Αναρχισμός στη Λατινική Αμερική: Η επανανάδυση ενός βιώσιμου ρεύματος

των Romina Akemi και Javier Sethness-Castro1

 

O “Αναρχισμός στην Λατινική Αμερική” [Anarchism in Latin America] είναι ένα υπό έκδοση βιβλίο σχεδιασμένο να εκδοθεί τον Δεκέμβριο του 2017 από τις εκδόσεις AK Press. Γραμμένο από τον Αργεντίνο φιλόσοφο και συγγραφέα Angel Cappelletti κα μεταφρασμένο από τον διαμένοντα στις ΗΠΑ Gabriel Palmer-Fernandez, το έργο περιλαμβάνει μια εισαγωγή από τα μέλη της συλλογικότητας Black Rose/Rosa Negra Romina Akemi και Javier Sethness-Castro. Αυτή η νέα μετάφραση προσφέρει μια από χώρα-σε χώρα επισκόπιση των κοινωνικών και πολιτικών επιτευγμάτων του αναρχισμού σε 14 Λατινο-αμερικάνικες χώρες και είναι το πρώτο κείμενο με έκραση βιβλίου του είδους τους που εκδίδεται στα αγγλικά. Στη συνέχεια παραθέτουμε ένα απόσπασμα από την εισαγωγή ελπίζοντας ότι αυτό θα κεντρίσει το ενδιαφέρον σας.

Αυτό το βιβλίο ακολουθεί “κατά πόδας” άλλες κυκλοφορίες από τις εκδόσεις AK Press, περιλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, των αγγλικών μεταφράσεων της Οριζοντιότητας2, που εκδόθηκε από την Marina Sitrin, το κλασσικό Rebellion in Patagonia του Oscar Bayer, το Paradoxes of Utopia του Juan Suriano. Παρ’ όλα αυτά, η αναρχική ιστορία και θεωρία που παράγεται στην Λατινική Αμερική, στο παρελθόν και τώρα, είναι εξαιρετικά εκτεταμένη και δύσκολο να αποδοθεί με λεπτομέρειες. Αξίζει να σημειωθεί ότι το βιβλίο του Cappelletti σηματοδοτεί μια επανενασχόληση/επανεμπλοκή με τον ελευθεριακό αναρχισμό [ελευθεριακότητα] μετά από δεκαετίες επισκίασης από τον Μαρξισμό. Η αναγέννηση του αναρχισμού τη δεκαετία του 1990 προχώρησε πέρα από την αρένα των κοινωνικών κινημάτων, καθώς περισσότερος κόσμος ήθελε να επισκεφθεί εκ νέου τους αναρχικούς προδρόμους του που κάποτε χαρακτηρίζονταν ως “υπερ-αριστεριστές” ή πρωτο-κομμουνιστές, γεννώντας έστι καινούρια πεδία έρευνας τόσο για ακαδημαϊκούς όσο και για εργάτες-διανοούμενους3.

Η επανανάδυση του αναρχισμού τη δεκαετία του 1990 ήταν ένα παγκόσμιο φαινόμενο με κάποια αξιοσημείωτα κοινά στοιχεία που περιλαμβάνουν τις αποτυχίες του μαρξισμού με την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης, την επιθετική εξάπλωση των νεοφιλελεύθερων πολιτικών μεταμφιεσμένων σε παγκοσμιοποίηση, και την διάλυση των ταξικών ταυτοτήτων που διεκδικούσαν ατομικές ταυτότητες και ακτιβισμό, καθώς και υποστήριξη για συγκεκριμένους σκοπούς. Υπάρχει μια τάση να υποθέτουμε ότι αυτά τα “πρότυπα” εφανίζονται με τον ίδιο τρόπο σε ολόκληρο τον κόσμο όπως και στις ΗΠΑ. Παρ’ όλα αυτά, η υπερ-εξατομικευμένη τροπικότητα που βλέπουμε στους αναρχικούς κύκλους των ΗΠΑ δεν είναι άμεσα ορατή στην Αμερική, όπου ο αναρχισμός παρέμεινε μια πολιτική ιδεολογία και όχι μια ατομική ταυτότητα ή στυλ ζωής. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι καταλήψεις και ο κοινοβιακός τρόπος ζωής δεν εξαπλώθηκαν στην υπόλοιπη ήπειρο, γιατί εξαπλώθηκαν, ιδιαίτερα στις αρχές της δεκαετίας του 2000· η ζωή από κοινού δεν δημιούργησε de-facto κάποια προεικόνιση της πολιτικής [prefigurative politics], αλλά οι κοινοί αγώνες με αίτημα τη στέγαση και δικαιώματα στη γη ήταν ένα σημαντικό θεμέλιο. Όπως καλύπτει η Sitrin στην Οριζοντιότητα, η βαθιά οικονομική κρίση που βιώθηκε στην Αργεντινή τη δεκαετία του 1990, έδωσε την ώθηση σε πολλούς να οργανωθούν και να δημιουργήσουν καινούριες μορφές οργάνωσης κοινωνικών κινημάτων ριζωμένων στην αυτοοργάνωση, γινόμενες έτσι ζωντανή ενσάρκωση της λαϊκής εξουσίας.

Το βιβλίο του Cappelletti τελειώνει γύρω στα μέσα του 20ου αιώνα. Για όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με την αναρχική και αυτονομιστική οργάνωση έκτοτε, θα προσφέρουμε εδώ μερικά από τα σημαντικά σημεία. Στο κεφάλαιο σχετικά με την Ουρουγουάη, επισημαίνει τη δημιουργία της Aναρχικής Ομοσπονδίας της Ουρουγουάης (FAU: Federación Anarquista Uruguay), που ιδρύθηκε το 1956. Η FAU, αφού επιβίωσε από την κρατική τρομοκρατία και τη δικτατορία, αποδείχθηκε να έχει μεγάλη επιρροή στην ανάπτυξη του οργανωμένου αναρχισμού σε ολόκληρη την νότια ήπειρο. Η FAU ιδρύθηκε κυρίως από εξόριστους Ισπανούς αναρχικούς που ξέφυγαν από τις φασιστικές δυνάμεις του στρατηγού Φράνκο και οι οποίοι συνειδητοποίησαν την ανάγκη για μια συγκεκριμένη αναρχική οργάνωση την οποία ονόμασαν especifismo4. Η δουλειά κοινωνικής “εισχώρησης”5 που έκαναν επικεντρωνόταν στην οικοδόμηση αυτοδιαχειριζόμενων (εδαφικοποιημένων) κέντρων γειτονιάς καθώς και δουλειά “εισχώρησης” σε βιομηχανικά συνδικάτα οικοδομώντας μια μαχητική ανεξάρτητη ταξική πολιτική. Για τους νεαρούς ελευθεριακούς που αναζητούσαν καθοδήγηση για την οικοδόμηση μιας οργανωμένης παρουσίας μέσα στην τάξη τους, το “προσκύνημα” στα κεντρικά γραφεία της FAU στο Μοντεβιδέο έγινε μια συνηθισμένη εμπειρία στις δεκαετίες του 1990 και 2000. Η στέρεη δουλειά της FAU με νεαρούς αναρχικούς στη γειτονική επαρχία της Βραζιλίας του Rio Grande do Sul οδήγησε τελικά στην δημιουργία της Αναρχικής Ομοσπονδίας των Gaúchos (FAG, Federação Anarquista Gaúcha) το 1996. Οι μαχητές της FAG επηρέασαν τελικά τον σχηματισμό διαφόρων especifista ομάδων στη Βραζιλία, συμπεριλαμβανομένης της Αναρχικής Ομοσπονδίας του Ρίο ντε Τζανέιρο (Federação Anarquista do Rio do Janeiro, FARJ). Στη διάρκεια του συνεδρίου της FARJ το 2008, προέκυψε, από τις συζητήσεις τους σχετικά με το ζήτημα της στρατηγικής, το κείμενο Social Anarchism and Organization”, ριζωμένο στις τρέχουσες εμπειρίες τους για την οργάνωση και τα κοινωνικό κίνημα. Τελικά, πήραν μέρος στις προσπάθειες του Φόρουμ του Οργανωμένου Αναρχισμού (Forum of Organized Anarchism, FAO) που εξελίχθηκε στο μεγαλύτερο ομοσπονδιακό δίκτυο – Coordenação Anarquista Brasileira (CAB) – που περιλαμβάνει τοπικές οργανώσεις από 11 πόλεις. Στο βασίλειο του αναρχικού στρατηγήματος της οργάνωσης για την επανάσταση, οι κύριες συνεισφορές της FAU ήταν ο especifismo, ενώ η FARJ, μέσα από συζήτησε με άλλους ελευθεριακούς αγωνιστές στην Βραζιλία, προσέδωσε στην κοινωνική “εισχώρηση” ευρύτερο περιεχόμενο ως μια μέθοδο αγώνα για να μπούμε οι ίδιοι σε οργανώσεις και κινήματα που αποτελούν τις καλλίτερες εκφράσεις αντίστασης της τάξης μας. Η κοινωνική “εισχώρηση” είναι τόσο μια δέσμευση στους χώρους ώστε να ανθίσουν σε υγιείς οργανώσεις όσο και, ταυτόχρονα, μια επιβεβαίωση του πυρήνα των ιδεολογικών μας αρχών καθώς μαχόμαστε για την καρδιά και το μυαλό της εργατικής τάξης.

Η άλλη περιοχή με μια σημαντική οργανωμένη ελευθεριακή προεξάρχουσα παρουσία είναι η Χιλή. Η διαρκής παρουσία του αναρχισμού μέσα στο εργατικό κίνημα από τις δεκαετίες του 1950 μέχρι αυτήν του 1990 οφείλεται σε συνδικαλιστές όπως οι Clotario Blest, Celso Poblete, Ernesto Miranda, José Ego-Aguirre, και Hugo Cárter. Οι Ego-Aguirre and Cárter, παλιότεροι αναρχοσυνδικαλιστές, επηρέασαν μια ομάδα νεότερων τη δεκαετία του 1980 που οδήγησε στην ίδρυση της εφημερίδας Hombre y Sociedad (Άνθρωπος και Κοινωνία) που εκδιδόταν από το 1985 μέχρι το 1988, με οικονομική υποστήριξη από αναρχικούς εξορισμένους στην Ευρώπη, ανάμεσα στους οποίους και οι Nestor Vega και Urbano Burgos6. Έκτοτε, ξεπήδησαν άλλες μικρές εκδοτικές πορσπάθειες σ’ ολόκληρη τη χώρα, συμπεριλαμβανομένων των El Acrata and Acción Directa7. Ο σχηματισμός πολλών γενιών που συνδεόταν με το Hombre y Sociedad έγινε μια καθοριστική συμβολή εμπειριών και νέων ιδεών.

Σύμφωνα με τον Χιλιανό αναρχικό José Antonio Gutiérrez Danton, η δεκαετία του 1990 περιγράφεται με τον καλλίτερο τρόπο ως “μια σχεδόν ‘έκρηξη’ των αναρχικών ιδεών και πρακτικών” και μια “επανανακάλυψη” του αναρχισμού ως ιστορικού ρεύματος στη Χιλή. Το 1998 η έκδοση του El Manifiesto Comunista Libertario του George Fontenis πυροδότησε μια έντονη πολεμική μεταξύ των ελευθεριακών κύκλων και βοήθησε στην ενοποίηση όσων ενδιαφέρονταν για τον σχηματισμό μιας αναρχο-κομμουνιστικής οργάνωσης, δίνοντας κινητρο σε ένα κομμάτι κυρίως πανκ-ροκ αναρχικών να γίνουν σοβαρός πολιτικός παράγοντας. Το Congreso de Unificación Anarco Comunista (Συνέδριο Αναρχοκομμουνιστικής Ενοποίησης, CUAC), που ιδρύθηκε το 1999, σημάδεψε μια σημαντική στιγμή για μια νέα γενιά ελευθεριακών επαναστατών που προσπάθησαν να θέσουν με καλλίτερο τρόπο την πολιτική δουλειά που έκαναν μέσα σε συγκεκριμένους κοινωνικούς τομείς έχοντας συμφωνήσει πάνω σε αρχές μια ενιαίας οργάνωσης. Η CUAC δημιουργήθηκε στην αίθουσα του συνδικάτου των οικοδόμων, της FETRACOMA, τα οποία λειτουργούσαν έτσι και σαν κεντρικά γραφεία της CUAC, κάτι που επέτρεπε βαθύτερους δεσμούς και ενσωμάτωση στο εργατικό κίνημα. Η CUAC οφείλει πολλά για την πολιτική της ανάπτυξη σε μαρξιστικές οργανώσεις της Χιλής όπως το Επαναστατικό Αριστερό Κίνημα (Movimiento Izquierda Revolucionario, MIR) και το Πατριωτικό Μέτωπο Manuel Rodríguez (Frente Patriótico Manuel Rodríguez, FPMR). Η CUAC έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην εκκίνηση συζητήσεων σχετικά με την ανάγκη οργανωμένης παρουσίας μέσα στο εκκολαπτόμενο φοιτητικό κίνημα που οδήγησε στον σχηματισμό του Μετώπου Ελευθεριακών Φοιτητών (Frente de Estudiantes Libertarios, FEL) τον Μάιο του 20038. Η CUAC διασπάστηκε το 2003, διάσπαση που οδήγησε στη δημιουργία δύο ρευμάτων: την Οργάνωση Ελευθεριακών Κομμουνιστών (Organización Comunista Libertaria, OCL) και το Αναρχικό Επαναστατικό Ρεύμα (Corriente Revolucionaria Anarquista – CRA), με το FEL να παραμένει σχετιζόμενο με την OCL. Η τελική έκρηξη ενός μαχητικού μαθητικού κινήματος το 2006 με αίτημα την ελεύθερη εκπαίδευση και εξελίχθηκε σε ένα με καλή στρατηγική (αλλά από τα πάνω προς τα κάτω) φοιτητικό κίνημα στα πανεπιστήμια που έφτασε το ζενίθ του το 2011, επιβεβαίωσε την ιδεολογική βιωσιμότητα του αναρχισμού που εξακολουθεί να είναι αισθητή και σήμερα στη Χιλή.

Το 2013 σημάδεψε άλλο ένα σημαντικό σημείο καμπής στον οργανωμένο αναρχισμό στη Χιλή, όταν ένα τμήμα μέσα στην OCL και το FEL, ονομαζόμενο Red Libertaria (Libertarian Network – RL), “σταθερά και με ενθουσιασμό συμμετείχε στην πλατφόρμα Todos a la Moneda’ (Όλοι στην La Moneda’), με υποψήφιο τον Marcel Claude”9. Σε κάθε άρθρο γραμμένο με την πένα του Gutiérrez Danton και του Rafael Agacino, υπογράμμιζαν:Αλλά δεν είναι μόνο η ίδια η απόφαση να συμμετάσχουμε σε μια εκλογή που παρήγαγε αυτήν την σεισμική αντίδραση μέσα στο ελευθεριακό κίνημα στη Χιλή, ήταν ο τρόπος με τον οποία πάρθηκε αυτή η απόφαση”, ιδιαίτερα η μυστικότητα από μια φράξια μέσα στην OCL και το FEL που άφησε πολλούς από τους συντρόφους τους άναυδους και με αίσθημα προδοσίας. Όσοι αμφισβήτησαν τη δημιουργία της RL ως μιας κίνησης προς τον εκλογικισμό εκδιώχθηκαν γεγονός που πυροδότησε πολλές παραιτήσεις. Η ομάδα που εκδιώχθηκε, μαζί με άλλες συλλογικότητες και άτομα που δεν συνδέονταν με την OCL, οργάνωσαν το Συνέδριο των Ελευθεριακών Κομμουνιστών (CLC) σε μια διάρκεια δύο χρόνων που οδήγησε τελικά στην ίδρυση της Solidaridad-Federación Comunista Libertaria (Αλληλεγγύη Ελευθεριακή Κομμουνιστική Ομοσπονδία) τον Ιανουάριο του 2016.

Αυτό το οργανωτικό σχίσμα έβαλε το FEL σε δύσκολη θέση όταν οι αναρχικού κέρδισαν την προεδρία της Φοιτητική Ομοσπονδίας της Χιλής (Chilean University Student Federation, FECH) με την υποψήφιό τους Melissa Sepúlveda· κατόρθωμα που δεν είχε ξανασυμβεί από τη δεκαετία του 1920. Πάρθηκε η απόφαση να διατηρηθεί αυτή η διάσπαση στο ΜΕΦ (FEL) μέχρι το τέλος της θητείας της Sepúlveda. Η Sepúlveda, που είχε κατέβει με μια ξεκάθαρη φεμινιστική και αναρχική πλατφόρμα, ήταν μια έντονη πολιτική διαφοροποίηση από την Camila Vallejo, μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος και πρόεδρος της FECH το 2011, η οποία συγκέντρωσε τη διεθνή προσοχή. Η Sepúlveda υποστήριζε δημόσια συμμαχίες φοιτητών-εργατών και την αυτόνομη οργάνωση μέσα στην εργατική τάξη. Στο τέλος της θητείας της, η Sepúlveda, μαζί με άλλους διαφωνούντες του FEL που αντιτίθονταν στη εκλογικίστικη κίνηση, ίδρυσαν την Acción Libertaria (Ελευθεριακή Δράση – AL) στις αρχές του 2015.

Στο Μεξικό, παράλληλα με τον σύγχρονο αυταρχισμό που κόστισε τις ζωές χιλιάδων στη Βραζιλία, Αργεντινή, Χιλή και Ουρουγουάη, ο “Βρώμικος Πόλεμος” των δεκαετιών του 1960 και του 1970 είδε την πλήρη κατασταλτική ισχύ του Επαναστατικού Θεσμικού Κόμματος (PRI)10 να κατευθύνεται ενάντια σε αριστεριστές, νεολαία, οργανωμένο κόσμο και τους ακτήμονες αγρότες στον απόηχο της σφαγής του Tlatelolco11 στις 2 Οκτωβρίου του 1968. Το κράτος δολοφόνησε εκατοντάδες φοιτητές στην Πόλη του Μεξικού εκείνηη την ημέρα, και το PRI εξαφάνισε βίαια και εκτέλεσε χωρίς δίκη χιλιάδες περισσότερους σαν μέρος της αντι-εξεγερτικής του στρατηγικής για την κατάπνιξη της γενικευμένης κοινωνικής οργής που το ίδιο είχε προκαλέσει12. Ο ίδιος ο Εθνικός Απελευθερωτικός Στρατός των Ζαπατίστας (Ejército Zapatista de Liberación Nacional, EZLN) ιδρύθηκε το 1983 σαν μια ένωση ανάμεσα στους ακτήμονες ιθαγενείς κατοίκους της Τσιάπας (Chiapanecxs) και τους βασισμένους στις πόλεις μιγάδες [mestizo] και ευρωπαϊκής καταγωγής μαχητές των Δυνάμεων Εθνικής Απελευθέρωσης (Fuerzas de Liberación Nacional, FLN), που είχαν δημιουργηθεί το 196913όπως ακριβώς ο δεκαετής εμφύλιος πόλεμος στην Κολομβία, γνωστός ως La Violencia που στοίχισε χιλιάδες ζωές έπαιξε καταλυτικό ρόλο στη δημιουργία, το 1964, των Ένοπλων Επαναστατικών Δυνάμεων της Κολομβίας (Revolutionary Armed Forces of Colombia, FARC) και του ELN (Εθνικού Απελευθερωτικού Στρατού)14. Η νεο-ζαπατιστική εξέγερση της Πρωτοχρονιάς του 1994, διακήρυξε ένα ριζικό τέλος στην ασταμάτητη εθνοκάθαρση με στόχο τους ιθαγενείς λαούς από την εποχή της ισπανικής κατάκτησης. Η πολύ γρήγορη θετική ανταπόκριση των πολιτών τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό στην εξέγερση, περιόρισε την ένταση της άμεσης καταστολής από τον μεξικάνικο στρατό, γεγονός που είχε σαν αποτέλεσμα παραδόξως, η κυβέρνηση του PRI να καταφύγει στη χρήση της παρακρατικής τρομοκρατίας ενάντια στις περιοχές που υποστηρίζουν τους Ζαπατίστας ή τις κοινότητες που είναι συμπαθείς προς αυτούς στην Chiapas – μια στρατηγική που συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Σαν συνέπεια της αναπόφευκτης κατάρρευσης των διαπραγματεύσεων με μια ρατσιστική κυβέρνηση που απέτυχε να τηρήσει τις συμφωνίες του San Andrés (1996), ο EZLN εστίασε πολύ έντονα στην διεύρυνση της κοινοτικής αυτονομίας ενδυναμώνοντας τους εναλλακτικούς θεσμούς συμμετοχής που συγκροτούν το κίνημα που υπάρχει παράλληλα με τις στρατιωτικές δομές, μεταξύ άλλων συνεταιρισμούς, αυτόνομη εκπαίδευση, τον τομέα της δημόσιας υγείας και τις λαϊκές συνελεύσεις. Αυτό το σχέδιο αυτονομίας προχώρησε σημαντικά το 2003 με την αναγγελία των Συμβουλίων Καλής Διακυβέρνησης (Good-Government Councils, JBG), αποτελούμενων από αντιπροσώπους, μερικές φορές ακόμα και εφηβικής ηλικίας, που εναλλάσσονται στη διοίκηση των πέντε περιοχών της Τσιάπας στις οποίες έχει παρουσία ο EZLN.

Συνεπώς, αν και είναι αλήθεια ότι η αρχική εξέγερση του EZLN επεδίωξε να εμπνεύσει μια γενική περιφερειακή – ή ακόμα και σε ολόκληρη την επικράτεια της χώρας – επανάσταση για την κατάληψη του κράτους – με τους Ζαπατίστας να ελπίζουν να βαδίσουν προς την Πόλη του Μεξικού και να την απελευθερώσουν ακόμα μια φορά – το νεο-ζαπατιστικό κίνημα έχει διαχωρίσει τον εαυτό του από άλλα αντάρτικα κινήματα στη Λατινική Αμερική με τον αντι-εκλογικαλισμό και τον αντι-κρατισμό που έχει καθορίσει την ανάπτυξη της αυτονομίας του. Πριν από μια δεκαετία, ο EZLN εγκαινίασε την καμπάνια La Otra Campaña (Μια άλλη Καμπάνια) σαν μια προσπάθεια ενοποίησης μιας πανεθνικής αντιεξουσιαστικής/αντιιεραρχικής αριστερής εναλλακτικής στα πολιτικά κόμματα και το κράτος εν μέσω της συνεχιζόμενης μάχης εξουσίας ανάμεσα στο δεξιό Εθνικό Κόμμα Δράσης (PAN) και τον Andrés Manuel López Obrador, τον σοσιαλδημοκράτη υποψήφιο στις εκλογές του 2006. Παράλληλα, στην Έκτη Διακήρυξη της Ζούγκλας της Λακαντόνα (la Sexta Declaración de la Selva Lacandona) το 2005, διακήρυξε με περηφάνεια την αυτονομία του κινήματος στη διερεύνηση ενός καινούριου συντάγματος που θα ικανοποιούσε τα 13 αρχικά αιτήματα15. Παρ’ όλα αυτά, σήμερα, και αφού έχει προασπίσει την αυτόνομη κοινωνική οργάνωση σαν μια βιώσιμη εναλλακτική για περισσότερο από μια δεκαετία, ο EZLN ενώνεται με τους συντρόφους-αντιπροσώπους από το Εθνικό Συνέδριο Αυτόχθονων Λαών (CNI) στη συνυπογραφή της πρότασης για ένα Συμβούλιο Διακυβέρνησης των Αυτόχθονων (CIG) και παρουσιάζοντας την παραδοσιακή θεραπεύτρια, από τη φυλή Nahua, María de Jesús “Marichuy” Patricio Martínez ως εκπρόσωπο αυτού του Συμβουλίου, σύμβουλο και υποψήφια για τις προεδρικές εκλογές του 201816. Tο CNI περιγράφει αυτή την κίνηση ως μια “συνέχιση της επίθεσης” και κατά παράδοξο τρόπο ισχυρίζεται ότι δεν θέλει να διαχειριστεί την εξουσία αλλά μάλλον να την διαλύσει/αποσυνθέσει. Από τη στιγμή της ανακοίνωσης, η Marichuy και άλλοι σύντροφοι έχουν τονίσει ότι η εστίαση δεν είναι στις κάλπες αλλά, αντίθετα, η προαγωγή της “οργάνωσης, της ζωής και της υπεράσπισης της επικράτειας”. Παρ’ όλα αυτά, το συμπέρασμα του πέμπτου Συνεδρίου των Αυτόχθονων στις αρχές του 2017 είναι ξεκάθαρο: το CIG έχει στόχο να “κυβερνήσει αυτή τη χώρα17. Παραμένει να δούμε πώς θα εξελιχθεί αυτή η κίνηση και πώς θα επηρεάσει το κίνημα των Ζαπατίστας και τα αυτόνομα κινήματα των αυτόχθονων αλλού στο Μεξικό και τη Λατινική Αμερική. Φανταζόμαστε ότι αυτή η μετατόπιση προς τον εκλογικισμό συναντά μια κάποια αντίσταση μέσα στις τάξεις των Ζαπατίστας, ιδιαίτερα ανάμεσα στη νεολαία και σε αυτούς που ανατράφηκαν με την ιδέα των Συμβουλίων Καλής Διακυβέρνησης και την la Sexta.

 

1 Στμ. Μεταφρασμένο από εδώ: http://blackrosefed.org/latin-american-anarchism-re-emergence-anarchism-viable-current.

2 Στμ. Οριζοντιότητα: Φωνές λαϊκής εξουσίας στην Αργεντινή, εκδόσεις Σ.ΚΥ.Α, 2011.

3 Υπάρχουν αρκετοί συγγραφείς και κάποιοι έχουν ήδη αναφερθεί σε προηγούμενες υποσημειώσεις: Víctor Muñoz Cortés, Sin Dios Ni Patrones: Historia, diversidad y conflictos del anarquismo en la región chilena, 1890-1990 (Valparaíso, Mar y Tierra Ediciones, 2013)· Sergio Grez Toso, Los anarquistas y el movimiento obrero: La alborada de “la Idea” en Chile, 1893-1915 (Santiago, LOM, 2007).

4 Στμ. Especifismo: συγκεκριμενισμός/εξειδικευσισμός (;): είναι μια από τις δύο κύριες μορφές αναρχικού ακτιβισμού που προασπίζεται η FARJ (Αναρχική Ομοσπονδία του Ρίο ντε Τζανέιρο) και άλλες αναρχικές οργανώσεις στην Νότια Αμερική, η άλλη είναι η κοινωνική “εισχώρηση”. Ο especifismo αναδύθηκε σαν αποτέλεσμα της αναρχικής εμπειρίας στη Νότια Αμερική στη διάρκεια του τελευταίου μισού του 20ου αιώνα ξεκινώντας με την Αναρχική Ομοσπονδία της Ουρουγουάης (FAU), που ιδρύθηκε το 1956 από αναρχικούς οι οποίοι είδαν την ανάγκη μιας οργάνωσης που να είναι συγκεκριμένα αναρχική.

5 Στμ. Στο πρωτότυπο insertion.

6 “Platformism without illusions: Chile, Interview with José Antonio Gutiérrez Danton”, Common Struggle/Lucha Común, nefac.net, Published May 23, 2003, http://nefac.net/node/424.

7 Στμ. Στα ελληνικά: “Ο Αναρχικός” και “Άμεση Δράση”, αντίστοιχα.

8 “Η διαδικασία της Αρχικη Οικοδόμησης του FEL”, Struggle/Lucha Común, nefac.net, δημοσιευμένο στις 14 Ιανουαρίου 2012, http://nefac.net/node/2576.

9 José Antonio Gutiérrez D. και Rafael Agacino, “Μερικές σκέψεις για τους ελευθεριακούς στη Χιλή και τη συμμετοχή στις εκλογές” libcom.org, 4 Ιανουαρίου 2017: https://libcom.org/library/some-reflections-libertarians-chile-electoral-participation.

10 Στμ. Το Επαναστατικό Θεσμικό Κόμμα (Partido Revolucionario Institucional, PRI) είναι ένα μεξικάνικο πολιτικό κόμμα που ιδρύθηκε το 1929 και διατήρησε την εξουσία αδιάκοπα για 71 χρόνια από το 1929 μέχρι το 2000 (με διάφορες ονομασίες). Αν και είναι μέλος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς (όπως και το αντίπαλο, αριστερό PRD, γεγονός που καθιστά το Μεξικό ένα από τα λίγα έθνη με δύο μεγάλα, αντίπαλα κόμματα να είναι μέλη της ίδιας διεθνούς ομάδας) το PRI δεν θεωρείται σοσιαλδημοκρατικό κόμμα με την παραδοσιακή έννοια.

11 Η Πόλη του Μεξικού έγινε το 1968 η πρώτη πόλη στον ισπανόφωνο κόσμο που φιλοξένησε τους Ολυμπιακούς αγώνες. Οι φοιτητές του Αυτόνομου Πανεπιστημίου του Μεξικού (UNAM) θέλησαν να χρησιμοποιήσουν την εστίαση που υπήρχε στη χώρα λόγω των αγώνων για να διαμαρτυρηθούν για την έλλειψη δημοκρατίας και κοινωνικής δικαιοσύνης . Ο πρόεδρος Gustavo Díaz Ordaz διέταξε τον στρατό να καταλάβει το πανεπιστήμιο ώστε να καταστείλει την εξέγερση και να ελαχιστοποιήσει τη διατάραξη των αγώνων. Στις 2 Οκτωβρίου του 1968, ομάδες φοιτητών που απαιτούσαν την απόσυρση των δυνάμεων του στρατού (IPN) ξεκίνησαν διαμαρτυρία στην Plaza de las Tres Culturas. Η κυβέρνηση κατέφυγε ακόμα και στη συνδρομή της CIA μέσω ενός προγράμματος των μυστικών υπηερσιών (LITEMPO), και επιτέθηκε στη συγκέντρωση δολοφονώντας επίσημα 39, αλλά ανεπίσημα εκατοντάδες, φοιτητές, ενώ εκατοντάδες άλλοι συνελήφθησαν. Ο πρόεδρος της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής δήλωσε στη συνέχεια ότι οι διαμαρτυρίες ήταν ενάντια στην μεξικάνικη κυβέρνηση και όχι τους Ολυμπιακούς αγώνες οι οποίοι και συνεχίστηκαν.

12 Elena Poniatowska, La noche de Tlatelolco: testimonios de historia oral (México, D.F.: Ediciones Era, 2012 [1971]).

13 Raúl Romero, “EZLN: 17 de noviembre de 1983,” Rebelión, 17 Νοέμβρη 2012.

14 Chris Kraul, “Οι μάχες ξεκίνησαν το 1964: Μια ματιά στον πόλεμο της Κολομβίας με τους αντάρτες του FARC”, Los Angeles Times, 30 Αυγούστου 2016.

15 Αυτές είναι: κατάλυμα (ή στέγη), γη, τροφή, υγεία, εκπαίδευση, πληροφόρηση, πολιτισμός, ανεξαρτησία, δημοκρατία, δικαιοσύνη, ελευθερία και ειρήνη. Comité Clandestino Revolucionario Indígena-Comandancia General del Ejército Zapatista de Liberación Nacional (CCRI-CG EZLN), “Sexta Declaración de la Selva Lacandona”, Ιούνιος 2005. Διαθέσιμο δικτυακά: http://enlacezapatista.ezln.org.mx/sdsl-es.

16 CNI y EZLN, “Llegó la hora,” Enlace Zapatista, 28 Μαΐου 2017. Διαθέσιμο δικτυακά: http://enlacezapatista.ezln.org.mx/2017/05/28/llego-la-hora-cni-ezln/.

17 Ibid, “Convocatoria a la Asamblea Constitutiva del Concejo Indígena de Gobierno,” Enlace Zapatista, 2 Απριλίου 2017. Διαθέσιμο δικτυακά: http://enlacezapatista.ezln.org.mx/2017/04/02/convocatoria-a-la-asamblea-constitutiva-del-concejo-indigena-de-gobierno-para-mexico.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *