Αρχή της αβεβαιότητας, πάλη των τάξεων και θεωρία

του AC της Carbure1

Στις απαρχές της σύγχρονης φυσικής, ο Heisenberg διατύπωσε την περίφημη “αρχή της αβεβαιότητας”, περισσότερο γνωστής ως “αρχή της απροσδιοριστίας”, η οποία θέτει ότι δεν μπορούμε να γνωρίζουμε ταυτόχρονα την ταχύτητα και της θέση ενός δοσμένου σωματιδίου. Αν επρόκειτο να επαναλάβουμε με έναν μεταφορικό τρόπο αυτούς τους όρους, η αρχή της απροσδιοριστίας που προσιδιάζει στη θεωρητική μας προσέγγιση θα μπορούσε να συνοψιστεί στο ότι έχει γίνει αδύνατο για μας να συλλάβουμε ταυτόχρονα την αντικειμενική κατάσταη του προλεταριάτου στο κεφάλαιο και της επαναστατική του μοίρα, ακόμα και αν αυτό είναι το θεωρητικό καθήκον που έχουμε βάλει στους εαυτούς μας. Αυτή η αδυνατότητα είναι παρόμοια με την κατάσταση της ίδιας της τάξης, με την ίδια την κατάστασή της. Η θεωρία της κομμουνιστικοποίησης είναι μια θεωρία της ρήξης, δεν μπορεί να είναι επιστημονική: παρασύρεται από την κίνηση του αντικειμένου της και περιέχει όλες τις αντιφάσεις και την απορία που είναι δικά της. Το τέλος του αντικειμένου της είναι το δικό της τέλος. Είναι μια θεωρία τόσο αδύνατη όσο το προλεταριάτο· αυτό το αδύνατο είναι το αντικείμενο αυτού του κειμένου.

Πού δεν είμαστε πλέον

Οι θεωρητικές και κριτικές επεξεργασίες που τοποθετούνται σήμερα στην προοπτική μιας άμεσης κατάργησης του Κράτους, του κεφαλαίου και των τάξεων (και για κάποιες από αυτές, κάθε λειτουργικότητας στον καπιταλισμό που διαχωρίζει, διαιρεί και ταξινομεί τα διάφορα υποκείμενα μεταξύ τους: όχι μόνο η τάξη αλλά και το φύλο και η φυλή), χωρίς μια φάση σοσιαλιστικής μετάβασης, χωρίς μια εκ των προτέτων κατασκευής ενός επαναστατικού υποκειμένου άλλο από το προλεταριάτο όπως αυτό υφίσταται σήμερα, με λίγα λόγια η θεωρητική παραγωγή και κριτική που τοποθετούνται στην προοπτική της κομμουνιστικοποίησης, είναι πολύ περίεργα αντικείμενα.

Κάνουμε με εμπιστοσύνη δηλώσεις όπως “είναι το προλεταριάτο, ως τάξη, που κάνει την επανάσταση που καταργεί τις τάξεις”, αλλά αυτή η βεβαιότητα καταλαμβάνεται αμέσως από αμφιβολία. Στην πραγματικότητα, στις περισσότερες από αυτές τις επεξεργασίες, το προλεταριάτο δεν κάνει την επανάσταση εξαιτίας μιας υποτιθέμενης επαναστατικής φύσης, μιας ανθρωπότητας που πρέπει να ανακαλυφθεί ή στο όνομα μιας κοινότητας που υπάρχει ήδη εκεί (είτε είναι η κοινότητα της εργασίας είτε μια εθνική ή λαϊκή ενότητα) που απελευθερώνει τον εαυτό της από τον καπιταλιστικό ζυγό για να βρει τον εαυτό της, αλλά εξαιτίας της αντιφατικής της κατάστασης στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής (ΚΤΠ) και είναι αυτή η αντίφαση που θέτει ένα πρόβλημα.

Αυτή είναι η αντίφαση που ο Μαρξ ταυτοποίησε και διατύπωσε στο Κεφάλαιο ως μια τάση πτώσης του ποσοστού κέρδους, στο επίπεδο της πολιτικής οικονομίας, και πιο θεωρητικά στα Grundrisse ως μια αντίφαση σε κίνηση, σύμφωνα με το πολύ γνωστό παράθεμα: “Το κεφάλαιο είναι μια κινούμενη αντίφαση: από την μια προσπαθεί να περιορίσει τον χρόνο εργασίας στο ελάχιστο, ενώ από την άλλη θέτει τον χρόνο εργασίας ως τη μοναδική πηγή και μέτρο του πλούτου”.

Παρ’ όλα αυτά, πρέπει να παρατηρήσουμε ότι, στο υπόλοιπο αυτούς του παραθέματος, ο Μαρξ δίνει σ’ αυτή τη θεωρητική διατύπωση μια προοπτική που δεν είναι πια του καιρού μας: “Από την μια πλευρά, [το κεφάλαιο] ξυπνά όλες τις παραγωγικές δυνάμεις της επιστήμης και της φύσης καθώς και αυτές της κοινωνικής συνεργασίας και κίνησης, γαι να κάνει την δημιουργία του πλούτου ανεξάρτητη (σχετικά) από τον χρόνο εργασίας που χρησιμοποιεί. Από την άλλη, ισχυρίζεται ότι μετρά τις γιγαντιαίες κοινωνικές δυνάμεις που δημιουργούνται κατ’ αυτόν τον τρόπο σύμφωνα με το πρότυπο του χρόνου εργασίας και να τις περιορίζει εντός των στενών ορίων που είναι αναγκαία για να διατηρεί, ως αξία, την αξία που έχει ήδη παραχθεί”.

Ο Μαρξ τοποθετείται εδώ προφανώς στην προοπτική ότι θα ήταν ζήτημα της απελευθέρωσης των “γιγαντιαίων κοινωνικών δυνάμεων” που παράγονται από τον καπιταλισμό από τα “στενά όρια” εντός των οποίων τις κρατούν οι απαιτήσεις της συσσώρευσης: η εξέλιξη αυτής της αντίφασης είναι η ελεύθερη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων δίνει στον εαυτό του το ιδεώδες και νομιμοποιημένο υποκείμενο του προλεταριάτου, οπότε η επανάσταση είναι απλώς ένα αναγκαίο ιστορικό βήμα, λεπτό και επώδυνο σίγουρα στην πραγμάτωσή του, αλλά που αντιστοιχεί στο περίφημο “νόημα/πνεύμα της ιστορίας”. Η αντίφαση είναι τότε αυτό που επιτρέπει αυτή την καθορισμένη ιστορική διαδικασία.

Σημειώστε εδώ ότι ο κομμουνισμός του Μαρξ είναι συνεκτικός και ομοιογενής με τον σοσιαλισμό του: ο κομμουνισμός είναι απλά μια πιο αρμονική ή επιτυχημένη μορφή της “ελεύθερης ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων”, η οποία πρέπει να μπει σε ένα πλαίσιο από ένα σοσιαλιστικό κράτος.

Η θεωρία του Μαρξ, με τον “επιστημονικό” της χαρακτήρα (Κεφάλαιο) αλλά πάνω απ’ όλα με τον φιλοσοφικό της χαρακτήρα (τα Grundrisse), μοιάζει να προχωρά από βεβαιότητα σε βεβαιότητα. Σε μια εποχή που το εργατικό κίνημα κέρδιζε δύναμη τόσο στις ουτοπικές όσο και στις θεωρητικές του διατυπώσεις και στην οργάνωση της τάξης σε κόμματα και συνδικάτα, ακολουθώντας την καπιταλιστική επέκταση που ακολούθησε τη βιομηχανική επανάσταση, ενώ την ίδια στιγμή η εργατική τάξη ήταν σε μια κατάσταση τεράστιας εξαθλίωσης και επαναστάσεις βούιζαν στην Ευρώπη, και πριν την συντριβή της Κομμούνας, εναπόκειτο στον Μαρξ να παράσχει θεωρητικά όπλα στην εργατική τάξη για την πάλη της. Το λιγότερο που μπορούμε να πούμε είναι ότι πέτυχε, όπως φανερώνται από την υπάρξη αυτού που αποκαλείται Μαρξισμός. Είναι σ’ αυτήν την κατάσταση που ο Μαρξ παρήγαγε τη θεωρία του, αυτή η θεωρία είναι διαποτισμένη από αυτή την κατάσταση, κάτι που δεν σημαίνει ότι είναι έγκυρη μόνο σ’ αυτή την κατάσταση.

Παρ’ όλα αυτά, η κατάσταση αυτή δεν είναι πλέον δική μας, και αν συχνά μιλάμε για “αντίφαση” αυτό που έπεται από αυτήν είναι πολύ πιο αβέβαιο, έτσι που να αναρωτιέται κανείς αν είναι πάντα η αντίφαση όπως την κατανοούσε ο Μαρξ.

Η άνοδος του εργατικού κινήματος που οργανώθηκε στα χρόνια που ο Μάρξ παρήγαγε το έργο του πρέπει να κατανοηθεί ως η κοινωνική και πολιτική μετάφραση της συγκεκριμένης κατάστασης της τάξης στην αντιφατική της σχέση προς το κεφάλαιο. Η κυριαρχία του κεφαλαίου πάνω στην εργασιακή διαδικασία ήταν τότε ταυτόσημη με αυτή την άνοδο ισχύος: όσο αυξανόταν η βιομηχανία, τόσο περισσότερη εργασία απορροφούσε, και οι αγώνες της νεογέννητης/εκολλαπτόμενης εργατικής τάξης ήταν ένα οργανικό κομμάτι αυτής της εξέλιξης. Η τάξη της εργασίας που διαμορφώθηκε κατ’ αυτόν τον τρόπο από το κεφάλαιο βρήκε στην εργασία της αυτο-αναγνώρισή της: η κοινωνία της εργασίας του καπιταλισμού θα μπορούσε να γίνει μια σοσιαλιστική και στη συνέχεια μια κομμουνιστική κοινωνία χωρίς να πάψει να είναι μια κοινωνία της εργασίας, με την εκμετάλλευση να μετατρέπεται στο αντίθετό της, χωρίς η κοινωνική δραστηριότητα των υποκειμένων να ανατραπεί εντελώς.

Η επανάσταση είναι τότε περισσότερο ένας στόχος και λιγότερο μια ρήξη: η ταξική πάλη τελειώνει με την νίκη της εργασίας επί του κεφαλαίου. Στην κοινωνία της απελευθερωμένης από το κεφάλαιο εργασίας, της αξίας απελευθερωμένης από το κέρδος, η επανάσταση σήμαινε την κατάληψη της εξουσίας από το προλεταριάτο. Ο κομμουνισμός ήταν η προλεταριακή κοινωνία. Ξέρουμε τι συνέβη από τα γεγονότα. Όποιες απόπειρες κι αν έγιναν για να εφαρμοστεί το εργατικό πρόγραμμα, ένα λιγότερο ή περισσότερο τερατώδες άβαταρ του καπιταλισμού αναδύθηκε. Την ίδια στιγμή, το εργατικό κίνημα, με τις μορφές του τις πιο ρηξιακές του με τον (εργατικά συμβούλια, αναρχισμός) ήττήθηκε παντού, και μόνα τα σοσιαλιστικά κράτη παρέμειναν σ’ αυτή την περίοδο της ταξικής πάλης. Το τέλος του φορντιστικού συμβιβασμού, η αναδιάρθρωση του κεφαλαίου από την δεκαετία του 1970 θλέτει τότε μια κατάσταση στην οποία η εργατική τάξη παραμένει στη θέση της ως μια τάξη του κεφαλαίου, αναγκαία αλλά πάντα πλεονάζουσα: η αναδιάρθρωση είναι επίσης ένα βήμα προς τα πίσω.

Είναι η τραγωδία της πάλης των τάξεων στο κεφάλαιο να μην μπορεί να “κερδηθεί” από κανέναν (οποιαδήποτε νίκη οδηγεί στην κυριαρχία της μιας τάξης πάνω στην άλλη και στην ανανέωση του προβλήματος με τους αρχικούς του όρους), αλλά, παρ’ όλα αυτά, να οδηγεί στην διαρκή ήττα ενός από τους πόλους της, του προλεταριάτου, και η ήττα αυτή τελικά να ταυτίζεται με την αναπαραγωγή του. Η ιστορία αυτής της διαρκούς ήττας είναι η ιστορία του καπιταλισμού2.

Διαβάστε Μαρξ, αλλά όχι μέχρι το τέλος

H εποχή μας είναι προφανώς ριζικά διαφορετική από αυτήν του Μαρξ, οπότε οποιοιδήποτε όροι χρησιμοποιούμε (προλεταριάτο, επανάσταση, κομμουνισμός) πρέπει να κατανοείται με μια έννοια διαφορετική από αυτής που προσλάμβαναν σε μια πρότερη περίοδο. Και όχι απλά οι όροι αλλά η a priori λογική τους σύνδεση. Αυτός ο επανακαθορισμός είναι το προϊόν των θεωρητικών μας επεξεργασιών μόνο στον βαθμό που είναι η ταξική σχέση που έχει μετασχηματιστεί από αυτήν την πρώτη εποχή της κομμουνιστικής θεωρίας στην δική μας. Και μιας και, εν τω μεταξύ, η επανάσταση δεν έχει λάβει χώρα, είναι και πάλι το ίδιο το κεφάλαιο, κατανοούμενο τόσο ως μια καπιταλιστική κοινωνία και ως μια διαδικασία αξιοποίησης, που είναι ο φορέας αυτού του μετασχηματισμού, του οποίου το προλεταριάτο και η τάξη των καπιταλιστών είναι οι ηθοποιοί.

Το πρόβλημα – συνεπώς, το δικό μας πρόβλημα – είναι ότι αυτός ο επανακαθορισμός συνεπάγεται ένα τέλος στις δευτερεύουσες μας βεβαιότητες οι οποίες στηρίζονται όχι μόνο στην πρώτη βεβαιότητα “της” αντίφασης αλλά έφτασαν να την βρουν, με τη σειρά τους, ως μια ιστορική δυναμική. Δεν πρόκειται για το ότι η αντίφαση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, και συνεπώς ο ορισμός της αντίφασης ως μιας σχέσης ανάμεσα σε τάξεις, δεν είναι ικανή πλέον να περιγράψει το παρόν του καπιταλισμού: πετυχαίνει τόσο πολύ ώστε να μας επιτρέπει να συλλάβουμε επαρκώς στην εξέλιξή της ως το προϊόν της αντίφασης αυτής. Αλλά η αντίφαση δεν είναι πλέον η μορφή που παίρνει η αναγκαία “ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων”, αυτό το προοδευτικό φετίχ κοινό ανάμεσα στους φιλελεύθερους και μαρξιστές ιδεολόγους, αυτός ο από μηχανής θεός που τραβά, πίσω από τη σκηνή, τα σκοινιά της ιστορίας. Οπότε, επίσης, η αντίφαση δεν καλεί τον εαυτό της για την επίλυσή της, δεν υπάγεται πλέον στον ιστορικό της σκοπό (την “ελεύθερη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων”). Η αντίφαση παραμένει αλλά δεν περιέχει τίποτα άλλο από την ίδια την πορεία του κεφαλαίου, μια πορεία σίγουρα αντιφατική που, όμως, πλέον δεν συνεπάγεται την αναγκαιότητα της επανάστασης.

Από την παραπομπή στον Μαρξ από τα Grundrisse, θέλουμε να κρατήσουμε μόνο το πρώτο κομμάτι, το υπόλοιπο μένει (πιθανόν σταθερά) να γραφτεί· αλλά ληφθείσα έτσι, χωρίς το προγραμματιστικό της συμπέρασμα που παρατέθηκε παραπάνω, αυτή η πρόταση είναι ένας μετέωρος συλλογισμός, και στην πραγματικότητα έχει ένα μοναδικό περιγραφικό νόημα. Για να την καταλάβει κανείς πραγματικά, θα πρέπει να διαβάσει τις σελίδες του Κεφαλαίου που ο Μαρξ αφιερώνει στην καθοδική τάση του ποσοστού κέρδους, και την πολύ πιο πεζή διατύπωσή τους στην ακρίβειά της:

Η τάση της πτώσης του γενικού ποσοστού κέρδους είναι συνεπώς το καπιταλιστικό χαρακτηριστικό της παραγωγικότητας της κοινωνικής εργασίας· αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν άλλοι παράγοντες που μπορεί να καθορίσουν την πτώση του ποσοστού κέρδους, αλλά αυτό που το εκφράζει είναι η ουσία της καπιταλιστικής παραγωγής να οδηγεί με την διαρκή της ανάπτυξη σε έναν μετασχηματισμό του ποσοστού της υπεραξίας σε διαρκώς μικρότερα ποσοστά κέρδους. Καθώς η σημασία της ζωντανής εργασίας διαρκώς απομειώνεται σε σχέση με την υλοποιημένη εργασία (μέσα παραγωγής) που αναπτύσσει, είναι φανερό ότι η ποσότητα της απλήρωτης εργασίας, η ποσότητα της υπεραξίας, θα πρέπει να ελαττώνεται διαρκώς σε σχέση με το συνολικό κεφάλαιο. Καθώς το ποσοστό της υπεραξίας ως προς το συνολικό κεφάλαιο είναι η έκφραση του ποσοστού κέρδους, αυτό θα πρέπει συνεπώς βαθμιαία να ελαττώνεται” (Κεφάλαιο, τόμος III, κεφάλαιο XIII).

Αυτή η δεύτερη διατύπωση εκφράζει το ίδιο φαινόμενο με έναν διαφορετικό τρόπο, αλλά είναι καθαρό από την ανάγνωσή της ότι είναι πλήρης, σε σύγκριση με το παράθεμα από τα Grundrisse αν έχουμε επιλέξει να το διαβάσουμε χωρίς το προγραμματιστικό του συμπέρασμα. Αλλά η διατύπωση του Κεφαλαίου είναι πλήρης μόνο επειδή είναι επίσης καθαρά περιγραφική. Δεν της λείπει τίποτα παρά η επανάσταση, η αντίφαση είναι εκεί, αλλά η εξέλιξή της προσιδιάζει μόνο σ’ αυτήν, δεν υπάγεται στην γενική ιστορική εξέλιξη της “ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων”. Στην πραγματικότητα, εκφράζει μόνο την αντιφατική δυναμική της καπιταλιστικής συσσώρευσης, ληφθείσας στο επίπεδο της ταξικής σχέσης, στην συγκεκριμένη μορφή της σχέσης ανάμεσα στην ζωντανή και την νεκρή εργασία. Και αν βρίσκουμε, μετά από αυτήν την παράκαμψη, το απομονωμένο παράθεμα από τα Grundrisse, είναι για να αναγνωρίσουμε ότι είναι έτσι μετέωρο στην μη-πληρότητα που επιβάλλει αυτή την συγκεκριμένη ανάγνωση, εκούσια ανολοκλήρωτη, παρμένη ανάμεσα στην έλλειψη προοπτικών και την περιγραφή απλά και καθαρά της πραγματικής πραγματικότητας αυτού του τρόπου παραγωγής. Από την στιγμή που η αντίφαση σταματά να είναι διαλεκτική και γίνεται απλά περιγραφική, καθώς είναι τότε μόνο ζήτημα μιας υλικής αντίφασης, πάντα χάνουμε το τέλος.

Τέλος, θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι όταν ο Μαρξ μιλά για την πτώση του ποσοστού κερδους ως ενός “καπιταλιστικού χαρακτηριστικού της προόδου της παραγωγικότητας”, αφενός προϋποθέτει ότι αυτή η πρόοδος είναι ένας σταθερός ιστορικός νόμος, και αφετέρου ότι ο καπιταλισμός είναι μόνο ένα καθορισμένο στάδιο αυτής της προόδου. Είναι σε μια προοπτική στην οποία το ζήτημα είναι η απελευθέρωση της κοινωνικής εργασίας του καπιταλισμού, με άλλα λόγια σε μια προγραμματιστική προοπτική, και που όλα τίθενται μαρξιστικά. Να αφαιρέσουμε τον Μαρξ από τον Μαρξισμό δεν σημαίνει μόνο να διαβάσουμε τον Μαρξ καθαυτόν, αλλά και ενάντια στον εαυτό του.

Αυτή η ανάγνωση του Μαρξ δεν είναι a priori μια διανοητική κατασκευή: αν οδηγούμαστε να διαβάσουμε τον Μαρξ μ’ αυτόν τον τρόπο, είναι επειδή αυτός είναι επαρκής στην παρούσα κατάσταση της σχέσης ανάμεσα στις τάξεις, αυτή στην οποία ζούμε: είναι μόνο τότε που μας μιλά.

Μια καλή αντίφαση δεν έβλαψε ποτέ κανέναν

Αν η πτωτική τάση [του ποσοστού κέρδους] είναι μόνο “το καπιταλιστικό χαρακτηριστικό της προόδου της παραγωγικότητας της κοινωνικής εργασίας”, είναι όντως τότε, παρά και επίσης εξαιτίας της υποτιθέμενης πτώσης, που η “παραγωγικότητα της κοινωνικής εργασίας” καλά κρατά και αυξάνεται, και το κεφάλαιο συσσωρεύεται: εδώ έχουμε έναν νόμο που είναι σίγουρα αυτός της αναγκαστικής επιστροφής των κρίσεων, αλλά και της αντιφατικής βάσης πάνω στην οποία πάντα αυξάνεται το κεφάλαιο. Η αύξηση της παραγωγικότητας είναι ισοδύναμη με την σκλήρυνση των συνθηκών εκμετάλλευσης και, αν θεωρήσουμε ότι οι κρίσεις του κεφαλαίου είναι επίσης και κοινωνικές κρίσεις και, συνεπώς [συνιστούν] πρόβλημα για το κεφάλαιο, τότε το κεφάλαιο λύνει τα προβλήματά του μόνο επιδεινώνοντάς τα. Αλλά, από θεωρητική σκοπιά, η αύξηση στην παραγωγικότητα επίσης εκπληρώνει τη λειτουργία της, μειώνοντας την αξία του σταθερού κεφαλαίου και αυξάνοντας την υπεραξία (αυτός είναι ο τρίτος από τους “ανταγωνιστικούς παράγοντες” που υποδεικνύει ο Μαρξ).

Επιπλέον , είναι η πτώση των ποσοστών κέρδους που οδηγεί τους καπιταλιστές να ψάχνουν έξω από τα κέντρα του προλεταριάτου για να εκμεταλλευτούν με μικρότερο κόστος, ή ακόμα για να δημιουργήσουν “θύλακες” φτώχειας στις ίδιες αυτές περιοχές, κ.λπ. Όπως επανειλημμένα παρατηρεί ο Μαρξ, στη θέση του γι’ αυτούς τους έξι βασικούς “ανταγωνιστικούς παράγοντες” (συνήθως αναφερόμενους ως “αντίθετες τάσεις”) προς την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους, είναι ο ίδιος λόγος που την προκαλεί που την περιορίζει. Θεωρώντας, τότε, τον “νόμο” αυτόν καθεαυτόν, στην πραγματικότητα μάς δίνει ελάχιστους λόγους να είμαστε ιδιαίτερα αισιόδοξοι, εκτός και αν υποθέσουμε ότι η δυνατότητα της επανάστασης αναστέλλεται από μια αδιάψευστη θεωρητική θέση, ή ότι οι προλετάριοι περιμένουν να δουν σε εξισώσεις ότι ο καπιταλισμός πρέπει να καταστραφεί, επειδή δεν μπορεί να κάνει τίποτα άλλο από το να τους εκμεταλλεύεται όλο και περισσότερο.

Είναι μόνο αν συλλάβουμε την “πρόοδο της παραγωγικότητας της κοινωνικής εργασίας” να είναι η ίδια η ιστορική δυναμική ως ολότητα (η καλή παλιά πρόοδος) που ο νόμος της πτωτικής τάσης γίνεται το αξιωματικό φετίχ της αναπόφευκτης αναγκαιότητας της επανάστασης: ληφθείσα καθαυτή, ως μια καθαρά υλική αντίφαση, εκφράζει μόνο την δυναμική του κεφαλαίου, που βασίζει την ίδια την ανάπτυξή του στην αναγκαιότητα της εκμετάλλευσης. Αν ληφθεί έξω από οποιονδήποτε ιστορικό ντετερμινισμό, η πτώση του ποσοστού κέρδους εκφράζει μόνο τη σταθερότητα της σύγκρουσης στην καπιταλιστική κοινωνία από την σχέση των τάξεων, μια σύγκρουση που είναι ταυτόσημη με την γενική κίνηση του κεφαλαίου και της κοινωνίας του, αλλά που δεν δίνει με κανέναν τρόπο τον τύπο για το ξεπέρασμά του. Η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους ως μια υλική αντίφαση δεν φέρει καμμιά αφήγηση, και δεν περιγράφει τίποτα άλλο από την διαρκώς ανανεούμενη αμφισβήτηση της ταξικής πάλης που προσιδιάζει στον καπιταλιστικό κόσμο. Φυσικά αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο εμείς τον καταλαβαίνουμε.

Η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους δεν πρέπει τόσο να θεωρηθεί ως ένας οικονομικός νόμος του κεφαλαίου αλλά ως ένα κεντρικό θεωρητικό στοιχείο για την κατανόηση της δυναμικής του, εντός της γενικότερης δυναμικής της ταξικής πάλης που προσιδιάζει στον ΚΤΠ. Αν ο νόμος παραμένει “οικονομικός”, τότε και η κατανόηση της καπιταλιστικής “οικονομίας” δεν μπορεί να διακριθεί από την ταξική πάλη.

Αν συνέβαινε διαφορετικά, οι καπιταλιστές θα χρησιμοποιούσαν τις οικονομικές έννοιες του Μαρξ για τους ίδιους. Αλλά, στην πραγματικότητα, κανένας καπιταλιστής δεν υπολογίζει τα ποσοστά κέρδους με τον τρόπο του Μαρξ για να καθορίσει τη στρατηγική του, και τα μάτια των επενδυτών είναι περισσότερο εστιασμένα στις τιμές του χρηματιστηρίου παρά στον υπολογισμό των λογιστικών αποτελσμάτων των εταιριών.

Φυσικά, αυτοί οι υπολογισμοί υπάρχουν: ο υπολογισμός της κερδοφορίας μιας εταιρίας θα συνίσταται απλά στη διαίρεση του κέρδους που προκύπτει από το συνολικό επενδεδυμένο κεφάλαιο, που μπορεί ήδη να υπολογιστεί με διάφορους τρόπους (περιθώριο κέρδους, ποσοστό κέρδους καθαυτό κ.λπ.). Αλλά ένα από τα πιο πολυχρησιμοποιούμενα εργαλεία από τους ίδιους τους επενδυτές είναι το ROE (Απόδοση Ιδίων Κεφαλαίων, Return on Equity), που λαμβάνει υπόψιν στον υπολογισμό αυτό μόνο το κεφάλαιο που έχουν συνεισφέρει οι ίδιοι οι επενδυτές (“ίδια κεφάλαια”, equity). Αυτό το ποσοστό (που δεν συνυπολογίζει, μεταξύ άλλων, για παράδειγμα, το δανεισμένο κεφάλαιο) δεν έχει σκοπό να υπολογίσει ένα γενικό ποσοστό κέρδους της επιχείρησης, αλλά τον υπολογισμό μιας άμεσης απόδοσης, σκοπός της οποίας είναι απλά να επιτρέπει στους επενδυτές να ξέρουν πού να επενδύσουν. Άσχετα, όμως, από το πώς το κεφάλαιο θεωρεί την ίδια την οικονομική του κερδοφορία, αυτό καμμιά σχέση δεν έχει ούτε με το τι κάνει ο Μαρξ στο Κεφάλαιο ούτε με τη χρήση του Μαρξ από μας σήμερα.

Στην επιστημονική του πτυχή, ο νόμος της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους έχει δεχτεί κριτική τόσο από “αστούς οικονομολόγους”, μερικές φορές μάλιστα πειστικά, ότι έχει τεθεί από τους μαρξιστές ως μια εγγύηση για το αναπόφευκτο της επανάστασης. Τα σοσιαλιστικά κράτη βρήκαν στην πολιτική οικονομία του Μαρξ τα θεμέλια μιας προλεταριακής επιστήμης, και τα έργα του Μαρξ έχουν θεωρηθεί από καιρό, στον διαλεκτικό υλισμό, τόσο αδιαμφισβήτητα όσο και οι στόχοι ενός πενταετούς πλάνου από τους προλετάριους ειδήμονες.

Παρ’ όλα αυτά, και όποια κι αν είναι η εγκυρότητα των εξισώσεων του Κεφαλαίου, αυτός ο νόμος, ή για να μιλάμε πιο αυστηρά, αυτή η τάση, όπως και οι άλλες έννοιες του Κεφαλαίου, μας επιτρέπουν να θεωρήσουμε με ορθό τρόπο τη συνολική δυναμική του καπιταλισμού μέχρι σήμερα: η αύξηση της παραγωγικότητας, την αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, η τεχνολογική πρόοδος, η παγκόσμια επέκταση της καπιταλιστικής κοινωνικής σχέσης, η ενσωμάτωση όλο και μεγαλύτερων μαζών σ’ αυτή τη σχέση και η ταυτόχρονη απόρριψή τους από αυτήν, η απόλυτη αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού και η αδιάκοπη επιστροφή των κρίσεων, όλα επιβεβαιώνουν ότι η δυναμική της καπιταλιστικής συσσώρευσης είναι ένας αγώνας ενάντια στην ίδια την δύσπνοιά του, ένας αγώνας στον οποίο εκατομμύρια προλετάριοι σαρώνονται. Αν όμως θέτει σωστά ποια είναι η φύση και η δυναμική του κεφαλαίου, είναι σαν νόμος της αναπόφευκτης τάσης προς την επανάσταση που έχει αποδείξει την αποτυχία του. Στην καλλίτερη περίπτωση, μας δίνει την διαρκή ανανέωση της ταξικής σύγκρουσης και την επιστροφή των κρίσεων, στην χειρότερη είναι η φόρμουλα της αέναης κίνησης του κεφαλαίου και τίποτα άλλο από την δική της πορεία δεν μπορεί να αποφασίσει ανάμεσα σε αυτές τις πτυχές.

Στον κόσμο, οι τάξεις είναι σε πάλη

Η στιγμή στην οποία καλούμαστε να θεωρήσουμε την πορεία του κεφαλαίου όχι πλέον σύμφωνα με τον υποτιθέμενο σκοπό της (την αναγκαιότητα της επανάστασης) αλλά την αναπαραγωγή του, και όχι μόνο ως διαδικασία αξιοποίησης και συσσώρευσης αλλά ως μιας διαδικασίας κοινωνικής αναπαραγωγής, αφού: “Συνεπώς, η διαδικασία της καπιταλιστικής παραγωγής θεωρούμενη στη συνέχειά της, ή ως αναπαραγωγή, παράγει όχι μόνο εμπορεύματα ούτε μόνο υπεραξία· παράγει και διαιωνίζει την κοινωνική σχέση ανάμεσα στον καπιταλιστή και τον εργαζόμενο (Μαρξ, Κεφάλαιο, Τόμος Ι).3

Αυτή η αναπαραγωγή, που όπως έχει παρουσιαστεί ίσως μοιάζει πραγματικά να “γίνεται αιώνια” με την αυστηρή έννοια της μισθωτής σχέσης, πρέπει και η ίδια να θεωρηθεί ως μέρος της αντίφασης, γιατί λαμβάνει χώρα μόνο σε “υποταγή” στους νόμους της αξιοποίησης. Το προλεταριάτο αναπαράγεται επειδή το εκμεταλλεύονται και για να το εκμεταλλεύονται. Αυτό που κάνει τους προλετάριους να ζουν είναι κι αυτό που τους κρατά σε μια κατάσταη απόλυτης υποταγής σε σχέση με τα μέσα της ίδιας τους της ύπαρξης. Οι προλετάριοι “αποφασίζονται” πάντα στο άυλο “αλλαχού” της αξιοποίησης, είτε αυτή εμφανίζεται στη μορφή της αυθαιρετότητας των ιδιοκτητών του κεφαλαίου είτε με τον αδυσώπητο χαρακτήρα των οικονομικών νόμων. Αυτός είναι ο λόγος που η κατηγορία της “αναπαραγωγής” δεν θα πρέπει να γίνεται αντιληπτή ως μια έκφραση της λίγο-πολύ ταραγμένης πορείας της καπιταλιστικής επέκτασης, αλλά ως μια κρίσιμη – και πάντα ανανεούμενη – στιγμή της ταξικής πάλης ανάμεσα στο κεφάλαιο και το προλεταριάτο.

Η τάξη που είναι αντικείμενο εκμετάλλευσης στο κεφάλαιο είναι σε μια πολύ ιδιαίτερη κατάσταση: κάθε τρόπος παραγωγής στηρίζεται στην εκμετάλλευση και την κυριάρχηση μιατ τάξης από μια άλλη. Αλλά στο κεφάλαιο, κυριάρχηση και εκμετάλλευση είναι τόσο στενά συνδεδεμένες που είναι μια ολόκληρη κοινωνική ομάδα που αποκλείεται από την παραγωγή και την οικονομική αναπαραγωγή της κοινωνικής ζωής. Ολόκληρη η κοινωνία είναι μια καπιταλιστική κοινωνία. Ο αγρότης του Μεσαίωνα είχε απλά να ξεφορτωθεί τους ευγενείς για να μπορεί να ξαναρχίσει μια δραστηριότητα που έμενε σχεδόν απαράλλαχτη από την Νεολιθική εποχή.

Αλλά εκεί που ο άρχοντας της φεουδαρχικης εποχής άρπαζε ένα ήδη υπάρχον προϊόν για να το απαλλοτριώσει, ο καπιταλισμός μετασχημάτισε το σύνολο της κοινωνικής δραστηριότητας σύμφωνα με την ίδια της αναπαραγωγή του, έτσι ώστε να έχει γίνει αδύνατο να οραματιστεί κανείς μια απόδραση (μια επαν-απαλλοτρίωση) ή ακόμα (όπως στην περίπτωση του παλιού εργατικού κινήματος), μια απαλλοτρίωση, μια επανάληψη της υλικής δραστηριότητας της παραγωγής της ζωής όπως αυτή υπάρχει στο κεφάλαιο σε άλλες βάσεις, πιο εξισωτικές. Για να το διατυπώσουμε με κάποιους ανεπαρκείς αλλά με νόημα ψυχολογικούς όρους: δεν μπορεί κανείς να θεωρεί πλέον ότι κάνει την επανάσταση και παραμένει ο ίδιος, ότι επιστρέφει σ’ αυτόν ή πραγματώνεται μέσω αυτού. Το να κάνει κάποιος την επανάσταση συνίσταται στην κατάργησης της ίδιας της ταυτότητάς του, στο ότι δρα αρκετά διαφορετικά απ’ ό,τι αντιδρούσε μέχρι τώρα, με έναν ριζικά διαφορετικό τρόπο.

Η ταξική πάλη δεν είναι μια γενική αρχή που, όπως ο νόμος της παγκόσμιας βαρύτητας, θα εφαρμοζόταν παντού σύμφωνα με την αρχή της, διαφέροντας μόνο στην εκδήλωση, σύμφωνα με τις ιδιαίτερες συνθήκες του τόπου στον οποίο εφαρμόζεται. Στην πραγματικότητά της, υπάρχει μόνο στους διαφορετικούς κοινωνικούς σχηματισμούς του τρόπου παραγωγής: η ταξική πάλη δεν υπάρχει με τον ίδιο τρόπο στις πιο εισοδηματικές [rentier] οικονομίες, σ’ αυτές στις οποίες η εξαγωγή της σχετικής υπεραξίας κυριαρχεί, ή ακόμα και σε αυταρχικά πολιτικά καθεστώτα (που μερικές φορές πειλαμβάνουν την κατηγορία του εισοδήματος, αλλά όχι πάντα).

Ότι στον ΚΤΠ η ύπαρξη όλων των τάξεων καθορίζεται από την γενική κατανομή των κεφαλαίου ανάμεσα στα διαφορετικά τμήματα της κοινωνίας (ενοίκια/πρόσοδος, κέρδη και μισθούς) και, συνεπώς, στην τελευταία περίπτωση, από τον συγκεκριμένο τρόπο απόσπασης της υπεραξίας, μας δίνει μόνο αυτό που είναι το γενικό πλαίσιο πολλαπλών ανταγωνισμών. Αν είναι σημαντικό να θέσουμε τους αγώνες σ’ αυτό το πλαίσιο (κάτι που είναι ισοδύναμο, για την κατανόηση των αγώνων, με το ρωτάμε πάντα τι κάνει το προλεταριάτο), τίποτα δεν μπορεί να γίνει κατανοητό από αυτή τη γενικότητα και μόνο. Είναι λοιπόν η ιδιαιτερότητα των αγώνων που πρέπει να κρατούν την προσοχή μας, και δεν είναι ζήτημα αναγωγής αυτής της ιδιαιτερότητας στην ταξική πάλη γενικά, αλλά σύλληψης της ιδιαιτερότητας σαν να είναι η ίδια η ταξική πάλη, και η ιδιαίτερη ύπαρξη των τάξεων.

Αλλά από την οπτική της ιδιαιτερότητας με την οποία όλοι οι αγώνες υπάρχουν (και ειδικότερα οι αγώνες αυτής της περιόδου), έχει κανείς συχνά την εντύπωση ότι το προλεταριάτο παίζει περισσότερες φορές τους δεύτερους ρόλους, ακόμα και τον κομπάρσο, παρά τους πρωταγωνιστικούς.

Η αναπαραγωγή, και ακόμα πιο πέρα

Η στιγμή της αναπαραγωγής του κεφαλαίου, που είναι αυτή της επιστροφής της υπεραξίας ως επιπρόσθετο κεφάλαιο, και η ανανέωση του τετ-α-τέτ προλεταριάτου/κεφαλαίου (η αγοραπωλησία της εργατικής δύναμης), είναι η αρχή της στιγμής που το κεφάλαιο συγκροτείται ως μια καπιταλιστική κοινωνία. Αυτή η “στιγμή” είναι πάντα τίποτα άλλο παρά η άμεση παρουσία του καπιταλισμού και της περίφημης αντίφασης που υπάρχει de facto μόνο μέσω των αντιθετικών τάσεών του, με άλλα λόγια της στιγμιαίας επίλυσης και απορρόφησης των ανταγωνισμών κατά την ανανέωσή τους.

Η ανανεωμένη εξαγωγή υπεραξίας μάς δίνει τη γενική αρχή της ταξικής πάλης, αλλά η τάξη των καπιταλιστών διασκεδάζει με τις γενικότητες, εξαρτάται από την ίδια να δώσει στον εαυτό της το προλεταριάτο που χρειάζεται. Συνεπώς, πρόκειται για την κατάρτιση, την εκπαίδευση, την πειθαρχία, την κοινωνική επιτήρηση, την οικογένεια και το σεξ, καθώς η εργατική δύναμη πρέπει να αναπαραχθεί, τη φυλή, καθώς η μη-ειδικευμένη εργασία πρέπει να είναι σε αντίθεση με την ειδικευμένο εργατικό δυναμικό και οι ταξικές σχέσεις ανήκειν κληρονομούνται, καταπιεστική, καθώς δεξαμενές πλεονάζουσας εργασίας είναι μια φυσιολογική συνέπεια αυτής της διαδικασίας: έχει να κάνει με την κοινωνία, την πολιτική, την ιδεολογία, το “κοινωνικό”.

Αλλά είναι επίσης η παγκόσμια σχέση των κεφαλαίων στην κυκλοφορία τους, του πάντα αμφισβητούμενου καθορισμού συγκεκριμένων παγκόσμιων ζωνών συσσώρευσης, έχει να κάνει με σύνορα και στρατούς. Αυτός είναι ο λόγος που τελικά ο καπιταλιστικός κόσμος υπάρχει μόνο διαιρεμένος σε κράτη και συγκεκριμένες κοινωνίες, και δεν μπορεί να γίνει αυτός ο ενοποιημένος κόσμος υπό την ηγεσία των μεγάλων που οι θεωρίες συνομωσίας φαντασιώνονται, στην προσπάθεια να διαχωρίσουν το κεφάλαιο από την κοινωνία προσπαθώντας να σώσουν την μία από το άλλο (και συχνά για να προβάλλουν απέναντι σε έναν συγκεκριμένο καπιταλιστή μια ανταγωνιστική φιγούρα, με σκοπό να διασώσουν το κεφάλαιο ως κοινωνική σχέση). Ο εφιάλτης της παγκόσμιας δικτατορίας του κεφαλαίου είναι αυτό που ζούμε τώρα και είναι απόλυτα συνεκτικός, από τους διεθνείς θεσμούς μέχρι τις διακρατικές σχέσεις και τις άμεσες κοινωνικές σχέσεις.

Αυτή η στιγμή, λοιπόν, της αναπαραγωγής υπάρχει μόνο ως ταξικός ανταγωνισμός, και οι αναγκαιότητες της αξιοποίησης ως ένας περιορισμός στο προλεταριάτο και την κοινωνία ως σύνολο. Στη στιγμή που βρισκόμαστε τώρα, αυτό δεν σημαίνει μόνο πέταγμα μαζών αλλά την επιδείνωση των εργασιακών συνθηκών με την αφαίρεση οποιουδήποτε εμποδίου στην ρευστότητα της σχέσης ανάμεσα σε εργοδότες και εργαζόμενους, το τέλος του Κράτους πρόνοιας και την αντικατάστασή του από ένα Κράτος που δεν προσποιείται πλέον ότι δημιουργεί κοινωνικές σχέσεις αλλά θέλει μόνο να διαχειριστεί τις υπάρχουσες σχέσεις, αλλά και την ασφαλή έως και πολεμική διαχείριση των περισσευούμενων, κ.λπ. Δεν είναι εδώ το σημείο για να προσπαθήσουμε να την περιγράψουμε πλήρως, αλλά η αναπαραγωγή του κεφαλαίου υπάρχει κάθε φορά μόνο ως μια συγκεκριμένη κατάσταση.

Το να κοιτάξουμε όμως σοβαρά αυτή την συγκρουσιακή στιγμή της αναπαραγωγής σημαίνει επίσης να παραδεχτούμε ευθύς εξ αρχής ότι οι τάξεις του κεφαλαίου και τα άτομα που τις συνθετουν, ενεργούν σύμφωνα με αυτό που η κοινωνική τους ύπαρξη τους επιβάλλει, ή σύμφωνα με αυτό που τα ίδια υποθέτουν ότι είναι η ύπαρξή τους. Ας είμαστε σαφείς: ούτε η καπιταλιστική τάξη, ούτε το προλεταριάτο ούτε η μεσαία τάξη αποτελούνται από ρομπότ που θα είχαν το κεφάλαιο ως συλλογική τεχνητή νοημοσύνη. Ωστόσο εάν, όπως ισχυριζόμαστε, το κεφάλαιο αναπαράγεται συνεχώς ως καπιταλιστική κοινωνία, δεν μπορεί να είναι ανεξάρτητο από την κοινωνική ύπαρξη των υποκειμένων που το συνθέτουν. Είμαστε όλοι παγιδευμένοι στην αυτο-προϋπόθεση του κεφαλαίου. Από αυτή την άποψη δεν είναι ζήτημα του αν “οι άνθρωποι δεν πιστεύουν σ’ αυτό” ή, αντίθετα, “πιστεύουν σ’ αυτό”, αλλά της αναγκαιότητας, στην οποία ο καθένας μας βρίσκει τον εαυτό του, να βγάλει τα προς το ζην, κάτω από τις συνθήκες στις οποίες ζει, στις οποίες έχει παραχθεί ως υποκείμενο αυτής της κοινωνίας. Οι αγώνες που προκαλούνται, λοιπόν, από την αναπαραγωγή του κεφαλαίου έχουν τουλάχιστον ως πρωταρχικό σκοπό την αναπαραγωγή του κεφαλαίου και των τάξεων που το συνθέτουν. Είναι αυτή η αναπαραγωγή που είναι πάντα συγκρουσιακή, γιατί γίνεται ενάντια σ’αυτό που είμαστε κοινωνικά όντας αυτό που είμαστε κοινωνικά.

Να υπερασπίζεσαι τα συμφέροντα της τάξης σημαίνει επίσης να υπερασπίζεσαι αυτό που τη συγκροτεί ως τάξη, δηλαδή την εκμετάλλευση. Έτσι, στο όνομα του ταξικού συμφέροντος, οι εργάτες της Fiat υπογράφουν ανταγωνιστικές συμβάσεις και συμφωνούν να εργάζονται περισσότερο και να πληρώνονται λιγότερο για να κρατήσουν τις δουλειές τους. Μια επαναστατική κατάσταση θα ήταν μια κατάσταση η οποία ξεφεύγοντας από τους αγώνες γύρω από την αναπαραγωγή, θα έβαζε ευθέως τον στόχο της κατάργησης των τάξεων και του κεφαλαίου, πρακτικά τερματίζοντάς τα.

Θέτουμε την άποψη ότι μόνο το προλεταριάτο μπορεί να επέμβει σ’ αυτό το “τέλμα” και να οδηγήσει σε ένα τέλος αυτή τη σύγκρουση, επειδή μόνο το προλεταριάτο μπορεί να θέσει σε αμφισβήτηση την ύπαρξή του εντός του κεφαλαίου. Μόνο το προλεταριάτο μπορεί να στρέψει τη δράση του ενάντια στην αναπαραγωγή της ταξικής σχέσης και όχι μόνο για μια καλλίτερη κατανομή του εισοδήματος, όπως η μεσαία τάξη ή ένα τμήμα της τάξης των καπιταλιστών (η μια επειδή πρέπει να συνεχίσει να απαλλοτριώνει ένα μερίδιο της αξίας, η άλλη επειδή είναι αναγκαίο η υπεραξία να πραγμοποιείται). Η αντίφαση, αν υπάρχει, έγκειται όχι τόσο στην πτώση των ποσοστών κέρδους καθαυτήν όσο στο γεγονός ότι αυτή η τάση, που οδηγεί στην αποβολή μαζών προλεταρίων προς τα περιθώρια αθλιότητας αυτής της σχέσης, ή στην διαρκώς πιο συγκρουσιακή ενσωμάτωσή τους, τους συλλαμβάνει πάντα ως προλετάριους και κάνοντας αυτό τους θέτει ενώπιον της ίδιας της ταξικής τους ύπαρξης, ενσαρκωμένης στο κεφάλαιο. Στη στιγμή της αναπαραγωγής εμπεριέχεται πάντα και η στιγμή της αδυνατότητας του προλεταριάτου. Αλλά αυτή η θεωρητική αλήθεια υπάρχει πάντα ιστορικά, όχι στην καθαρή σχέση κατά πρόσωπο αντιπαράθεση ανάμεσα στο προλεταριάτο και το κεφάλαιο, αλλά στην σχέση όλων των τάξεων μεταξύ τους.

Στους πραγματικούς αγώνες, όπως ξεδιπλώνονται σήμερα, εκεί που το προλεταριάτο απωθείται στο περιθώριο του καπιταλιστικού κόσμου, η διαταξικότητα είναι αναπόφευκτη. Το βάρος ιδιαίτερα της μεσαίας τάξης, σε αγώνες που ξεσπούν στη στιγμή της αναπαραγωγής και έχουν ως αποτελεσματικό διακύβευμα την αναδιανομή, είναι τότε καθοριστικό. Οι τωρινοί αγώνες είναι πολύ συχνά διαταξικοί τόσο στην ανάπτυξή τους όσο και στα διακυβεύματα και πρέπει να αναλυθούν ως τέτοιοι.

Και πραγματικά, αν το προλεταριάτο είναι παρόν σ’ αυτούς τους διαταξικούς αγώνες, είναι επειδή το ίδιο είναι απλά μια τάξη αυτού του τρόπου παραγωγής, και υπάρχει ως τέτοια: η πραγματικότητα του κατακερματισμού του προλεταριάτου. Αυτός είναι ο λόγος που κάποιοι προλετάριοι βλέπουν την αναπαραγωγή τους εξασφαλισμένη με έναν σχετικά σταθερό, αν και απειλούμενο, ακόμα, τρόπο, ενώ ένα άλλο μέρος είναι περιθωριοποιημένο και συχνά κρατιέται μακριά από τους αγώνες. Η αρμονία αυτών των δύο τρόπων ύπαρξης του προλεταριάτου σημαίνει ότι η μόνη φωνή που τώρα ακούγεται πολιτικά είναι αυτή της μεσαίας τάξης. Αυτή [η μεσαία τάξη] είναι που, στη συγκρουσιακή στιγμή της συνολικής αναπαραγωγής, πραγματοποιεί τη σύνθεση όλων των διεκδικήσεων που είναι δυνατόν να διατυπωθούν (κάτι που δεν σημαίνει ότι αυτές είναι και πραγματοποιήσιμες), καθώς τίποτα σήμερα δεν μπορεί να μας κάνει να θεωρήσουμε ως εφικτή την κατάργηση του κεφαλαίου. Αυτό συμβαίνει επειδή το προλεταριάτο βλέπει τον ίδιο τον εαυτό του ως μια τάξη του κεφαλαίου που δεν μπορεί πλέον να διαμορφώσει την κατάργηση του κεφαλαίου ως το πρόγραμμά του, και συνεπώς είναι υποχρεωμένο να μιλά τη γλώσσα της βιώσιμης αναπαραγωγής των ταξικών σχέσεων, της ανακατανομής του πλούτου, της κοινωνικής δικαιοσύνης, του αγώνα ενάντια στη φτώχεια, και να βρίσκει τον εαυτό του εμβαπτισμένο στις διάφορες λαϊκιστικές εκφράσεις, δεξιές και αριστερές, της ταξικής σύγκρουσης.

Στον δρόμο προς το παρόν

Σ’ αυτή την κατάσταση κανείς δεν μπορεί να δώσει οδηγίες στο προλεταριάτο ή να το οργανώσει σε ένα ενιαίο ταξικό μέτωπο: είναι το τέλος της παλιάς διαλεκτικής, η τάξη διεαυτήν δεν δίνεται σαν “υδατογράφημα/αμυδρή σφραγίδα” πίσω από την τάξη καθεαυτήν, που είναι μόνο η πραγματικά υπάρχουσα τάξη. Το ερώτημα του τι μπορεί να γίνει συνήθως βρίσκει μια άμεση απάντηση σε αυτό που ήδη κάνουμε: αν δεν κάνουμε τίποτα άλλο από αυτό που κάνουμε ήδη, συνήθως υπάρχει κάποιος σοβαρός λόγος γι’ αυτό. Ως κομμουνιστές, μας ενδιαφέρει μόνο αυτό που υπάρχει, και από το υπάρχον δεν λείπει τίποτα, ούτε από το προλεταριάτο λείπει κάτι για να κάνει την επανάσταση. Δεν είναι η λιποταξία της αριστεράς ή των κομμουνιστών που έχει προκαλέσει τον κατακερματισμό της τάξης ή που εμποδίζει το προλεταριάτο να βρει τη δική του πολιτική γλώσσα, αλλά μάλλον η πραγματική ταξική του ύπαρξη στον καπιταλισμό, το μόνο πράγμα που έχουμε να αντιμετωπίσουμε.

Από την άλλη πλευρά, είναι σ’ αυτό που γίνεται ήδη τώρα, και όχι στα μεγάλα ουτοπικά σχέδια της ταξικής ανασυγκρότησης όπως θα έπρεπε (ανασυγκρότησης που πιθανόν δεν συνέβη ποτέ, ούτε το 1917), που μπορούμε να συγκεντρώσουμε την προσοχή μας: στις (σπάνιες) στιγμές των εργατικών αγώνων στους οποίους οι ταξικές σχέσεις επιβεβαιώνεται ότι δεν μπορούν να υποστηριχτούν, στους αγώνες των γυναικών που αμφισβητούν τον ρόλο τους ως γυναίκες, στους αγώνες όσων υφίστανται φυλετικές διακρίσεις (γνωρίζοντας επίσης ότι όλοι αυτοί οι αγώνες αναμιγνύονται, αποτελώντας επίσης μια σύγκρουση εντός της τάξης) και γενικότερα σε ό,τι δεν είναι άμεσα ενσωματώσιμο στον λόγο μιας συνολικά αρμονικής κοινωνικής αναπαραγωγής, και έρχεται να επιλυθεί σ’ αυτόν τον λόγο [ce qui n’est pas directement intégrable au discours d’une harmonieuse reproduction sociale d’ensemble, et vient trancher sur ce discours].

Για να δώσουμε απλά ένα παράδειγμα, το ζήτημα της πάλης ενάντια στην αστυνομική βία στις εργατικές γειτονιές εγείρει γραμμές σύγκρουσης που σε καμμιά περίπτωση δεν προϋποθέτουν την κρίσιμη ανάπτυξη αυτών των αγώνων αλλά τους θέτεις εντός των ορίων του ασυμφιλίωτου. Φυσικά, είναι πάντα δυνατόν να βγάλει κανείς έναν λόγο με το θέμα “η δημοκρατική αστυνομία πρέπει να είναι στην υπηρεσία μας”, και αυτοί οι αγώνες, στον βαθμό που είναι τέτοιοι, μπορεί συχνά να χρησιμοποιούν αυτή τη γλώσσα, εκτός κι αν κανείς γυρίσει την πλάτη σε κάθε διάλογο και περιφρουρεί τους δρόμους με όπλα, όπως έκαναν οι Μαύροι Πάνθηρες, με τις συνέπειες που μπορεί κανείς να φανταστεί.

Ένας τρόπος πο οι αγώνες μπορούν να διατηρήσουν αυτή την ένταση χωρίς να χάσουν τίποτα στην πορεία είναι να διεκδικούν τουλάχιστον δικαιοσύνη (ή ακόμα και μια δίκαιη απόφαση, καθώς η ατιμωρησία είναι ο κανόνας) σε συγκεκριμένες περιπτώσεις δολοφονιών από την αστυνομία, που επιτρέπει να διατηρηθεί ένας επιθετικός λόγος “τοπικοποιημένος” και όχι γενικός, εξ ου και η σημασία που αποκτούν ομάδες “Δικαιοσύνη για…”. Είναι αυτές οι εντάσεις και η εξέλιξή τους που θα πρέπει να παρατηρήσουμε προσεκτικά, αν και η λογική της αντιπροσώπευσης σημαίνει ότι στο τέλος της ημέρας μόνο ο “προοδευτικός” λόγος μπορεί να ακουστεί. Πραγματικά, είναι αδύνατον να κρατήσει κανείς έναν δημόσιο λόγο από μια θέση αποκλεισμού από το “δημόσιο”: κάθε προλετάρια (και κάθε γυναίκα) έχει βιώσει την ανασύσταση του εαυτού της για να μπορεί να συμμορφώνεται με τις γενικές απαιτήσεις της κοινωνίας· και είναι ακόμα και ένας ορισμός του προλεταριάτου ότι υπάρχει μόνο για να χρησιμοποιείται από τους άλλους. Τελικά, είτε είναι νέοι της “του 93” [jeunes du 93] είτε εργάτες στα κλωστοϋφαντουργεία της Βιρμανίας, οι προλετάριοι δεν έχουν ποτέ τον λόγο.

Και αυτή είναι ίσως η πηγή των αβεβαιοτήτων μας και ένα είδος επαναστατικής θλίψης: μετά από δύο αιώνες εργατικού κινήματος που είχε νοηθεί ως ένας πόλεμος ενάντια στον παλιό κόσμο, το προλεταριάτο είναι στην κατάσταση να είναι ορατό μόνο αυτό που είναι στον κόσμο του κεφαλαίου, χωρίς κατάσταση αυτή υπαγωγής να συνεπάγεται μια αντιστροφή με κάποιο μαγικό διαλεκτικό τέχνασμα. Η ταξική πάλη ακολουθεί την αβέβαιη πορεία της σε έναν κόσμο ερημωμένο από το κεφάλαιο, και είναι μια υλική διαδικασία την οποία κανένα στοιχείο λογικής ή ανθρωπιάς, δηλαδή τίποτα εξωτερικό ως προς τους ίδιους τους αγώνες, δεν μπορεί να επηρεάσει. Στην κατάσταση αυτή, η θεωρία, που για πολύ καιρό έχει παίξει για τους μαρξιστές τον ρόλο ενός ιστορικού υπερεγώ, ξαναπαίρνει τη θέση της, που είναι αυτή μιας κατανόησης της διαδικασίας της ταξικής πάλης που είναι ο καπιταλισμός και παράγεται σ’ αυτή τη διαδικασία. Αν η θεωρία μπορεί με την σειρά της να γίνει “υλική δύναμη” και να “καταλάβει τις μάζες”, αυτό μπορεί να γίνει μόνο κάτω από πολύ συγκεκριμένες συνθήκες, που οφείλονται στην ίδια τη διαδικασία, και κάνουν, με άλλα λόγια, τις “μάζες” να κατανοούν την ίδια τη δραστηριότητά τους όταν αυτή γίνεται επαναστατική δραστηριότητα, και όχι σε κάποια εσωτερική “αρετή” της θεωρίας όπως την εφαρμόζουμε εδώ. Είναι μάλλον οι μάζες που πρέπει να αδράξουν τη θεωρία, όσο δρουν μ’ αυτόν τον τρόπο, παρά το αντίστροφο. Είναι επίσης μ’ αυτή την έννοια που το τέλος της θεωρίας είναι και το τέλος του αντικειμένου της. Αλλά, έτσι κι αλλιώς, απέχουμε πολύ από αυτό.

Η ανάπτυξη της υλικής αντίφασης του κεφαλαίου και η ανανέωση των ανταγωνισμών που σταθερά παράγει είναι η μόνη ευδιάκριτη δυναμική του καπιταλιστικού κοινωνικού συνόλου. Ως κομμουνιστές, μπορούμε να πάρουμε το μέρος του προλεταριάτου, όταν εμφανίζεται με την “κακή του όψη”, αυτήν που τείνει να αρνηθεί την ίδια την ύπαρξή του, αλλά οδηγούμαστε επίσης να δούμε ότι άγεται από εθνικιστική, ρατσιστική ή ρεφορμιστική λογική, παραμένοντας πάντα προλεταριάτο. Εν τω μεταξύ, συχνά υπερασπιζόμαστε την αρνητικότητα καθαυτή, και δεν μπορούμε παρά να ανακαλέσουμε σε τι βασίζεται η καπιταλιστική κοινωνία, δηλαδή την εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης και την εκτόπιση των προλεταρίων από κάθε εξουσία πάνω στην ίδια την ύπαρξή τους.

Αλλά, και όχι πλέον ως κομμουνιστές αλλά ως οποιοσδήποτε άλλος, πολύ δύσκολα μπορούμε να επηρεάσουμε προς το παρόν την πορεία πραγμάτων πέρα από μας, που μας παρασέρνουν, ακόμα κι αν παλεύουμε μέσα στη γενική κίνηση, για την οποία δεν ξέρουμε ακριβώς που θα οδηγήσει. Αυτό είναι ένα πολύ σκληρό μάθημα μετριοφροσύνης για οποιονδήποτε θέλει να μιλά για επανάσταση, αλλά και μια δέσμευση να αποφύγουμε τις λυρικότητες και τις μεγάλες διακηρύξεις, να στραφούμε μακριά από ορίζοντες πολύ μακριά μας και να εστιάσουμε στην παροντική στιγμή, που μας αφορά απόλυτα.

AC

1 Στμ. Μεταφρασμένο από εδώ: https://carbureblog.com/2017/11/23/principe-dincertitude-lutte-des-classes-et-theorie.

2 Στμ. Εξαιρετικά βαθιά και στοχαστική συμύκνωση της ουσίας της ταξικής πάλης σήμερα. Εδώ πρέπει να δούμε τον πυρήνα της θέσης ότι το περιεχόμενο της επανάστασης σήμερα δεν μπορεί παρά να είναι το σταμάτημα της αναπαραγωγής μας ως προλεταριάτο, η αυτοκατάργηση της τάξης.

3 Στμ. έχει ειπωθεί και ως ότι αυτό που παράγει το κεφάλαιο ως κοινωνική σχέση είναι το προλεταριάτο.

Leave a Reply

Your email address will not be published.