Μαύροι ξεβράκωτοι και φιλόδοξα ανδρείκελα

Cedric J. Robinson, C.L.R James και η κριτική της πολιτικής ηγεσίας1,2

του Alberto Toscano3

…ο κόσμος ήταν, γενικά, κατά πολύ ανώτερος από τους ηγέτες του. Όσο περισσότερο έσκαβα σε αυτή την ιστορία τόσο το περισσότερο ανακάλυπτα ότι αυτό που πραγματικά είχε σημασίακρυβόταν από κάτω, στα σκοτεινά βάθη…Ο βασικός παράγοντας ήταν ο κόσμος. Για να τους ξαναβρώ, για να τους αντικαταστήσω στον ρόλο τους, έχω αναγκαστεί να αναγάγω στις πραγματικές τους διαστάσεις τα φιλόδοξα ανδρείκελα, των οποίων τα νήματα κινούσε ο κόσμος, και στα οποία, νομίζαμε μέχρι σήμερα ότι θα μπορούσαμε να αναζητήσουμε και να βρούμε την εσωτερική κίνηση της ιστορίας. Η αναγνώριση αυτού του γεγονότος, πρέπει να ομολογήσω, με κατέπληξε. Στον βαθμό που έχω εμπλακεί ακόμα πιο βαθιά σε αυτή τη μελέτη ανακάλυψα ότι οι ηγέτες του κόμματος, οι ήρωες της συμβατικής ιστορίας, δεν έχουν προβλέψει τίποτα, ότι δεν πήραν ποτέ καμμιά πρωτοβουλία για οποιοδήποτε από τα σημαντικά ζητήματα, και ιδιαίτερα για εκείνα που ήταν ομόθυμο έργο του κόσμου στην αρχή της επανάστασης. Αφημένοι στον εαυτό τους αυτές τις αποφασιστικές στιγμές, από τους προσποιούμενους τους ηγέτες τους, οι άνθρωποι βρήκανε λύση σε αυτό που έπρεπε να γίνει και το έκαναν. – Jules Michelet4.

Οι θέσεις της εξουσίας είναι πολύ ζεστές και άνετες. C.L.R. James5

Όταν ακούω ανθρώπους να επιχειρηματολογούν σχετικά με τον Μαρξισμό ενάντια στους εθνικιστικούς ή ρατσιστικούς αγώνες, είμαι πολύ μπερδεμένος. Στην Αγγλία εξέδιδα μια τροτσκιστική εφημερίδα καθώς και την εθνικιστική, υπέρ των Αφρικανών, εφημερίδα του George Padmore, και κανείς δεν τσακωνόταν. Οι Τροτσκιστές διάβαζαν και πουλούσαν την εφημερίδα των Αφρικανών και…υπήρχαν (Αφρικανοί) εθνικιστές που διάβαζαν και πουλούσαν την εφημερίδα των Τροτσκιστών. Κινούμουν ανάμεσά τους, παρακολουθούσαμε ο ένας τις συναντήσεις του άλλου και δεν υπήρχε πρόβλημα επειδή όλοι είχαμε γενικά τον ίδιο στόχο: την ελευθερία μέσα από την επανάσταση6.

Όπως ο Θουκυδίδης πίστευε ότι η ιστορική συνείδηση ενός λαού σε κρίση προσέφερε την πιθανότητα πιο ενάρετων πράξεων, πιο ενήμερων και ορθολογικών επιλογών, το ίδιο πιστεύω κι εγώ. Cedric J. Robinson7.

 Αν είναι να επιβιώσουμε, δεν θα πρέπει να πάρουμε τίποτα από ό,τι είναι νεκρό και πρέπει να διαλέξουμε πολύ προσεκτικά από ό,τι πεθαίνει Cedric J. Robinson8.

Έχει περάσει ανεπιστρεπτί η εποχή που η αιτία της δημοκρατίας και του σοσιαλισμού ήταν άμεσα συνδεδεμένη με την Ευρώπη Β.Ι.Λένιν9.

Στο τέλος του πρώτου κεφαλαίου του βιβλίου The Black Jacobins, “The Property,” ο James αφηγείται εκ νέου μια διάσημη και θεωρητικά φορτισμένη βινιέτα10 σχετικά με τον Toussaint L’Ouverture11, η οποία μοιάζει να εγγράφει στην ανάδυση της επαναστατικής ηγεσίας των Μαύρων στο ριζοσπαστικό περιθώριο του πλαισίου του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού. Στην πολεμική επιτομή του Abbé Raynal: “Philosophical and Political History of the Establishments and Commerce of the Europeans in the Two Indies” (1770), ο Toussaint διάβασε τυχαία τις ακόλουθες γραμμές, τις οποίες, στην επαναφήγηση του James, ο επαναστάτης ηγέτης από την Αϊτή θα επαναλάμβανε στον εαυτό του:

Έχουν ήδη εγκαθιδρυθεί δύο αποικίες νέγρων φυγάδων, που οι συμφωνίες και η ισχύς τους τις προστατεέυουν από μια επίθεση. Αυτές οι αστραπές αναγγέλλουν τη βροντή. Το μόνο που χρειάζεται είναι ένας θαρραλέος αρχηγός. Πού είναι αυτός ο σπουδαίος άντρας που η Φύση τον οφείλει στα οργισμένα, καταπιεσμένα και βασανισμένα παιδιά της; Πού είναι; Θα εμφανιστεί, χωρίς αμφιβολία· θα προβάλλει μπροστά και θα σηκώσει την ιερή σημαία της ελευθερίας. Αυτό το σεβάσμιο σημάδι θα συγκεντρώσει τριγύρω του τους συντρόφους στα παθήματά του. Πιο ορμητικοί από τους χείμαρους, θα αφήσουν παντού τα ανεξίτηλα σημάδια της δίκαιης δυσαρέσκειάς τους. Παντού οι άνθρωποι θα ευλογούν το όνομα του ήρωα που θα έχει ξαναθεμελιώσει τα δικαιώματα της ανθρώπινης φυλής· παντού θα εγείρουν τρόπαια προς τιμήν του12.

Και σχολιάζει ο James: “είναι μια τραγωδία των μαζικών κινημάτων ότι χρειάζονται και μπορούν μόνο πλύ σπάνια να βρίσκουν επαρκή ηγεσία”. Τραγωδία – όπως έχουν διερευνήσει πρόσφατα οι David C. Scott και Jeremy Matthew Glick13 – είναι πράγματι το επανερχόμενο όνομα για το ιστορικό μεγαλείο και τα δραματικά όρια που σωρρεύονται [accrue] στην σχέση ανάμεσα στην πολιτική ηγεσία και την δράση των μαζών στα γραπτά του James, από την παράλληλη ανακατασκευή της επανάστασης στην Αϊτή και της επανάστασης των Μπολσεβίκων μέχρι τις παρεμβάσεις του στην αντιπαράθεση για την απο-αποικιοποίηση και την Μαύρη Δύναμη στις δεκαετίες του 1960 και του 1970.

Η μοιραία ανάγκη και τα μοιραία όρια της ηγεσίας είναι μια συνάρτηση των ιστορικών μεταβάσεων ή κρίσεων στις οποίες η δράση των μαζών δεν συγχρονίζεται, σαν να λέμε, με τους υλικούς και ιδεολογικούς καθορισμούς της και στις οποίες η ηγεσία – αν και αποκηρύσσεται από τον James για “προχωρημένες” χρονικότητες και γεωγραφίες της ταξικής πάλης – μοιάζει ένα αναπόφευκτο εργαλείο σύνθεσης και ενδυνάμωσης. Είτε στο “The Black Jacobins” είτε τέσσερις δεκαετίες αργότερα στο “Nkrumah and the Ghana Revolution”, το ιστορικό, στρατηγικό και δραματικό ερώτημα της πολιτικής ηγεσίας είναι επίσης στο επίκεντρο της μαρξιστικής προλεταριακής πολιτικής και στους αγώνες για την απελευθέρωση των Μαύρων, με τρόπους που ευελπιστώ να σκιαγραφήσω εδώ. Είναι γι’ αυτό τον λόγο που νομίζω ότι η ηγεσία μπορεί να χρησιμεύσει ως ένα προνομιούχο πρίσμα για να ξαναεπισκεφτούμε, σε αυτόν τον θεωρητικό φόρο τιμής στο έργο του Cedric J. Robinson, την δική του συνάντηση με το έργο του James, τόσο στο Black Marxism όσο και στο δικίμιο του 1992: C.L.R. James and the World-System”. Από τις μορφές με τις οποίες ασχολείται ο Robinson στο “Black Marxism” αλλά και πιο πέρα – ο James – τον οποίον εύστοχα χαιρετίζει ως ένα “εξαιρετικά σπάνιο παράδειγμα ενός ζωντανού, ενεργού και αγωνιζόμενου Μαρξισμού” – είναι βάσιμα αυτή για την οποία ο στοχασμός πάνω στη θεωρία και την πρακτική των αγώνων των μαύρων, είτε στις Δυτικές Ινδίες είτε στην “Μαύρη Ζώνη”14 των ΗΠΑ είτε σε ολόκληρο το Παναφρικανικό κίνημα, ήταν αδιαχώριστες αν όχι εντελώς μη διακρίσιμες από μια θεμελιώδη αναθεώρηση και πίστη σε μια μαρξιστική και λενινιστική παράδοση15. Αν από μια συγκεκριμένη γωνία, η δημιουργία της Μαύρης Ριζοσπαστικής Παράδοσης είναι επίσης η διάλυση ενός επισφαλούς ιδεολογικού αμαλγάματος αποκαλούμενου “Μαύρος Μαρξισμός”, τότε η τροχιά του James θέτει ίσως την πιο “γενετική” [generative] πρόκληση στην πρόταση του Robinson ότι η Παράδοση είναι μια δημιουργική άρνηση ενός Δυτικού παραδείγματος πολιτικής σκέψης που περιλαμβάνει τον Μαρξισμό, συμπεριλαμβανομένου και αυτού του ίδιου του James.

Σε ό,τι ακολουθεί θα ήθελα να ξεκινήσω με μια σύντομη βαθμονόμιση της δύναμης της κατεδάφισης από τον Robinson του μύθου και της κοινωνικής επιστημολογίας της πολιτικής ηγεσίας στο πρώτο του βιβλίο: The Terms of Order: Political Science and the Myth of Leadership (1980), το οποίο, αν και σε έναν πιο “αρχαιολογικό”16 και ημι-υπερβατικό πνεύμα από το Black Marxism, θέτει πολλές από τις κατευθυντήριες γραμμές του μεταγενέστερου έργου του17. Στο Terms, ο Robinson αμφισβητεί ήδη την δυνατότητα μιας επιτυχημένης εμμενούς υπέρβασης των ορίων της Δυτικής πολιτικής σκέψης ως μια ιδεολογίας κυριαρχίας εμπεδωμένης στην πολύπλοκη κληρονομιά του φυλετικού καπιταλισμού – ρίχνοντας αμφιβολίες στην ικανότητα του αναρχισμού να αμφισβητεί το πλέγμχα [nexus] της αυθεντίας, της τάξης και της ηγεσίας ενώ ταυτόχρονα ανοίγει το ζήτημα, μέσω μιας μελέτης του λαού της Τόνγκα, της δυνατότητας μιας αντιπολιτικής ουτοπίας αναδυόμενης από τις αφρικανικές παραδόσες της συλλογικής ζωής.

Σε μια σαγηνευτική επανερμηνεία της έννοιας του χαρίσματος του Weber, το Terms εκθέτει επίσης την επιμονή του Robinson στην ιδέα της δημιουργικής δύναμης της μαζικής αντίστασης και της παράγωγης φύσης της ηγεσίας. ΣτοBlack Marxism, Black Movements in America” και σε δυνατά δοκίμια σχετικά με τον Fanon, τον Du Bois18 και ιδιαίτερα τον Amilcar Cabral19 (τον μοναδικό πολιτικό στοχαστή του 20ου αιώνα που ξεχωρίζει ως ένα είδος επαναστατικού προτύπου για τον Robinson στις αρχές της δεκαετίας του 1980) αυτή η κριτική της πολιτικής ηγεσίας εμπλουτίζεται με μια ισχυρή ταξική κριτική, η οποία συνδέει το πρόβλημα της πολιτικής ηγεσίας με αυτό των αντιφάσεων που ταλανίζουν τους μικροαστούς και τον σχηματισμό εκείνης της μαύρης ιντελλιγκέντσιας στην οποία ανήκε ο ίδιος ο James.

Από αυτό το προνομιακό σημείο, το τραγικό πορτραίτο του Toussaint από τον James είναι μια καμουφλαριζμένη αυτοπροσωπογραφία. Αντί μιας αξιολόγησης της θεωρητικής και βιογραφικής διάγνωσης από τον Robinson των εντάσεων που διατρέχουν την συνάντηση του C.L.R. James με την Μαύρη Ριζοσπαστική Παράδοση, θέλω να θίξω την εντυπωσιακή σύγκλιση μεταξύ πολλών θεμάτων στη δουλειά του Robinson και στις προσπάθειες του ίδιου του James για αυτοκριτική ή αυτο-αναθεώρηση στα μαθήματά του σχετικά με τους “Μαύρους Ιακωβίνους” μετά το 1971, καθώς και την συνήχησή τους με την επανεξέταση από τον James της προβληματικής ηγέτες-μάζες στην κριτική εξιστόρησή του για την επανάσταση στην Γκάνα. Είναι σε αυτό το σημείο της μεγαλύτερης συγγένειας που μπορούμε να δούμε επίσης πού διατηρούν η κατανόηση από τον Robinson της Μαύρης Ριζοσπαστικής Παράδοσης και ο “Μαύρος Μαρξισμός” του James τις πολιτικές και θεωρητικές διαφορές τους, τις οποίες θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε ως μια διαφορά ανάμεσα στην πολιτική αυτονομία των επαναστατικών αγώνων των μαύρων και της μεταφυσικής αυτονομίας μιας αντιπολιτικής παράδοσης αντίστασης.

Προμηνυόμενο από ένα άρθρο για τη θέση του χαρίσματος στην πολιτική σκέψη του Malcolm X20, το πρώτο βιβλίο του Cedric Robinson είναι μια πυκνή, περίτεχνη/πολύπλοκη και αδιάλλακτη καταστροφή αυτού που ο υπότιτλος του βιβλίου (μια αναθεωρημένη εκδοχή της διδακτορικής του διατριβής)21 συλλαμβάνει ως τον πολιτικό μύθο που δομεί τη Δυτική πολιτική σκέψη. Αν και ο Robinson επιστρατεύει ένα εντυπωσιακό πυροβολικό για να, με τα ίδια του τα λόγια, “κακοποιήσει/προσβάλλει την πολιτική συνείδηση” της Δύσης (με τρόπους, παρεμπιπτόντως, που δεν ανάγονται στο συνονθύλευμα των σύγχρονων απο-αποικιακών και μετα-αποικιακών προοπτικών, και ακόμα λιγότερο στις υποθετικές “Αφρο-πεσιμιστικές” επικλήσεις της “μαυρότητας”), ο υποκείμενος ισχυρισμός είναι λιτός και έντονος: η Δυτική πολιτική σκέψη και πολιτική επιστήμη στηρίζονται σε δυο πλάνες: ότι η ηγεσία είναι απαραίτητη για την διατήρηση της τάξης και ότι η ιεραρχία μπορεί να νομιμοποιηθεί ορθολογικά22. Όπως παρατηρεί: “Η προϋπόθεση ότι η πολιτική ηγεσία είναι μια έννοια μέσω της οποίας το γεγονός της κοινωνικής οργάνωσης μπορεί να καταστεί αναγνωρίσιμο είναι απατηλή. Και όμως είναι αυτή η ίδια προϋπόθεση που υποτείνει τόσο τις φιλελεύθερες όσο και τις ριζοσπαστικές προσπάθειες για την κοινωνική αναδιοργάνωση και ‘τελειοποίηση’23. Αλλά η ψευδαίσθηση του πολιτικού παραμένει, κατά έναν τρόπο που προκαλεί σύγχυση, ατάραχη από μια ιστορική καταγραφή που αποδεικνύει άφθονα ότι η πολιτικά παγιωμένη και επιβεβλημένη εξουσία δεν είναι πηγή κοινωνικής σταθερότητας και τάξης, καθιστώντας διάτρητη την αυταπάτη της ηγεσίας ως του “αντικειμένου-επίλυσης” εκείνου του “αντικειμένου-προβλήματος” που είναι η περιοδική κρίση σταθερότητας (σίγουρα πρόκειται για μια δήλωση που χρειάζεται πολύ λίγη αποδειξη στις αρχές του 2017).

Οι βιβλιογραφίες στην κοινωνιολογία, την πολιτική επιστήμη, την ιστορία και την κοινωνική ψυχολογία επιβεβαιώνουν ηχηρά, μέσω της πληθώρας των αναλυτικών εργαλείων, την μεταφυσική της ηγεσίας”. Σύμφωνα με την δηκτικά εξεζητημένη αποστροφή του Ρόμπινσον: “Είναι, πράγματι, δύσκολο να ξεφύγουμε από την μοχθηρή τυρρανία μιας νόησης που δεν μπορεί απλά να διακηρύξει αλλά και να σμιλέψει την διάπλαση του σφάλματός της σε πραγματικότητα”.24 Στο Δυτικό πολιτικό παράδειγμα αυτή το σφάλμα-που-γίνεται-πραγματικότητα επιβάλλει την ηγεσία ως το όργανο της αναπαράστασης και της συσχέτισης με την αντικειμενική πραγματικότητα της τάξης και της εξουσίας, υπερκαλύπτοντάς25 την με μια πολιτική μεταφυσική που “γεννιέται/ξεπηδάει”26 από ένα μικτό παράδειγμα που συνδυάζει τις παραμέτρους της γεωμετρικής τάξης με το κατεπείγον των σωτηριολογικών αφηγήσεων, και η οποία παρουσιάζει τον ηγέτη ως “το όργανο της ορθολογικής δράσης όπου η ορθολογική δράση κατανοείται ως συλλογική δράση που επεκτείνει την επιβίωση μιας κοινότητας”27, και όπου “η ψευδαίσθηση της καθαρής απόφασης [επιχορηγεί/subsidizes] την πίστη στην επιλεκτική φύση του λήπτη των αποφάσεων”28.

Η πολιτική καρδιά του The Terms of Order θα πρέπει να αναζητηθεί στις λεπτές αποχρώσεις της αντιπαράθεσης της εμμενούς [immanent] κριτικής σε αυτό το πολιτικό παράδειγμα εντός της ευρωπαϊκής αναρχικής παράδοσης και της εναλλακτικής στην ηγεσία που κατατίθεται στην εθνογραφία των αντιπολιτικών κοινωνιών. Αυτή η κριτική στον αναρχισμό είναι ένα υπόδειγμα του είδους της οριοθέτησης από τον Ρόμπινσον των ορίων του Μαρξισμού, που αξίζει μεγαλύτερη διερώτηση, αλλά για τους σκοπούς του παρόντος δοκιμίου θέλω να επικεντρώσω [home in] στην επαναδιατύπωση εκ μέρους του της Βεμπεριανής έννοιας του χαρίσματος. Η τελευταία χρησιμεύει ως ένα είδος αρμού [hinge] για το Terms: είναι το τυφλό σημείο μιας πολιτικής επιστήμης που είναι υποχρεωμένη να καταφύγει σε παράλογα παράγωγα μιας εργαλειακής πολιτικής αυθεντίας/εξουσίας την οποία καταστατικά αποκηρύσσει και αντιπροσωπεύει ένα άνοιγμα για αναστοχασμό της ηγεσίας όχι ως αυτού που εξουσιαστικά διατάσσει μια μάζα σε ένα κοινωνικά ευσταθή και υπάκουο λαό, αλλά ξεπηδούν από μαζικά κινήματα με έναν τρόπο που δεν μπορεί να εμπεριέχεται στην τάξη ή την εξουσία. Η ηγεσία βγαίνει από το κίνημα και όχι το ανάποδο. Τραβώντας από τις αντιφάσεις τις εγγενείς στην θεώρηση του Βέμπερ για το χάρισμα ως της “ειδικά δημιουργικής επαναστατικής δύναμης στην ιστορία”29, ο Robinson μας διδάσκει ότι:Στην πραγματικότητα είναι η χαρισματική μορφή που έχει επιλεγεί από τις κοινωνικέ περιστάσεις, τις ψυχοδυναμικές ιδιαιτερότητες και την παράδοση και όχι οι ακόλουθοί της που επιλέγονται από αυτήν”30. Το φαινόμενο του χαρίσματος είναι ένα είδος καταλοίπου ή αδιαίρετου υπολείματος που η ορθολογική πολιτική επιστήμη δεν μπορεί να μεταβολίσει, και τι οποίο πρέπει ταυτόχρονα να προϋποθέτει και να αντιμετωπίζει ως παθολογικό. Έξω από το μικτό παράδειγμα της Δυτικής πολιτικής επιστήμης, το χάρισμα αντλεί την αυθεντία του πέραν του ηγέτη, και ο χαρισματικός ηγέτης ο ίδιος είναι ένας “χαρισματικοποιημένος οπαδός” των οπαδών του. Συνεπώς, η ιστορικά κυρίαρχη εικόνα της πολιτικής αυθεντίας είναι η “διαστροφή του χαρίσματος” και “η αλλοτρίωση της μαζικής αυθεντίας του χαρίσματος”, με το τελευταίο να γίνεται κατανοητό ως “μια ψυχοκοινωνική δύναμη που κατασκευάζεται από έναν λαό ο οποίος έχει υποστεί/περάσει από μια εκτεταμένη περίοδο τραυματικής έντασης”.31

Δύο δεκαετίες, σχεδόν, μετά από το “Terms”, ο Robinson θα επαναλάμβανε αυτή την μορφοποίηση του χαρίσματος για να τοποθετήσει τον Martin Luther King (και τον Malcolm X) στην Μαύρη χειραφετητική πολιτική που βρήκε την κύρια ρίζα τους όχι στην εμπειρία των ελεύθερων Μάυρων στον Βορρά, όπως συνέβαινε στην περίπτωση μιας συμβιβαστικής ελιτίστικης φυλετικής πολιτικής, αλλά στην αντίσταση των σκλάβων: “Η χαρισματική εξουσία/αυθεντία του Κινγκ είναι παρακλάδι της Αφρο-χριστιανικής παράδοσης εμπεδωμένης στη συνείδηση των πλέον αστικοποιημένων Μαύρων στον Νότο και αλλού…Στην συμπεριφορά του, ήταν λιγότερο ένα πρόσωπο και περισσότερο μια κοινωνική και ιστορική ταυτότητα”.32 Αυτό είναι σε αντίστοιξη με εκείνους τους “αντιπροσωπευτικούς έγχρωμους άντρες” που ο Ρόμπινσον θεωρεί σε μεγάλο βαθμό άσχετους με τις μάζες των μαύρων που οικοδομούν τις δικές τους εναλλακτικές μορφές κοινοτικής ζωής. Το “φαινόμενο του χαρισματικού”, αντίθετα, παραμένει στην εκτίμηση του Ρόμπινσον “το μόνο όργανο επιβίωσης και απελευθέρωσης που είναι οργανικό, με άλλα λόγια αυθεντικό, προς τθις περιστάσεις, την παράδοση και την ψυχική φύση της μεγάλης μάζας των ανθρώπων που ζουν κάτω από την καταπίεση”, με τον ηγέτη ένα “άψογα κουρδισμένο” όργανο, ευαίσθητο στα βάσανα και τις προσδοκίες/φιλοδοξίες των μαζών που του έχουν δώσει το χάρισμα σε μια συγκυρία κρίσης.33 Όπως παρατηρεί η Erica R. Edwards (η οποία επίσης συνέγραψε την εισαγωγή στο The Terms of Order) στο Charisma and the Fiction of Black Leadership, μια θαρραλέα πολιτισμική κριτική της έμφυλης λογικής της μαύρης ηγεσία είναι ταυτόχρονα πραγματικότητα και μύθος: “Μια από τις θεμελιώδεις προβληματικές της μαύρης πολιτικής νεωτερικότητας είναι [το] διπλό δυναμικό του ρόλου της χαρισματικής ηγεσίας: να πειθαρχεί, από τη μια, και από την άλλη να διαρηγνύει, ακριβώς στην βάση της χαρισματικής συμπεριφοράς, τους πειθαρχικούς μηχανισμούς της καπιταλιστικής τάξης”.34

Από την άλλη, αν και ο ίδιος ο James ήταν επιφυλακτικός με την έννοια του χαρίσματος, ακόμα και με τη γλώσσα της ψυχολογίας (αν και διόρθωσε τον εαυτό του σχετικά με αυτό στις διαλέξεις του 1971 για τους Μαύρους Ιακωβίνους), η αναγνώριση ότι η ηγεσία αντλεί τον δυναμισμό της (και τα όριά της) από τα μαζικά κινήματα, και όχι το αντίθετο, και ότι είναι μια λειτουργία της κρίσης (και πιο συγκεκριμένα της επαναστατικής μετάβασης), ανήκει βαθιά στον James. Είναι εντυπωσιακό, από αυτή την άποψη, ότι ο Robinson επιλέγει να παρουσιάσει την ανάλυση του James για το αμάρτημα35 ή το τραγικό ελάττωμα του Toussaint ως την υπόδηλη αναγνώριση των ορίων της ίδιας της ταξικής προοπτικής, αυτήν μιας μαύρης ιντελλιγκέντσιας της διασποράς, που επέτρεψε επίσης στον James, μαζί με τους Du Bois και Padmore, αλλά και τους Cabral και Fanon, να κάνουν το θεωρητικό άλμα από το Δυτικό πολιτικό παράδειγμα στην Μαύρη Ριζοσπαστική Παράδοση. Σχολιάζοντας αυτό που ο James αναφέρει υπαινικτικά ως την “αποτυχία διαφωτισμού” του Toussaint, τον συνδυασμό ενός εξουσιαστικού σχεδίου εκσυγχρονισμού του κράτους με την κώφευση στις απαιτήσεις των ίδιων των μαύρων εργατών που τον έκαναν ηγέτη – “το να “ζαλίσεις”/μπερδέψεις τις μάζες σημαίνει το να καταφέρεις το πιο θανάσιμο όλων των πληγμάτων στην επανάσταση”, διακήρυξε ο James – ο Ρόμπινσον επιδεικνύει την κλινική του διόραση:

Φυσικά, αναγνωρίζουμε σε αυτούς τους ισχυρισμούς τον Jamεs (και ίσως ακόμα και την μίμησή του του Padmore). Μπορούμε να δούμε την διακηρυγμένη ταύτιση μιας μαύρης επαναστατικής ιντελλιγκέντσιας με τις μάζες· την προθυμία της συνέχισης της υποταγής στον “επιστημονικό σοσιαλισμό” μέσω της άρνησης της υλικής δύναμης της ιδεολογίας υποδεικνύοντας ταυτόχρονα μια πικρή απογοήτευση από το κομμουνιστικό κίνημα· η πατερναλιστική στάση απέναντι στους οργανικούς ηγέτες των μαζών· και την αμφιλεγόμενη περηφάνεια της θέσης που προϋποτίθεται από τον εκδυτικισμένο ιδεολόγο. Επιπλέον, είναι φανερό ότι ο James αντιμετώπιζε κριτικά την ίδια την τάξη του. Σε αντίθεση με τους συμμάχους του, ήταν αναγκασμένος να αντιμετωπίσει τα όρια πέρα από τα οποία δεν θα μπορούσε να εμπιστευτεί τους μικροαστούς. Για τον λόγο αυτό έπρεπε να επιμένει συχνά ότι οι επαναστατικές μάζες πρέπει να κρατήσουν την επαναστατική κατεύθυνση, χωρίς ποτέ να καταφεύγουν/σέβονται τους επαγγελματίες επαναστάτες, κόμματα ή την ιντελλιγκέντσια36.

Ο Robinson ανασκάπτει περισσότερο πώς στις Σημειώσεις της Διαλεκτικής και σε σχετικά κείμενα από την Τάση Johnson-Forrest37 και τους διαδόχους της ο James είχε συμπληρώσει την ιχνηλάτησή του της ιστορικής λογικής της ταξικής πάλης ανάμεσα στο προλεταριάτο και την αστική τάξη με μια προσοχή στον μετασχηματισμό της μικροαστικής τάξης. Η αναγνώριση αυτού του μετασχηματισμού ήταν αναγκαία “επειδή αυτό το στρώμα είχε αναλάβει την ηγεσία του προλεταριακού κινήματος και μετά την πρόδοσε38, το αντι-πρωτοποριακό αξίωμα του James – “Δεν υπάρχει τίποτα περισσότερο να οργανώσουμε” – θα έπρεπε επίσης να διαβαστεί ως το προϊόν αυτής της ζωτικής αυτο-κριτικής των μικροαστών, με άλλα λόγια ως μια ταξική ανάλυση της σύνθεσης και του προσανατολισμο της επαναστατικής ηγεσίας. Ότι αυτό ήταν μια μόνιμη έγνοια για τον James, ιδιαίτερα όσον αφορούσε το ζήτημα της Μαύρης και της Παναφρικανικής ηγεσίας, μαρτυρείται εύλογα από τους στοχασμούς του σχετικά με την ανάγκη εμπιστοσύνης προς τις μάζες εναντίον των συμπράξεων και των υπεκφυγών των μικροαστών ηγετών. Σχεδιάζοντας πάνω στο Season of Adventure του George Lamming, ο James αναλογίζεται [muses]:

Δεν ξέρω κανένα σημείο όπου οποιοσδήποτε διανοούμενος, οποιοδήποτε μέλος μιας πνευματικής ελίτ, να έχει πάρει επάνω του την πλήρη ευθύνη για ό,τι έχει συμβεί στον κόσμο που έχει αφήσει πίσω του. Ο λαός θα βρει τον δρόμο του. Εμείς που είχαμε το πλεονέκτημα θα πρέπει να αναγνωρίσουμε την ευθύνη μας…δεν υπάρχουν πολλοί διανοούμενοι που συνειδητοποιούν αυτό που κάνουν και τα κοινωνικά εγκλήματα που διαπράττουν, που λένε: “κέρδισα μια υποτροφία, μπήκα στην ελίτ και άφησα τους ανθρώπους μου πίσω, και αισθάνομαι ότι η δράση από την πλευρά μου ευθύνεται γιαυτό που τους συμβαίνει”.39

Στο ίδιο το έργο του Robinson, τα πιο οξέα πολιτικά μαθήματα που μπορούν να εξαχθούν σχετικά με την αμφιλεγόμενη αλλά κρίσιμη κατάσταση της μαύρης μικροαστικής ιντελλιγκέντσιας – “διαμεσολαβητές ανάμεσα στους μαύρους εργάτες και το κοινωνικό κέντημα που υφαίνεται από τις καπιταλιστικά καθορισμένες μορφές της παραγωγής”40 όπως γράφει στο Black Marxism – μπορούν να βρεθούν στο άρθρο του “Amilcar Cabral and the Dialectic of Portuguese Colonialism”, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Radical America το 1981. Εκεί, ο Robinson εντοπίζει την ευφυία της αντιαποικιοκρατικής ηγεσίας του Cabral στην ικανότητά του να ανατέμνει επιδέξια τις αντιφάσεις της αποικιοποιημένης κοινωνίας, και συγκεκριμένα το πρόβλημα της επαναστατικής μικροαστικής τάξης. Η θεωρία και η πρακτική του Cabral θεμελιώνονται στην αναγνώριση μιας επαναστατικής κατάστασης στην οποία όλοι οι παραδοσιακοί ταξικοί “πρωταγωνιστές” στις ευρωπαϊκές επαναστάσεις ήταν καχεκτικοί ή απόντες: ούτε βιομηχανικό προλεταριάτο, ούτε αναπτυγμένη αστική τάξη, ούτε μαζική αγροτιά. Μάλλον, ήταν η μεταμόρφωση της μικροαστικής τάξης από την οποία εξαρτιόταν η επαναστατική ορμή. Όπως διακήρυξε ο Cabral στην Αβάνα το 1966: “Η επαναστατική μικροαστική τάξη πρέπει να είναι ικανή να αυτοκτονήσει ως τάξη για να μπορέσει να ξαναγεννηθεί ως επαναστάτες εργάτες, τελείως ταυτισμένοι με τις βαθύτερες επιδιώξεις του λαού στον οποίο ανήκουν”.41 Μια δημιουργική προσαρμογή του ειλημμένουν ταξικού σχήματος της επαναστατικής πολιτικής (ενός “stretching” θα μπορούσαμε να πούμε παραφράζοντας τον Fanon) απαιτούνταν από τις συνθήκες στη Γουινέα και το Κάπο Βέρντε, ένα δίκτυο/κόμβος μετασχηματισμού ανάμεσα στους μικροαστούς και τον λαό.

Στο “Nkrumah and the Ghana Revolution”, ο C.L.R. James θα έφερνε στο προσκήνια ακριβώς αυτό το πρόβλημα, αφενός αναγνωρίζοντας πλήρως τη συνεισφορά των απλών Αφρικανών στην ανάδυση του κινήματος αντιαποικιοκρατικής χειραφέτησης (περισσότερο των γυναικών στις “λαϊκές αγορές”42 στην Γκάνα) και αφετέρου απεικονίζοντας την προσωπική πολιτική ηγεσία, σε μεγάλο βαθμό όπως είχε κάνει και στο The Black Jacobins, ως μια αναγκαιότητα στο πλαίσιο μιας “οπισθοδρομικής” κοινωνίας. Σε αντίθεση με τον Robinson, ακόμα και στην ερμηνεία του τελευταίου για τη συνάφεια του James με τον Oliver C. Cox και την απομάκρυνση του τελευταίου από την γραμμική λογική της μαρξιστικής ταξικής πάλης, και παρά την αναγνώριση από τον ίδιο της κρίσιμης συνεισφοράς των απλών Αφρικανών και των παραδοσιακών πολιτικών τους θεσμών στον αγώνα για την απελευθέρωση, ο James εμφανίζεται όντως να παρουσιάζει την διάκριση προχωρημένου/οπισθοδρομικού ως κρίσιμη για την κεντρικότητα της ηγεσίας στην αντι-αποικιοκρατική πολιτική, σε αντιδιαστολή με την ταξική πολιτική στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες. Αυτή η διάκριση είναι επίσης ουσιώδης για την “τραγωδία” της ηγεσίας, με τον Nkrumah43 να μοιάζει να επαναλάμβανει, με διαφορετική μορφή, τα σφάλματα του Toussaint, χάνοντας την αίσθηση των μαζών ενώ είχε εμπλακεί με τις προφανείς αναγκαιότητες του εκσυγχρονισμού.

Είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό ότι εδώ, όπως και στα σημαντικότερα κείμενά του σχετικά με την αυτονομία των αγώνων των μαύρων στις ΗΠΑ, ο James επιστρέφει, σε ένα είδος ετερόδοξου δογματισμού, στην αυθεντία του Λένιν, επιστρέφοντας στα ίδια αυτά αποσπάσματα για την ζωτικότητα και την σχετική ανεξαρτησία των μη-προλεταριακών αγώνων, συμπεριλαμβανομένων των αγώνων των μικροαστών και των αγροτών (ιδιαίτερα στα γραπτά του Λένιν για την Ιρλανδία), για να γειώσει τα μαρξιστικά διαπιστευτήρια μιας επαναστατικής πολιτικής που δεν έχει το προλεταριάτο ως το αποκλειστικό (ή στην περίπτωση των Παναφρικανικών αγώνων, ούτε καν ως το στρατηγικά κομβικό) υποκείμενό του. Έτσι, όπως ακριβώς στη δεκαετία του 1940 ο James θα υπογράμμιζε τις παρατηρήσεις του Λένιν στο Δεύτερο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς για τον “ποικιλόχρωμο”/ετερόκλητο/ανομοιόμορφο χαρακτήρα των αγώνων στους οποίους διαφορετικές μη-προλεταριακές ομάδες και τάξεις παίζουν έναν αναγκαίο/απαραίτητο ρόλο44 για να υποστηρίξει τα επιχειρήματά του για την αυτονομία των αγώνων των μαύρων, έτσι και στοχαζόμενος τα αδιέξοδα στην Γκάνα του Nkrumah της δεκαετίας του 1960, θα ερμήνευε τα ύστερα κείμενα ατου Λένιν για την κρατική διοίκηση ως μια ριζοσπαστική αναγνώριση της περιθωριακότητας του κλασσικά αντιληπτού προλεταριάτου στην πολιτική των “καθυστερημένων” χωρών, είτε πρόκειται για την ΕΣΣΔ είτε για την Γκάνα45 (αξίζει εδώ να σημειωθεί, με όρους της έμφασης που δίνει ο Ρόμπινσον στην αυτοκριτική του C.L.R. James για την επαναστατική μικροαστική ιντελλιγκέντσια, ότι ο James προτείνει ότι μπορεί κανείς να κάνει ένα μοντέλο της ανεξαρτησίας των “φυλετικών” και εθνο-μειονοτικών αγώνων πάνω σε αυτό των αγώνων των μη-επαναστατικών τάξεων).

Παρενθετικά, μπορούμε να σημειώσουμε ότι ενώ η προσωπική ηγεσία διαγράφεται δευτερευόντως [side-lined] στα γραπτά του James για την μαρξιστική οργάνωση και το “Ζήτημα των Νέγρων” τη δεκαετία του 1940, το ζήτημα της ηγεσίας μετατοπίζεται στο σύνθετο ζήτημα της ηγεσίας του προλεταριάτου ως τάξη (του προλεταριάτου ως ηγετικής τάξης) – μια τάξη για την οποία μπορούμε να πούμε ότι όσο περισσότερο καθοδηγεί τόσο λιγότερο χρειάζεται ηγέτες ή πρωτοποριακά αποσπάσματα. Κατά την εκτίμηση του James, όπως διατυπώθηκε με πολεμική διαύγεια στο “Key Problems in the Study of Negro History” (1950), ανάμεσα στα ιδεολογικά εγκλήματα του Σταλινισμού ήταν η ανειλικρινής υπηρεσία που έπαιξε για τη μαζική δράση, ζαχαρώνοντας μια εξουσιαστική σύλληψη της ηγεσίας και ότι διέσυρε/συκοφάντησε την πραγματικότητα ότι οι αληθινοί ηγέτες ήταν “άνθρωποι που κάθε βήμα τους καθορίζεται/οριοθετείται από την αναγνώριση ότι αντιπροσωπεύουν τα βαθύτερα ένστικτα και επιθυμίες των μαζών”.46

Από το “Black Jacobins” μέχρι το “Nkrumah” και τα γραπτά για την Μαύρη Δύναμη, ο C.L.R. James θα συνέχιζε να διατηρεί μια ασταθή ισορροπία ανάμεσα στους αυθόρμητους μαζικούς αγώνες για αυτο-χειραφέτηση και τον (ίσως τραγικό) ρόλο της προσωπικής ηγεσίας. Επεκτείνοντας την μέθοδο της διαλεκτικής βιογραφίας που θίγεται πρώτη φορά στη μελέτη του για τον εργάτη ηγέτη από τις Δυτικές Ινδίες Cipriani και ανέπτυξε αριστοτεχνικά στη μελέτη του για την επαναστατική ακολουθία στον Άγιο Δομήνικο/Αϊτή, ο C.L.R. James θα τριγύριζε γύρω από το ζήτημα της μαύρης ηγεσίας, όχι απλά στο πλαίσιο της Αφρικής ή των Δυτικών Ινδιών (όπου οι διαφορετικές μεταξύ τους φιγούρες των Marcus Garvey, Padmore, Fanon, Nyerere και άλλων επανέρχονται) αλλά και στο πλαίσιο των ΗΠΑ, όπως μαρτυρούν τα εξαιρετικά θετικά πορτραίτα των Stokely Carmichael και George Jackson47 (αν και έχει ενδιαφέρον να σημειώσουμε την πρόκληση, την τόσο αντίθετη στην στάση του Ρόμπινσον απέναντι στα μαύρα κινήματα, της ανάδειξης στο προσκήνιο/ως προεξάρχουσας της φιγούρας του Λίνκολν)48. Αλλά στις δεκαετίες του 1960 και του 1970, η σταθερή έγνοια του για την αυτονομία των μαζικών αγώνων των μαύρων, και η διάκριση ανάμεσα στην ηγεσία της τάξης και την προσωπική αυθεντία, θα οδηγούσε/είχε ως επακόλουθο σε πραγματεύσεις των αγώνων των μαύρων που όχι μόνο κινούνται πλησιέστερα στην σταθερή έμφαση του Ρόμπινσον στην “ικανότητα για αντίσταση των απλών μαύρων”49, ως εμβαπτισμένουν σε αυτόνομες παραδόσεις αντίστασης, αλλά σε μεγάλο βαθμό υπονομεύουν την ίδια την πηγή του φαινομένου του χαρίσματος.

Στο “Μαύροι Ξεβράκωτοι” (“Black Sansculottes”), ένα μικρό άρθρο γραμμένο το 1964 για το Ενημερωτικό Δελτίο του Ινστιτούτου Φυλετικών Σχέσεων, έναν χρόνο μετά την δεύτερη έκδοση του Black Jacobins, ο James εστιάζει στο τραγικό λάθος του Toussaint, στο οποίο η προσφυγή στη γαλλική κουλτούρα και κεφάλαιο σήμαινε την υπονόμευση “των μόλις δημιουργηθέντων ενεργειών των ίδιων των οπαδών του”.50 Επιδεικνύοντας το βαθύ ένστικτό του για ιστορικές αναλογίες που μοιράζεται με τον Τρότσκυ, και το οποίο του επέτρεπε να παρουσιάζει μια ιστορία της επανάστασης στην Αϊτή που έχει ταυτόχρονα ως πρότυπο και προμηνύει την Μπολσεβίκικη επανάσταση ως ένα κρίσιμο μάθημα-αντικείμενο για το Παναφρικανικό κίνημα – όλα με τη σειρά τους διαβασμένα μέσω του πρίσματος της ριζοσπαστικής ιστοριογραφίας της Γαλλικής Επανάστασης – ο James διακηρύσσει: “το δίλημμα του Toussaint ήταν μια στοιχειώδης και πρωτόγονη μορφή του διλήμματος που αντιμετωπίζουν όλες οι πρόσφατα ανεξαρτητοποιημένες οπισθοδρομικές περιοχές σήμερα”. Πιο συγκεκριμένα, είναι από τον Πρόλογο της πολύτομης ιστορίας της Γαλλικής Επανάστασης του Jules Michelet, και την μετέπειτα εκλέπτυνσή της από τον Georges Lefebvre, που ο James θα αντλούσε ένα κομβικό μάθημα για μια κριτική της επαναστατικής ηγεσίας, δηλαδή ότι η προσοχή θα έπρεπε να μετατοπιστεί από τα θεαματικά κατορθώματα των πρόδηλων/φανερών ηγετών, τις “φιλόδοξες μαριονέτες” του Michelet και να ανακατευθυνθεί στον παράγοντα των λαϊκών μαζών και σε αυτό που ο Lefebvre ονομάζει “αφανείς ηγέτες τους”.

Ενώ ο James δεν υποχώρησε από την ιδέα ότι οι σπουδαίοι άνθρωποι δημιουργούν ιστορία (αν και όχι κάτω από συνθήκες της επιλογής τους και υπό την ανοχή των μαζικών κινημάτων και αισθημάτων), η “είσοδος του χορού” είναι κρίσιμη στον αυτοκριτικό στοχασμό του πάνω στους “Μαύρους Ιακωβίνους”, όπως σηματοδοτείται από την επανάληψη της νουθεσίας των Michelet-Lefebvre να αποδίδεται προσοχή στους αφανείς ηγέτες, εμπλουτισμένη εδώ από μια αναγνώριση της σχετικής ανωτερότητας του “Black Reconstruction” του Du Bois επί του Black Jacobins όσον αφορά την απόδοση προσοχής στον ρόλο της μαύρης κουλτούρας και της θρησκευτικής συνείδησης στην πολιτική ψυχολογία της αντίστασης, καθώς στην πραγμάτευση του “χωρίς-ηγέτες” φαινόμενο της γενικής απεργίας εναντίον των ιδιοκτητών των φυτειών. Επιπλέον, αναγνωρίζοντας τον κρίσιμο ρόλο που είχαν η αφρικάνικη πολιτική κουλτούρα και marronage στη διαμόρφωση της αντίστασης των σκλάβων, ο James τονίζει με ποιο τρόπο, ξαναγράφοντας το The Black Jacobins, θα είχε ανακατασκευάσει τις φωνές των επαναστατημένων σκλάβων, όχι απλά την καταγραφή των πράξεών τους όπως “ιζηματοποιήθηκαν/κατακάθισαν” [sedimented] στα μητροπολιτικά αρχεία: “Δεν θέλω σήμερα να γράφω και να λέω: αυτά είναι που αυτοί μας είπαν σχετικά με το πώς μας μεταχειρίστηκαν. Όχι άλλο, όχι. Θα ήθελα να πω για το τι θα είχαμε να πούμε εμείς για το πώς μας μεταχειρίστηκαν, και ξέρω ότι αυτή η πληροφορία υπάρχει σε όλο το υλικό…Έχουμε χορτάσει από αυτά που αυτοί έχουν πει για μας ακόμα και όταν αυτό είναι με συμπάθεια” (θα μπορούσαμε να σημειώσουμε ότι το εξαιρετικό The Making of Haiti της Carolyn Fick, που κάνει μια αξιοσημείωτη θεματική χρήση της έννοιας του “αφανούς ηγέτη” πλησιάζει πραγματικά πολύ κοντά στο ξαναγράψιμο που φαντάζεται ο James)51.

H σημασία της εξύμνησης των αφανών ηγετών και του λαού από τον Michelet για την μετατόπιση της σκέψης του James σχετικά με το πολύπλοκο πρόβλημα της επαναστατικής ηγεσίας είναι προφανής στον κρίσιμο ρόλο της στο ζωτικό/καθοριστικό κεφάλαιο του Nkrumah and the Ghana Revolution πάνω στον “Λαό και τον Ηγέτη”, όπου ο James παίρνει επίσης την ευκαιρία να “επιπλήξει” τον Τρότσκυ για έλλειψη κατανόησης/παρανόηση και υπερτονισμό του “πολύ δύσκολου ερωτήματος, της σχέσης του ηγέτη με το μαζικό κίνημα σε μια επανάσταση” στο βιβλίο του Ιστορία της Ρωσικής Επανάστασης (History of the Russian Revolution)52, ένα από τα καθοριστικά υποδείγματα για το The Black Jacobins.53 Αν και μπορεί να ειπωθεί ότι και ο ίδιος ο James παραμένει αιχμάλωτος/γοητευμένος από τις αναποδιές/περιπέτειες [vicissitudes] του μεγάλου αρσενικού ηγέτη, η αντι-αποικιοκρατική κριτική του στη μικροαστική ιντελλιγκέντσια και η προσοχή που δίνει στην αφανή ηγεσία και την αυτενέργεια των μαζών είναι μια πλούσια λεωφόρος πέρα από τις επαναλήψεις, είτε τραγικές είτε κωμικές, της διαλεκτικής του ηγέτη-των-μαζών. Και παρ’ όλο που ποτέ δεν αποκρυσταλλώνεται στην ιδέα μιας διακριτής Μαύρης Ριζοσπαστικής Παράδοσης που θα συνιστούσε/συγκροτούσε μια διακριτή και “ολική” θεωρία απελευθέρωσης, θεμελιωμένης σε μια “μοναδική ιστορική ταυτότητα” και ούτε κάνει την καθαρή ρήξη με την Μαρξική διαλεκτική που ο Ρόμπινσον αναδεικνύει κάπως [glimpses] στο Mariners54 με τις παθολογικές μορφές ολοκληρωτικής καθοδήγησης (Ahab) και μικροαστικής διανοητικής συνενοχής (Ishmael), η γραφή του James σχετικά με την μαζική επαναστατική πολιτική των Μαύρων συνηχεί/συντονίζεται στην διαύγαση δρόμων με την σταθερή και πολύπλευρη προσοχή του Ρόμπινσον στις “ικανότητες για αντίσταση των συνηθσμένων μαύρων” και την εγρήγορσή του εναντίον της παγίδας της ηγεσίας ως κομβικού για την κοινωνικο-πολιτική εξουσία του μεταφυσικού φετίχ της τάξης. Αλλά το κάνει αυτό ενώ παρακάμπτει το φαινόμενο του χαρίσματος, ένα φαινόμενο που για τον James δεν είναι, ή δεν είναι πια, απολύτως απαραίτητο για το καναλιζάρισμα της ενέργειας των λαϊκών αγώνων55. Αν δεν υπάρχει τίποτα πια για να οργανωθεί, ίσως να μην υπάρχει και κανείς για να ακολουθήσει.

1 Στμ. Μεταφρασμένο από εδώ: https://viewpointmag.com/2017/02/16/black-sansculottes-and-ambitious-marionettes-cedric-j-robinson-c-l-r-james-and-the-critique-of-political-leadership/.

2 Μια εκδοχή του άρθρου αυτού είχε αρχικά παρουσιαστεί στο συνέδριο “Historical Materialism 2016” στο Λονδίνο ως μέρος μιας διπλής συνεδρίας με θεματική: The Black Radical Tradition: The Legacy of Cedric Robinson”.

3 Ο Alberto Toscano διδάσκει στο Κολλέγιο Goldsmiths, του Πανεπιστημίου του Λονδίνου, όπου συνδιευθύνει το Κέντρο για την Φιλοσοφία και της Κριτική Σκέψη (Centre for Philosophy and Critical Thought). Είναι συγγραφέας του “Fanaticism: On the Uses of an Idea, and Cartographies of the Absolute” (μαζί με τον Jeff Kinkle). Είναι μέλος της συντακτικής ομάδας του περιοδικού Ιστορικού Υλισμού (Historical Materialism) και υπεύθυνος έκδοσης της σειράς “The Italian List” των εκδόσεων Seagull Books.

4 Jules Michelet, Πρόλογος στο “Histoire de la revolution française”, αναφέρεται στο: C.L.R. James, Nkrumah and the Ghana Revolution (London: Allison & Busby, 1977), σελ. 106.

5 C.L.R. James, “Lectures on the Black Jacobins (1971),” Small Axe 4, no. 2 (Σεπτέμβριος 2000), σελ. 65-112.

6 C.L.R. James: “Towards the Seventh Pan-African Congress”, στο: At the Rendezvous of Victory: Selected Writings of C.L.R. James (London: Allison & Busby, 1984), σελ. 236-50

7 Cedric J. Robinson, “,” Perspectives on Anarchist Theory, 3, no. 1 (Άνοιξη 1999), σελ. 1, 6-8.

8 Cedric J. Robinson, Black Marxism: The Making of the Black Radical Tradition (Chapel Hill: University of North Carolina Press, 2000 [1983]), σελ. 316.

9 Β.Ι. Λένιν: “On the Slogan for a United States of Europe”, Collected Works, Volume 21: August 1914-December 1915 (Moscow: Progress Publishers, 1964), 342. Στμ. Στα ελληνικά:

10 Στμ. Στο πρωτότυπο: vignette.

11 Στμ. Ο François-Dominique Toussaint Louverture (1743 – 1803), γνωστός επίσης και ως Toussaint L’Ouverture ή Toussaint Bréda, είναι ο πιο γνωστός ηγέτης της Αϊτινής επανάστασης. Η στρατιωτική και πολιτική οξυδέρκειά του έσωσαν τα κέρδη της πρώτης Μαύρης εξέγερσης τον Νοέμβριο του 1791. Αρχικά πολέμησε για τους Ισπανούς εναντίον των Γάλλων· στη συνέχεια για τη Γαλλία εναντίον της Ισπανίας και της Βρετανίας· και τελικά για την αποικιακή εθνική κυριαρχία του Αγίου Δομίνικου (της σύγχρονης Αϊτής) ενάντια στη Γαλλία του Ναπολέοντα. Στην συνέχεια βοήθησε στον μετασχηματισμό της εξέγερσης σε ένα επαναστατικό κίνημα, το οποίο ήδη από το 1800 είχε μετατρέψει τον Άγιο Δομίνικο, την πιο ευημερούσα αποικία σκλάβων της εποχής εκείνης, στην πρώτη ελεύθερη αποικιακή κοινωνία που είχε ρητά απορρίψει τη φυή ως την βάση της κοινωνικής κατάταξης.

12 Αναφέρεται στο: C.L.R. James, The Black Jacobins: Toussaint L’Ouverture and the San Domingo Revolution, 2nd rev ed. (New York: Vintage Books, 1989 [1963]) σελ. 25.

13 David Scott, Conscripts of Modernity: The Tragedy of Colonial Enlightenment (Durham, N.C.: Duke University Press, 2004)· Omens of Adversity: Tragedy, Time, Memory, Justice (Durham, N.C.: Duke University Press, 2014)· Jeremy Matthew Glick, The Black Radical Tragic: Performance, Aesthetics, and the Unfinished Haitian Revolution (New York: NYU Press, 2016). Για μερικές κριτικές σκέψεις πάνω στη θέση του Scott, δείτε το δικό μου: “Politics in a Tragic Key”, Radical Philosophy 180 (Ιούλιος/Αύγουστος 2013).

14 Στμ. Μαύρη Ζώνη, Black Belt: Περιοχή στις Νότιες ΗΠΑ που ιστορικά συνδέεται με τις καλλιέργειες βαμβακιού και τον πληθυσμό των μαύρων που δούλευαν σε αυτές σαν σκλάβοι. Η ιδέα για πλήρη ανεξαρτησία υιοθετήθηκε επίσης από Αμερικανούς κομμουνιστές ακτιβιστές. Το ΚΚ των ΗΠΑ (CPUSA) ήταν το πρώτο που πρότεινε ότι οι Αφροαμερικανοί στην Μαύρη Ζώνη συγκροτούσαν ένα καταπιεσμένο έθνος και ότι θα έπρεπε να τους επιτραπεί να ψηφίσουν για αυτοδιάθεση, όπως είχε συμβεί με άλλους πληθυσμούς εμτά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο κάτω από τους κανόνες της Κοινωνίας των Εθνών. Μετά από λυσσαλέα αντιπαράθεση στο 6ο Παγκόσμιο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς (Κομιντέρν) το 1928, το ΚΚ των ΗΠΑ υιοθέτησε επίσημα ένα σχέδιο για την αυτοδιάθεση ενός Αφροαμερικανικού έθνους στην Μαύρη Ζώνη.

15 Robinson, Black Marxism, 285.

16 Στμ.. Μάλλον κατά τη φουκωική έννοια του όρου “αρχαιολογία” [δηλαδή της γνώσης].

17 Cedric J. Robinson, The Terms of Order: Political Science and the Myth of Leadership (Chapel Hill: University of North Carolina Press, 2016 [1980].

18 Στμ. William Edward Burghardt “W. E. B.” Du Bois (1868 – 1963), Αμερικανός κοινωνιολόγος, ιστορικός, ακτιβιστής των πολιτικών δικαιωμάτων, οπαδός του Παναφρικανισμού, συγγραφέας και εκδότης. Γεννημένος στο Great Barrington, στην Μασαχουσέτη, ο Du Bois μεγάλωσε σε μια σχετικά ανεκτική και ενοποιημένη κοινότητα. Αφού ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές σπουδές του στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου και το Χάρβαρντ, όπου ήταν ο πρώτος Αφροαμερικανός που απέκτησε διδακτορικό, έγινε καθηγητής της ιστορίας, της κοινωνιολογίας και των οικονομικών στο Πανεπιστήμιο της Ατλάντα. Ήταν επίσης ένας από τους συνιδρυτές της Εθνικής Ένωσης για την Πρόοδο των Εγχρώμων (National Association for the Advancement of Colored People, NAACP) το 1909.

19 Δείτε: Cedric J. Robinson, “The Appropriation of Frantz Fanon”, Race & Class, 35, no. 1 (1993), σελ. 79-91· “Du Bois and Black Sovereignty: The Case of Liberia”, Race & Class, 32, no. 2 (1990), σελ. 39-50· Amilcar Cabral and the Dialectic of Portuguese Colonialism, Radical America, 15, no.3 (Mάιος – Ιούνιος 1981), σελ. 39-58.

20 Cedric J. Robinson, “Malcolm Little as a Charismatic Leader,” Afro-American Studies 3 (1972), σελ. 81-96.

21 Για την ιδαίτερα γεμάτη συμπτώσεις ιστορία της διατριβής του Robinson και την καθυστερημένη απονομή της, δείτε την νεκρολογία του Robin D.G. Kelley: “Cedric J. Robinson: the Making of a Black Radical Intellectual”, Counterpunch, 17 Ιουνίου, 2016.

22 Ό.π., σελ. 6.

23 Ό.π., σελ. 4-5.

24 Ό.π., σελ. 36.

25 Στμ. Στο πρωτότυπο: overcoding.

26 Στμ. Στο πρωτότυπο: spawned.

27 Ό.π., σελ. 39.

28 Ό.π., σελ. 65.

29 Ό.π., σελ. 83.

30 Ό.π., σελ. 151.

31 Ό.π., 156.

32 Cedric J. Robinson, Black Movements in America (London, Routledge, 1997), σελ. 144.

33 Robinson, The Terms of Order, σελ. 151-152.

34 Erica R. Edwards, Charisma and the Fiction of Black Leadership (Minneapolis: University of Minnesota Press, 2012), σ. 5.

35 Στμ. Στο πρωτότυπο: hamartia.

36 Robinson, Black Marxism, σελ. 278.

37 Στμ. Η Τάση Johnson–Forest, αναφέρεται σε μια ριζοσπαστική τάση της Αριστεράς στις ΗΠΑ που σχετίζεται με τους Μαρξιστές θεωρητικούς C. L. R. James και Raya Dunayevskaya, που χρησιμοποιούσαν τα ψευδώνυμα J.R. Johnson και Freddie Forest αντίστοιχα. Με αυτούς συνδέθηκε και ο συγγραφέας/ακτιβιστής Grace Lee Boggs, που θεωρείται ως ο τρίτος συνιδρυτής. Η διαδρομή της Τάση συνδέεται με τις διαρκείς διαμάχες στον Τροτσκιστικό χώρο στις ΗΠΑ. Αποχωρούν αρχικά το 1940 από το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα των ΗΠΑ (SWP), για να δημιουργήσoυν το Κόμμα των Εργατών (WP). Διαφωνίες σε σχέση με τη φύση του σοβιετικού κράτους (για το οποίο οι James, Dunayevskaya, Lee πιστεύουν ότι είναι κρατικο-καπιταλιστικό) και η δυσαρέσκεια του James για την έλλειψη ενδιαφέροντος του WP για τον μαύρο ακτιβισμό τους οδηγούν να επανενταχθούν στο SWP. Σταδιακά η Τάση δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην επιστροφή στα “βασικά” του Μαρξισμού, καθώς και στον Χέγκελ ως θεμελίου του Μαρξισμού (χάρις στην Dunayevskaya,η οποία είχε ενσκύψει βαθιά στα γραπτά του Μαρξ και του Λένιν). Η Τάση διασπάστηκε τελικά το 1955 καθώς ο James έφτασε στο συμπέρασμα ότι πλέον δεν ήταν απαραίτητο ένα κόμμα της πρωτοπορίας σε αντίθεση με την Dunayevskaya, η οποία, παρά το ότι επίσης πίστευε ότι ένα Λενινιστικού τύπου κόμμα είναι ξεπερασμένο, θεωρούσε ότι υπήρχε ανάγκη για κάποιου τύπου επαναστατική οργάνωση.

38ό.π., σελ. 284.

40 Robinson, Black Marxism, σελ. 257.

41 Amilcar Cabral, “The Weapon of Theory” (1966), αναφέρεται στο Robinson: “Amilcar Cabral and the Dialectic of Portuguese Colonialism”, σελ. 52.

42Στμ. Στο πρωτότυπο: market-women.

43 Στμ. Kwame Nkrumah: (1909 – 1972) ο άνθρωπος που οδήγησε την Γκάνα στην ανεξαρτησία από τη Βρετανία το 1957 και υπηρέτησε ως πρώτος Πρωθυπουργός και Πρόεδρος της χώρας. Ο Nkrumah απέκτησε αρχικά ισχύ ως ηγέτης του αποικιακού Gold Coast, και την διατήρησε μέχρι την απομάκρυνσή του το 1966. Μορφή του 20ου αιώνα με μεγάλη επιρροή και υποστηρικτής του Παναφρικανισμού, ήταν επίσης ένας εκ των ιδρυτών του Οργανισμού Αφρικανικής Ενότητας και κέρδισε το Βραβείο Λένιν για την ειρήνη το 1962.

44 Δείτε: J.R. Johnson [C.L.R. James], “The Historical Development of the Negroes in American Society” (1943), στο C.L.R. James on the “Negro Question”, ed. Scott McLemee (Jackson, MS: University Press of Mississippi, 1996), σελ. 72-3.

45 Δείτε: C.L.R. James, “Lenin and the Problem” (1964), παράρτημα στο: Nkrumah and the Ghana Revolution, σελ. 189-213. Αυτό το κείμενο εμφανίστηκε επίσης στο: Radical America 4, no. 4 (Μάιος 1970), σελ. 97-110.

46 J.R. Johnson [C.L.R. James], “Key Problems in the Study of Negro History”, στο C.L.R. James on the “Negro Question”, 128.

47 C.L.R. James, “Black Power” (1967), στο Spheres of Existence (Westport, CT: Lawrence Hill & Co., 1980)· “George Jackson”, Radical America 5, no. 6 (Νοέμβριος – Δεκέμβριος 1971): 51-56. Τα γράμματα του Jackson, γράφει ο James: “είναι κατά την άποψή μου τα πιο αξιοσημείωτα πολιτικά ντοκουμέντα που έχουν εμφανιστεί εντός ή εκτός των Ηνωμένων Πολιτειών από τον θάνατο του Λένιν”, (54).

48 Δείτε: “Black Studies and the Contemporary Student”, στο: At the Rendezvous of Victory.

49 Robinson, Black Marxism, σελ. 383.

50 C.L.R. James: “Black Sansculottes”, στο At the Rendezvous of Victory, σελ. 160.

51 James, “Lectures on The Black Jacobins”, σελ. 99.

52 Στμ. Λ. Τρότσκυ: Ιστορία της Ρωσικής Επανάστασης (δίτομο έργο), εκδόσεις Παρασκήνιο, 2006.

53 James, Nkrumah and the Ghana Revolution, σελ. 105.

54 Θεωρήστε αυτό το αξιοσημείωτο αν και αμφισβητήσιμο απόσπασμα, στο οποίο ο Robinson προσπαθεί να συγχνωνεύσει το “διαζύγιο” του Oliver Cromwell Cox από την μαρξιστική ιστορική λογική του κεφαλαίου, με τα γραπτά του James για τον κρατικό καπιταλισμό και την καταστροφολογία που είναι εγγενής στον Δυτικό πολιτισμό: “Στην αποκαλυψιολογική ερμηνεία του για τον Μόμπυ Ντικ, ο, James έχει συγχνωνεύσει το γραφειοκρατικό στρώμα της θεωρίας του κρατικού καπιταλισμού με τους ήρωες της “παγκόσμιας ιστορίας” του Χέγκελ, των οποίων η παθιασμένη πίστη στο δίκαιο των ιδιωτικών τους σκοπών και συμφερόντων είναι τέτοια που δεν μπορούν να συμμορφωθούν με οποιαδήποτε ανομοιότητα/ανισοτιμία ανάμεσα σε αυτό που επιθυμούν για τον εαυτό τους και αυτό που η κοινή ηθική και το νομικό σύστημα απαιτούν από τους ανθρώπους γενικά’. Και, κάνοντας κάτι τέτοιο, καταδίκασε διπλά το παγκόσμιο σύστημα, καταρρέοντας σε μια διεστραμμένη στάση/στασιμότητα της ταξικής πάλης (την εξουσία των γραφειοκρατών) το τραγικό θέαμα του αυτο-εξοντωνόμενου και αυτο-δαιμονισμένου ατόμου. Χωρίς να έχει πετύχει μια σύνθεση, ο James είχε αντιπαραθέσει αντικρουόμενα ιστορικά παραδείγματα: ένα της τάξης, το άλλο εντροπικό και χαοτικό. Σε μια εποχή στην οποία οι δικτάτορες είχαν χαράξει με το μαχαίρι το δρόμο τους στο πλέγμα της ιστορίας, ο James είχε ανασύρει από την φιλοσοφία της ιστορίας του Χέγκελ μια μορφή γενετικά συνδεδεμένη με την μυθο-ιδεολογία του ιουδαιοχριστιανικού μεσσιανισμού, μια μορφή που εμφανίζεται στις διαψευμένες προσδοκίες του Χέγκελ για τον Φρειδερίκο Γουιλιέλμο και τον Ναπολέοντα, επανεμφανίζεται ως ο Υπεράνθρωπός του Νίτσε, και ξανά ως ο χαρισματικός ηγέτης του Βέμπερ. Ο Μαρξ είχε φανταστεί ότι το βιομηχανικό προλεταριάτο ήταν ο ήρωας του καπιταλισμού και είχε εφεύρει μια θεωρία της ιστορίας που το αφήγημά της δικαιολογούσε αυτή την προϋπόθεση. Ο James τίμησε αυτή την πίστη μέχρι παράβασης [in the breach]: επιλέγοντας να αντιπροσωπεύσει τις καταστροφικές και χαοτικές ωθήσεις του καπιταλιστικού παγκόσμιου συστήματος με την εμφάνιση μιας νέας ολοκληρωτικής προσωπικότητας από την οποία ο κόσμος θα μπορούσε να σωθεί μόνο από τις κινητοποιούμενες εργατικές τάξεις. Τα παραδείγματα ήταν ασυμβίβαστα/ασυμφιλίωτα. Ο Αχάμπ κατείχε την επιθυμία/βούληση και την θεσμική εξουσία να καταστρέψει το πλήρωμά του και να εξαλείψει την κοινωνική τους τάξη. Στην έκθεση του Μελβίλ από τον James, η διαλεκτική στην οποία είχε προσκοληθεί ο Μαρξ, ανάμεσα στον αφέντη και τον σκλάβο, ανάμεσα στον καπιταλιστή και το προλεταριάτο, ανάμεσα στον άνθρωπό και τη φύση, είχε αποδειχτεί ανεπαρκής για το καθήκον της διάρρηξης των φρικιαστικών δυνάμεων του καπιταλισμού”. Cedric J. Robinson, “C.L.R. James and the World-System”, Race & Class, 34, no. 2 (1999), σελ. 59-60.

55 Δείτε: J.R. Johnson [C.L.R. James], “Marcus Garvey” (1940), στο C.L.R. James and the “Negro Question”, σελ. 114-16.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

css.php