Μπορούμε να μάθουμε πραγματικά κάτι από τον Οκτώβρη;

μερικές σκέψεις για τη διαλεκτική της επανάστασης

Τι πρέπει να κάνουμε σήμερα, αν είμαστε “με την” επανάσταση; Πρέπει να μαζεύουμε από τώρα τα “εφόδιά” μας ή να περιμένουμε υπομονετικά για την επόμενη ρήξη; Πρέπει να ενεργούμε σύμφωνα με αναλλοίωτες επαναστατικές αρχές ή να παραμένουμε ευέλικτοι, ώστε να μπορούμε να προσαρμοζόμαστε σε καινούριες καταστάσεις, καθώς αυτές αναδύονται; Οποιαδήποτε απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα “κολλάει” αναπόφευκτα στην ιστορία των επαναστάσεων κατά τον εικοστό αιώνα. Η αποτυχία αυτών των επαναστάσεων εξηγεί το γεγονός ότι βρισκόμαστε, ακόμα, στο σημείο να θέτουμε στους εαυτούς μας αυτά τα ερωτήματα. Όλες οι προσπάθειες να αναλύσουμε τον ρόλο μας, σήμερα, στοιχειώνονται από τις πανωλεθρίες του παρελθόντος. “Μια Ιστορία Διαχωρισμού: η άνοδος και η παρακμή του εργατικού κινήματος, 1883-1982”, Endnotes #4 (https://inmediasres.espivblogs.net/files/2016/06/a_history_of_separation_root.pdf)
Αναδημοσίευση από το 4ο τεύχος της  εφημερίδας “Ελέφαντας

Έτσι ξεκινά μια από τις, κατά τη γνώμη μου, πιο βαθιές προσεγγίσεις στην ιστορία του εργατικού κινήματος τον 20ο αιώνα, και συνεπώς της πορείας των ίδιων των επαναστατικών κινημάτων, αφού, όπως ορθά τονίζουν οι Endnotes, το εργατικό κίνημα υπήρξε η “σκηνή” πάνω στην οποία ξετυλίχθηκαν τα κινήματα αυτά. Μια από τις κορυφαίες στιγμές των “κυμάτων” προλεταριακών αγώνων είναι η ρώσικη επανάσταση του 1917, προνομιακό θέμα αντιπαράθεσης αναρχικών και κομμουνιστών και αντικείμενο, αυτό το διάστημα, επετειακής αναμόχλευσης. Στην πραγματικότητα δεν θα μιλήσω για την ίδια τη ρώσικη επανάσταση αλλά μάλλον για τη ριζικά διαφορετική συνθήκη μέσα στην οποία εμείς κινούμαστε σήμερα και τι συνεπάγεται αυτό για τη δυνατότητα της επανάστασης στον 21ο αιώνα.

Ας δούμε, για παράδειγμα, ένα από τα κρίσιμα ερωτήματα που τίθενται και προκαλεί έντονες διαφοροποιήσεις: ήταν η ρώσικη επανάσταση επανάσταση ή πραξικόπημα και, τελικά, μια διαδικασία αντεπανάστασης;

Εδώ οι περισσότερες απόψεις ακολουθούν μια από τις δυο εκδοχές (η κριτική κυρίως των αριστερών κομμουνιστών και των αναρχικών τείνει στη δεύτερη). Αμφότερες, όμως, είναι ανεπαρκείς στον βαθμό που δεν μπορούν να συλλάβουν τη διαλεκτική της επανάστασης και της αντεπανάστασης όπως αυτή εκδιπλώνεται την περίοδο που περιέχει το 1917. Άλλωστε, κάτι τέτιο είναι δύσκολο, καθώς απαιτεί μια πραγματική αλλαγή παραδείγματος, του τύπου πχ. που εισήγαγε η θεώρηση ομάδων όπως η Théorie Communiste και οι Endnotes. Το ακόλουθο παράθεμα από το κείμενο Πολύ Κακό για το Τίποτα;(στο Endnotes 1, σελ. 156–157, εκδ. φίλοι του κεραυνοβόλου κομμουνισμού, 2015), της Théorie Communiste είναι ενδεικτικό:

Η επανάσταση ως επιβεβαίωση της τάξης έρχεται αντιμέτωπη με την ίδια την αποτυχία της, επειδή η αντεπανάσταση είναι ενδογενώς συνδεδεμένη με αυτή την επιβεβαίωση όσον αφορά τα ίδια της τα κίνητρα (και όχι επειδή υπήρχε οποιοδήποτε “λάθος”, ή επειδή ήταν αδύνατη με όρους κάποιου α-ιστορικού ορισμού της επανάστασης”.

Εν ολίγοις, η ανάλυση του ρεύματος αυτού (γνωστό ως “κομμουνιστικοποίηση”) μας λέει ότι το εργατικό κίνημα στον 20ο αιώνα αντιστοιχεί σε μια περίοδο ανάπτυξης του κεφαλαίου που πάει χέρι-χέρι με την ανάπτυξη της ίδιας της εργατικής τάξης, η οποία αυξάνεται, αποκτά αυτοπεποίθηση και θέτει ως πρόταγμα την “επιβεβαίωσήτης ως τάξης. Δηλαδή την περιβόητη “εργατική εξουσία”, το “εργατικό κράτος” και τα “μεταβατικά προγράμματα” που θα οδηγήσουν στον σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό. Αυτό, όμως, είναι, όπως λέει η TC, το στοιχείο που υπονομεύει ευθύς εξαρχής την εσωτερική δυναμική της επανάστασης και ξεδιπλώνεται ως αντεπανάσταση, δηλαδή ως αναπαραγωγή της σχέσης εκμετάλλευσης μέσω της αυτεπιβεβαίωσης της τάξης. Αυτός είναι ο λόγος που το νικηφόρο ρώσικο προλεταριάτο τελικά ηττήθηκε: η αυτεπιβεβαίωση του ως τάξης αντί να διαλύσει τις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις και το κράτος, τις ενίσχυσε και παρήγαγε βαθύτερους διαχωρισμούς. Αυτό είναι το όριο στο οποίο προσέκρουσαν όλες, σχεδόν, οι επαναστατικές απόπειρες τον 20ο αιώνα. Οι ήττες των επαναστατικών κινημάτων δεν είναι μια ιστορία προδοσιών και συνωμοσιών αλλά της δυναμικής της ίδιας της αντίθεσης κεφαλαίου-εργασίας. Δεν επρόκειτο για “λάθος ιδέες” ούτε για “οργανωτικά ελλείματα” αλλά για το ότι ιστορικά δεν μπορούσε να παραχθεί κάτι άλλο.

Είναι οι βαθιές διαθρωτικές αλλαγές της σχέσης κεφάλαιο-εργασία τον 20ο αιώνα που είχαν ως αποτέλεσμα την παρακμή του εργατικού κινήματος και τη διάλυση της λεγόμενης “εργατικής ταυτότητας” όπως την ξέραμε. Στην Μια Ιστορία Διαχωρισμού”, των Endnotes, αναδεικνύεται η πορεία του εργατικού κινήματος στον 20ο αιώνα ως μια διαδικασία βαθμιαίας ενσωμάτωσης της εργατικής τάξης και διαρκώς βαθύτερης υπαγωγής της στο κεφάλαιο, ιδιαίτερα μέσα από τη διαδικασία ριζικής αναδιάρθρωσης του κεφαλαίου μετά τη δεκαετία του 1970. Έτσι το προλεταριάτο σήμερα δεν είναι είναι παρά μια τάξη του κεφαλαίου. Ενοποιείται μέσα από αυτό που το διαχωρίζει, το κεφάλαιο, και η επιβεβαίωσή του ως τάξης δεν είναι παρά η αναπαραγωγή του ως τάξη του κεφαλαίου, συνεπώς αναπαραγωγής της ίδιας της σχέσης εκμετάλλευσης. Αυτές οι δομικές αλλαγές στη σχέση κεφάλαιο έχουν παραγάγει, βέβαια, και τη δυνατότητα πρακτικής κριτικής σε ό,τι χαρακτήριζε τα επαναστατικά κινήματα του 20ου αώνα, έτσι ώστε να μπορούμε να δούμε ότι σήμερα, περισσότερο από ποτέ, η χειραφέτηση του προλεταριάτου και η κατάργηση της σχέσης κεφάλαιο δεν μπορεί να είναι η “νίκη” του προλεταριάτου ως αυτεπιβεβαίωσή του, αλλά, αντίθετα, η αυτοκατάργησή του.

Αυτή η “αυτοκατάργηση”, βέβαια, δεν είναι καθόλου εύκολο πράμα αφού, όπως ειπώθηκε ήδη, αυτό που σήμερα ενώνει το προλεταριάτο είναι αυτό που το διαιρεί, το κεφάλαιο (η περίφημη “ενότητα-στον-διαχωρισμό” κατά τους Endnotes). Το προλεταριάτο δεν δρα τόσο ως τάξη. Δεν υπάρχει μια δεδομένη ενότητα που το συγκροτεί ούτε ένα “κοινό” ταξικό συμφέρον. Αντίθετα, είναι διαιρεμένο σε διάφορες “φράξιες” με, συχνά, αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα. Κάποιες από τις φράξιες αυτές συμμετέχουν σε διαταξικά κινήματα διεκδίκησης “δικαιωμάτων” ή υπεράσπισης “ταυτοτήτων” ενώ οι αγώνες στα σύγχρονα “εργαστήρια” του κεφαλαίου στην Κίνα, την Ινδία, την Ν.Α Ασία και αλλού δεν είναι ακριβώς αγώνες συγκρότησής του ως τάξης.

Πρόκειται γι’ αυτό που οι Endnotes αποκαλούν “πρόβλημα της σύνθεσης” (της τάξης), που έχει, φυσικά, καταλυτικές συνέπειες για το ζήτημα της οργάνωσης. Κάποιοι συνεχίζουν να προσπαθούν να το απαντήσουν επικαλούμενοι την “ενότητα” μιας ταυτότητας που δεν υπάρχει πια, εκβιάζοντας “συναντήσεις” αγώνων ή, εμμένοντας στους λενινισμούς τους, επιρρίπτουν στο προλεταριάτο αδυναμίες και “ελλείματα συνείδησης” που, προφανώς, θα ξεπεραστούν υπό την καθοδήγησή τους. Καμμιά από τις συνταγές αυτές, όμως, δεν δουλεύει. Η θεμελιώδης ενότητα-στον-διαχωρισμό σημαίνει ότι το προλεταριάτο μπορεί να ενοποιηθεί μόνο καταργώντας το κεφαλαίο, δηλαδή με την επανάσταση. Αλλά το ενοποιημένο προλεταριάτο δεν είναι παρά η καθολική αταξική ανθρωπότητα που, κατά τη γνωστή ρήση του Μαρξ, αφήνει πίσω την προϊστορία και περνά το “κατώφλι της ιστορίας”. Με άλλα λόγια, η αυτοκατάργηση του προλεταριάτου και η κατάργηση της αντίθεσης κεφάλαιο-εργασία συνυφαίνονται άρρηκτα στη διαλεκτική της επανάστασης: η επανάσταση είναι η διαλεκτική υπέρβαση της αντίθεσης κεφάλαιο-εργασία όντας ταυτόχρονα η διαδικασία αυτοκατάργησης του προλεταριάτου, δηλαδή της διάλυσής του μέσα από την ενοποίηση-ανύψωσή του στο επίπεδο της καθολικής αταξικής ανθρωπότητας [1].

Ως διαλεκτική διαδικασία, η επανάσταση δεν μπορεί να είναι μια “έφοδος στα χειμερινά ανάκτορα”, ένα σημείο “συσσώρευσης” στο συνεχές επιμέρους αγώνων που το όριό τους είναι η επιβίωση και η αναπαραγωγή του προλεταριάτου ως προλεταριάτο. Είναι, αντίθετα, ασυνέχεια και άλμα που θα παραχθεί από την υπερχείλιση των επιμέρους αγώνων, όταν, δηλαδή. οι επιμέρους αγώνες, σε μια συγκυρία ήδη προχωρημένης αποσταθεροποίησης, προσκρούσουν και ξεπεράσουν το όριό τους, θέτοντας το ζήτημα της συνολικής ρήξης και υπέρβασης του υπάρχοντος: την ολομέτωπη επίθεση σε όλες τις πτυχές της σχέσης κεφάλαιο και κάθε σχέσης κυριαρχίας: κράτος, ιδιοκτησία, χρήμα, εργασία, φύλο, φυλή, χωρίς “μεταβατικά προγράμματα”.

Αν δούμε τη μορφή και το περιεχόμενο της επανάστασης από αυτή την οπτική, αυτό που θεωρώ πρόσφορο οργανωτικά είναι ο αδιάκοπος θεωρητικο-πρακτικός κριτικός αναστοχασμός του ποιοι/ποιες είμαστε, πού είμαστε και τι κάνουμε. Με άλλα λόγια, να συμβάλλουμε με κάθε τρόπο στη συνάντηση των διαφόρων “φραξιών” του προλεταριάτου – ιδιαίτερα των λιγότερο ορατών – και την δημιουργία σχέσεων μεταξύ πραγματικών υποκειμένων που θα αμφισβητούν πρακτικά τους διαχωρισμούς, την ίδια την υλική τους συνθήκη, δηλαδή το κεφάλαιο. Πρόκειται, ουσιαστικά, για την παραγωγή νέων μορφών ενότητας που μπορούν να προεικονίσουν την επανάσταση.

Επιστρέφοντας στο αρχικό παράθεμα των Endnotes, να “μάθουμε” από το παρελθόν των αγώνων του 20ου αιώνα, με κανένα τρόπο δεν σημαίνει να το προβάλλουμε στο παρόν, ούτε βέβαια να προσπαθούμε να “βρούμε” το παρόν σε κείνο το παρελθόν. Με αυτή την έννοια, θα έλεγα, ίσως προβοκατόρικα, ότι αυτό που ο Οκτώβης του 1917 μπορεί να μας διδάξει είναι ότι δεν έχει να μας διδάξει κάτι σήμερα. Η ριζική ιστορικότητα των αγώνων κάνει αποκλειστικά δικό μας το καθήκον να κατασκευάσουμε την επαναστατική στιγμή του παρόντος, με τα δικά μας υλικά. Όποια κι αν είναι αυτά. Γιατί, όπως λένε και οι συντρόφοι της Carbure: “το προλεταριάτο είναι επαναστατικό έτσι όπως είναι και δεν του λείπει τίποτα”.

redialect

[1] Στη γλώσσα της εγελιανής διαλεκτικής θα λέγαμε ότι η επανάσταση είναι aufhebung ή aufheben: ο όρος που στο θεμελιώδες σχήμα θέση-άρνηση-άρνηση της άρνησης σημαίνει τη διατήρηση μέσα από τη διάλυση σε μια ανώτερη ενότητα.

2 thoughts on “Μπορούμε να μάθουμε πραγματικά κάτι από τον Οκτώβρη;

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *