Back in Black

 (ή η επιστροφή του μπλακ-μπλοκ)

του Salar Mohandesi1

Τέλος, και το σημαντικότερο, αν πρόκειται να δουλέψει αυτή η επανένωση, χρειαζόμαστε μια στρατηγική. Άλλωστε, το μπλακ-μπλοκ αντιπροσωπεύει μόνο μια τακτική. Αν και η προεδρία του Τραμπ έχει δημιουργήσει μια καινούρια ανάγκη για μαχητική αντιπαράθεση, τα γενικότερα στρατηγικά ζητήματα, που θα δώσουν σε μια τέτοια τακτική νόημα, παραμένουν ανοιχτά. Πώς μπορούμε να συναρθρώσουμε αποκλίνουσες κοινωνικές δυνάμεις σε μια σταθερή πολιτική ενότητα που θα σέβεται τις διαφορετικές ανάγκες, συμφέροντα και επιθυμίες; Ποιες μορφές οργανωμένης αυτο-δραστηριότητας θα συντονιστούν με την συγκεκριμένη σύνθεση της εργατικής τάξης στις ΗΠΑ; Με ποιον τρόπο μπορεί η αντίσταση ενάντια στον Τραμπ να μετασχηματιστεί σε ένα θετικό κίνημα για την ριζική κοινωνική αλλαγή, πέρα από τον καπιταλισμό και το κράτος; Μόνο σκεπτόμενοι μέσα από αυτά τα στρατηγικά ερωτήματα μπορούμε πραγματικά να καθορίσουμε την θέση του μπλακ-μπλοκ, και όχι το αντίστροφο.

Στμ. Ένα καταπληκτικό άρθρο των συντρόφων από τις ΗΠΑ για τις επιθετικές και μη-επιθετικές πτυχές των αγώνων και τα τακτικά και στρατηγικά ερωτήματα της συνάρθρωσής τους για το επαναστατικό, ανταγωνιστικό κίνημα στη σημερινή συγκυρία. Εξαιρετική συμβολή σε μια κατανόηση των χαρακτηριστικών του ανταγωνιστικού κινήματος και στη χώρα μας, ιδιαίτερα σε σχέση με τις διαρκώς συζητούμενες πτυχές της κόπωσης, της υποχώρησης, της ενσωμάτωσης των εγχειρημάτων και την προσπάθεια μιας ουσιαστικής συζήτησης στα ζητήματα τακτικής και στρατηγικής. To προγενέστερο – και εκτενέστερο για το μπλακ-μπλοκ (δημισιευμένο μάλιστα στις 12 Φλεβάρη του 2012), άρθρο “Back in Black“, του ίδιου συγγραφέα, αποτελεί με μια έννοια προαπαιτούμενο για την κατανόηση του παρόντος άρθρου.

Στις 3 Μαΐου του 1969, αρκετές εκατοντάδες ριζοσπάστες φοιτητές καρφώνανε με το βλέμμα τους μια ομάδα φασιστών έξω από τη Σορβόνη, στο Παρίσι. Την προηγούμενη μέρα, η νεοφασιστική ομάδα Occident είχε κάψει τα γραφεία μιας αριστερίστικης φοιτητικής οργάνωσης, αφήνοντας το “επισκεπτήριό” της, τον κέλτικο σταυρό. Σε απάντηση, ριζοσπάστες φοιτητές κάλεσαν σε διαδήλωση ενάντια στον “φασισμό και τον τρόμο”, όντας αποφασισμένοι για μάχη.

Συρράξεις ανάμεσα σε ριζοσπάστες και φασίστες είχαν γίνει ένα αρκετά κοινό γνώρισμα της παρισινής πολιτικής ζωής από την εποχή του πολέμου της Αλγερίας, όταν οι φασίστες στραφήκανε στην τρομοκρατία, τις δολοφονίες και τις βομβιστικές επιθέσεις σε μια ύστατη προσπάθεια να αποτρέψουν την ανεξαρτησία της Αλγερίας, να συντρίψουν την αριστερά και να καταλάβουν την κρατική εξουσία. Μετά τον πόλεμο, παραστρατιωτικές ομάδες, όπως η Occident, συνέχισαν να διεξάγουν τον πόλεμο εναντίον της αριστεράς. Στο πλαίσιο αυτό, πολλοί ριζοσπάστες φοιτητές ξεκίνησαν την πολιτική τους εκπαίδευση στην οργάνωση του αντιφασισμού, όπου έμαθαν πώς να μάχονται τους φασίστες στους δρόμους, να έρχονται αντιμέτωποι με την αστυνομία, να οργανώνουν γρήγορες, επιθετικές δράσεις. Όπως εξήγησε ένας ριζοσπάστης: “Ήμουν αντιφασίστας. Αυτός ήταν ο τρόπος που κοινωνικοποιήθηκα. Άλλοι ασκούνταν στην διαλεκτική – εγώ εξασκούμουν στο γκλομπ ”2.

Οι ομάδες της ριζοσπαστικής νεολαίας της δεκαετίας του 1960 εξελίχθηκαν σε παραστρατιωτικές πτέρυγες γνωστές ως Service d’Ordre (SO), Ομάδες Τάξης. Όπως υποδεικνύει και το όνομά τους, οι SO ανέλαβαν την ευθύνη της διατήρησης της γενικότερης τάξης. Δρούσαν σαν “σερίφηδες3” στις διαδηλώσεις, προστάτευαν τις πορείες και τις συναντήσεις από επιδρομές, υπερασπίζονταν τα μοιράσματα εφημερίδων από φασιστικές επιθέσεις, και αργότερα χειρίζονταν και την ασφάλεια στις καταλήψεις. Αλλά οι SO έπαιζαν και έναν επιθετικό ρόλο, διακόπτοντας τις διαλέξεις στη διάρκεια φοιτητικών απεργιών, εισβάλλοντας σε φασιστικές συγκεντρώσεις και αντιμετωπίζοντας την αστυνομία στη διάρκεια διαδηλώσεων. Για όσους ήταν στο κίνημα, δεν υπήρχε αντίφαση ανάμεσα σε αυτές τις λειτουργίες, όσο οι SO απαντούσαν στον γενικότερο αγώνα.

Εκείνη την Παρασκευή και οι δυο πλευρές ήρθαν προετοιμασμένες. Όταν οι αλήτες της Occident βάδισαν προς το Πανεπιστήμιο, φορώντας κράνη, με παλούκια και καπνογόνα, οι φοιτητές έβαλαν τα κράνη τους και έσπασαν έπιπλα για να φτιάξουν αυτοσχέδια όπλα για την αναπόφευκτη μάχη σώμα με σώμα. Πανικοβλημένος, ο πρύτανης κάλεσε την αστυνομία, που έκανε τα πράγματα χειρότερα επιτιθέμενη στην διαδήλωση και κάνοντας συλλήψεις αδιάκριτα. Οι φοιτητές απάντησαν γρήγορα, περικυκλώνοντας τα βανάκια της αστυνομίας, ξηλώνοντας τα λιθόστρωτα και πετώντας πέτρες στους μπάτσους.

Εκείνη την ημέρα έγιναν 574 συλλήψεις. Οι φοιτητές σε ολόκληρο το Παρίσι ριζοσπαστικοποιήθηκαν από τη βίαιη καταστολή και βγήκαν στους δρόμους απαιτώντας την απελευθέρωση των συντρόφων τους. Οι διαμαρτυρίες κλιμακώθηκαν μια βδομάδα αργότερα, στις 10 Μαΐου, όταν ριζοσπάστες νεολαίοι, καθοδηγούμενοι από τις σκληραγωγημένες στις μάχες SO, συγκρούστηκαν το βράδυ με την αστυνομία. Οι φοιτητές έκοψαν δέντρα και αναποδογύρισαν αυτοκίνητα ώστε να στήσουν οδοφράγματα, τέντωσαν καλώδια κατά πλάτος των δρόμων και κύλησαν αυτοκίνητα στις γραμμές της αστυνομίας, άναψαν φωτιές για να ανακόψουν την προώθηση των μπάτσων και εξαπέλυσαν ομοβροντίες από πέτρες. Όταν οι καπνοί των δακρυγόνων τελικά καθάρισαν, 200 αυτοκίνητα κείτονταν κατεστραμμένα, τουλάχιστον 400 άτομα είχαν τραυματιστεί και πάνω από 500 άτομα συνελήφθησαν.

Είναι αξιοσημείωτο ότι παρά τους βανδαλισμούς, τη βία και την καταστροφή ιδιοκτησιών, οι δημοσκοπήσεις έδειξαν ότι το 80% των κατοίκων του Παρισιού υποστήριζαν την νεολαία. Για την ακρίβεια, οι κάτοικοι του Καρτιέ Λατέν, προμήθευσαν τους διαδηλωτές με φαγητό, νερό, υλικά για τα οδοφράγματα, και καταφύγιο από την αστυνομία. Στις 13 Μαΐου τα συνδικάτα κάλεσαν σε απεργία. Φοιτητές κατέλαβαν το Πανεπιστήμιο, εργάτες στα εργοστάσια τους ακολούθησαν γρήγορα και μέχρι το τέλος του μήνα σχεδόν εννιά εκαταμμύρια εργάτες απεργούσαν. Καθώς η ζωή στην πρωτεύουσα είχε καθηλωθεί, ο πρόεδρος Ντε Γκωλ έφυγε από τη χώρα για να διαβουλευτεί με τον στρατό. Αν και ο Ντε Γκωλ ανέκτησε γρήγορα τον έλεγχο, τα γεγονότα του Μάη αναστάτωσαν εκ βάθρων τη γαλλική κοινωνία. Τα εργοστάσια έγιναν μη διοικήσιμα για περισσότερο από μια δεκαετία, πολύμορφα κοινωνικά κινήματα πολλαπλασιάστηκαν σε ολόκληρη τη χώρα και ο ίδιος ο Ντε Γκωλ αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την προεδρία το 1969.

Είναι καταπληκτικό, λοιπόν, να βλέπει κανείς την αντίδραση της φιλελεύθερης διανόησης στην επιστροφή του μπλακμπλοκ σήμερα. Μερικοί κριτικοί, όπως η Erica Chenoweth, ισχυρίζονται ότι η “ιστορία” αποδεικνύει, υποτίθεται, πως οι “τακτικές του μπλακ-μπλοκ” είναι αναποτελεσματικές. Καταρχάς, εξηγήσεις σαν αυτές συνταυτίζουν, λαθεμένα, την μαχητική σύγκρουση στον δρόμο με τον ένοπλο αγώνα ενάντια σε δικτατορίες, αναπαριστώντας λανθασμένα το μπλακ-μπλοκ ως μια πολιτοφυλακή ή αντάρτικη δύναμη, μάλλον, παρά ως μια συγκεκριμένη τακτική. Ακόμα χειρότερα, είναι ιστορικά ανακριβείς. Ελάχιστοι ιστορικοί αμφισβητούν ότι οι μαχητικές συγκρούσεις στον δρόμο έπαιξαν έναν καθοριστικό, καταλυτικό ρόλο στη Γαλλία της δεκαετίας του 1960. Υπάρχει, επίσης, συμφωνία ότι η τακτική αυτή αποδείχτηκε αποτελεσματική και σε πολλούς άλλους αγώνες – ως παράδειγμα, το οποίο αφορά τις ίδιες τις ΗΠΑ, θεωρήστε την εξέγερση του Detroit το 1967. Οι ταραχές όχι μόνο δεν οδήγησαν στο χάος αλλά, στην πραγματικότητα, γέννησαν μακροχρόνιες και ανθεκτικές οργανώσεις όπως η “Λίγκα των Επαναστατών Μαύρων Εργατών” (League of Revolutionary Black Workers4).

Αλλά ας μην κάνουμε το αντίθετο λάθος από την Chenoweth. Το παράδειγμα του Μάη του 1968 δεν υποδεικνύει ότι οι συγκρούσεις στον δρόμο θα φτάσουν, αυτομάτως, να προκαλέσουν μαζικά κινήματα του τύπου που αναποδογύρισαν ριζικά την γαλλική κοινωνία τις δεκαετίες του 1960 και του 1970. Οι συγκρουσιακές τακτικές της ριζοσπαστικής νεολαίας πριν και στη διάρκεια του Μάη του 1968 πυροδότησαν μια εξαιρετικά εύφλεκτη συγκυρία και η ακριβής ακολουθία των γεγονότων του Μάη δεν μπορεί να επαναληφθεί ποτέ ξανά.

Συνεπώς, η “ιστορία” δεν μας παρέχει μοντέλα που θα πρέπει να αποφύγουμε ή να ακολουθήσουμε μηχανικά. Αν η ιστορία των μαχητικών συγκρούσεων μάς δείχνει κάτι, είναι ότι οι τακτικές του μπλακ-μπλοκ μπορούν να δουλέψουν σε κάποιες περιπτώσεις και σε κάποιες άλλες όχι: η αποτελεσματικότητα εξαρτάται από την συγκεκριμένη συγκυρία. Επικλήσεις του όμορφου παρελθόντος μπορεί να ρίξουν φως σε μια εποχή στην οποία κάτι, όπως το μπλακ-μπλοκ, έπαιξε έναν σημαντικό ρόλο στα κοινωνικά κινήματα αλλά δεν μπορούν να μας πουν τίποτα για το αν το μπλακ-μπλοκ είναι κατάλληλο σήμερα. Μόνο μια συγκεκριμένη ανάλυση μιας συγκεκριμένης κατάστασης μπορεί να προσδιορίσει ποιον ρόλο, αν οποιονδήποτε, μπορεί να παίξει το μπλακ-μπλοκ στα σημερινά κινήματα. Αν και αρκετοί έχουν δικαιολογημένα αμφισβητήσει συνολικά την αποτελεσματικότητα του μπλοκ την τελευταία περίπου δεκαετία, σήμερα βρισκόμαστε σε μιαν αντικειμενικά διαφορετική ιστορική συγκυρία, η οποία θα μπορουσε να μας αναγκάσει να ξανασκεφτούμε τον δυνητικό ρόλο του μπλακ-μπλοκ.

Nέα Συγκυρία

Όπως έχω επιχειρηματολογήσει αλλού, το μπλακ-μπλοκ αντιπροσώπευε μια συγκεκριμένη τακτική που κάποτε απολάμβανε μια πολύτιμη θέση στην στρατηγική ενός συγκεκριμένου αστερισμού κινημάτων. Αλλά στη διάρκεια των δεκαετιών του 1980 και του 1990 τα κινήματα αυτά κατέρρευσαν, η καταστολή εκτοξεύθηκε και οι ριζοσπαστικοί χώροι αναδομήθηκαν, υπονομεύοντας τις κοινωνικές βάσεις που γείωναν τις τακτικές του μπλακ-μπλοκ. Το μπλοκ κατάφερε να επιβιώσει σαν ένα είδος μιας “αιωρούμενης τακτικής”, αλλά αυτή η επιβίωση είχε ένα κόστος. Χωρίς μια ευρύτερη τακτική, οι “παρτιζάνοι” του μπλοκ βρέθηκαν αναγκασμένοι να αναπαράγουν διαρκώς αυτή την μοναδική τακτική, με την ελπίδα ότι θα ξαναζωντάνευαν αυθόρμητα την στρατηγική που κάποτε της έδινε νόημα, παγιδευόμενοι έτσι σε μια ατέρμονη απειρία θεαματικών δράσεων. Διαχωρισμένοι από τα συλλογικά όργανα, τα μέλη του έτειναν να υιοθετούν μια διακριτή πολιτισμική ταυτότητα, μερικές φορές σε ευθεία αντίθεση με τα κινήματα. Στη διάρκεια της δεκαετίας του 2000, μερικοί μαχητές του μπλακ-μπλοκ χλεύαζαν άλλους διαδηλωτές επειδή προσπαθούσαν να τους συγκρατήσουν, ενώ λιγότερο συγκρουσιακοί ακτιβιστές αποκήρυσσαν το μπλοκ για ανεύθυνο τυχωδιοκτισμό. Είναι από αυτή την περίοδο που χρονολογείται η φήμη του μπλοκ.

Αλλά η αυγή της διακυβέρνησης του Τραμπ έχει αλλάξει το παιχνίδι. Εξαπολύοντας μια τεράστια επίθεση σε όλα τα κομμάτια της εργατικής τάξης, η προεδρία του έχει εγείρει ζητήματα σχετικά με την γενική και την προσωπική ασφάλεια και τη σωματική ακεραιότητα. Η μονομερής επιβολή από τον Τραμπ ρατσιστικών μεταναστατευτικών πολιτικών έχει ήδη προκαλέσει σύγχυση στις ζωές των μεταναστών. Μελλοντικές ενέργειες θα θέσουν σε ακόμα μεγαλύτερο κίνδυνο τη ζωή των μεταναστών χωρίς χαρτιά. Αν περάσει, σε πανεθνικό επίπεδο, ο νόμος των Ρεπουμπλικάνων για το δικαίωμα στην εργασία, θα μπορούσε να προκαλέσει πλήγμα5 στα συνδικάτα, αφήνοντας αμέτρητους Αμερικανούς εργάτες σε ακόμα πιο ευάλλωτη θέση, από αυτήν που βρίσκονται σήμερα. Εν τω μεταξύ, η επέλαση του Τραμπ κατά της “μεταρρύθμισης στην υγεία” θα μπορούσε να αφήσει 20 εκατομμύρια Αμερικανούς ανασφάλιστους, προκαλώντας δυνητικά 43.956 θανάτους τον χρόνο. Τα εγκλήματα μίσους έχουν ήδη εκτοξευθεί, καθώς αποθρασσυμένοι φασίστες ζωγραφίζουν σβάστικες σε πόλεις σε ολόκληρη τη χώρα, στέλνους θανάσιμες απειλές σε συναγωγές και τζαμιά, και παρενοχλούν λεκτικά και σωματικά μειονότητες. Μόλις πριν από δυο βδομάδες ένας υποστηρικτής του Τραμπ πυροβόλησε έναν διαμαρτυρόμενο διαδηλωτή σε εκδήλωση του Milo Yiannopoulos στο Seattle – το δικαίωμα του θύματος στην ελευθερία του λόγου δεν έτυχε καμμιάς άμυνας από τους φιλελεύθερους υπερασπιστές των πολιτικών δικαιωμάτων σε αντίθεση με αυτήν που επιφυλάχθηκε στον Richard Spencer, για μια μη-θανάσιμη μπουνιά που δέχτηκε. Στο πλαίσιο αυτό, αξίζει να ξανασκεφτούμε τον ρόλο που η μαχητική αντιπαράθεση, και η αυτοάμυνα, μπορούν να παίξουν στην προστασία των συλλογικών κινημάτων.

Υπάρχουν, επίσης, ενδείξεις ότι η ιδέα της σύγκρουσης κερδίζει ευρύτερη αποδοχή. Πολλοί από τους διοργανωτές που δεν είχαν προηγουμένως υιοθετήσει τις τακτικές του μπλακ-μπλοκ γίνονται όλο και περισσότερο δεκτικοί, και σε κάποια μέρη επιδιώκουν συμμαχίες με αυτούς που τις χρησιμοποιούν. Παρά την διαφωνίες που συνοδεύουν τα γεγονότα, φαίνεται ότι αρκετοί φοιτητές στο Berkeley υποστήριξαν τις μαχητικές ενέργειες που απέτρεψαν τον Milo Yiannopoulos να μιλήσει εκεί, ομιλία στην οποία σκόπευε να ξεκινήσει μια καμπάνια εναντίον των “πανεπιστημιουπόλων-ασύλων”6, και πιθανόν να είχε σχεδιάσει να αποκαλύψει τα ονόματα φοιτητών χωρίς χαρτιά. “Η πανεπιστημιούπολή μου δεν έκανε τίποτα για να σταθεί ανάμεσα στην κοινότητά μας, όσων δεν έχουμε χαρτιά, και τα μισητά χέρια των ριζοσπαστικοποιημένων λευκών αντρών – οι Αντίφα το έκαναν”, έγραψε ένας φοιτητής χωρίς χαρτιά για τα γεγονότα με τον Milo. “Μια ειρηνική διαμαρτυρία δεν επρόκειτο να ακυρώσει αυτή την εκδήλωση, όπως δεν το έκαναν οι πολυάριθμες επιστολές από το Τμήμα, το προσωπικό, βετεράνους του Κινήματος Ελευθερίας του Λόγου (Free Speech Movement) ακόμα και τους δωρητές. Μόνο η καταστροφή των τζαμαριών και οι βολές των φωτοβολίδων το έκαναν”.

Υπάρχει ένα αυξανόμενο ενδιαφέρον για το μπλακ-μπλοκ ακόμα στην κυρίαρχη κοινή γνώμη. Μέσα σε ώρες, το βίντεο με τον Richard Spencer να δέχεται μια μπουνιά στο πρόσωπο είχε σχεδόν ένα εκατομμύριο επισκέψεις, και επενδύθηκε με μουσική υπόκρουση από το “Born in the U.S.A.” μέχρι το “The Boys Are Back in Town”. Το μπλακ-μπλοκ κουβεντιάζεται τώρα στο μεσημεριανό, προβάλλεται στην καλωδιακή και σχολιάζεται στα πρωτοσέλιδα των New York Times, προκαλώντας μερικούς φιλελεύθερους της μόδας όπως η Sarah Silverman να ξανασκεφτούν τι προκείμενές τους. Αυτή η αλλαγή αντίληψης είναι, πιθανόν, και αντανάκλαση της ριζοσπαστικοποίησης της πολιτικής κατάστασης. Κινητοποιούμενοι από τον Τραμπ, εκαταντάδες χιλιάδες Αμερικανών, που δεν είχαν συμμετάσχει σε μια διαδήλωση ποτέ πριν από αυτές τις εκλογές, θυσιάζουν τώρα τον ελεύθερο χρόνο τους για πολιτικές συναντήσεις, για να πορευτούν ενάντια στην κυκλοφορία, να κλείσουν αεροδρόμια, να εκπαιδευτούν σαν διοργανωτές, ακόμα και να σκέφτονται την πιθανότητα μιας γενικής απεργίας. Πολλοί φθάνουν να αισθάνονται ότι η βία μιας σπασμένης τζαμαρίας ωχριά σε σύγκριση με την βία της διακυβέρνησης του Τραμπ. Στην πραγματικότητα, είναι ακριβώς αυτή η απρόσμενη ανοιχτότητα στις τακτικές του μπλακ-μπλοκ που έφερε τους κριτικούς σε μια τέτοια κατάσταση παραληρήματος.

Την ίδια στιγμή, οι μαχητές του μπλακ-μπλοκ αναγνωρίζουν την ανάγκη να βρουν τρόπους για να ενσωματώσουν οργανικά την σύγκρουση στον δρόμο μέσα σε ένα ολόκληρο οικοσύστημα αγώνων. Μην ξεχνάμε ότι στο Berkley, οι δράσεις του μπλοκ ήταν μόνο μια πτυχή μιας ευρύτερης καμπάνιας που περιελάμβανε την δημοσίευση άρθρων γνώμης, την αγορά εισιτηρίων [της εκδήλωσης του Milo Yiannopoulos], δουλειά μαζί με το Τμήμα για να πιεστεί η διοίκηση του Πανεπιστημίου να ακυρώσει την εκδήλωση, οργάνωση μέσω της UAW, απεύθυνση στους τοπικούς πολιτικούς και σε διάφορες κοινότητες της περιοχής, και την διοργάνωση δημόσιων συναντήσεων.

Οι μαχητές του μπλακ-μπλοκ με τους οποίους μίλησα σε πρόσφατες διαδηλώσεις στην Φιλαδέλφεια, τόνιζαν τη σπουδαιότητα της δουλειάς μαζί και όχι ενάντια στις μεγαλύτερες κινητοποιήσεις. Αυτό σημαίνει τον μετασχηματισμό του μπλοκ από μια ταυτότητα σε μια εντεταγμένη τακτική. Ο δρόμος προς τα μπροστά είναι, λοιπόν, να εμπλουτιστεί δημιουργικά η σύγκρουση στον δρόμο όχι μόνο με ένα ευρύτερο φάσμα τακτικών αλλά με ευρύτερα μαζικά κινήματα, που σημαίνει πιθανόν ότι θα βάλλουν το μπλοκ σε ένα φάσμα χρήσεων, όπως έκαναν οι Γάλλοι ριζοσπάστες την δεκαετία του 1960 με την service d’ordre.

Στην διάρκεια της ορκωμοσίας του Τραμπ, οι τακτικές του μπλακ-μπλοκ βοήθησαν τους ακτιβιστές του κινήματος Black Lives Matter να κλείσουν ένα σημείο ελέγχου και να κυνηγήσουν κάποιους νεοναζί. Τι άλλες χρήσεις μπορεί να εξυπηρετήσει το μπλοκ σήμερα; Το κλείσιμο αεροδρομίων; Την προστασία κλινικών έκτρωσης; Το σταμάτημα επιδρομών απελάσεων; Την άμυνα αυτοοργανωμένων προγραμμάτων επιβίωσης που θα αναπτύξουμε στα επόμενα χρόνια;

Προκλήσεις

Το ερώτημα, λοιπόν, είναι κατά πόσον η προεδρία του Τραμπ έχει δημιουργήσει τις συνθήκες για την αποκατάσταση του μπλακ-μπλοκ στην ιστορική του λειτουργία ως ενός αναπόσπαστου στοιχείου των μαζικών αγώνων αντί ως μιας “αιωρούμενης” τακτικής. Φαίνεται ότι η δυνατότητα υπάρχει, αλλά η εδραίωση αυτής της “συνάντησης” θα αντιμετωπίσει αναμφίβολα πολλές προκλήσεις.

Πρώτα απ’ όλα υπάρχει η υποκρισία της αμερικανικής παραδοσιακής αντίληψης σχετικά με την βία. Στη διάρκεια του Μάη του 1968, ο κόσμος του Παρισιού ελάχιστα σκεφτόταν τις δεκάδες αυτοκίνητα που κάηκαν. Η αστυνομία, την οποία η πλειοψηφία δεν σεβόταν καθόλου, είχε ξεκάθαρα άδικο. Αντίθετα, αν και είναι ξεκάθαρο ότι χιλιάδες Αμερικανών είναι στο σημείο να ξανασκεφτούν την μαχητική σύγκρουση στον δρόμο, η ιδεολογία της τάξης και του νόμου παραμένει ισχυρή. Ακόμα και μεταξύ αυτών που αντιτίθενται στον Τραμπ, η αθωότητα της αστυνομίας θεωρείται δεδομένη ενώ τα θύματά της θεωρούνται από πριν ένοχα. Για να βρει το μπλακ-μπλοκ μια σταθερή θέση στα σημερινά κινήματα, θα πρέπει να αλλάξει αυτός ο ιδεολογικός σεβασμός στις αρχές του νόμου.

Αυτό δεν σημαίνει σε καμμιά περίπτωση ότι λέμε, όπως κάνουν οι φιλελεύθεροι, πως αυτή η στάση είναι τόσο βαθιά ριζωμένη ώστε να σηκώσουμε ψηλά τα χέρια και να αστυνομεύουμε τα κινήματά μας, για να έχουν απήχηση στις φιλελεύθερες ευαισθησίες. Αν υπάρχει ένα πράγμα που έχουμε μάθει αυτόν τον τελευταίο χρόνο, είναι ότι οι απόψεις των ανθρώπων μπορούν να αλλάξουν ραγδαία. Μπορούμε να περιμένουμε ότι ο Τραμπ θα κάνει ένα μέρος αυτής της δουλειάς για μας. Αλλά μπορούμε επίσης να προσπαθήσουμε να εξαπολύσουμε μια εντατική καμπάνια πολιτικής διαπαιδαγώγησης, ιδιαίτερα στις μαζικές διαδηλώσεις που συγκεντρώνουν δεκάδες χιλιάδες άτομα κάθε βδομάδα, που θα επιμένει ότι προσεγγίζουμε την σύγκρουση όχι μέσω ηθικολογικών κρίσεων αλλά μέσω μιας τακτικής θεώρησης.

Δεύτερον, υπάρχει η πρόκληση της τυποποίησης (φορμαλισμού) της σύνδεσης ανάμεσα στο μπλακ-μπλοκ και στους άλλους αγώνες. Για να είναι αποτελεσματικό, το μπλακ-μπλοκ απαιτεί έναν συγκεκριμένο βαθμό αυτονομίας, ιδιαίτερα με δεδομένους τους νομικούς κινδύνους της σύγκρουσης. Από την άλλη πλευρά, το μπλακ-μπλοκ, αν πρόκειται να ενισχύσει τα κινήματα αντί να εργάζεται για ανταγωνιστικούς σκοπούς, θα πρέπει να είναι διαφανές και να “δίνει λογαριασμό”. Στο παρελθόν, αυτή η ισορροπία επιτυγχανόταν μέσω μιας τυπικής οργανωτικής ενότητας. Η service d’ordre, για παράδειγμα, υπήρχε εντός, και έπαιρνε γενικές κατευθύνσεις, από μια μεγαλύτερη οργάνωση. Με τον τρόπο αυτό, όσοι εμπλέκονταν σε τακτικές του μπλοκ και όσοι εμπλέκονταν σε άλλες δράσεις, μπορούσαν να συντονίζουν τις προσπάθειές τους για να πετυχαίνουν την μέγιστη αποτελεσματικότητα. Για να κάνουμε την σύνδεση να δουλέψει σήμερα, θα πρέπει να βρούμε τρόπους να αναδημιουργήσουμε αυτή την “τυποποιημένη” σχέση, που σημαίνει να βρούμε νέες μορφές ενότητας και να οικοδομήσουμε συλλογικές οργανώσεις. Στην πραγματικότητα, στο σημερινό πλαίσιο, το ίδιο το ερώτημα της ενότητας έχει πολύ λίγο νόημα χωρίς την οργάνωση.

Τέλος, και το σημαντικότερο, αν πρόκειται να δουλέψει αυτή η επανένωση, χρειαζόμαστε μια στρατηγική. Άλλωστε, το μπλακ-μπλοκ αντιπροσωπεύει μόνο μια τακτική. Αν και η προεδρία του Τραμπ έχει δημιουργήσει μια καινούρια ανάγκη για μαχητική αντιπαράθεση, τα γενικότερα στρατηγικά ζητήματα, που θα δώσουν σε μια τέτοια τακτική νόημα, παραμένουν ανοιχτά. Πώς μπορούμε να συναρθρώσουμε αποκλίνουσες κοινωνικές δυνάμεις σε μια σταθερή πολιτική ενότητα που θα σέβεται τις διαφορετικές ανάγκες, συμφέροντα και επιθυμίες; Ποιες μορφές οργανωμένης αυτο-δραστηριότητας θα συντονιστούν με την συγκεκριμένη σύνθεση της εργατικής τάξης στις ΗΠΑ; Με ποιον τρόπο μπορεί η αντίσταση ενάντια στον Τραμπ να μετασχηματιστεί σε ένα θετικό κίνημα για την ριζική κοινωνική αλλαγή, πέρα από τον καπιταλισμό και το κράτος; Μόνο σκεπτόμενοι μέσα από αυτά τα στρατηγικά ερωτήματα μπορούμε πραγματικά να καθορίσουμε την θέση του μπλακ-μπλοκ, και όχι το αντίστροφο.

Διευρύνοντας τους Ορίζοντές μας

Στις 7 Μαΐου του 1968, μέλη της UJCml, μιας από τις ριζοσπαστικές φοιτητικές οργανώσεις της εποχής, συναντήθηκαν στην École Νormale Supérieure για να συζητήσουν για την φοιτητική εξέγερση. Ο Robert Linhart, ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης της ομάδας, θεωρούσε ότι η όλη υπόθεση ήταν ένα “κόλπο”. Προσδεμένος σε έναν χονδροειδή εργατισμό, ο Linhart επιχειρηματολόγησε ότι οι εξεγερμένοι φοιτητές δεν θα μπορούσαν πιθανά να καθοδηγήσουν την επανάσταση. Στην πραγματικότητα, οι παιδαριώδεις συγκρούσεις στον δρόμο δεν ήταν απλά μόνο ένας αποπροσανατολισμός αλλά εξυπηρετούσε άμεσα τα σχέδια της αστικής τάξης κρατώντας τους φοιτητές παγιδευμένους στο Quartier Latin, μακριά από τους εργάτες. Όπως εξηγούσε άλλωστε το φυλλάδιό τους, “Και τώρα στα Εργοστάσια!”, όλοι θα έπρεπε να “αφήσουμε τις αστικές συνοικίες όπου δεν έχουμε τίποτα να κάνουμε”, και “να πάμε στα εργοστάσια και τις λαϊκές γειτονιές για να ενωθούμε με τους εργάτες”, την μοναδική τάξη που μπορεί να κάνει την επανάσταση.

Όμως η εντολή να αγνοήσουν τις φοιτητικές διαδηλώσεις δεν “καθόταν” και πολύ καλά στους ακτιβιστές της UJCml, που έβλεπαν το Quartier Latin να φλέγεται. Η γυναίκα του Linhart του είπε: “Robert, οι φοιτητές μάχονται εκεί έξω. Είναι ανόητο να καθόμαστε εδώ πέρα, πίσω από τις κλειστές πόρτες. Είναι ώρα να πάμε κι εμείς…Το προλεταριάτο θέλει να συμμετάσχει στις διαδηλώσεις και, ακολουθώντας το παράδειγμα των φοιτητών, να κατέβει σε απεργία!”. Όμως, ο Linhart, αρνήθηκε να κουνηθεί. Παγιδευμένη σε άκαμπτα μοντέλα, αρνούμενη να αξιολογήσει την καινοτομία της κατάστασης εκείνη τη στιγμή, η UJCml έχασε τις εναρκτήριες “σκηνές” του Μάη του 1968.

Σήμερα, βέβαια, δεν είναι 1968, ούτε πρόκειται να είναι ποτέ ξανά. Τα γεγονότα του Μάη δεν μας δίνουν ένα μοντέλο για να το ακολουθήσουμε. Αντίθετα, αποκαλύπτουν την ανάγκη να χειριστούμε τα μοντέλα και τις δεδομένες ιδέες με προσοχή, να παραμένουμε πολιτικά ευέλικτοι ενόψει μιας καινούριας και μη οικείας κατάστασης. Πραγματικά, αυτό είναι ένα μάθημα που έβγαλαν οι Γάλλοι αγωνιστές αφότου κόπασε η ενέργεια της ανατρεπτικής περιόδου. Πολλοί προσπάθησαν να διαμορφώσουν ένα ιστορικά επαρκές, αποτελεσματικό σύνολο πολιτικών πρακτικών, μέσα από έρευνα και “επιτροπές δράσης”, ώστε να στήσουν “μεταβιβαστές” μεταξύ των αγώνων των εργατών, των φοιτητών, των μεταναστών και του, ακόμα σημαντικού, γαλλικού αγροτικού πληθυσμού. Θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι είμαστε σε μια ριζικά διαφορετική και ιστορικά ασταθή συγκυρία. Οι “οδηγίες του παιχνιδιού” μπορούν να μας πάνε μέχρι εδώ. Πρέπει να αντλήσουμε έμπνευση από τους αγώνες τριγύρω μας, όποιες κι αν είναι οι αντιφάσεις τους, και να διευρύνουμε την φαντασία μας.

Ίσως να έχει παρέλθει η εποχή του μπλακ-μπλοκ, ίσως παραμένει εντελώς ανεπαρκές για την παρούσα συγκυρία. Μπορεί, όμως, και να συμβαίνει ότι μπορούμε να βρούμε τρόπους να επανενσωματώσουμε το μπλακ-μπλοκ στους σημερινούς αγώνες, τρόποι που τελικά θα δυναμώσουν τα κινήματά μας ακόμα περισσότερο. Δεν θα πάμε πουθενά παραδομένοι στην ανακλαστική, βασισμένη στον ηθικισμό, αποκήρυξη, σε αμφιβόλου αξίας εκκλήσεις στην αυθεντία της ιστορίας ή σε παγιωμένες ιδέες σχετικά με το πώς θα έπρεπε να μοιάζουν οι αγώνες, ενώ οι πραγματικοί αγώνες μαίνονται εκεί έξω. Θα πρέπει να ξεκινήσουμε με μια συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης για να δούμε τι είδους πολιτικά πειράματα χρειαζόμαστε σήμερα, εξασφαλίζοντας ότι δεν θα χάσουμε τις δυνατότητες γεγονότων χωρίς προηγούμενο. Αντί να βγάζουμε συμπεράσματα πίσω από κλειστές πόρτες, θα πρέπει να βασίσουμε τη στρατηγική μας σε αυτό που συμβαίνει στους δρόμους.

1 Salar Mohandesi is an editor of Viewpoint and a doctoral candidate in History at the University of Pennsylvania.

2 Στμ. Στα γαλλικά: matraque.

3 Στμ. Στο πρωτότυπο: parade marshals.

4 Στμ.

5 Στμ. Στο πρωτότυπο: gut the unions.

6 Στμ. Στο πρωτότυπο: sanctuary campuses.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *