Κομμουνιστικοποίηση και το ζήτημα του φασισμού1

Cherry Angioma23

Μια κριτική ματιά σε μερικές υποθέσεις των θεωρητικών της κομμουνιστικοποίησης – που εκφράζει τη θέση ότι οι συχνά ντετερμινιστικές τους προβλέψεις δεν είναι οι μόνες δυνατές εκβάσεις. “Η κομμουνιστικοποίηση που έχει σαν αποτέλεσμα μια αταξική κοινωνία είναι μόνο μια από τις δυνατότητες στον ορίζοντα”.

 

Έχουν περάσει τώρα περισσότερα από πέντε χρόνια από την έναρξη της οικονομικής κρίσης χωρίς να υπάρχει κάποιο σημάδι ανάπαυλας από τη λιτότητα, ενώ η ανασφάλεια αυξάνεται. Ούτε η παλιά αριστερά των συνδικάτων και των κομμάτων ούτε τα νεώτερα κοινωνικά κινήματα διαμαρτυρίας και άμεσης δράσης φαίνονται να μπορούν να ανταποκριθούν στο καθήκον να προσφέρουν έναν δρόμο προς τα μπρος. Στη διερεύνηση καινούριων δρόμων για τη χαρτογράφηση της κρίσης και τις δυνατότητες ζωής πέρα από τον καπιταλισμό, η έννοια της “κομμουνιστικοποίησης” έχει γίνει όλο και περισσότερο σημείο εστίασης της συζήτησης.

Η ίδια η λέξη υπάρχει στον αέρα από τις πρώιμες μέρες του κομμουνιστικού κινήματος. Ο Άγγλος ουτοπιστής Goodwyn Barmby, ο οποίος αναγνωρίζεται ως το πρώτο άτομο που χρησιμοποίησε τον όρο κομμουνιστής στην αγγλική γλώσσα, έγραψε ένα κείμενο ήδη από το 1841 με τον τίτλο “The Outlines of Communism, Associality and Communisation” [“Το περίγραμμα του Κομμουνισμού, της Συνεργασιμότητας και της Κομμουνιστικοποίησης”]. Συνέλαβε τις τέσσερις εποχές της ανθρωπότητας ως “Παραδείσια, Βαρβαροποίηση, Εκπολιτισμός και Κομμουνιστικοποίηση” [Paradisation, Barbarization, Civilization and Communisation], ενώ η σύζυγος και συνεργάτιδά του Catherine Barmby προείδε την τωρινή αντιπαράθεση σχετικά με το φύλο με πρώιμες φεμινιστικές παρεμβάσεις επιχειρηματολόγησης υπέρ της κομμουνιστικοποίησης ως μιας λύσης στο ζήτημα της γυναικείας υποταγής (η Goodwyn Barmby συζητείται στο άρθρο του Peter Linebaugh, “Meandering on the semantical-historical paths of communism and commons”, The Commoner, Δεκέμβριος 2010).

Η χρήση του όρου από το ζευγάρι Barmby για την περιγραφή της διαδικασίας μια κομμουνιστικής κοινωνίας δεν απέχει πολύ από την τωρινή χρήση του, αλλά ο όρος έχει αποκτήσει ένα πιο συγκεκριμένο σύνολο σημασιών από τη δεκαετία του 1970, όταν μέλη της γαλλικής “υπεραριστεράς” άρχισαν να τον παραθέτουν ως έναν τρόπο άσκησης κριτικής σε παραδοσιακές συλλήψεις της επανάστασης. Ο κομμουνισμός έχει συχνά συλληφθεί, τόσο από μαρξιστές όσο και αναρχικούς, ως μια μελλοντική κατάσταση της κοινωνίας που θα πρέπει να επιτευχθεί στο μακρινό μέλλον, αρκετό καιρό αφότου έχει ξεκαθαρίσει το μπερδεμένο τοπίο της επανάστασης. Για τους υποστηρικτές της κομμουνιστικοποίησης, από την άλλη, ο καπιταλισμός μπορεί να καταργηθεί μόνο με την άμεση δημιουργία διαφορετικών σχέσεων ανάμεσα στους ανθρώπους, όπως η ελεύθερη διανομή αγαθών και η δημιουργία “κοινοτιστικών, αχρήματων, χωρίς κέρδος και κράτος μορφών ζωής. Η διαδικασία θα πάρει χρόνο για να ολοκληρωθεί αλλά θα ξεκινήσει στην αρχή της επανάστασης, η οποία δεν θα δημιουργήσει τις προϋποθέσεις του κομμουνισμού: θα δημιουργήσει τον κομμουνισμό” (Gilles Dauvé και Karl Nesic, “Communization, 2011).

Σήμερα αυτή η ευρεία έννοια κομμουνιστικοποίησης χρησιμοποιείται με διάφορους τρόπους, αλλά μπορούμε να πούμε βάσιμα ότι υπάρχουν δυο κύριοι πόλοι στις τρέχουσες αντιπαραθέσεις – αν και με πολλές αποχρώσεις ανάμεσά τους.

Υπάρχει αυτό που μπορούμε να αποκαλέσουμε “βολονταριστική” αντίληψη της κομμουνιστικοποίησης, που σχετίζεται με άτομα επηρεασμένα από το περιοδικό Tiqqun και εκδόσεις που αποδίδονται στην Αόρατη Επιτροπή όπως το “Το Κάλεσμα” (2004) και η “Εξέγερση που έρχεται” (2007). Είναι βολονταριστική επειδή δίνεται μια έμφαση στο ότι οι άνθρωποι διαλέγουν να επιλέξουν πλευρά και να φύγουν από την καπιταλιστική κοινωνία – “Το Κάλεσμα” μιλά για “εγκατάλειψη” και “απόσχιση” – με σκοπό να δημιουργήσουν δίκτυα και χώρους, όπως κομμούνες, χαρακτηριζόμενους από “δράσεις κομμουνιστικοποίησης, δημιουργίας αυτή ή του άλλου κοινού χώρου, αυτής ή της άλλης μηχανής, αυτής ή της άλλης γνώσης” (“Το Κάλεσμα).

Αυτή η ιδέα έχει δεχτεί κριτική από τους άλλους κύριους υποστηρικτές της υπόθεσης της κομμουνιστικοποίησης, στη βάση της πλάνης της πρότασης για μια αναδυόμενη εναλλακτική κοινωνία εντός ενός καπιταλιστικού κόσμου Αυτό που θα καλούσα ως “δομιστική” κλίση της κομμουνιστικοποίησης συνδέεται ιδιαίτερα με το γαλλόφωνο περιοδικό Theorie Communiste (TC). Πιο πρόσφατα, οι ιδέες του έχουν υποστεί επεξεργασία και επεκταθεί σε συζητήσεις με παρόμοια σκεπτόμενες ομάδες που περιλαμβάνουν το αγγλόφωνο περιοδικό Endnotes και το σουηδικό περιοδικό Riff Raff. Αυτές οι κολλεκτίβες έχουν πρόσφατα συνεργαστεί στην παραγωγή του “Sic – ένα διεθνές περιοδικό για την κομμουνιστικοποίηση” (το πρώτο τεύχος εκδόθηκε το 2011).

Ονομάζω αυτή την προσέγγιση ως “δομιστική” επειδή σ’ αυτήν δίνεται πολύ μεγαλύτερη έμφαση στο πώς αναδύεται η δυνατότητα της κομμουνιστικοποίησης από τις δομικές αντιφάσεις ενός συγκεκριμένου σταδίου του καπιταλισμού. Μιλούν για την “Ιστορική παραγωγή της επανάστασης” και την “Κομμουνιστικοποίηση ως το ιστορικό προϊόν της αντίθεσης κεφάλαιο-εργασία” (Woland, “The historical production of the revolution of the current period”, 2010). Στην καρδιά αυτής της αντίθεσης είναι το γεγονός ότι ο καπιταλισμός είναι όλο και περισσότερο ανίκανος να εγγυηθεί την κοινωνική αναπαραγωγή, σε αντίθεση με το παρελθόν, όταν αυτό το έκανε κυρίως μέσω του μισθού. Αν και η μισθωτή εργασία εξακολουθεί να είναι αντικείμενο εκμετάλλευσης, στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα αυξανόμενοι αριθμοί ανθρώπων, σε πολλά μέρη του κόσμου, μπορούσαν να αναπαράγουν τον εαυτό τους με εύλογη ασφάλεια μέσω των μισθών τους. Όχι απλά μια επιβίωση αλλά, για πολλούς, ένα υλικό πρότυπο ζωής καλλίτερο από αυτό των υποδεέστερων τάξεων σε οποιοδήποτε σημείο της ιστορίας. Στην Ευρώπη και την Αμερική, για παράδειγμα, ο τυπικός εργάτης στην αυτοκινητοβιομηχανία, ήδη τη δεκαετία του 1970, μπορούσε να αποκτήσει ένα σπίτι (είτε ως ιδιοκτήτης είτε νοικιάζοντάς το), ένα αυτοκίνητο, οικιακές συσκευές (τηλεόραση, πλυντήριο) και διακοπές στον ήλιο. Ο άμεσος μισθός συμπληρωνόταν από έναν αυξανόμενο “κοινωνικό μισθό” συντάξεων, υπηρεσιών υγείας, επιδομάτων ανεργίας κοκ.

Απαντώντας στην κρίση κερδοφορίας στη δεκαετία του 1970, ο καπιταλισμός αναδιάρθρωσε τον εαυτό του. Η παλιά ιδέα της “μιας δουλειάς για πάντα” πήγε στα άχρηστα. Για πολλούς, η πρόσβαση σε έναν “μισθό για να μπορείς να ζεις” είναι σποραδική και επισφαλής. Όλο και περισσότεροι άνθρωποι θεωρούνται ως περισσευούμενοι για τις ανάγκες, καθώς ο καπιταλισμός κυνηγά την απρόσιτη ουτοπία του για την παραγωγή πλούτου χωρίς την ανάγκη ενός προλεταριάτου. Την ίδια στιγμή, το κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας προοδευτικά διαβρώνεται. Για την TC και άλλους η δυνατότητα μιας επαναστατικής ρωγμής δημιουργείται από αυτή την εκδιπλωνόμενη αντίφαση – για να μπορέσουν να επιβιώσουν με μια αξιοβίωτη ζωή, αυτοί που εξαρτώνται από τη μισθωτή εργασία πρέπει να συγκρουστούν με τον καπιταλισμό.

Η πιθανότητα μιας κρίσης, στην οποία πλέον το χρήμα δεν λειτουργεί, είναι πραγματική και, όπως στην Αργεντινή το 2001, θα έθετε άμεσα το ζήτημα με ποιον άλλον τρόπο θα μπορούσαν να παράγονται και να διανέμονται τα απαραίτητα για τη ζωή. Μετατοπίζοντας την εστίαση από τον κομμουνισμό ως μια μακρινή μελλοντική ιδεατή κατάσταση σε μια άμεση πρακτική δραστηριότητα, η έννοια της κομμουνιστικοποίησης μπορεί να μας βοηθήσει να σκεφτούμε τι θα μπορούσε να συμβεί στην περίπτωση ενός τέτοιου σεναρίου. Οι λεπτομέρειες σχετικά με το πώς ακριβώς οι άνθρωποι θα ικανοποιήσουν ο ένας τις ανάγκες του άλλου πέρα από τον ορίζοντα της αγοράς σπάνια μπαίνουν υπό θεώρηση, αλλά το να γίνει αυτό ίσως είναι ιδιαίτερα καρποφόρο.

Το πρόβλημα, όμως, με πολλές πλευρές τη θεωρίας της κομμουνιστικοποίησης είναι ότι συχνά μοιάζει να υποθέτει πως, κάτω από την πίεση των γεγονότων, μεγάλης κλίμακας προσπάθειες για κομμουνιστικοποίηση είναι αναπόφευκτες ακόμα και αν η επιτυχία τους δεν είναι εγγυημένη. Για παράδειγμα, ο Bruno Astarian ισχυρίζεται ότι “όταν ξεσπά η καπιταλιστική κρίση, το προλεταριάτο αναγκάζεται να ξεσηκωθεί για να βρει μια άλλη κοινωνική μορφή κατάλληλη να αποκαταστήσει την κοινωνικοποίηση και την άμεση αναπαραγωγή του” (Bruno Astarian, “Δραστηριότητα κρίσης και κομμουνιστικοποίηση”, 20104).

Όμως, είναι δύσκολο, προς το παρόν, να καταδείξουμε παραδείγματα κομμουνιστικοποίησης στην πράξη, τουλάχιστον όχι πέρα από ξεσπάσματα πλιάτσικου και απαλλοτριώσεων ή τη μικρής διάρκειας καταλήψεις δημοσίου χώρου. Όπως παρατηρεί ο Benjamin Noys στην πρόσφατη επισκόπησή του, το παλιό κίνημα μπορεί να είναι σε κρίση αλλά “η ανάδυση ενός εναλλακτικού ‘πραγματικού κινήματος’ είναι, στην καλλίτερη περίπτωση, δύσκολο να ανιχνευθεί” (B.Noys “The Fabric of Struggles” στον τόμο “Communisation and its Discontents: Contestation, Critique, and Contemporary Struggles”, 2011).

Η κομμουνιστικοποίηση πρέπει να παραμείνει μια υποθετική δυνατότητα, αλλά, σίγουρα, το ίδιο πρέπει και η δυνατότητα άλλων εκβάσεων στην έξαρση της κρίσης – συμπεριλαμβανομένων μιας ανόδου του λαϊκιστικού εθνικισμού, του ρατσισμού και/ή του θρησκευτικού φονταμενταλισμού, που ενσωματώνουν στοιχεία ενός αντιδραστικού “αντι-καπιταλισμού”. Τα χρόνια της κρίσης έχουν δει πολλές εξεγέρσεις αλλά, επίσης, και αντιδραστικές εξάρσεις στους δρόμους. Στην Ελλάδα, για παράδειγμα, η νεοναζιστική Χρυσή Αυγή έχει αυξήσει την υποστήριξή της και έχουν γίνει επιθέσεις σε μετανάστες. Στη Λιβύη, Αφρικανοί στην υποσαχάρια Αφρική στοχοποιήθηκαν από αντάρτες ενάντια στο καθεστώς Καντάφι. Έχουν υπάρξει ταραχές εναντίον των μειονοτικών ομάδων στην περιοχή Assam της Ινδίας (όπου στοχοποιήθηκαν μουσουλμάνοι μετανάστες) και στο Μπαγκλαντές (όπου στοχοποιήθηκαν Βουδιστές).

Η κριτική του Marcel Stoetzler στο “Ας αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να καταλάβουμε την εξουσία” του John Holloway5 μπορεί να εφαρμοστεί επίσης σε μεγάλα τμήματα του ρεύματος της κομμουνιστικοποίησης: “υπάρχουν αντικαπιταλιστικές κραυγές και ρήγματα που καθόλου δεν είναι, και ούτε μπορούν καν δυνητικά να γίνουν, κομμουνιστικά: υπάρχουν αντιδραστικές, αντι-χειραφετητικές μορφές αντι-καπιταλισμού, και καθώς αυτές ήταν καθοριστικοί παράγοντες στην καταστροφική ιστορία του εικοστού αιώνα, η θεωρητική τους αντανάκλαση πρέπει να είναι κάτι περισσότερο από μια κριτική δεύτερη σκέψη· πρέπει να είναι κεντρική” (“On the possibility that the revolution that will end capitalism might fail to usher in communism”, Journal of Classical Sociology, 2012, “Για την πιθανότητα η επανάσταση που θα θέσει τέλος στον καπιταλισμό να αποτύχει, ίσως, να μας οδηγήσει στον κομμουνισμό”). Μαζί με τον Holloway και τους περισσότερους από τους αυτόνομους μαρξιστές, οι υποστηρικτές της κομμουνιστικοποίησης συχνά θα φαίνονταν να υποφέρουν “από την έλλειψη μιας θεωρίας για τον φασισμό”.

Για τους συγγραφείς του “Καλέσματος”, μια ρητορική υπερβολή της έκτασης του τρόμου του παρόντος δίνει την εντύπωση ότι τα πράγματα δύσκολα μπορεί να γίνουν χειρότερα. Καθώς ζούμε ήδη με την “καταστροφή”, τη “συμφορά”, την “έρημο”, “τον κόσμο του εμφυλίου πολέμου”, υποτίθεται ότι ο φασισμός θα ήταν λίγο-πολύ κάτι το ίδιο. Φυσικά, έχουν δίκιο ότι ο πόλεμος, ο τρόμος και η καταπίεση συμβαίνουν τώρα, αλλά υπάρχει ένας ολόκληρος διαφορετικός κόσμος ανάμεσα σ’ αυτό και τη γενικευμένη εφαρμογή της γενοκτονίας. Επίσης, τείνουν να εξισώνουν χωρίς περίσκεψη την κοινοτοπία με τη βαρβαρότητα – μεταξύ των τρόμων που επικρίνουν είναι “η ανεξέλεγκτη επέκταση των προαστίων στην Φλώριδα, όπου η μιζέρια έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι κανείς δεν φαίνεται να την νιώθει” (μην νοιάζεστε, οι προ-επαναστάτες μπορoύν “να την νιώσουν” για λογαριασμό σας). Όπως συμβαίνει για το μεγαλύτερο τμήμα της μετα-καταστασιακής υπεραριστεράς, η ποιοτική διαφορά ανάμεσα στην ανία και το Buchenwald αφήνεται ανεξερεύνητη.

Άλλοι από το στρατόπεδο της κομμουνιστικοποίησης είναι περισσότερο σκεπτικοί απέναντι στις πιθανές μεταλλάξεις της καπιταλιστικής κοινωνίας. Στο Sic no. 1, ο B.L. αναλογίζεται ότι “η ίδια η επανάσταση μπορεί να ωθήσει τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής στο να αναπτυχθεί με έναν απρόβλεπτο τρόπο, από την αναγέννηση της σκλαβιάς μέχρι την αυτοδιαχείριση” (“Το μετέωρο βήμα της κομμουνιστικοποίησης”, 2011). Υποθετικά ο φασισμός είναι μια τέτοια δυνατότητα αλλά, γενικά, ο κύριος κίνδυνος που τίθεται από τους θεωρητικούς της κομμουνιστικοποίησης είναι κάποιο είδος ριζοσπαστικής δημοκρατικής αυτοδιαχείρισης που επανεισάγει τον καπιταλισμό από την πίσω πόρτα.

Η υπεραριστερά και ο φασισμός

Δυστυχώς η ιστορική υπεραριστερά δεν προσφέρει αρκετά χρήσιμα εργαλεία για την κατανόηση του φασισμού και παρόμοιων κινημάτων. Λέγοντας “υπεραριστερά” εννοώ εκείνα τα ρεύματα που ιχνηλατούν την αφετηρία τους στις διάφορες ομάδες που αποσπάστηκαν από την κυρίαρχη Κομμουνιστική Διεθνή της δεκαετίας του 1920, συμπεριλαμβανομένων των “συμβουλιακών κομμουνιστών” και των “αριστερών κομμουνιστών” στη Γερμανία, την Ιταλία και αλλού. Στις δεκαετίες του 1960 και 1970, αναδύθηκαν νεώτερες ομάδες που συνδύασαν ιδέες από τα ρεύματα αυτά με στοιχεία παρμένα από την Καταστασιακή Διεθνή, την ομάδα “Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα” και άλλους. Έχω πολύ καλή επίγνωση ότι ο όρος “υπεραριστερά” σπάνια έχει χρησιμοποιηθεί ως αυτοπροσδιορισμός από τέτοιες ομάδες και ότι πάντα υπήρχαν τεράστιες διαφορές μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον. Παρ’ όλα αυτά, θα χρησιμοποιήσω αυτόν τον όρο ως ένα γενικό εμπεριεκτικό όρο γα τον προσδιορισμό μιας πολιτικής περιοχής αρκετά διαφορετικής από τον Τροτσκισμό, τον Σταλινισμό και τον αναρχισμό.

Ο Ζακ Καμάτ ξεχωρίζει μεταξύ των υποστηρικτών της υπεραριστεράς καθώς αναγνωρίζει πως “o κόσμος στην αριστερά των δεκαετιών του 1920 και 1930 δεν ήθελε πραγματικά να λάβει υπόψιν και να αναλύσει τις ιδέες που προβάλλονταν από το κίνημα των Ναζί και άλλα σχετιζόμενα ρεύματα, και αυτό συνέβαινε παρά το γεγονός ότι πολλοί από αυτούς τελικά επρόκειτο να υποφέρουν από την καταπίεση των Ναζί. Γενικά μιλώντας, δεν υπήρχε σοβαρή προσπάθεια για να εκτιμηθεί η πρωτοτυπία ή ό,τι άλλο αυτού που ερχόταν” (“Echoes of the Past”, 1980).

Στις δεκαετίες του 1920 και του 1930 πολλοί στη γερμανική αριστερά, συμπεριλαμβανομένου του KAPD (Εργατικό Κομμουνιστικό Κόμμα της Γερμανίας) και των φραξιών που το διαδέχθηκαν, είχαν προσκοληθεί σε μια εκδοχή θεωρίας της τελικής κρίσης, πιστεύοντας ότι ο καπιταλισμός ήταν στο χείλος μιας κατάρρευσης η οποία θα δρούσε καταλυτικά, επισπεύδοντας την επανάσταση. Με αυτή την προοπτική, την οποία μοιραζόταν και το σταλινοποιημένο Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας (KPD), η μετέπειτα άνοδος του ναζισμού θεωρούνταν συχνά ως ένα εφήμερο φαινόμενο που σύντομα θα παρασυρόταν από την τελική αναμέτρηση ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία. Ακόμα και ο συμβουλιακός κομμουνιστής Πάνεκουκ, ο οποίος ασκούσε κριτική στην “θεωρία της τελικής κρίσης”, φαινόταν να πιστεύει, ακόμα και τόσο αργά όσο το 1934, ότι τα κύρια εμπόδια στην επανάσταση ήταν οι αριστερίστικες ψευδαισθήσεις της εργατικής τάξης: “Μοιάζει να είναι μια αντίφαση ότι η παρούσα κρίση, πιο βαθιά και πιο καταστροφική από οποιαδήποτε προηγούμενη, δεν έχει δείξει σημάδια ξεσηκώματος της προλεταριακής επανάστασης. Αλλά το πρώτο της μεγάλο καθήκον είναι η απομάκρυνση των παλιών ψευδαισθήσεών της: από τη μια πλευρά, η ψευδαίσθηση να καταστεί ο καπιταλισμός υποφερτός μέσω μεταρρυθμίσεων που θα επιτευχθούν με την σοσιαλδημοκρατική κοινοβουλευτική πολιτική και τη δράση των συνδικάτων και, από την άλλη, η ψευδαίσθηση ότι ο καπιταλισμός μπορεί να ανατραπεί με μια επίθεση υπό την ηγεσία ενός Κομμουνιστικού Κόμματος, φορέα της επανάστασης” (Άντον Πάνεκουκ, “The theory of the collapse of capitalism”, Η θεωρία της κατάρρευσης του καπιταλισμού, 1934).

Στη διάρκεια της μεταπολεμικής περιόδου, επαναστάτες βρέθηκαν αντιμέτωποι με άρχουσες τάξεις στην Ευρώπη, τις ΗΠΑ και την ΕΣΣΔ, οι οποίες επεδίωκαν να νομιμοποιήσουν τη θέση τους τονίζοντας τα αντιφασιστικά διαπιστευτήριά τους. Υπήρχαν διάφορες στρατηγικές διαθέσιμες για να πολεμηθεί αυτή η ιδεολογία, συμπεριλαμβανομένης της παρατήρησης ότι αυτά τα “αντιφασιστικά” καθεστώτα τα είχαν στην πραγματικότητα βρει μια χαρά με τον Χίτλερ όταν τα βόλευε και ότι είχαν επιτρέψει σε φιλοναζί βιομήχανους, αστυνομικούς και στρατιωτικούς να παραμείνουν στη θέση τους μετά τον πόλεμο. Κάποιοι, όμως, από την υπεραριστερά προχώρησαν πολύ πιο μακριά και επεδίωξαν να υποβαθμίσουν τον συγκεκριμένο τρόμο του Ολοκαυτώματος σε συνήθη καπιταλισμό.

Το 1960 το γαλλόφωνο μπορντιγκιστικό περιοδικό Programme Communiste δημοσίευσε το περιώνυμο άρθρο “Auschwitz, or the Great Alibi” [“Άουσβιτς ή το Μεγάλο Άλλοθι”] που υπονοούσε ότι η μαζική δολοφονία των Εβραίων δεν ήταν αποτέλεσμα του αντισημιτισμού αλλά απλά μια στιγμή στην εξολόθρευση των μικροαστών ως αποτελέσματος της “ακαταμάχητης επέλασης της συσσώρευσης του κεφαλαίου”. Κατά τα φαινόμενα δολοφονήθηκαν “όχι επειδή ήταν Εβραίοι αλλά επειδή αποβλήθηκαν από την παραγωγική διαδικασία”. Προφανώς, αυτό είναι και εμπειρικά μια ανοησία, καθώς Εβραίοι από όλες τις τάξεις δολοφονήθηκαν και όχι απλά όσοι μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως “μικροαστοί”. Επιπλέον, όμως, ξέπλενε τους δολοφόνους ως απλά ακολουθούντες τη λογική της συσσώρευσης και, ίσως, ακόμα-ακόμα, ενάντια στην επιθυμία τους: “ο γερμανικός καπιταλισμός “συμβιβάστηκε”6 δύσκολα με τον φόνο, αυτό και τίποτα άλλο7.

Είναι αξιοσημείωτο ότι το άρθρο αυτό επαναδημοσιεύτηκε σε μια μπροσούρα το 1970 από μια ομάδα γύρω από το παρισινό βιβλιοπωλείο της υπεραριστεράς La Vielle Taupe. Για μερικούς από αυτήν την σκηνή, ιδιαίτερα τον Pierre Guillaume, αυτή ήταν η αρχή σε ένα ταξίδι προς την πλήρη άρνηση του Ολοκαυτώματος. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, ο Guillaume έφτασε να υπερασπίζεται τον Robert Faurisson, έναν Γάλλο συγγραφέα που ισχυριζόταν ότι οι θάλαμοι αερίων ήταν μια απάτη. Η υπεραριστερή ομάδα Guerre Sociale, η οποία περιελάμβανε τον Dominque Blanc, έβγαλε μια αφίσα με τίτλο “Qui est la juif?” (“Ποιος είναι ο Εβραίος;”) η οποία συνέκρινε την αντιμετώπιση του Faurisson με την τύχη των Εβραίων. Μετά τη διάλυση αυτής της ομάδας, ο Guillaume εξελίχθηκε σε έναν εξέχοντα εκδότη της αναθεωρητικής8 βιβλιογραφίας – ενός “αρνητή”, négationniste, για να χρησιμοποιήσουμε τον γαλλικό όρο.

Είναι ενδιαφέρον ότι ήταν σ’ αυτό ακριβώς το περιβάλλον που αναδύθηκε για πρώτη φορά η τρέχουσα έννοια της κομμουνιστικοποίησης: “Δεν είναι βέβαιο ποιος χρησιμοποίησε για πρώτη φορά τη λέξη…Σύμφωνα με την καλλίτερη γνώση που διαθέτουμε, ήταν ο Dominique Blanc: προφορικά τα χρόνια 1972-1974…Οποιοσδήποτε και να εισήγαγε τον όρο, η ιδέα κυκλοφορούσε εκείνη την εποχή στο μικρό περιβάλλον γύρω από το βιβλιοπωλείο La Vieille Taupe (“Γέρο-Τυφλοπόντικας”, 1965-72). Μετά τα γεγονότα του Μάη του 1968, ο βιβλιοπώλης Pierre Guillaume, πρώην μέλος της ομάδας “Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα” και της “Εργατικής Εξουσίας” και για λίγο κοντά στον Γκυ Ντεμπόρ (που ήταν ο ίδιος μέλος της ομάδας “Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα” το διάστημα 1960-1961), προωθούσε σταθερά την ιδέα της επανάστασης ως μιας διαδικασίας κομμουνιστικοποίησης” (Gilles Dauvé και Karl Nesic, Communisation, 2011).

Προφανώς δεν έχω την άποψη ότι η ιδέα της κομμουνιστικοποίησης είναι θανάσιμα μιασμένη από τη συσχέτισή της με άτομα όπως ο Guillaume και ο Blanc ούτε ότι οποιοσδήποτε σε αυτό το πρώιμο περιβάλλον της κομμουνιστικοποίησης μπορεί να μπει στο ίδιο καζάνι με κάθε αναθεωρητή/αρνητή9. Για παράδειγμα, ο Ντωβέ είναι ξεκάθαρος και κατηγορηματικός ότι “η ναζιστική Γερμανία σκότωσε εκατομμύρια Εβραίους και πολλούς από αυτούς σε θαλάμους αερίων. Αυτά είναι ιστορικά γεγονότα”· συνέβαλε σε μια λεπτομερή κριτική αποτίμηση της περίπτωσης Faurisson στο περιοδικό La Banquise το 1983 – “Le roman de nos origins” (μεταφρασμένο στα αγγλικά ως: “Re-collecting our past”).

Παρ’ όλα αυτά θα ήταν παραπλανητικό να δούμε αυτό το επεισόδιο απλά ως μια περίπτωση ατομικής παθολογίας, όπως φαίνεται να κάνουν οι Endnotes στην επισκόπησή τους για το συγκεκριμένο αυτό ρεύμα: “Για λόγους που είναι γνωστοί μόνο στον ίδιο, ο Pierre Guillaume έγινε εξέχων υπερασπιστής του Faurisson και κατάφερε να προσελκύσει αρκετά από τα “μέλη” του La Vielle Taupe και του La Guerre Sociale (ιδιαίτερα τον Dominique Blanc) στον σκοπό του (Φέρτε τους Νεκρούς σας, Endnotes #1: “Προκαταρκτικό υλικό για έναν απολογισμό του 20ού αιώνα”, ελλ. μετάφραση: εκδόσεις του κεραυνοβόλου κομμουνισμού, 2015).

Η δύναμη της ιστορικής υπεραριστεράς σε όλες τις μορφές της είναι η άρνησή της να υποστηρίξει καπιταλιστικά ρεύματα οποιουδήποτε είδους – καμμιά “κριτική υποστήριξη” σε σοσιαλδημοκράτες πολιτικούς, καμμιά υπεράσπιση των σταλινικών αστυνομικών κρατών, κανένας οπαδικός πανηγυρισμός για εθνικοαπελευθερωτικές δικτατορίες σε αναμονή. Έχει υποστηρίξει, σωστά, ότι η αθλιότητα, η εκμετάλλευση και ο πόλεμος συνεχίζονται κάτω από τη μάσκα του “σοσιαλισμού”, του αντιφασισμού και της δημοκρατίας όπως και κάτω από τον φασισμό και τη στρατιωτική εξουσία.

Υπάρχει όμως ένας μόνιμος κίνδυνος με αυτή τη θέση, να βλέπει κανείς όλες τις μορφές καπιταλιστικής εξουσίας ως ταυτόσημες, καθώς και αυτός να κατανοείται λανθασμένα οτιδήποτε συμβαίνει υπό τον καπιταλισμό σαν να καθορίζεται απλά από τη λογική της συσσώρευσης, χωρίς καμμιά αναφορά σε οποιουσδήποτε άλλους ιστορικούς ή πολιτικούς παράγοντες. Στο περιθώριο, ίσως αυτό τροφοδοτεί έναν πειρασμό να είναι κανείς δεκτικός σε ιδέες όπως ο αναθεωρητισμός σχετικά με το Ολοκαύτωμα, αναθεωρητισμός που ξεριζώνει βολικά τη μαρτυρία για τις συγκεκριμένες θηριωδίες του Εθνικοσοσιαλισμού και, συνεπώς, στηρίζει τη θέση ότι δεν υπάρχει κάποια πραγματική διαφορά ανάμεσα στον Χίτλερ και οποιονδήποτε άλλο καπιταλιστή πολιτικό. Φυσικά, ο Χίτλερ κυβέρνησε προς το συμφέρον του γερμανικού κεφαλαίου, συντρίβοντας της αντικαπιταλιστική αντιπολίτευση και παρέχοντας δουλειά σκλάβων σε εταιρείες όπως οι Daimler-Benz και BMW. Αλλά η Σοά ήταν ένα χωρίς προηγούμενο και μοναδικό επεισόδιο βιομηχανοποιημένης ρατσιστικής εξόντωσης που δύσκολα μπορεί να εξηγηθεί με βάση την οικονομία.

Κρίση και αντίδραση

Αμφιβάλλω ότι πολλοί θεωρητικοί της κομμουνιστικοποίησης θα αρνούνταν τη δυνατότητα το κεφάλαιο να γεννά μέτρα δολοφονικά, ρατσιστικά, ακόμα και στον βαθμό της γενοκτονίας, για να εκτρέψει την εναλλακτική της επανάστασης. Αλλά το ζήτημα δεν είναι μόνο πώς το κράτος και το κεφάλαιο μπορούν να αποκριθούν κάτω από μια απειλή, αλλά πώς η ίδια η δυναμική του κοινωνικού ανταγωνισμού και η κρίση μπορούν να οδηγήσουν στον φασισμό ή κάποια άλλη, του 21ου αιώνα, εκδοχή του “από τα κάτω”.

Αν αληθεύει ότι η ανικανότητα του καπιταλισμού να εγγυηθεί την κοινωνική αναπαραγωγή δεν μπορεί παρά να παρακινήσει διάφορα είδη συλλογικών προσπαθειών για την εξασφάλιση μιας αξιοβίωτης ζωής, δεν υπάρχει κανένας άμεσος λόγος που αυτές οι προσπάθειες θα έπρεπε να πάρουν μια επεκτατική, διεθνιστική κατεύθυνση. Η ιστορική εμπειρία θα υπέτεινε ότι είναι εξίσου πιθανόν πολλοί άνθρωποι να επιστρέψουν σε ένα είδος περιορισμένης εθνικής, θρησκευτικής, φυλετικής ή διευρυμένης οικογενειακής/φατριαστικής ταυτότητας και να επιδιώξουν να εξασφαλίσουν την επιβίωση και την αναπαραγωγή της δικής τους αυτοπροσδιορισμένης ομάδας – και, αν είναι αναγκαίο, εις βάρος των άλλων.

Μπορούμε να δούμε ίχνη αυτής της τάσης, σήμερα, στη λαϊκή υποστήριξη που υπάρχει σε πολλές χώρες για πιο αυστηρούς ελέγχους στη μετανάστευση, στην καρδιά της οποίας, όσον αφορά την εργατική τάξη, βρίσκεται μια απαίτηση για προστασία της θέσης της, στις ιστορικά πιο εύπορες χώρες, από τις συνέπειες της ένδειας που υπάρχει αλλού, ακόμα και αν το τίμημα που πληρώνεται από άλλους είναι τα κέντρα κράτησης και οι θάνατοι στα πελάγη μεταναστών που παίρνουν το ρίσκο να παρακάμψουν τους συνοριακούς ελέγχους.

Μια πιθανή έκβαση της κρίσης είναι ένα είδος κράτους-λεηλασίας [plunder-state], στην οποία το κεφάλαιο ουσιαστικά “ρίχνει” ένα μέρος του πληθυσμού στους “λύκους” για να εξασφαλίσει την επιβίωσή του, αναστέλλοντας τους συνηθισμένους κανόνες για την ιδιοκτησία ώστε να επιτρέψει τη λεηλασία των πόρων και τις προσωπικές συνέπειες στις περιθωριοποιημένες κοινότητες. Μπορούμε βάσιμα να πούμε ότι εν μέρει αυτός ήταν ο τρόπος που οι Ναζί εξασφάλισαν την υποστήριξη πολλών Γερμανών από όλες τις τάξεις. Η θέση του βιβλίου του Goetz Aly “Hitler’s People’s State: Robbery, Racial War and National Socialism” (2005) είναι ακριβώς ότι πολλοί Γερμανοί, συμπεριλαμβανομένων και προλετάριων, μπόρεσαν να επωφεληθούν υλικά από τη λεηλασία των Εβραίων και άλλων μειονοτήτων.

Είναι ενδιαφέρον ότι αυτό αναγνωρίζεται από τους βασισμένους στο Βερολίνο υποστηρικτές της κομμουνιστικοποίησης Φίλοι/ες της Αταξικής Κοινωνίας που επιχειρηματολογούν ότι: “όσο αδιαμφισβήτητο είναι ότι το φασιστικό κράτος αρχικά στοχοποίησε το εργατικό κίνημα, είναι επίσης αναμφισβήτητο ότι μπόρεσε να επεκτείνει τη μαζική του βάση στην εργατική τάξη. Ως φυλετικά προνομιούχοι επιστάτες εκατομμυρίων σκλάβων-εργατών, ως οι πεζικάριοι τους γερμανικού πολέμου της εξάλειψης, ως οι δικαιούχοι και ευνοούμενοι από την “Αριανοποίηση”, ένα σημαντικό κομμάτι του γερμανικού προλεταριάτου απορροφήθηκε στην εθνική κοινότητα” (“28 Θέσεις για την Αταξική Κοινωνία”, Kosmoprolet, No. 1, 2007, https://coghnorti.wordpress.com/texts/kosmoprolet-28-theseis.).

Επιπλέον, όσο καπιταλιστική κι αν ήταν η εθνικοσοσιαλιστική εξουσία άντλησε, επίσης, κάποια από την υποστήριξή της από ένα “αντικαπιταλιστικό” συναίσθημα, όπως συνειδητοποιεί ο Καμμάτ: “ο Ναζισμός πρότεινε μια κοινότητα, την Κοινότητα του Λαού [Volksgemeinschaft], σε όλους τους ανθρώπους που ξεριζώθηκαν και έχασαν τα πάντα από την κίνηση του κεφαλαίου” (αν και είναι ακριβέστερο να πούμε ότι αυτό το πρόσφερε μόνο σε κάποιους από τον λαό!). Αυτή η έννοια της “κοινότητας ως Gemeinschaft, η ομαδοποίηση ανθρώπων που κατέχουν μια συγκεκριμένη ταυτότητα και έχουν συγκεκριμένες ρίζες…το πεδίο του αποκλειστικού είναι, που γεννά την απομάκρυνση και τον αποκλεισμό των άλλων” (Echoes of the Past) κατά κανέναν τρόπο δεν περιορίζεται στη Γερμανία της δεκαετίας του 1930.

Μια άλλη πιθανότητα είναι αυτή της υπέρβασης μιας κρατικά διαχειριζόμενης λεηλασίας προς τοπικοποιημένα κινήματα ανταρσίας με μια ρατσιστική διάσταση. Ακόμα και μερικά από τα μεγάλα κινήματα του παρελθόντος, που επευφημούνται από επαναστάτες σήμερα, είχαν κάποιες φορές αυτό το άρωμα – στη διάρκεια της εξέγερσης των Άγγλων Χωρικών το 1381 οι εξεγερμένοι στοχοποιούσαν συγκεκριμένα τους ξένους, αποκεφαλίζοντας τουλάχιστον 40 Φλαμανδούς, ενώ οι “ταραχές του Gordon” το 1780 διακρίθηκαν από επιθέσεις στους Ιρλανδούς του Λονδίνου παρακινούμενες από αντι-Καθολικά αισθήματα. Αν και τα περισσότερα σύγχρονα επαναστατικά κινήματα έχουν γενικά αποφύγει κάτι τέτοιο, η μαζική συμμετοχή σε εθνικές σφαγές/εκκαθαρίσεις τα προηγούμενα 25 χρόνια στην πρώην Γιουγκοσλαβία και την Ρουάντα υποτείνει ότι αυτό είναι πάντα μια πιθανότητα.

Μπορούμε ακόμα-ακόμα να διανοηθούμε μια φυλετικοποιημένη μερική κομμουνιστικοποίηση, στην οποία ένα μέρος της κοινότητας εμπεδώνει εσωτερικές σχέσεις ισότητας και μοιράσματος πόρων ενώ, ταυτόχρονα, “εθνικά εκκαθαρισμένοι” άνθρωποι ορίζονται ως “ξένοι/εκτός”. Ένα τέτοιο όραμα, για παράδειγμα, διακηρύσσεται από την, ευτυχώς, περιθωριακή “Εθνο-αναρχική” σκηνή, με το κάλεσμά της για φυλετικά καθαρές κοινότητες που θα αντικαταστήσουν τον καπιταλισμό και το κράτος. Για να παραθέσω και πάλι τον Stoetzler: “γιατί δεν μπορεί ένας φυλετικός, υπερ-ιεραρχικός, αντισημιτικός, ‘εθνικο-σοσιαλιστικός’ μετα-καπιταλισμός να αναδυθεί μέσα από το χάος; Ακόμα και σήμερα υπάρχουν τριγύρω περισσότεροι από αρκετοί ‘αριστεροί φασίστες’, ‘αυτόνομοι εθνικιστές’ κοκ., που έχουν αυτό ακριβώς το όνειρο και οι πιθανότητές τους δεν είναι τόσο κακές. Στον κόσμο τους, ο Χίτλερ είναι ένοχος γιατί ξεπούλησε την εθνικοσοσιαλιστική επανάσταση στους ‘Εβραίους’ και ‘το σύστημα’. Αν οι υπόλοιποι από μας υποτιμήσουμε την πιθανότητα της νίκης τους εξαιτίας μιας απομένουσας πεποίθησης πως είναι, κατά κάποιο τρόπο, γραμμένο στο DNA της παγκόσμιας ιστορίας ότι μετά τον καπιταλισμό τα πράγματα μπορούν να γίνουν μόνο καλλίτερα, αυτό το κάνουμε με δικό μας κίνδυνο…γνήσιοι αντι-καπιταλιστές φασίστες μπορεί να αναδυθούν και να επικρατήσουν απέναντι σε φιλο-καπιταλιστές φασίστες σε μια κατάσταση που ο καπιταλισμός είναι στα τελευταία του και που, εν πάσει περιπτώσει, πολύς κόσμος που προσβλέπει σε μια αποτελεσματική δύναμη για να ξεφορτωθεί τον φιλελευθερισμό-καπιταλισμό (και που είτε προσυπογράφει ή πραγματικά δεν αντιτίθεται και τόσο σε τέτοια ζητήματα όπως ο αντισημιτισμός, ο ρατσισμός, ο σεξισμός) θα τους δώσει το ελαφρυντικό της αμφιβολίας, όπως έχει ξανασυμβεί και πριν (οι φασίστες έχουν κι αυτοί, συχνά, μια χαρά συσσίτια)” .

Για μεγάλα κομμάτια της ιστορικής υπεραριστεράς αυτό δεν ήταν πραγματικά πρόβλημα καθώς η ντετερμινιστική “μαρξιστική” τους θέση εμπότιζε την εργατική τάξη με μια επαναστατική μοίρα. Το εξαιρετικά αμφιλεγόμενο “Auschwitz, or the Great Alibi” το εξέφρασε αυτό πολύ καθαρά: “Συμβαίνει κάποιες φορές οι ίδιοι οι εργάτες ενδίδουν στον ρατσισμό. Αυτό συμβαίνει όταν, απειλούμενοι από τη μαζική ανεργία, προσπαθούν να ενωθούν σε συγκεκριμένες ομάδες: Ιταλοί, Πολωνοί ή άλλοι “βρωμιάρηδες ξένοι”, “βρωμο-Άραβες”, “νέγροι”, κλπ. Αλλά στο προλεταριάτο αυτές οι ενορμήσεις παρουσιάζονται μόνο στις χειρότερες στιγμές της αποκαρδίωσης και δεν κρατούν για πολύ. Με το που μπαίνει στον αγώνα, το προλεταριάτο βλέπει καθαρά και συγκεκριμένα τον αντίπαλο: είναι μια ομοιογενής τάξη με μια ιστορική προοπτική και αποστολή”.

Σήμερα είναι δύσκολο να είναι κανείς τόσο άμεσα αισιόδοξος. Η κομμουνιστικοποίηση, που έχει σαν αποτέλεσμα μιαν αταξική κοινωνία, είναι μόνο μια από τις δυνατότητες στον ορίζοντα, και αυτοί που την υποστηρίζουν θα πρέπει να στοχαστούν περισσότερο πάνω σε μερικές από τις άλλες δυνατές εκβάσεις και το πώς θα αποφευχθούν. Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο (1848) μιλά για τις εναλλακτικές “μιας επαναστατικής επανασύστασης της κοινωνίας μακροπρόθεσμα, ή…στα κοινά ερείπια των ανταγωνιζόμενων τάξεων”. Μετά τον Ένγκελς, η Ρόζα Λούξεμπουργκ μίλησε για την επιλογή ανάμεσα στον σοσιαλισμό ή τη βαρβαρότητα10. Τα “ερείπια” και η “βαρβαρότητα”, στα οποία αναφέρονται, δεν ήταν απλά η συνέχιση του καπιταλισμού όπως τον γνωρίζουμε αλλά η κατάρρευση της κοινωνίας σε μια κατάσταση ενός ολοκληρωτικά αδηφάγου πολέμου και τρόμου. Ίσως είναι αλήθεια ότι κανένας τοπικός ρατσιστικός ή εθνικιστικός “αντι-καπιταλισμός” δεν θα μπορούσε να δημιουργήσει μια βιώσιμη εναλλακτική στον καπιταλισμό – η κοινωνική αναπαραγωγή σήμερα δεν μπορεί να ξεφύγει από μια παγκόσμια ανθρώπινη κοινωνία. Ο Astarian δεν είναι ο μόνος μεταξύ των φίλων της κομμουνιστικοποίησης που υποθέτει ότι οι όποιες τέτοιες αντιφάσεις δεν μπορεί παρά να είναι προσωρινές μόνο αποκλίσεις από τον δρόμο προς ένα καλλίτερο μέλλον: “Όταν οι αντεπαναστατικές προλεταριακές εναλλακτικές θα έχουν καταδείξει την αναποτελεσματικότητά τους να φέρουν την οικονομική σωτηρία του προλεταριάτου, η κομμουνιστικοποίηση θα φέρει το άλμα προς την μη-οικονομία” (Communisation As a Way Out of the Crisis, 2007). Αλλά τα τελευταία εκατό χρόνια και, στην πραγματικότητα, μεγάλο μέρος της ανθρώπινης ιστορίας υποτείνουν ότι σε καιρούς κρίσης ο δρόμος προς τα μπρος μπορεί να μπλοκαριστεί μόνιμα από απέλπιδα ενδοκοινοτική βία και την πτωτική σπείρα των σφαγών και των αντιποίνων – ή, όταν μια ομάδα είναι ιδιαίτερα περιθωριοποιημένη, σφαγών χωρίς καν τον φόβο των αντιποίνων.

Αντιπαρατιθέμενοι με αυτή την πιθανότητα δεν σημαίνει ότι προσυπογράφουμε κάποιο “αντιφασιστικό” λαϊκό μέτωπο του κράτους, των ΜΜΕ ή κάποιων διασημοτήτων αλλά σημαίνει ότι έχουμε διαρκώς επίγνωση της πιθανότητας πως ακόμα και φαινομενικά ριζοσπαστικά, ανατρεπτικά κινήματα μπορεί να πάρουν μια τρομακτική κατεύθυνση. Σημαίνει, επίσης, να αντιπαρατιθέμεθα με δυνητικές εκδηλώσεις αυτής της τάσης σε κάθε καμπή εντός των πραγματικών κινημάτων τριγύρω μας, είτε πρόκειται για την ανάδυση εθνικιστικών αντιμεταναστευτικών αισθημάτων σε αγώνες στους εργασιακούς χώρους (πχ. “βρετανικές δουλειές για Βρετανούς εργάτες”) είτε για ανακατασκευασμένες έννοιες αντισημιτισμού της μορφής να σώσουμε την “πραγματική οικονομία” από τους “κοσμοπολίτες” δανειστές (πχ. οι αμφιλεγόμενες “αχρήματες” έννοιες του “κινήματος Zeitgeist” στο περιθώριο των δράσεων του κινήματος Occupy).

Να καταφεύγουμε σε μια κοσμοθεώρηση στην οποία λαμβάνονται σοβαρά μόνο η κομμουνιστικοποίηση ή η συνέχιση της υπάρχουσας κατάστασης, σημαίνει να αρνούμαστε το φάσμα των ιστορικών επιλογών και τελικά να αρνούμαστε τον ανθρώπινο παράγοντα με όλο το θετικό και αρνητικό δυναμικό του.

1 Στμ. Το παρόν μπορεί να βρεθεί μεταφρασμένο και στο: https://toagathitisrodou.wordpress.com/2013/03/07//h-θεωρία-της-κομμουνιστικοποίησης-και/.

2 Δεν έχω συμπεριλάβει όλους τους συνδέσμους για τα άρθρα που παρατίθενται· όλα μπορούν να βρεθούν άμεσα στο διαδίκτυο, κυρίως μέσω του via http://libcom.org.

3 Πηγή: Datacide Twelve: https://datacide-magazine.com/communisation-theory-and-the-question-of-fascism, Οκτώβριος 2011.

4 Στμ. Διαθέσιμο εδώ: http://www.rebelnet.gr/articles/view/Crisis-activity-and-communisation.

5 Στμ. John Holloway: “Ας αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να καταλάβουμε την εξουσία”, εκδόσεις Σαββάλας, 2006.

6 Στμ. Στο πρωτότυπο υπάρχει ο αγγλικός ιδιωματισμός resigned in itself, που το νόημά του είναι ακριβώς η αποδοχή μιας κατάστασης (παρά τη θέληση κάποιου) εξαιτίας της έλλειψης εναλλακτικής.

7 Στμ. Στο πρωτότυπο επίσης ένας αγγλικός ιδωματισμός: pure and simple.

8 Στμ. Ο όρος αναθεωρητική βιβλιογραφία αναφέρεται βέβαια στις προσπάθειες αναθεώρησης ιστορικών περιόδων και γεγονότων, όπως το Ολοκαύτωμα/Σοά. Στα καθημάς δείτε για παράδειγμα την αναθεώρηση της ιστορίας της Εθνικής Αντίστασης και του Εμφυλίου, από ιστορικούς όπως ο Μαρατζίδης κά.

9 Στμ. Απόδοση του ιδιωματισμού: tarred for all time with the revisionist/negationist brush.

10 Στμ. Αν και δεν προβάλλεται τόσο ως επιλογή! Δες Aufheben: “Πτώση: Η Θεωρία της Παρακμής ή η Παρακμή της Θεωρίας; Μέρος Ι”, https://inmediasres.espivblogs.net/files/2016/06/aufh_tc_p1.pdf.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

css.php