialabjection.wordpress.com το κύριο ενδιαφέρον της είναι οι ανισότητες και τα σύνορα “οποιουδήποτε είδους”.

20 Tyler, Revolting Subjects: Social Abjection and Resistance in Neoliberal Britain. H Tyler ανέπτυξε αυτή τη θέση ως μια γενικού σκοπού κατηγορία της ψυχο-κοινωνικής θεωρίας, μέσα από μια κριτική “αναμέτρηση” με τον Georges Bataille και την Julia Kristeva, παίρνοντας αποστάσεις, ιδιαίτερα, από την αντιδραστικές πολιτικές απόψεις της δεύτερης.

21 Χρησιμοποιήσαμε τον όρο abject ως όνομα για κάποιες εν μέρει ανάλογες – αλλά σε καμμιά περίπτωση ταυτόσημες – δομές, στο “Λογική του Φύλου”, επίσης στο ίδιο τεύχος (Endnotes 3).

22 Πραγματικά, από μια άλλη σκοπιά – αυτήν μιας υποτιθέμενης προλεταριακής ενότητας – μπορεί να δει κανείς αυτές τις εξελίξεις σαν ζήτημα καθαρής δυσλειτουργίας.

23 Στμ. Αποδίδονται και ως μορφοκλασματικές δομές (αγγλικά fractal): στα Μαθηματικά, τα φράκταλ ορίζονται ως απείρως αυτοόμοιες, επαναλαμβανόμενες μαθηματικές δομές με κλασματική διάσταση. Χαρακτηριστικά φράκταλ εμφανίζουν και αρκετές δομές στη φύση, χωρίς φυσικά τη δυνατότητα της άπειρης “μεγένθυσης”. Ο όρος επινοήθηκε από τον μαθηματικό Μάντελμπορτ το 1975.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

css.php