ZAD – Ρεβάνς1

Το πρωί της Δευτέρας 9 Απριλίου 2018, λίγο πριν την επίθεση της γαλλικής αστυνομίας, οι φίλοι μας στην ZAD (Zone á Défendre) κυκλοφόρησαν αυτό το κείμενο στην πλατφόρμα lundi.com

 

Ετοιμαζόμαστε γι’ αυτό εδώ και πέντε χρόνια, αν και έχουμε κάνει μέχρι τώρα κινήσεις για να μην συμβεί. Παρ’ όλα αυτά, είμαστε τώρα στην αυγή μιας ακόμα μεγάλης κλίμακας αστυνομικής επιχείρησης της οποίας το εύρος και η διάρκεια είναι άγνωστες. Το κράτος πρέπει να “ισοφαρίσεις”, άρα έπρεπε να υπάρξει μια επανάληψη. Όλοι στην επαρχία, κόσμος που έχει επισκεφτεί τη zad αναρωτιούνται πόσο μακριά θα το πάει ο Μακρόν για να βάλει τέλος σε μια από τις πιο όμορφες συλλογικές πολιτικές περιπέτειες της τελευταίας δεκαετίας, στη δυνατότητα ύπαρξης ενός χώρους για την αναζήτηση άλλων μορφών ζωής2. Ενώ ξαναστήνονται τα οδοφράγματα στους επαρχιακούς δρόμους, όλοι εδώ συσπειρωνόμαστε και αναρωτιόμαστε τι θα υπάρχει αύριο, τι θα απομείνει από την τρεμάμενη καρδιά της ύπαρξής μας από μέρα σε μέεα. Περισσότερο απ’ όλα, το αγκάλισμά μας λέει αυτό: πέντε χρόνια μετά την Επιχείρηση Καίσαρς, θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε την εισβολή, να κρατήσουμε τις θέσεις μας με κάθε κόστος, και να εξασφαλίσουμε, για μια ακόμα φορά, ότι το μέλλον παραμένει ανοιχτό.

Μόλις περάσαμε από μια ταραγμένη περίοδο μετά την εγκατάλειψη από το κράτος [του σχεδίου για το αεροδρόμιο], μια περίοδο που έβριθε από εντάσεις και τον πειρασμό να εμπιστρέψει ο καθένας στα δικά του χωράφια ή πραγματικά απλά να τα παρατήσει. Αλλά για πολλούς από μας, ολόκληρη αυτή η περίοδος σημαδεύτηκε επίσης από τη συνεχή έρευνα για το περίγραμμα ενός κοινού δρόμου προς τα μπροστά. Ήταν μάλλον αρκετά επώδυνο κάποιες φορές σ’ αυτές τις τελευταίες βδομάδες πόσο εκτεταμένα μπορεί να διαδοθεί ένα απλό δυιστικό και καταθλιπτικό αφήγημα. Αυτή τη στιγμή αλήθειας, προτιμούμε να ξαναθυμηθούμε έστω αυτό που κάνει εφικτό να σκεφτόμαστε ακόμα με έναν συλλογικό τρόπο που να μοιραζόμαστε. Πριν η καταιγίδα ξεσπάσει και πάλι εδώ, τα παρακάτων είναι ένας τρόπος να επικοινωνήσουμε γιατί εξακολουθούμε να θεωρούμε ακόμα πολύ ζωτικό να συνεχίσουμε την υπεράσπιση της zad. Εδώ, στο πεδίο όπου καθένς από μας θα βρίσκεται τις επόμενες μέρες. Αλλά και στους επόμενους μήνες, αφού ο Καίσαρας 2 είναι σίγουρο ότι δεν θα βάλει ένα τέλος σ’ αυτό που κάνουμε εδώ.

Τι δεν αφορά η διαπραγμάτευση

Μετά την εγκατάλειψη από την κυβέρνηση του σχεδίου για το αεροδρόμιο, το κίνημα αποφάσισε όντως να μπει σε έναν διάλογο με σκοπό να διαπραγματευτεί το δικό του όραμα για το μέλλον της zad. Αυτή η ακολουθία γεγονότων μας ανάγκασε να χειριστούμε καινούρια ζητήματα. Οδηγούμασταν από στόχους καθαρούς ευθύς εξαρχής και εξαιρετικά σύνθετους:

  • Να εξουδετερώσουμε την ημι-απόλυτη αναγκαιότητα της εκδίκησης του κράτους απέναντι στη zad (με τη μορφή μιας επιχείρησης εκκένωσης) και συνεπώς να κρατήσουμε τους κάτοικους αυτής της περιοχής εδώ, με όλη τους την ποικιλομορφία.

  • Να διατηρήσουμε, όσο το δυνατόν περισσότερο, τα περιθώρια της αυτονομίας που έχουν προσδώσει σ’ αυτό το πείραμα το νόημά του εξασφαλίζοντας, την ίδια στιγμή, τη σταθερότητα που επιθυμούν αρκετοί από αυτούς που σχεδιάζουν να μείνουν εδώ.

  • Να διατηρήσουμε και να ενισχύσουμε τη συλλογική ευθύνη για τα πεδία της zad και τους δεσμούς της με άλλους σε εξέλιξη αγώνες.

Σ’ αυτή την περίοδο, δεν υπήρχε ποτέ για μας μια επιλογή ανάμεσα στο να διαπραγματευτούμε Ή να παλέψουμε. Ποτέ δεν έχουμε υποθέσει ότι θα μπορούσαμε να πάρουμε αυτό που θέλουμε μέσα από τα κυβερνητικά γραφεία. Η διαπραγμάτευση είναι μόνο ένας από τους μοχλούς που το κίνημα έχει επιλέξει για τον εαυτό του μετά την εγκατάλειψη, και βασίζεται σε μια σχέση των δυνάμεων που έχουν παραχθεί μέσα από τα χρόνια αντίστασης. Είναι αυτές οι ίδιες δυνάμεις που θα μπορέσουν να σκεφτούν μια επιθετική διαπραγμάτευση, και θα οργανώσει μια συγκέντρωση μπροστά στη νομαρχία όταν οι απαντήσεις του κράτους δεν είναι ικανοποιητικές. Αυτές οι δυνάμεις έχουν, στην πορεία των τελευταίων εβδομάδων, ηγηθεί μιας δικαστικής και πολιτικής πάλης ενάντια σε όλες τις εκκενώσεις, οργάνωσαν μια διαδήλωση στη Ναντ γι’ αυτό το ζήτημα με συλλογικότητες προσφύγων και άθλια στεγασμένων, και θα είναι επίσης αυτές που θα αντισταθούν φυσικά επί τόπου όταν το κράτος θα προσπαθήσει να εκκενώσει τοποθεσίες μέσα στη ζώνη.

Με δεδομένο τον φόβο να χάσουν το πλεονέκτημα της ζώνης, δεν ήταν καθόλου προφανής η επιλογή για τους καταληψίες να ριχτούν στο τζογάρισμα της διαπραγμάτευσης. Αλλά για άλλα κομμάτια του κινήματος, δεν ήταν καθόλου προφανές να καθυστερούν την έκβαση της περιόδου μετά την εγκατάλειψη [των κυβερνητικών σχεδίων] και να θέσουν τις επείγουσες αποφάσεις που αυτή η έκβαση αυτή απαιτούσε στα χέρια μεγάλων και ετερογενών συνελεύσεων. Αυτοί οι κίνδυνοι και η αμοιβαία ανάληψη των ευθυνών είναι ακριβώς αυτά που μας επέτρεψαν να συνεχίσουμε να κινούμαστε μαζί αντί να εγκαταλείψουμε ή να απομονώσουμε ο ένας τον άλλον. Σ’ αυτή την περίπτωση, πιστεύαμε αταλάντευτα ότι ήταν απαραίτητο να προσπαθήσουμε να εμπλακούμε εκείνη τη στιγμή ώστε να μπορούμε επίσης να συνεχίσουμε πέρα από αυτό το σημείο, οποιαδήποτε στιγμή η διαπραγμάτευση έδειχνε τα όριά της.

Για χρόνια, η ικανότητα του κινήματος ενάντια στο αεροδρόμιο να συνθέτει και να ανασυνθέτει τον εαυτό του ήταν ένας εφιάλτης για την κυβέρνηση. Η πιθανότητα ότι το κίνημα θα επέμενε και μετά από την “εγκατάλειψη” ήταν εξαιρετικά αμφιλεγόμενη γι’ αυτούς. Κατά συνέπεια, στην αρχή των διαπραγματεύσεων, ένας από τους πρώτους στόχους της κυβέρνησης ήταν ξεκάθαρα να τινάξει στον αέρα τη μορφή της κοινής αντιπροσωπείας που είχαμε επιλέξει. Έπρεπε επίσης να εμποδίσει τη θέλησή μας να προωθήσουμε τα μελλοντικά επίδικα της πάλης μας “εγκάρσια”: από την άρνηση των εξώσεων στη συλλογική ευθύνη του κινήματος για τη γη, σε σταθερή αντίθεση στην επιστροφή σε μια κλασσική αγροτική διαχείριση, χωρίς να ξεχνάμε το ζήτημα της αμνηστείας. Η νομαρχία προσπάθησε, αναλόγως, να επιλέξει τους συνομιλητές ανάμεσά μας και να τους συγκαλέσει να αποτελέσουν μέλη μιας αυστηράς αγροτικής οργανωτικής επιτροπής. Σε κάθε τμήμα του κινήματος, και στις συνελεύσεις, η αντιπαράθεση ήταν μακρά. Δεν πρέπει κανείς να υποτιμήσει τη δύναμη αυτών των θελγήτρων και την ενέργεια που η νομαρχία αφιέρωσε για να αποφύγει την απόρριψη. Το πλαίσιο που είχαμε σιγά-σιγά κατασκευάσει θα μπορούσε να είχε γίνει κομμάτια, αλλά η μανούβρα της νομαρχίας απέτυχε. Η Acipa3 [Association Citoyenne Intercommunale des Populations concernées par le projet d’Aéroport de Notre Dame des Landes] απέρριψε την πρόσκληση του Νομάρχη ενώ η Confédération paysanne [Αγροτική Συνομοσπονδία] κάλεσε σε συγκέντρωση απέναντι από την οργανωτική επιτροπή και αποφάσισε να μεταφέρει σ’ αυτήν το μήνυμα του κινήματος. Η κοινή αντιπροσωπεία άντεξε. Η νομαρχία αναγκάστηκε να υποχωρήσει άμεσα και να δεχτεί την αντιπροσωπεία ως συνομιλητή. Ενώ αρχικά επρόκειτο να συνεχιστούν μόνο αγροτικές δραστηριότητες, η προσφορά τώρα αφορά και “παρα-αγροτικές δραστηριότητες με την ευρεία έννοια” και είναι ήδη σχεδόν σίγουρο ότι αρκετές εκατοντάδες εκτάρια διασωσμένων και συλλογικά διαχειριζόμενων γαιών, επιπρόσθετα από τις γαίες των “ιστορικών” [δηλαδή των “ιστορικών αγροτών”, αυτών που ήταν παρόντες πριν ξεκινήσει το κίνημα], θα πρέπει να παραμείνουν αφοσιωμένοι σε σχέδια που σχετίζονται με το κίνημα. Είναι ένα σημαντικό πρώτο βήμα, αλλά ένα βήμα που δεν επιλύει το ζήτημα της έκβασης της πάλης σχετικά με τα καταλύματα, και την ανάγκη, ήδη παρούσα σ’ αυτή την μεταβατική φάση, να αποκτηθεί συλλογική ευθύνη πάνω στην ιδιοκτησία ώστε αυτή η κολλεκτιβοποίηση να μονιμοποιηθεί αργότερα.

Αντίσταση στον διαχωρισμό

Στη διάρκεια αυτής της πρώτης φάσης της διαπραγμάτευσης, η νομαρχία ανήγγειλε τη φιλοδοξία της να μας κατατάξει και να μας διαχωρίσει σύμφωνα με απαράδεκτα κριτήρια. Αυτοί που ήθελαν να μείνουν μόνιμα ειδοποιήθηκαν να κάνουν αίτηση για ατομικές συμφωνίες και να εγγραφούν άμεσα στον MSA [ασφαλιστικό φορέα για τους αγρότες]. Μερικοί, ηττοπαθείς και ανίκανοι να δουν τον ορίζοντα χωρίς κάποια προκατασκευασμένα σχήματα, προφήτεψαν αμέσως προδοσίες: κάποιοι αναπόφευκτα θα έβρισκαν τη θέση τους στον ήλιο εις βάρος των άλλων. Πραγματικά, σε οποιοδήποτε σημείο στη διάρκεια των τελευταίων εβδομάδων τίποτα δεν θα ήταν ευκολότερο για κάποια άτομα να σώσουν τον εαυτό τους μέσω κάποιων απλών email και γραφειοκρατικών διαδικασιών. Αυτό ήταν ακριβώς που περίμενε η νομαρχία. Αλλά στην πραγματικότητα, και παρά τη μεγάλη πίεση, κανείς δεν έπεσε στην παγίδα.

Κανείς δεν έκανε ξεχωριστές αιτήσεις να εξεταστούν για επιλογή, ούτε συμφωνήσαμε να γίνει οποιοδήποτε ξεδιάλεγμα για λογαριασμό των αρχών. Αντίθετα, υπήρχε μια σταθερή, πολιτική άρνηση αυτών των ενταλμάτων και κρατήσαμε την απαίτησή μας για ένα συλλογικό προστατευτικό πλαίσιο και μια συνολική συμφωνία για ολόκληρη την έκταση γης του κινήματος. Αυτή η πραγματική αλληλεγγύη προκάλεσε αναστάτωση στη νομαρχία με δυο τουλάχιστον τρόπους: δεν μπορούσε να προχωρήσει τις διαπραγματεύσεις με τον τρόπο που αρχικά ήθελε να επιβάλλει, και επίσης υπονόμευσε την νομιμοποίηση της επιχείρισης της για επιλεκτικό αποκλεισμό.

Παρά το ενωμένο αυτό μέτωπο, ακούσαμε πολλά σχετικά με τη διαίρεση ανάμεσα σε “ριζοσπάστες” ή “σκληροπυρηνικούς”, από τη μία, και τους “παραιτημένους” από την άλλη, οι δεύτεροι υποτίθεται ότι ήταν ανυπομονούσαν να διαπραγματευτούν ή να κανονικοποιήσουν τα χωράφια τους. Είναι αξιοθαύμαστο πόσο πολύ τα ΜΜΕ, η νομαρχία και οι ιεροκήρυκες μιας φαντασιακής ριζοσπαστικότητας αγαπούν αυτό τον μύθο. Αλλά για τους περισσότερους καταληψίες, αυτούς που πάλεψαν για την zad, που κατοίκησαν σ’ αυτήν και καλλιέργησαν τα χωράφια της τα τελευταία χρόνια, αυτή η διαίρεση είναι καθαρό κατασκεύασμα. Ανάμεσα σ’ αυτούς που μοιράζονται μια κοινή γραμμή διαπραγμάτευσης ΚΑΙ πάλης, ανάμεσα σ’ αυτούς που θέλουν να παραμείνουν εδώ και να διατηρήσουν πραγματικά την zad σαν έναν κοινό χώρο, υπάρχουν στην πραγματικότητα άτομα και ομάδες από κάθε κομμάτι του κινήματος: αγρότες, μικρότεροι και μεγαλύτεροι καταληψίες, “ιστορικοί” κάτοικοι, μέλη της Acipa, γείτονες, περιβαλλοντιστές, σύντροφοι συνδικαλιστές, παθιασμένοι περιπατητές, ακτιβιστές του συντονισμού [Coordination activists]…Αν οραματιζόμαστε την zad να συνεχίζει να ξεδιπλώνεται και να απλώνεται, τότε η ιδέα ότι όλα θα έπρεπε να είναι ή νόμιμα ή να παραμείνουν παράνομα είναι δύο όψεις του ίδιου (κακού) νομίσματος. Και οι δυο αυτές επιλογές είναι ιδεολογικά φετίχ, καθένα το ίδιο στείρο με το άλλο, όταν έρχεται η στιγμή να προχωρήσουμε αγώνες στο έδαφος. Οι άνθρωποι που έχουν πραγματικά συμμετάσχει στο ξεδίπλωμα του κινήματος τα τελευταία πρόσφατα χρόνια, αντί απλά να το σχολιάζουν στο διαδίκτυο, ξέρουν καλά ότι αυτές οι δυο μονομερείς οπτικές – “νομιμόφρωνας” και “μη-νομιμόφρωνας”, “βίαιος” και “μη-βίαιος” – δεν αντιστοιχούσαν ποτέ στην πραγματική μας δύναμη και σ’ αυτό που μας επέτρεψε να αναγκάσουμε το κράτος να υποχωρήσει. Αυτές οι ταμπέλες είναι τόσο ακατάλληλες σήμερα όσο ήταν και σε ολόκληρη τη διάρκεια του κινήματος, ανεπαρκείς για να συναρθρώσουν τους διαφορετικούς ορίζοντες που είναι παρόντες στο κίνημα και στους στόχους που βάλαμε οι ίδιοι με τα “6 σημεία”.

Ο στόχος ποτέ δεν ήταν να βαδίσουμε σε μια διαδικασία ομαλοποίησης με κατεβασμένο το κεφάλι, αλλά να καθορίσουμε αυτό που θα μας επέτρεπε με συγκεκριμένο τρόπο να κρατήσουμε την ολότητα του χώρου της ζωής και της δραστηριότητάς μας σ’ αυτή την αναδιαμόρφωση της κατάστασης. Για να το κάνουμε αυτό είναι αναγκαίο να καθορίσουμε βήμα-βήμα αυτό που θα βοηθήσει με τον καλλίτερο δυνατό τρόπο να διατηρήσουμε περιθώρια αυτονομίας και υποστήριξης, ώστε να αποφύγουμε την απομόνωση και τους περιορισμούς που επιβάλλονται από όλες τις μορφές εμπορικής και βιομηχανικής παραγωγής. Αυτό που διακυβεύεται εδώ είναι πολύ πραγματικές πρακτικές, εντός μιας συγκεκριμένης σχέσης δύναμης με έναν ισχυρό εχθρό, και όχι οράματα ενός ιδεατού κόσμου. Μπορούμε να θέσουμε την εμπιστοσύνη μας στην προσήλωση και την αφοσίωση που έχουμε αναπτύξει, με το πέρασμα των χρόνων, στο νόημα που βρίσκεται στην ελεύθερη επανεφεύρεση της σχέσης με αυτό που παράγουμε. Αυτό είναι αρκετό για να μην μας αφήσει να τα παρατήσουμε εύκολα.

Αρκετά με τη μυθολογία του Δρόμου D281

Ως ενεργά, φυσικά υποκείμενα που αντιστάθηκαν στις εβδομάδες της Επιχείρησης Καίσαρας το 2012, ξέρουμε ότι η γενική στρατηγική άμυνας της zad δεν στηριζόταν ποτέ κεντρικά στον δρόμο D281, στον οποίο έστηνε οδοφράγματα μόνο μια απομονωμένη ομάδα, και ακόμα περισσότερο στην νοσταλγική εμμονή με αυτό το εργαλείο έξω από περιόδους επίθεσης. Αυτός ο δρόμος, όμως, αντιπροσωπεύει πάντα για μας τη δυνατότητα μπλοκαρίσματος μιας στρατηγικής πρόσβασης όταν έρθει η ώρα, και της υπεράσπισης του εδάφους με ένα ευρύ φάσμα μεθόδων και υποστήριξης τόσο από μέσα όσο και απέξω. Δυστυχώς είναι αυτή η ίδια η δυνατότητα αυτού του ευρέως φάσματος αντίστασης που η πρόσφατη εμμονή με τον δρόμο θέτει σε κίνδυνο.

Για μήνες έχουμε παλέψει για να αποφύγουμε οποιαδήποτε πολιτική “παραβίαση” ή “ρήξη” που το κράτος θα μπορούσε να αξιοποιήσει για να εξώσει μεμονωμένα άτομα. Αυτό το ρίσκο απέδωσε αρκετές φορές τα προηγούμενα χρόνια, και σκεφτήκαμε ότι άξιζε ακόμα να το ξαναπάρουμε μετά την “εγκατάλειψη”, παρά τις απειλές του πρωθυπουργού. Για να υλοποιήσει αυτές τις απειλές, η νομαρχία χρειαζόταν μια κατάλληλη στιγμή. Χρειαζόταν ανθρώπους που θα μπορούσαν να ενσαρκώσουν τους περιβοήτους “υπερ-ριζοσπάστες” με τον πιο παρωδιακό τρόπο. Κάποιοι έπαιξαν αυτόν τον αναμενόμενο ρόλο εξαιρετικά, ιδιαίτερα σχετικά με το ζήτημα του Δρόμου D281, μειώνονοντας τον αγώνα σε διακυβεύματα και ισχυρισμούς που ήταν ακατανόητα σε οποιονδήποτε άλλον, είτε συντρόφους στον αγώνα είτε γείτονες ή γενικότερα όσους παρακολουθούσαν την κατάσταση, είτε από κόντά είτε από μακριά. Παρεμποδίζοντας, την πρώτη φορά, κάποιους οικοδόμους, μερικοί – που δεν θα πρέπει να μπερδέψουμε με ντόπιους που ζουν κοντά στον δρόμο – στην πραγματικότητα δικαιολόγησαν την παρουσία της αστυνομίας την οποία έπρεπε να αντιμετωπίζουμε για εβδομάδες, επιτρέποντάς τους να κερδίσουν έδαφος. Η καταστροφή μερικών λωρίδων του πεζοδρομίου στο τέλος των έργων ήταν ένα μεγάλο χτύπημα. Η αστυνομία θα μπορούσε να έχει αποτραβηχτεί και να αφήσει την κατάσταση να ξεκαθαρίσει από μόνη της, κι εμείς θα μπορούσαμε τελικά να δουλέψουμε πάνω στο να ξαναβρούμε την κοινή μας δύναμη. Αντί γι’ αυτό, η καταστροφή κατάφερε να ρίξει στην απόγνωση αρκετούς από όσους είχαν δείξει σταθερή υποστήριξη αντιμετωπίζοντας απειλές έξωσης. Καθώς οι τοπικές αρχές αρνήθηκαν να ανοίξουν τον δρόμο κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, οι εξώσεις απέκτησαν τελικά μια σημαντική δικαιολογία και έτσι έγιναν σχεδόν αναπόφευκτες.

Να μείνουμε ενωμένοι ό,τι κι αν γίνει

Η δύναμη αυτού του αγώνα πάντα βρισκόταν στον τρόπο που αντιμετώπιζε τις κοινοτοπίες τόσο των λεγόμενων “ριζοσπαστικών”, καθορισμένων από μια ταυτότητα, γκέτο όσο και του κλασσικού ακτιβισμού των πολιτών. Γι’αυτόν ακριβώς τον λόγο έχει συχνά συγκρουστεί με όσους έχουν περιχαρακωθεί εντός της μιας ή της άλλης από αυτές τις πολωμένες θέσεις, αναγκάζοντας αυτούς που θέλουν να συμμετάσχουν να ξανασκεφτούν τα πάντα. Ο αγώνας έχει βρει μέχρι τώρα τον δρόμο του και έχει θέσει τα θεμέλια για ένα ενιαίο μέτωπο ταυτόχρονα γειωμένο, επιθετικό και δημοφιλές. Για πολλούς από μας, αυτό το απλό γεγονός έχει υπάρξει ένα πολιτικό συμβάν που μας έχει μετασχηματίσει καθώς και η κινητήρια δύναμη για μια ιστορική ήττα για το κράτος. Παρ’όλα αυτά, δεν αποτελεί καθόλου έκπληξη ότι η έλευση μιας άλλης φάσης φέρνει μαζί της καινούρια ερωτήματα, καινούριες ελπίδες αλλά επίσης και ιδεολογικές απολιθώσεις. Αυτό που ακολουθεί μετά από μια νίκη είναι σίγουρα μια στιγμή αλήθειας που αποκαλύπτει την πραγματική επιμονή και συνεκτικότητα αυτών που αγωνίστηκαν γι’ αυτήν. Σε αυτή την έντονη φάση, υπάρχουν δύο στενά σχετιζόμενοι και τυπικοί τρόποι υπονόμευσης τις κοινές μας δεσμεύσεις και το κίνημα: το μπλοκάρισμα των έργων στον δρόμο Ή ο δημόσιος διαχωρισμός κάποιου από μια συνάντηση που οργανώνεται από το κίνημα για να αντιτεθεί στην οργανωτική επιτροπή και για να υποστηρίξει μια “εγκάρσια” αντιπροσωπεία. Η πικρή αλήθεια είναι ότι ορισμένοι όντως προτιμούν να αποδυναμώσουν το κίνημα στριφιγυρίζοντας γύρω από εμμονές που στο υπόλοιπο κίνημα φαίνονται μη υπερασπίσιμες, ενώ άλλοι ξέχασαν πολύ γρήγορα τις κοινές μας “κόκκινες γραμμές” κάτω από την κυβερνητική πίεση. Κάποιοι ρίχτηκαν περίφημα στο έργο να δικαιολογήσουν μια μερική έξωση, βάζοντας όσους είχαν στοχοποιηθεί σε μια όσο το δυνατόν πιο απομονωμένη θέση. Άλλοι παρέμειναν σχεδόν εντελώς σιωπηλοί καθώς πλησίαζε η έξωση. Αυτές οι πικρές διαπιστώσεις θα μπορούσαν να επαναλαμβάνονται χωρίς τέλος, και θα σταματήσουμε σ’ αυτό. Όμως, μια άλλη και πολύ πιο φωτεινή αλήθεια είναι ότι μέχρι τώρα και κόντρα στα πάντα, σε όλες τις γραμμές του κινήματος όσοι έχουν σχηματίσει την πυρηνική κοινότητα αυτού του αγώνα για χρόνια, αντέχοντας κινδύνους και δίκες από κοινού, έχουν παραμείνει πιστοί στις υποσχέσεις που έδωσαν στον εαυτό τους. Είναι σ’ αυτήν ακριβώς την αλήθεια που πρέπει να κρατηθούμε γερά τώρα, αν δεν θέλουμε να καταστραφούμε σε αυτοεκπληρούμενες προφητείες της αναπόφευκτης πτώσης των αυτόνομων χώρων και των συλλογικών αποπειρών.

Παρά το πισωγύρισμα που αναμφίβολα έχει εξασθενίσει το κίνημα και την “ευκρίνειά” του στις πρόσφατες εβδομάδες, δεν μπαίνει κανένα ζήτημα να αφήσουμε την κυβέρνηση να προχωρήσει με τις εξώσεις που θέλει χωρίς μάχη. Όποιες κι αν είναι οι παγίδες στις οποίες έχουμε πέσει, η ίδια η θεμελίωση της zad και οι ελπίδες που συνεχίζει να εμπνέει δεν έχουν διαλυθεί σε μερικές εβδομάδες θρηνολογίας. Μπορούμε να το νιώσουμε αυτό στις δυνάμεις που επανακινητοποιήθηκαν στο ξεκίνημα της επιχείρησης εκκένωσης: σε αυτούς που, παρά τις όποιες αμφιβολίες τους, απηύθηναν ένα κάλεσμα και βρέθηκαν άμεσα στον δρόμο· στις συνελεύσεις της τελευταίας στιγμής, σε κάθε είδους οδοφράγματα που υψώθηκαν ενάντια στις ένοπλες δυνάμεις του κράτους και ενάντια στην ιστορία που η κυβέρνηση είναι έτοιμη να πει…

Θα πρέπει να περάσουμε μέσα από μια βίαιη δοκιμασία που ίσως ανακατέψει ξανά ολόκληρη την τράπουλα. Αλλά δεν έχουμε καμμιά αμφιβολία ότι η zad θα επιβιώσει από την επιχείρηση Καίσαρας 2. Αυτό που θα συνεχίσουμε να προωθούμε δεν θα είναι ένα παράδειγμα πειθήνιων εναλλακτικών ή ένα ριζοσπαστικό γκέτο. Θα παραμείνει ένας “σιτοβολώνας” αγώνων και ένα κοινό αγαθό αντίστασης, ένας τόπος όπου άνθρωποι που δεν περιμένεις και εντελώς διαφορετικοί, ζουν και συναντιούνται, μια περιοχή που σε κάνει να θες να οργανωθείς σοβαρά, να ζεις πλήρως, μια τοποθεσία σε μόνιμη οικοδόμηση για θαυμαστές κατασκευές και αφυπνιστικά όνειρα. Χρειαζόμαστε πάντα μέρη στα οποία θα βλέπει κανείς ότι είναι τόσο επιθυμητό όσο και εφικτό να μην βασίζεσαι στην οικονομία και τη θεσμική διαχείριση. Και χρειαζόμαστε αυτά τα μέρη να έχουν διάρκεια, ακόμα κι αν έχουν το μερίδιο μη-καθαρότητας και υβριδικότητας που τους αναλογεί. Γιατί τα μέρη που μας ενθουσιάζουν περισσότερο μας ωθούν να ανασυντεθούμε και να αμφισβητήσουμε τις δεδομένες πολιτικές μας ιδέες. Πιστεύουμε ότι αυτός ο βασικός χαρακτήρας της zad είναι αυτό που συνεχίσει να θέτει σε κίνηση δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους σ’ ολόκληρη τη χώρα.

Τώρα πρέπει να μείνουμε ενωμένοι!

Common Voices

1 Στμ. Στο πρωτότυπο ο τίτλος είναι ZAD – Rematch, αναφερόμενος προφανώς στο γεγονός ότι η τελευταία επιχείρηση εκκένωσης της ZAD από τη γαλλική αστυνομία είναι η δεύτερη. Τα αρχικά ZAD είναι από τη φράση: Zone á Défendre: Ζώνη προς υπεράσπιση.

2 Οι συγγραφείς του άρθρου, όπως αρκετοί άλλοι στο κίνημα, σταμάτησαν να γράφουν με κεφαλαία την ZAD. Τώρα, είναι απλά πλέον “η zad”, στην πορεία να γίνει ένα απλό ουσιαστικό. Παρόμοια, δεν γράφουν πλέον για την “εγκατάλειψη του σχεδίου του αεροδρομίου” αλλά απλά για “την εγκατάλειψη”.

3 Στμ. Διαδημοτική Ένωση Πολιτών αυτών που τους απασχολεί το έργο του αεροδρομίου Notre Dame des Landes.

Leave a Reply

Your email address will not be published.