Αρνούμενες να περιμένουμε: Αναρχισμός και Διαθεματικότητα

των Deric Shannon και J. Rogue1

Αυτό το δοκίμιο επιχειρηματολογεί ότι οι αναρχικοί/ες μπορούν να μάθουν από τη θεωρία της “διαθεματικότητας”, η οποία προέκυψε από το φεμινιστικό κίνημα των μαύρων. Πραγματικά, οι αναρχικές έννοιες της ταξικής πάλης έχουν διευρυνθεί ως αποτέλεσμα της ανόδου των φεμινιστικού κινήματος, του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα καθώς και τα κινήματα απελευθέρωσης των γκέι, λεσβιών, queer και τρανς. Τι μπορούμε να μάθουμε απ’ αυτά και πώς βλέπουμε τη σύνδεσή τους με την ταξική πάλη; Τα απορρίπτουμε ως “απλώς πολιτική ταυτοτήτων” ή υπάρχουν πολύτιμες επικαλύψεις και επιρροές που θα μπορούσαν να ενσωματωθούν; – Μια εκδοχή μπροσούρας αυτού του άρθρου σε pdf μπορεί να βρεθεί εδώ. Αρχικά δημοσιεύτηκε το 2009.

Ο αναρχισμός μπορεί να μάθει πολλά από το φεμινιστικό κίνημα. Και από κάποιες απόψεις έχει μάθει ήδη. Οι αναρχοφεμινίστριες/στες έχουν αναπτύξει αναλύσεις για την πατριαρχία που την συνδέουν με την μορφή-κράτος. Έχουμε μάθει από το σύνθημα ότι το “προσωπικό είναι πολιτικό” (πχ. οι άντρες που ασπάζονται την ισότητα ανάμεσα σε όλα τα φύλα θα πρέπει να μεταχειρίζονται τις γυναίκες στις δικές τους ζωές με αξιοπρέπεια και σεβασμό). Έχουμε μάθει ότι κανένα επαναστατικό σχέδιο δεν θα είναι πλήρες όσο οι άντρες συστηματικά κυριαρχούν και εκμεταλλεύονται γυναίκες· ότι ο σοσιαλισμός είναι ένας μάλλον κενός στόχος – έστω και αν είναι “χωρίς κράτος” – αν η αντρική κυριαρχία πάνω στις γυναίκες παραμένει ανέπαφη.

Αυτό το δοκίμιο ισχυρίζεται ότι οι αναρχικοί μπορούν ανάλογα να μάθουν από τη θεωρία της “διαθεματικότητας” που προέκυψε από το φεμινιστικό κίνημα. Πραγματικά, οι αναρχικές ιδέες για την ταξική πάλη έχουν διευρυνθεί ως αποτέλεσμα της ανόδου του φεμινιστικού κινήματος, του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα, των κινημάτων για την απελευθέρωση των ομοφυλόφιλων (και, ίσως, πιο πρόσφατα, των queer κινημάτων), των κινημάτων για τα δικαιώματα των αναπήρων κλπ. Πώς τοποθετούμαστε, όμως, σε σχέση μ’ αυτούς του αγώνες; Ποια είναι η σχέση των αγώνων αυτών με την ταξική πάλη που υποστηρίζει την πάλη για τον σοσιαλισμό; Τους απορρίπτουμε ως μια “απλή πολιτική ταυτοτήτων” που αποκρύπτουν, μάλλον, παρά ξεκαθαρίζουν το ιστορικό καθήκον της εργατικής τάξης; Αν όχι, πώς μπορούν οι αναρχικοί να συμπεριλάβουν τους προβληματισμούς αυτών των κινημάτων στην πολιτική τους θεωρία και δουλειά;

Γιατί η διαθεματικότητα; Πώς φτάσαμε εδώ;

Πολύς κόσμος τοποθετεί την αρχή του φεμινιστικού κινήματος στις ΗΠΑ στην πάλη των γυναικών για την απόκτηση του δικαιώματος της ψήφου. Αυτή η εστίαση στον “εκλογικισμό” δέχτηκε κριτική, για την στενότητά της, από πολλές ριζοσπάστριες κοντά στην αλλαγή του προηγούμενου αιώνα. Άλλωστε, τι προσέφερε το δικαίωμα της ψήφου στις γυναίκες της εργατικής τάξης; Πώς θα μπορούσε η ψήφος για ένα καινούριο σύνολο εξουσιαστών να ταΐσει τις ίδιες και τις οικογένειές τους; Στην πραγματικότητα, πολλές ριζοσπάστριες της εποχής εκείνης αρνούνταν να ταυτοποιηθούν ως “φεμινίστριες”, καθώς έβλεπαν τον φεμινισμό ως ένα κίνημα αστών γυναικών που δεν ενδιαφερόταν για την ταξική πάλη (για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση αυτού του ζητήματος, στο πλαίσιο του ισπανικού αναρχοσυνδικαλισμού στις αρχές του 1900, δείτε το: Ackelsberg 2005: σελ. 118-119 και 123-124). Πραγματικά, αρκετές γυναίκες εργάτριες είδαν τις “φεμινίστριες” σύγχρονές τους ως συμμάχους με “όλες τις δυνάμεις που ήταν οι πιο αποφασισμένοι εχθροί των εργατών, των φτωχών και των απόκληρων”- με άλλα λόγια, είδαν το πρώιμο φεμινιστικό κίνημα ως ένα κίνημα καθαρά των αστών γυαικών, που δεν είχε λύσεις για την διάχυτη φτώχεια και την εκμετάλλευση που ήταν εγγενείς στην εμπειρία της εργατικής τάξης σε μια ταξική κοινωνία (Parker 2001: 125).

Οι αναρχικοί εκείνης της περιόδου, από την άλλη, προείδαν μερικές φορές κάποια από τα επιχειρήματα που προήλθαν από το φεμινιστικό κίνημα σχετικά με τη διαθεματικότητα. Επιχειρηματολόγησαν ενάντια στον ταξικό αναγωγισμό που συχνά εμφανιζόταν μέσα στο ευρύτερο σοσιαλιστικό περιβάλλον. Αναρχικοί της πρώιμης εκείνης εποχής έγραφαν για ζητήματα όπως η πορνεία και η σωματεμπορία (Goldman, 2001), οι βίαιες, καταναγκαστικές στειρώσεις (Kropotkin 2001), και ο γάμος (de Cleyre 2004 και 2001), για να διευρύνουν την αναρχική κριτική στην ιεραρχία και να αναπτύξουν ένα κριτικό ενδιαφέρον για τα γυναικεία ζητήματα αυτά καθαυτά, αρθρώνοντας, παράλληλα, ένα σοσιαλιστικό όραμα για μια μελλοντική συνεργατική και αταξική κοινωνία. Μεγάλο τμήμα αυτής της πρώιμης δουλειάς ανέδειξε συνδέσεις ανάμεσα στην καταπίεση των γυναικών και την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης. Ανάλογα, η άρνηση αρκετών εργατριών να συστρατευτούν με τις “φεμινίστριες” σύγχρονές τους, καταδείκνυε μερικά από τα προβλήματα ενός φεμινισμού βασισμένου σε μια καθολική ταυτότητα που έβλεπε τη γυναικεία καταπίεση ως μια ιεραρχία την οποία μπορούσε κανείς να αντιπαλέψει χωρίς ταυτόχρονα να αγωνιστεί ενάντια στον καπιταλισμό.

Αυτό δεν υπονοεί ότι οι αναρχικοί δεν ήταν κατά καιρούς αναγωγιστές. Δυστυχώς, πολλοί άντρες αναρχικοί απέρριπταν τις ανησυχίες των γυναικών. Ένας από τους λόγους που οι Mujeres Libres είδαν την ανάγκη για μια ξεχωριστή γυναικεία οργάνωση την περίοδο του ισπανικού Εμφυλίου ήταν το γεγονός ότι “πολλοί αναρχικοί αντιμετώπιζαν το ζήτημα της γυναικείας υποταγής ως, στην καλλίτερη περίπτωση, δευτερεύον σε σχέση με τη χειραφέτηση των εργατών, ένα πρόβλημα που θα μπορούσε να λυθεί ‘την επομένη της επανάστασης’” (Ackelsberg 2005: 38). Και δυστυχώς, σε κάποια πλαίσια, αυτή η στάση δεν είναι ένα απλό ιστορικό παράδοξο, αν και θα έπρεπε. Και ήταν αυτά τα είδη προϋποθέσεων που έγιναν σημαντικό θεωρητικό φόντο για το “Δεύτερο Κύμα” του φεμινισμού.

Ανταγωνιστικά οράματα στο “Δεύτερο Κύμα”

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1980, άρχισαν να αναδύονται νέες μορφές φεμινισμού. Πολλές φεμινίστριες φαίνονταν να ελκύονται προς τέσσερις ανταγωνιστικές θεωρίες με πολύ διαφορετικές εξηγήσεις για την καταπίεση των γυναικών.

Όπως και οι αστές προγενέστερές τους, οι φιλελεύθερες φεμινίστριες δεν είδαν κάποια ανάγκη για μια επαναστατική ρήξη με την υπάρχουσα κοινωνία. Η εστίασή τους ήταν, μάλλον, η θραύση της “γυάλινης οροφής”, δηλαδή η άνοδος περισσότερων γυναικών σε θέσεις πολιτικής και οικονομικής εξουσίας. Οι φιλελεύθερες φεμινίστριες υπέθεταν ότι οι υπάρχουσες θεσμικές διευθετήσεις ήταν, όσον αφορά τα θεμέλιά τους, μη προβληματικές. Το καθήκον τους ήταν να δουν την ισότητα των γυναικών να υπάρχει υπό τον καπιταλισμό.

Μια άλλη θεωρία, μερικές φορές αναφερόμενη ως ριζοσπαστικός φεμινισμός, επιχειρηματολογούσε ότι θα έπρεπε να εγκαταλειφθεί η “αρσενική Αριστερά”, καθώς ήταν αθεράπευτα αναγωγιστική. Πράγματι, πολλές γυναίκες, που προέρχονταν από το αντιπολεμικό κίνημα και το κίνημα των πολιτικών δικαιωμάτων, παραπονιούνταν για τον διάχυτο σεξισμό μέσα στα κινήματα, ότι ήταν υποβιβασμένες σε γραμματειακά καθήκοντα και στο να ερωτοτροπούν με τους άντρες ηγέτες, καθώς και για μια γενική αποξένωση από την πολιτική της Αριστεράς. Σύμφωνα με αρκετές ριζοσπάστριες φεμινίστριες της περιόδου εκείνης, αυτό οφειλόταν στα πρωτεία του συστήματος της πατριαρχίας – ή στην συστηματική και θεσμοποιημένη αντρική κυριαρχία πάνω στις γυναίκες. Για τις φεμινίστριες αυτές, η μάχη ενάντια στην πατριαρχία ήταν ο πρωταρχικός αγώνας για τη δημιουργία μιας ελεύθερης κοινωνίας, καθώς το φύλο ήταν η πιο εδραιωμένη καοι η αρχαιότερη ιεραρχία (δείτε ιδιαίτερα Firestone 1970).

Από την άλλη πλευρά, οι μαρξίστριες φεμινίστριες, έτειναν να εντοπίζουν τη γυναικεία καταπίεση εντός της οικονομικής σφαίρας. Η πάλη ενάντια στον καπιταλισμό θεωρούνταν η “πρωταρχική” πάλη καθώς “η ιστορία όλων των κοινωνιών μέχρι τώρα είναι η ιστορία ταξικών αγώνων” – με άλλα λόγια, η ανθρώπινη ιστορία θα μπορούσε να αναχθεί στις τάξεις (Marx and Engels 1967). Περαιτέρω, οι μαρξίστριες φεμινίστριες έτειναν να πιστεύουν ότι η οικονομική “βάση” της κοινωνίας είχε μια καθοριστική επίδραση στις πολιτισμικές της “υπερδομές”. Συνεπώς, ο μόνος τρόπος για να επιτευχθεί η ισότητα μεταξύ γυναικών και αντρών θα έπρεπε να είναι να συντρίψουμε τον καπιταλισμό – καθώς νέες, εξισωτικές οικονομικές ρυθμίσεις θα δημιουργούσαν νέες, εξισωτικές υπερδομές. Τέτοια ήταν η καθοριστική φύση της οικονομικής βάσης.

Από τη συζήτηση ανάμεσα στον μαρξιστικό και τον ριζοσπαστικό φεμινισμό προέκυψε μια άλλη προσέγγιση που ονομάστηκε “θεωρία των διπλών συστημάτων” [“dual systems theory”] (δείτε πχ. Hartmann 1981· Young 1981). Προϊόν αυτού που έφτασε να ονομαστεί σοσιαλιστικός φεμινισμός, η θεωρία των δυικών συστημάτων ισχυριζόταν ότι οι φεμινίστριες θα έπρεπε να αναπτύξουν “μια θεωρητική εξήγηση που να δίνει τόση βαρύτητα στο σύστημα της πατριαρχίας όση και στο σύστημα του καπιταλισμού” (Young 1981: 44). Ενώ αυτή η προσέγγιση συνεισέφερε πολλά στην επίλυση μερικών από τις διαφωνίες σχετικά με το ποιος αγώνας θα έπρεπε να θεωρηθεί “πρωταρχικός” (δηλαδή, ο αγώνας ενάντια στον καπιταλισμό ή ο αγώνας ενάντια στην πατριαρχία), δεν ήταν εντελώς ικανοποιητική. Για παράδειγμα, οι μαύρες φεμινίστριες ισχυρίζονταν ότι αυτή η οπτική άφηνε απ’ έξω μια δομική ανάλυση της φυλής (Joseph 1981). Επιπλέον, πού βρισκόταν, σ’ αυτή την ανάλυση, η βασισμένη στην σεξουαλικότητα, την ικανότητα, την ηλικία κλπ. καταπίεση; Ήταν όλες αυτές οι μορφές καταπίεσης αναγώγιμες στην καπιταλιστική πατριαρχία;

Ήταν μέσα σ’ αυτό το θεωρητικό φόντο που αναδύθηκε η διαθεματικότητα. Αλλά δεν ήταν μόνο η αφαίρεση και η θεωρία που οδήγησαν σ’ αυτές τις ενοράσεις. Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, μια από τις αιτίες που οι φεμινίστριες είδαν την ανάγκη για μια ξεχωριστή ανάλυση της πατριαρχίας ως συστημικής μορφής καταπίεσης οφειλόταν στις εμπειρίες τους μέσα στην ευρύτερη Αριστερά. Χωρίς μια ανάλυση της πατριαρχίας που να την έθετε σε ίση βάση με τον καπιταλισμό ως ένα σύστημα οργάνωσης των ζωών μας, δεν υπήρχε επαρκής απάντηση στους άντρες ηγέτες που δήλωναν ότι θα ασχοληθούμε με την καταπίεση των γυναικών αφότου έχουμε ασχοληθεί με την πιο “πρωταρχική” ή “σημαντικότερη” ταξική πάλη.

Αλλά οι εντάσεις αυτές δεν περιορίζονταν μόνο στην Αριστερά, υπήρχαν και μέσα στο φεμινιστικό κίνημα. Ίσως ένα από τα καλλίτερα παραδείγματα στην πράξη ήταν το κίνημα “υπέρ-της-επιλογής” [pro-choice] στις ΗΠΑ. Πριν από την υπόθεση Roe vs. Wade2 το 1973, ο νόμος για τις εκτρώσεις θεωρούνταν ένα ζήτημα που έπρεπε να αντιμετωπιστεί από κάθε πολιτεία ξεχωριστά. Οι φεμινίστριες κινητοποιήθηκαν γύρω από την υπόθεση Roe vs. Wade για να εξασφαλίσουν ότι η νόμιμη έκτρωση θα ήταν εγγυημένη σε ολόκληρη τη χώρα. Η απόφαση [του Ανώτατου Δικαστηρίου] έδωσε τελικά νομικές εγγυήσεις για έκτρωση μέχρι και το δεύτερο τρίμηνο της κύησης, αλλά η ρητορική της “επιλογής” και της “νομιμοποίησης” άφησαν χωρίς αντιμετώπιση αρκετά ζητήματα για πολλές φεμινίστριες.

Και αυτή η εμπειρία έθεσε τη σκηνή για να ξανασκεφτούμε την ιδέα μιας καθολικοποιημένης, μονολοθικής εμπειρίας της “γυναικείας φύσης” [“womanhood”] όπως συνήθως εκφράζεται στο πλαίσιο της παραδοσιακής πολιτικής ταυτοτήτων. Μαύρες φεμινίστριες και “γυναικιστές”3, για παράδειγμα, ισχυρίζονταν ότι εστιάζοντας αποκλειστικά στην νομιμοποιημένη έκτρωση συσκότιζε τους τρόπους με τους οποίους οι μαύρες γυναίκες στις ΗΠΑ υπόκεινταν σε αναγκαστικές εκτρώσεις και τους αρνούνταν συχνά το δικαίωμα να έχουν παιδιά (δείτε Roberts 1997). Επιπλέον, οι γυναίκες της εργατικής τάξης ισχυρίζονταν ότι η νομιμοποιημένη “επιλογή” δεν έχει ιδιαίτερο νόημα χωρίς τον σοσιαλισμό, καθώς έχοντας την έκτρωση νόμιμη αλλά απλησίαστη οικονομικά δεν αποτελεί ακριβώς “επιλογή”. Η αληθινή αναπαραγωγική ελευθερία σημαίνει κάτι περισσότερο από την απλά νόμιμη έκτρωση για τις γυναίκες της εργατικής τάξης. Πολλές ήθελαν να αποκτήσουν παιδιά αλλά απλά δεν μπορούσαν να αντέξουν οικονομικά την ανατροφή τους· κάποιες ήθελαν μια αλλαγή στις πολιτισμικές νόρμες και ήθη μιας κοινωνίας που έκρινε τις αποφάσεις που έπαιρναν οι γυναίκες για τα σώματά τους· άλλες ήθελαν άμεση πρόσβαση στις κλινικές αναπαραγωγικής υγείας – εν ολίγοις ένα πλαίσιο “αναπαραγωγικής ελευθερίας” θα έπρεπε να λάβει υπόψιν τα συμφέροντα όλων των γυναικών και να μην είναι απλά δομημένη γύρω από τα συμφέροντα των λευκών, ετεροσεξουαλικών, μεσοαστών γυναικών (η φαινομενικά εξ ορισμού θέση του κινήματος “υπέρ-της-επιλογής”).

Τομές

Οι εμπειρίες αυτές μέσα στο φεμινιστικό κίνημα και την ευρύτερη Αριστερά ήγειραν πολλά ερωτήματα για τις φεμινίστριες. Πώς δημιουργούμε ένα κίνημα που δεν εστιάζει γύρω από τα συμφέροντα των πιο προνομιούχων μελών του4; Πώς διατηρούμε την αφοσίωσή μας στον σοσιαλισμό χωρίς να πέφτουμε σε μια πολιτική που βλέπει τα γυναικεία ζητήματα ως “δευτερεύοντα”; Πώς μοιάζει η πολιτική οργάνωση που βασίζεται σε μια κοινή προσήλωση στον τερματισμό της κυριαρχίας, μάλλον, παρά σε μια υποτιθέμενα κοινή εμπειρία βασισμένη σε μια μοναδική ταυτότητα; Αυτά τα ερωτήματα άρχισαν να απαντιούνται κυρίως από έγχρωμες φεμινίστριες, queers και ριζοσπάστριες του σεξ με τη θεωρία της διαθεματικότητας – μια θεωρία που ασκούσε κριτική στις παραδοσιακές πολιτικές της τάξης και της ταυτότητας (δείτε ιδιαίτερα πχ. Hooks 2000· Collins 2000).

Η διαθεματικότητα υποθέτει ότι οι κοινωνικές μας θέσεις σε όρους της φυλής, της τάξης, του φύλου, της σεξουαλικότητας, της εθνικής προέλευσης, της ικανότητας, της ηλικίας κλπ. δεν μπορούν εύκολα να αναλυθούν και να διαχωριστούν μεταξύ τους. Για να μιλήσουμε για μια καθολική εμπειρία ως “γυναίκα”, για παράδειγμα, είναι προβληματικό επειδή η “γυναικειότητα” βιώνεται αρκετά διαφορετικά με βάση τη φυλή, την τάξη, την σεξουαλικότητα – έναν αριθμό παραγόντων. Ως τέτοιο, ένα μη-αναστοχαστικό φεμινιστικό κίνημα, επικεντρωμένο πεισματικά στις ανησυχίες των “γυναικών”, έτεινε να αντανακλά τα συμφέροντα των πιο προνομιούχων μελών αυτής της κοινωνικής κατηγορίας.

Επίσης, οι διάφορες κοινωνικές μας θέσεις και οι ιεραρχίες που αυτές διαμορφώνουν τέμνονται με πολύπλοκους τρόπους και δεν είναι εύκολα διαχωρίσιμες. Οι άνθρωποι δεν υπάρχουν ως “γυναίκες”, “άντρες”, “λευκοί”, “εργατική τάξη” κλπ. σε ένα κενό άδειο από άλλες τυποποιημένες κοινωνικές σχέσεις. Επιπλέον, αυτά τα συστήματα εκμετάλλευσης και καταπίεσης λειτουργούν με μοναδικούς τρόπους. Για να αναφέρουμε δύο επιπλέον προφανή παραδείγματα, η τάξη είνα μια κοινωνική σχέση που βασίζεται στην εκμετάλλευση της εργασίας κάποιου. Ως σοσιαλιστές επιδιώκουμε την κατάργηση των τάξεων όχι το τέλος του ταξικού ελιτισμού υπό τον καπιταλισμό. Αυτό καθιστά την τάξη μοναδική. Ανάλογα, η ιδέα του “σεξουαλικού προσανατολισμού” αναπτύχθηκε τη δεκαετία του 1800 με την εφεύρεση του “ομοφυλόφιλου” ως ενός είδους προσώπου. Αυτό ουσιαστικά δημιούργησε μια ταυτότητα από την προτιμητέα επιλογή φύλου των σεξουαλικών συντρόφων, αγνοώντας λίγο-πολύ μια μυριάδα άλλων τρόπων με τους οποίους οι άνθρωποι οργανώνουν την σεξουαλικότητά τους (πχ. αριθμό σεξουαλικών συντρόφων, προτιμητέες σεξουαλικές πράξεις κλπ.). Περιόρισε επίσης ουσιαστικά την περιορισμένη σεξουαλική ταυτότητα σε τρεις κατηγορίες: ετερφυλόφιλοι, ομοφυλόφιλοι, και αμφιφυλόφιλοι – λες και δεν μπορούσε να υπάρξει ένα μεγάλο φάσμα έλξης και ποικιλίας στην ανθρωπότητα. Μέρος της απελευθέρωσης με βάση τη σεξουαλικότητα είναι η αποσταθεροποίηση αυτών των κατηγοριών ώστε να προσφερθεί μια βιώσιμη σεξουαλική/κοινωνική ύπαρξη για όλους. Αυτό κάνει και την σεξουαλικότητα επίσης μοναδική.

Αυτές οι δομημένες ανισότητες και ιεραρχίες μορφοποιούν και υποστηρίζουν η μια την άλλη. Για παράδειγμα, η εργασία των γυναικών που κυοφορούν και ανατρέφουν παιδιά προσφέρει νέα σώματα για το μεγαλύτερο κοινωνικό εργοστάσιο για να επιτρέψουν στον καπιταλισμό να συνεχίσει να υπάρχει. Η λευκή υπεροχή και ο ρατσισμός επιτρέπει στους καπιταλιστές να ελέγχουν ένα κομμάτι της αγοράς εργασίας που μπορεί να χρησιμεύσει σαν “στοκ” φτηνής εργασίας. Η αναγκαστική ετεροσεξουαλικότητα επιτρέπει την αστυνόμευση της μορφής της πατριαρχικής οικογένειας, ενισχύοντας την πατριαρχία και την αντρική κυριαρχία. Και όλες οι δομημένες μορφές ανισότητας προσθέτουν στην μηδενιστική περποίθηση ότι η θεσμοποιημένη ιεραρχία είναι αναπόφευκτη και ότι τα απελευθερωτικά/χειραφετητικά κινήματα βαζίζονται σε ουτοπικά όνειρα.

Οι υποστηρικτές της διαθεματικότητας, λοιπόν, ισχυρίζονται ότι όλοι οι αγώνες ενάντια στην κυριαρχία είναι απαραίτητες συνιστώσες για τη δημιουργία μιας απελευθερωτικής κοινωνίας. Δεν είναι απαραίτητο να δημιουργήσουμε ένα τοτέμ αξίας από τους κοινωνικούς αγώνες και να πούμε ότι κάποιοι είναι “πρωταρχικοί” ενώ άλλοι “δευτερεύοντες” ή “περιφερειακοί” επειδή τέμνονται και αλληλοδιαμορφώνονται πλήρως. Επιπλέον, η ιστορία μάς έχει δείξει ότι αυτή η μέθοδος “κατάταξης” των καταπιέσεων είναι διχαστική και μη αναγκαία – και, ακόμα χειρότερα, υπονομεύει την αλληλεγγύη. Ενώ, επίσης, μπορούμε, κατά την οργάνωση και την ανάπτυξη της πολιτικής πρακτικής, να μετακινούμε αυτο-αναστοχαστικά το περιθώριο προς το κέντρο των αναλύσεών μας ώστε να αποφύγουμε τη μεροληπτικότητα των προνομίων που έχει ιστορικά οδηγήσει σε τόσες διαιρέσεις τον φεμινισμό και την Αριστερά.

Ένα καλό σύγχρονο παράδειγμα διαθεματικότητας στο πλαίσιο της πρακτικής του κοινωνικού κινήματος είναι το Incite! Women of Color Against Violence5. To Incite!είναι μια ακτιβιστική οργάνωση σε εθνικό επίπεδο έγχρωμων ριζοσπαστριών φεμινιστριών που προωθεί ένα κίνημα που θα βάλει τέλος στη βία σε βάρος των έγχρωμων γυναικών και των κοινοτήτων μας μέσα από την άμεση δράση, τον κριτικό διάλογο και την οργάνωση από τα κάτω” (Incite! 2009). Ένας λόγος που το Incite! Ξεχωρίζει από άλλες μη βίαιες οργανώσεις είναι η συστημική τους ανάλυση. Βλέπουν τις έγχρωμες γυναίκες που έχουν βιώσει βία να ζουν στις “επικίνδυνες τομές/σταυροδρόμια” της λευκής υπεροχής της πατριαρχίας, του καπιταλισμού και άλλων καταπιεστικών δομών και θεσμών. Αντί να ανάγουν απλά τις εμπειρίες στο άτομο, αναγνωρίζουν τα συστήματα που καταπιέζουν και εκμεταλλεύονται τους ανθρώπους και έχουν δομήσει την προσέγγισή τους με τέτοιο τρόπο ώστε να καλεί στο να “επανεπικέντρωση” στα περιθωριοποιημένα άτομα, σε αντίθεση με μια μέθοδο “εμπεριεκτικότητας” που βασίζεται σε μια μοναδική ταυτότητα ή κοινωνική θέση. Το Incite! ισχυρίζεται ότι η “εμπεριεκτικότητα” απλά προσθέτει μια πολυπολιτισμική συνιστώσα στην ατομικιστική κυριαρχούμενη από λευκούς/λευκές οργάνωση, τόσο συνηθισμένη στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αντίθετα, καλούν στην επανα-επικέντρωση του πλαισίου γύρω από τα περισσότερο περιθωριοποιημένα άτομα. Αυτή η παρότρυνση είναι για να εξασφαλιστεί ότι η οργάνωσή τους θέτει προς αντιμετώπιση τις ανάγκες όσων ιστορικά έχει παραβλέψει ο φεμινισμός, κατανοώντας ότι όλοι ωφελούνται από την απελευθέρωση των πιο περιθωριοποιημένων ομότιμών τουςενώ η εστίαση στα πιο προνομιούχα άτομα, μέσα σε μια δεδομένη κοινωνική κατηγορία, αφήνει τους υπόλοιπους πίσω (όπως στα παραδείγματα που δώσαμε σχετικά με τον αγώνα για το δικαίωμα της ψήφου και την νομιμοποίηση των εκτρώσεων). Το Incite! τονίζει την εστίαση στις ανάγκες της εργατικής τάξης που γενικά έχουν παραβλεφθεί (πχ. εργάτριες του σεξ, φυλακισμένους, τρανς άτομα και τοξικοεξαρτημένους). Βοηθώντας αυτά τα άτομα να οργανωθούν, εστιάζουν στον κόσμο που βρίσκεται σε πιο επικίνδυνα σταυροδρόμια της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης, καταπιανόμενοι έτσι με το σύνολο του συστήματος και όχι απλά τις πιο ορατές η πλεονεκτικές πτυχές τους. Επιπρόσθετα, το Incite! βλέπει το κράτος ως έναν κύριο αυτουργό της βίας ενάντια στις έγχρωμες γυναίκες και επιδιώκει την οικοδόμηση οργανώσεων από τα κάτω, ανεξάρτητων από το κράτος και ενάντια σ’ αυτό. Οι αναρχικοί μπορούν να μάθουν πολλά από το Incite! σχετικά με τη σημασία της αντιμετώπισης των αναγκών όλων των τμημάτων της εργατικής τάξης και την προσπάθειά τους να ελέγξουν την τάση της Αριστεράς να αγνοεί ή να απορρίπτει τις ανησυχίες, τις ανάγκες, τις ιδέες και την ηγεσία των ανθρώπων που ζουν στις επικίνδυνες τομές του καπιταλισμού, της λευκής υπεροχής, της πατριαρχίας κλπ.

Και τι μπορεί να προσφέρει ο αναρχισμός στη θεωρία της διαθεματικότητας;

Πιστεύουμε σταθερά ότι αυτή η διαδικασία μάθησης είναι ένας δρόμος διπλής κατεύθυνσης. Με άλλα λόγια, όταν συνθέτουμε τις πρακτικές μας για να συμπεριλάβουμε τις ανησυχίες που εγείρονται από τις φεμινίστριες, ο φεμινισμός μπορεί να επωφεληθεί μαθαίνοντας από τον αναρχισμό επίσης. Βλέπουμε τη συνεισφορά των αναρχικών στην διαθεματικότητα σε δύο βασικές περιοχές. Πρώτον, ο αναρχισμός παρέχει μια ριζοσπαστική βάση, από την οποία να ασκηθεί κριτική στις φιλελεύθερες ερμηνείες της διαθεματικότητας. Δεύτερον, οι αναρχικοί μπορούν να προσφέρουν μια κριτική ανάλυση του κράτους.

Οι άνθρωποι που χρησιμοποιούν τη ανάλυση της διαθεματικότητας αγνοούν, συχνά, τη μοναδικότητα των διαφόρων συστημάτων κυριαρχίας. Ένας τρόπος με τον οποίο γίνεται αυτό είναι αρθρώνοντας μια γενική αντίθεση στον ταξισμό. Ενώ πιστεύουμε ότι υπάρχει ο ταξικός ελιτισμός, συχνά αυτή η αντίθεση στον “ταξισμό” δεν αναγνωρίζει τις μοναδικές ποιότητες του καπιταλισμού και μπορεί να οδηγήσει σε μια θέση που ουσιαστικά επιχειρηματολογεί για το τέλος του ταξικού ελιτισμού υπό τον καπιταλισμό. Ως αναρχικοί, δεν είμαστε απλά αντίθετοι στον ταξικό ελιτισμό, είμαστε αντίθετοι στην ίδια την ταξική κοινωνία. Δεν θέλουμε η άρχουσα τάξη να μας μεταχειρίζεται με έναν καλλίτερο τρόπο κάτω από ένα σύστημα βασισμένο στην ανισότητα και την εκμετάλλευση (δηλαδή τον καπιταλισμό). Θέλουμε να κάνουμε κομμάτια τον καπιταλισμό και να χτίσουμε μια καινούρια κοινωνία στην οποία δεν θα υπάρχουν πια τάξεςι – με άλλα λόγια, παλεύουμε για τον σοσιαλισμό. Οι αναρχικοί, σαν κομμάτι του σοσιαλιστικού κινήματος, έχουμε μια προνομιούχα θέση κριτικής σ’ αυτή την φιλελεύθερη ερμηνεία της διαθεματικότητας (δείτε ιδιαίτερα Schmidt και van der Walt 2009).

Ανάλογα, ως αναρχικοί είμαστε σε θέση να προβάλλουμε την κριτική μας στο κράτος. Το κράτος, πέρα από το να είναι ένα σύνολο συγκεκριμένων θεσμών (όπως τα δικαστήρια, η αστυνία, πολιτικά σώματα όπως γερουσίες, πρόεδροι κλπ.), είναι μια κοινωνική σχέση. Και το κράτος έχει μια επιρροή πάνω στις ζωές μας με μυριάδες τρόπους. Για παράδειγμα, πρώην φυλακισμένοι είναι συχνά άνεργοι, ιδιαίτερα αν έχουν καταδικαστεί για κακουργήματα. Αρκεί να ρίξει κανείς μια γρήγορη ματιά στην φυλετική και ταξική σύνθεση των φυλακών των ΗΠΑ για να δει πώς μπορεί η διαθεματικότητα να βρει χρήση σ’ αυτήν την περίπτωση. Πρώην φυλακισμένοι, εργάτες που στοχοποιούνται επειδή απεργούν ή εμπλέκονται σε άμεσες δράσεις και/ή πολιτική ανυπακοή κλπ. έχουν όλοι ιδιαίτερες ανάγκες ως υποκείμενα σε μια κοινωνία που υποθέτει πολιτικούς κυρίαρχους και παθητικούς, υποταγμένους υπηκόους. Και το κράτος τείνει να στοχοποιεί συγκεκριμένες ομάδες εργατών με βάση την ύπαρξή τους μέσα στις επικίνδυνες τομές που αναφέραμε προηγουμένως. Οι αναρχικοί μπορούν να προσφέρουν στην θεωρία της διαθεματικότητας μια ανάλυση των τρόπων με τους οποίους το κράτος έχει φτάσει να κυριαρχεί στις ζωές μας όπως οποιοσδήποτε άλλο θεσμοποιημένο σύστημα κυριαρχίας. Και, φυσικά, μπορούμε να επιχειρηματολογήσουμε για την συντριβή μιας τέτοιας κοινωνικής “συμφωνίας” και την αντικατατάστασή της από μη-ιεραρχικές κοινωνικές μορφές.

Αρνούμενοι/ες να περιμένουμε

Με αρκετούς τρόπους, οι αναρχικοί έχουν ιστορικά προκαταβάλει μερικές από τις ιδέες της διαθεματικότητας. Περαιτέρω, ο αναρχισμός ως πολιτική φιλοσοφία – και ως κίνημα ενάντια σε όλες τις μορφές δομημένης κυριαρχίας, εξαναγκασμού και ελέγχου – μοιάζει να ταιριάζει στην πρακτική της διαθεματικότητας. Δυστυχώς, έχουμε ακόμα πολύ ασθενικά επιχειρήματα σχετικά με το ποια ιεραρχία είναι “πρωταρχική” και θα έπρεπε να έχει προτεραιότητα απέναντι στις άλλες. Όπως και στο παρελθόν, αυτό οδηγεί εύκολα σε διαιρέσεις και έλλειψη αλληλεγγύης (φανταστείτε να σας λένε ότι πρέπει να εγκαταλείψετε έναν αγώνα που σας εμπλέκει άμεσα για τον “σωστό” ή “πρωταρχικό” αγώνα!). Περαιτέρω, η συντριβή οποιασδήποτε δομημένης ιεραρχίας μπορεί να έχει ένα αποσταθεροποιητικό αποτέλεσμα στις άλλες ιεραρχίες, καθώς και η απλή ύπαρξη οποιασδήποτε από αυτές τις κοινωνικές διαιρέσεις εξυπηρετεί στην φυσικοποίηση της ύπαρξης όλων των άλλων ιεραρχιών.

Έχουμε προσπαθήσει εδώ να εξηγήσουμε την άνοδο της θεωρίας της διαθεματικότητας εντός του φεμινισμού και να περιγράψουμε το περίγραμμά της. Ακόμα σημαντικότερα, ίσως, έχουμε προσπαθήσει να την σχετίσουμε στο παρόν άρθρο, με την πολιτική πρακτική και αγώνες των κοινωνικών κινημάτων ώστε να αποφύγουμε την πλήρη αφαιρετικοποίηση και την θεωρητικοποίηση μακριά από την πρακτική. Ελπίζουμε ότι περισσότεροι αναρχικοί θα εξοικειωθούν με την διαθεματικότητα και θα την χρησιμοποιήσουν θετικά στην πολιτική μας δουλειά. Τέλος, ελπίζουμε ότι περισσότεροι άνθρωποι από τις περιθωριοποιημένες ομάδες θα αρνηθούν να περιμένουν, ότι θα αναγνωρίσουμε την αξία όλων των αγώνων ενάντια στην αδικία και την ιεραρχία εδώ και τώρα – και ότι θα οικοδομήσουμε μια αναστοχαστική πρακτική βασισμένη στην αλληλεγγύη και την αλληλοβοήθεια αντί των διχαστικών συνταγών για το ποιοι αγώνες είναι “πρωταρχικοί” και ποιοι άλλοι, κατ’ επέκταση, είναι “δευτερεύοντες” ή “περιφερειακοί”. Αντίθετα, όλοι οι αγώνες συνδέονται και έχουμε κάθε λόγο να αρνηθούμε να περιμένουμε μετά την “επανάσταση” για να αντιμετωπίσουμε τα ζητήματα αυτά!

Βιβλιογραφία

Ackelsberg, Martha A. 2005. The Free Women of Spain: Anarchism and the Struggle for the Emancipation of Women. Oakland: AK Press.

Collins, Patricia Hill. 2000. Black Feminist Thought: Knowledge, Consciousness, and the Politics of Empowerment. New York: Routledge.

de Cleyre, Voltairine. 2001. “They Who Marry do Ill”. σελ 103-113 in Anarchy!: An Anthology of Emma Goldman’s Mother Earth, edited by Peter Glassgold. Washington, D.C.: Counterpoint.

_____. 2004. “Sex Slavery”. Pp. 93-103 in The Voltairine de Cleyre Reader, edited by A.J. Brigati. Oakland: AK Press.

Firestone, Shulamith. 1970. The Dialectic of Sex: The Case for Feminist Revolution. New York: Morrow.

Goldman, Emma. 2001. “The White Slave Traffic”. σελ. 113-120 in Anarchy!: An Anthology of Emma Goldman’s Mother Earth, edited by Peter Glassgold. Washington, D.C.: Counterpoint.

Hartmann, Heidi. 1981. “The Unhappy Marriage of Marxism and Feminism: Towards a More Progressive Union.” in Women and Revolution, by Lydia Sargent (ed.). Boston, MA: South End Press.

hooks, bell. 2000. Feminism is for Everybody: Passionate Politics. Cambridge, MA: South End Press.

Incite!. https://incite-national.org.

Joseph, Gloria. 1981. “The Incompatible Menage à Trois: Marxism, Feminism, and Racism.” in Women and Revolution, by Lydia Sargent (ed.). Boston, MA: South End Press.

Kropotkin, Peter. 2001. “The Sterilization of the Unfit”. Pp. 120-123 in Anarchy!: An Anthology of Emma Goldman’s Mother Earth, edited by Peter Glassgold. Washington, D.C.: Counterpoint.

Marx, Karl and Friedrich Engels. 1967. The Communist Manifesto. Harmondsworth: Penguin.

Parker, Robert Allerton. 2001. “Feminism in America”. σελ. 124-126 in Anarchy!: An Anthology of Emma Goldman’s Mother Earth, edited by Peter Glassgold. Washington, D.C.: Counterpoint.

Roberts, Dorothy. 1997. Killing the Black Body: Race, Reproduction, and the Meaning of Liberty. New York: Vintage.

Schmidt, M. & van der Walt, L. 2009. Black Flame: The revolutionary class politics of anarchism and syndicalism. Oakland: AK Press.

Young, Iris. 1981. “Beyond the Unhappy Marriage: A Critique of the Dual Systems Theory.” in Women and Revolution, by Lydia Sargent (ed.). Boston, MA: South End Press.

1 Το παρόν άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στον anarkismo.net το 2009. Στμ. Μεταφρασμένο από εδώ: http://blackrosefed.org/refusing-to-wait-anarchism-intersectionality.

2 Στμ. Για την υπόθεση αυτή δείτε τη σχετική υποσημείωση (16) στο άρθρο “Εξεγέρσεις και Τομές: φεμινισμός, διαθεματικότητα και αναρχισμός” στο https://inmediasres.espivblogs.net/intersections.

3 Στμ. Αποδίδουμε έτσι τον αγγλικό όρο womanist. Προσδιορισμένος από την φεμινίστρια συγγραφέα Άλις Γουόκερ (Alice Walker), ο γυναικισμός είναι ένας κοινά χρησιμοποιούμενος όρος που επινοήθηκε για να περιγράψει συγκεκριμένα τον Αφρο-Αμερικάνικο φεμινισμό, αλλά αναπτύχθηκε ώστε να περικλείει μια ευρύτερη εκδοχή φεμινισμού που διασχίζει τα όρια της τάξης και της φυλής.

4 Στμ. Πολύ σημαντικό ζήτημα καθώς αυτό δεν ισχύει μόνο στα πλαίσια του φεμινιστικού κινήματος αλλά ισχύει εξίσου πχ. για το εργατικό (στην πραγματικότητα αυτό ορίζει τον συνδικαλισμό).

5 Στμ. Incite!: Women, Gender Non-Conforming, and Trans people of Color Against Violence, προηγουμένως γνωστή ως INCITE! Women of Color Against Violence, είναι οργανωμένη ως μια εθνικής εμβέλειας κολλεκτίβα έγχρωμων γυναικών με ενεργά παραρτήματα και συναφείς οργανώσεις στο Σαν Φρανσίσκο, την Ουάσιγκτον, το Ντένβερ, το Ώστιν, τη Βοστώνη, τη Νέα Υόρκη, τη Φιλαδέλφεια, το Σικάγο κλπ. καθώς και στο Τορόντο του Καναδά. Ιδρύθηκε το 2000.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

css.php